ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 54/2019

 

Πρόεδρος: Σ. Φωτάκη

Δικηγόροι: Γ. Σταματογιάννης (ΔΣΠ), Ν. Πολίτης (καθ’ ου), Π. Νικολόπουλος (Ολομέλεια Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων)

 

[...] Σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων (Ν 4194/2013) ορίζονται τα εξής, Άρθρο 1: 1. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου. 2. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών, γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή. Άρθρο 2: Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της. Άρθρο 3: 1.Ο δικηγόρος ασκεί ελεύθερο επάγγελμα στο οποίο προέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης του εντολέα του προς αυτόν. 2. Για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση είτε με πάγια αμοιβή ή με μισθό. 3. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις εισόδου στο δικηγορικό σώμα καθορίζονται επακριβώς από τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, απηχώντας θεμελιώδεις αξιολογήσεις του ιστορικού νομοθέτη αναφορικά με