ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 542/2018

 

Δικαστής : Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, είναι άκυρη η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Προϋπο­θέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αυτής, οι οποίες αποτελούν και στοιχεία της σχετικής αγω­γής, ενόψει του άτι η ακυρότητα της καταγγελίας απορ­ρέει ευθέως εκ του νόμου, είναι η ανάπτυξη νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης και η καταγγελία να οφείλε­ται στη δράση αυτή. Κατά την έννοια της παραπάνω λοιπόν διάταξης καθώς και εκείνης του άρθρου 23 του Συντάγματος, νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι κάθε δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστι­κών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον από αυτή δεν επηρεάζεται (άμεσα ή έμμεσα) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας. Μορφές συνδικαλιστικής δράσης απο­τελούν η συλλογική δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων, η συμμε­τοχή σ αυτό, η υποβολή υποψηφιότητας για εκλογή ως μέλους διοικητικών οργάνων του σωματείου, η εκλογή και δραστηριοποίηση μέσα στα όργανα αυτά, συλλογι­κές πρωτοβουλίες ενεργοποίησης σωματειακών διαδι­κασιών ανάδειξης νέας διοίκησης του σωματείου προς επιδίωξη και υλοποίηση συγκεκριμένων εργασιακών ή οικονομικών στόχων, η συμμετοχή σε νόμιμες απεργίες ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις του σωματείου - εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων κ.λπ. Εφόσον υπάρχει νόμιμη συνδικαλιστική δράση και αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την καταγγε­λία της σύμβασης, τότε η καταγγελία είναι (ευθέως από το νόμο) άκυρη, ανεξάρτητα από το αν η συνδικαλιστική δράση προκάλεσε ή όχι προσωπική διένεξη ή αντιπα­ράθεση μισθωτού και εργοδότη. Επίσης, για την ακυ­ρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας, δεν απαι­τείται η συνδικαλιστική δράση του μισθωτού να υπήρξε αποκλειστικά η κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνέτεινε αιτιωδώς ως απλή συντρέχουσα αιτία σ αυτή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν θα έφθανε στην απόλυση του μισθωτού, χωρίς τη συνδικαλιστική δράση του τελευταίου (βλ. ΑΠ 927/2017, ΑΠ 2183/2014, ΑΠ 282/2009, ΑΠ 713/2010, ΑΠ 364/2007 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 455/2004 ΕΕργΔ 2005. 586, Εφ.Θεσ. 1774/2007 Αρμ 2007. 1748, Εφ.Αθ. 10048/2005 ΕλλΔνη 2006. 1659). Η συνδικαλιστική δράση συνήθως είναι συλλογική, ήτοι ασκείται από κοινού με άλλους εργαζομένους για επι­δίωξη σκοπών που εμπίπτουν στον κύκλο της δραστη­ριότητος των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Όμως, η προστασία του νόμου ισχύει για κάθε εργαζόμενο, είτε είναι συνδικαλισμένος είτε όχι, αρκεί να πρόκειται για δραστηριότητα που αποβλέπει στην εκπλήρωση συλ­λογικού και όχι ατομικού συμφέροντος. Έτσι δεν θεω­ρείται συνδικαλιστική δράση όποια δραστηριότητα αναπτύσσεται ατομικά από τους εργαζόμενους, εκτός και εάν με αυτή επιδιώκεται η ικανοποίηση συλλογικού ενδιαφέροντος, ιδίως όταν το ατομικό συμφέρον συμπί­πτει με το συλλογικό. Πολύ περισσότερο δεν απαιτεί­ται η δραστηριότητα αυτή να γίνεται κατ εντολή ή με την έγκριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης (βλ. ΑΠ 1104/1998 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 713/2010 ΤΝΠ-Νόμος, που αναφέρονται σε συνδικαλιστική δράση η οποία αφορά τη διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων και ενημέρωση συναδέλφων για τα δικαιώματά τους, Λ. Ντάσιο, Εργα­τικό δικονομικό δίκαιο, έκδ. 1983, τόμος Β, Συνδικαλι­στικές οργανώσεις).

Στην προκείμενη περίπτωση από ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:... Από τα προα­ναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πραγ­ματική αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν η συνδικαλιστική του δράση. Ειδι­κότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το έτος 2011, μόλις άλλαξε η μετοχική σύνθεση της εναγομένης, λόγω της εξαγοράς της, έγινε μέλος του κλαδικού σωματείου με την επωνυμία «Συνδικάτο Εργατοτεχνιτών και υπαλλή­λων Χημικής Βιομηχανίας» και άρχισε να δραστηριο­ποιείται στο χώρο της εργασίας μεταφέροντας στους εργαζόμενους συναδέλφους του τις θέσεις του ανωτέρω σωματείου και ενημερώνοντάς τους τακτικά. Η δράση του αυτή, η οποία δεν ασκείτο εντός του χρόνου απασχόλησής του και σε βάρος της εργασίας και της παραγωγικότητάς του, έγινε ακόμη ποιο έντονη όταν το προ­αναφερθέν σωματείο τον όρισε άτυπα ως εκπρόσωπο του στην επιχείρηση της εναγομένης, με την έννοια ότι αυτός ήταν το μέλος του σωματείου που θα παρακολου­θούσε για λογαριασμό του την τήρηση, διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστι­κών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, στην οποία σημειώνεται ότι δεν υπήρχε επιχειρησιακό συνδικαλιστικό σωματείο και επομένως νομίμως το ως άνω κλαδικό σωματείο ενδιαφερόταν για τα συμφέρο­ντα των εργαζομένων της άνω επιχείρησης. Το παρα­πάνω γεγονός γνώριζε η εναγομένη δια των εκπροσώ­πων της, αλλά και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αφού αποδεί­χθηκε ότι πολλές φορές ο ενάγων μετέβαινε μαζί με τον πρόεδρο του ως άνω σωματείου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης όπου και συζητούσαν διάφορα προβλή­ματα με τον διευθυντή του εργοστασίου Κ.Τ., ο οποίος την εκπροσωπούσε... Από τότε μάλιστα ο ενάγων λάμ­βανε μέρος σε κάθε απεργία που κήρυττε νόμιμα είτε το ως άνω Συνδικάτο είτε η ΓΣΣΕ και μοίραζε υλικό του ως άνω σωματείου χωρίς από τη δράση του αυτή να επη­ρεάζεται (άμεσα ή έμμεσα) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας ή η δραστηριότητά του αυτή να εκτείνεται σε βάρος του χρόνου που ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη. Στο σημείο αυτό αξί­ζει να σημειωθεί και ότι η ίδια η εναγομένη με τις προτά­σεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομολόγησε τόσο τη συμμετοχή του ενάγοντος στις απεργίες όσο και τη διαμοίραση, από τον τελευταίο προς τους άλλους εργα­ζόμενους, του υλικού του σωματείου, δράση την οποία μάλιστα χαρακτήρισε άφοβη και κατά τους ισχυρισμούς της ουδέποτε ο ενάγων εμποδίστηκε από την ίδια στην άσκηση αυτής της δραστηριότητάς του. Επίσης, ο ενά­γων διαμαρτυρόταν για τις συνθήκες εργασίας όσον αφορά την υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργα­σίας ενόψει της έκθεσης τόσο του ίδιου όσο και των συναδέλφων του σε χημικές ουσίες (σκόνη και επικολ­λημένο ανθρακικό ασβέστιο), ενώ δεν υπέγραφε και τις αποδείξεις μισθοδοσίας επικαλούμενος κατά την άποψή του παραβάσεις της εργασιακής νομοθεσίας που αφο­ρούσαν όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τους λοιπούς εργαζό­μενους, αφού οι εν λόγω αποδείξεις δεν έφεραν την υπογραφή του εκπροσώπου της εναγομένης, οι δε αμοι­βές για τις υπερωρίες και λοιπές προσαυξήσεις της επί πλέον απασχόλησης εμφανίζονταν εν μέρει στις απο­δείξεις αυτές ως bonus παροχές για να μην γνωστο­ποιούνται ως υπερωρίες στην επιθεώρηση εργασίας και να μην ασφαλίζει τους εργαζόμενους της για αυτές (υπερωρίες). Όμως παρά τη δράση αυτή του ενάγοντος η εναγομένη, αν και ήταν ενοχλημένη από τη δράση του αυτή, ενόψει του ότι δεν της δημιουργούσε ιδιαίτερα πιεστικά προβλήματα και κυρίως δεν την εξέθετε σε κρατικές υπηρεσίες, δεν προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Στις 22 Ιουνίου του έτους 2012 και περί ώρα 11.30 π.μ. συνέβη στους χώρους ενσάκισης του παραγόμενου ανθρακικού ασβεστίου εργατικό ατύχημα με παθόντα τον Π.Π., ο οποίος τραυ­ματίσθηκε στο κεφάλι του τη στιγμή που πήγε να αφαι­ρέσει κάποιο σακί που είχε μπλεχθεί στη μηχανή ενσά­κισης. Λόγω του ότι το πατάρι που στηριζόταν στη μηχανή ήταν σε χαμηλότερη θέση από ό,τι έπρεπε, όταν ο ως άνω εργαζόμενος υποχρεώθηκε να περάσει κάτω από αυτό για να αποδεσμεύσει το σάκο που μπλέχθηκε, κτύπησε με δύναμη στο κεφάλι του, έχασε τις αισθήσεις του για ένα τέταρτο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε αρχικά στο Κέντρο Υγείας Διαβατών και μετά στο νοσο­κομείο Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ όπου υποβλήθηκε σε αξο­νική τομογραφία, από όπου, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν τραυματίσθηκε βαριά, αποχώρησε λαμβάνοντας τετρα­ήμερη αναρρωτική άδεια. Σημειώνεται ότι στο παρελ­θόν και άλλοι εργαζόμενοι είχαν τραυματισθεί στο κεφάλι για τον ίδιο λόγο. Προς διερεύνηση των αιτιών και συνθηκών του εν λόγω εργατικού ατυχήματος που αναγγέλθηκε στην επιθεώρηση εργασίας, κλιμάκιο από αρμόδιες υπαλλήλους του ΚΕΠΕΚ (Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου) μετέβη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης. Στα πλαίσια της έρευνας του ατυχήμα­τος αυτού ερευνήθηκαν και τα θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία, ερωτήθηκαν δε για τα θέματα αυτά και οι εργαζόμενοι του εργοστασίου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ενάγων, ο οποίος δήλωσε στις υπαλλήλους αυτές ότι ήταν μέλος του ως άνω Σωματείου και ανέ­φερε σχετικά προβλήματα που είχε εντοπίσει σχετικά με τα θέματα αυτά. Ειδικότερα, ενόψει του ότι λόγω του ελέγχου οι εκπρόσωποι της εναγομένης διέκοψαν τις λειτουργίες των μηχανών για να μη μπορούν να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές συνθήκες εργασίας, δια­μαρτυρήθηκε για τούτο και ενημέρωσε για τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας (ιδίως για τη σκόνη και την μεγάλη ζέστη τους θερινούς μήνες) τις ως άνω υπαλλήλους. Στη συνέχεια ζήτησε να μην παρευρίσκεται μπροστά ο διευ­θυντής κύριος Κ.Τ., ώστε και άλλοι οι εργαζόμενοι να μπορούν αβίαστα να απαντήσουν στις ερωτήσεις των υπαλλήλων και ενημέρωσε αυτές για τους κινδύνους που σχετίζονταν με τη σωματική ακεραιότητα των εργα­ζομένων κατά την άσκηση της εργασίας του προσωπι­κού, όπως το γεγονός ότι στη βραδινή βάρδια χρησιμοποιούνταν στην οδήγηση των περονοφόρων οχημάτων βοηθοί χειριστές, χωρίς επίβλεψη χειριστή ή μη αδειού­χοι χειριστές με κίνδυνο επέλευσης σοβαρού εργατικού ατυχήματος καθώς και ότι η κατάσταση, όσον αφορά τους χώρους συγκέντρωσης του προσωπικού και τις τουαλέτες, ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση (καθαριό­τητα, λειτουργικότητα κ.λπ.). Για τους λόγους αυτούς μάλιστα οι ως άνω υπάλληλοι στις εκθέσεις ελέγχου που συνέταξαν αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στις παρατηρήσεις αυτών, στα θέματα που έθιξε ο ενάγων σημειώνοντας ότι τα περονοφόρα μηχανήματα θα πρέ­πει να τα χειρίζονται οι αδειούχοι χειριστές ή οι βοηθοί υπό την επίβλεψη όμως αδειούχου χειριστή σε όλες τις βάρδιες (και δη και στη νυκτερινή στην οποία αναφέρ­θηκε ο ενάγων και πηγή γνώσης τους είχαν μόνο τις δηλώσεις αυτού, αφού ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε τις πρωινές ώρες λειτουργίας του εργοστασίου), ενώ ζήτη­σαν να ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να καθαρίζονται και να χλωριώνονται καθημερινά τα αποχωρητήρια - αποδυτήρια του προσωπικού καθώς και να τοποθετη­θούν σ αυτά σιφώνια, σίτες, να αντικατασταθεί ο φωτι­σμός (σπασμένες λάμπες κ.λπ.) και τέλος να διαμορφω­θεί ο χώρος προσωπικού, να καθαρισθεί και να βαφεί και να τοποθετηθούν τραπέζια και καθίσματα σε αριθμό ανάλογο με τον αριθμό των εργαζομένων, γεγονός που επιβεβαίωνε την πράγματι απαράδεκτη κατάσταση των ως άνω χώρων και τη βασιμότητα των σχετικών ισχυρι­σμών του ενάγοντος. Δεν επιβλήθηκαν, όμως, πρό­στιμα, αφού τέθηκε προθεσμία για την πραγματο­ποίηση των εν λόγω εργασιών που αφορούσαν την υγι­εινή και ασφάλεια των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, στην οποία της γνωστοποιήθηκε ότι θα επακολουθήσει επανέλεγχος για να διαπιστωθεί εάν πράγματι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα προστασίας, ο οποίος και πράγματι επακολούθησε στις 4.10.2012, οπότε διαπιστώθηκε η συμμόρφωση της εναγομένης. Το τελευταίο όμως γεγονός ήταν αυτό που ενόχλησε ιδιαίτερα την εναγομένη, η οποία λαμβάνοντας υπόψη και την προηγούμενη αναφερόμενη (συνδικαλιστική) δράση του ενάγοντος ως συντρέχουσα αιτία, αποφά­σισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με σκοπό να αποδεσμευθεί από τον ενάγοντα, η παρουσία και η συνδικαλιστική δράση του οποίου κατέστη πλέον ιδιαίτερα ενοχλητική, ώστε να μην υφίσταται πλέον καμία φωνή διαμαρτυρίας στους χώρους εργασίας. Από τα προαναφερόμενα λοιπόν πραγματικά περιστατικά προ­κύπτει αβίαστα ότι η παραπάνω καταγγελία έγινε λόγω ακριβώς της προαναφερόμενης σωρευτικά ασκηθείσας συνδικαλιστικής του δράσης με απώτερο στόχο τον προαναφερθέντα. Η ως άνω δράση του ενάγοντος αφορά δραστηριότητα που απέβλεπε στην εκπλήρωση συλλογικού και όχι ατομικού συμφέροντος και άσχετα από το εάν δεν ήταν συλλογική, ήταν νόμιμη και συνι­στούσε, με την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψης της παρούσας, συνδικαλιστική δράση, αφού αποσκοπούσε στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργα­σιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδίως στο τομέα της υγιεινής και ασφά­λειας στους χώρους εργασίας, είχε δε περιέλθει και σε γνώση του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι από αυτήν επηρεάστηκε (άμεσα ή έμμεσα) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας ούτε ότι οι σχέσεις των εργαζομένων και της εταιρίας ήταν τεταμένες εξαιτίας αυτής. Μεταξύ δε αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η εναγο­μένη δεν θα έφθανε στην απόλυση του ενάγοντος εργαζομένου της, τον οποίο απασχολούσε από το έτος 2003, χωρίς τη συνδικαλιστική δράση αυτού. Τούτο προκύ­πτει αναμφίβολα πέραν από τις καταθέσεις των μαρτύ­ρων απόδειξης και από το γεγονός ότι η καταγγελία έγινε σε διάστημα μόλις ενάμισι μήνα περίπου μετά την άνω τελευταία συμπεριφορά του ενάγοντος κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Τούτο ενισχύεται ακόμη και από το γεγονός ότι ουδόλως προέκυψε ότι η καταγγελία ήταν αποτέλεσμα της πλημμελούς άσκησης των εργα­σιακών καθηκόντων του ενάγοντος, όπως η εναγομένη αβάσιμα ισχυρίζεται και προσχηματικά επικαλείται ότι δηλαδή προέβη στην καταγγελία της σύμβασής του λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του τουλά­χιστον το έτος 2007. Κανένας άλλος λόγος δεν υπαγό­ρευσε την απόφαση αυτή της εναγομένης, δεδομένου ότι αποδείχθηκε πως ο ενάγων υπήρξε συνεπής και παραγωγικός στην εργασία του παρά τα αντίθετα υπο­στηριζόμενα από την εναγομένη. Ειδάλλως δεν υπήρχε λόγος η τελευταία όχι μόνο να τον απασχολεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά και να αναγνωρίζει την αξία του και να τον ανταμείβει για αυτήν, αφού αποδεί­χθηκε ότι του είχε αναθέσει την άσκηση καθηκόντων θέσεων ευθύνης και δη πριν το έτος 2011 τον είχε ορίσει υπεύθυνο για την κατανομή των πόστων στους εργαζο­μένους, ενώ τα έτη 2008 έως 2010 του είχε αναθέσει την υπεύθυνη εργασία της έκδοσης τιμολογίων δελτίων - αποστολής στο λιμάνι κατά την εκφόρτωση των πρώ­των υλών, εργασίες που ουδόλως ένας έμφρονας επιχει­ρηματίας, όπως η εναγομένη και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της, θα ανέθεταν σε ένα υπάλληλο που από το έτος 2007 επεδείκνυε απροθυμία και ραθυμία στην εργασία του, μειωμένη παραγωγικότητα, είχε συμπεριφορά προς του άλλους εργαζόμενους προσβλητική, ήταν ανυπάκουος, φορτικός, μη αγαπητός και δυσάρεστος ευρι­σκόμενος μαζί τους σε προστριβές, αναταραχές και καυγάδες για ασήμαντες αφορμές και τέλος επεδείκνυε έλλειψη σεβασμού προς τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους του. Συνακόλουθα, τα όσα αντίθετα ισχυ­ρίζεται η εναγομένη και κατέθεσαν οι με επιμέλεια της εξεταζόμενοι μάρτυρες κρίνονται αβάσιμα και παντελώς αναληθή. Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγε­λία οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους, αφού η ύπαρξη τέτοιων που να δικαιολογούν την απόλυση του ενάγοντος ουδόλως αποδείχθηκε, ούτε αντέχει στη λογική να γίνεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για μεταβολή του τρόπου παραγωγής (αυτοματοποίηση), αλλά να αποφασίζεται αυτή με βάση τα κριτήρια της συμπεριφοράς του που είναι άσχετα με την μεταβολή αυτή και να μην προβάλλεται ευθέως ως λόγος καταγγελίας η ύπαρξη οικονομοτεχνικών λόγων που να δικαιολογούν τη μεταβολή. Μάλιστα η εναγο­μένη, σε ανύποπτο χρόνο, κατά τη συνάντηση των μερών στην επιθεώρηση εργασίας την 10.10.2012, ουδόλως ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λόγω οικονομοτεχνικών λόγων, περιοριζόμενη να αναφερθεί μόνο στη πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, γεγονός που καταδεικνύει αβίαστα την αβασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού της (βλ. το προαναφερθέν υπ αριθ. .../31.8.2012 δελτίο εργατικής διαφοράς). Εφόσον, επομένως, αποδείχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε για τη νόμιμη συνδι­καλιστική δράση που προαναφέρθηκε, είναι άκυρη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, ως αντιβαίνουσα ευθέως στη διά­ταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, που σημαίνει ότι αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174,180). Κατά συνέπεια, η εναγομένη, αρνούμενη έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, κατέστη υπερήμερη και του οφείλει μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 1.10.2012 μέχρι και την 31.3.2014 κατά το αίτημα της αγωγής.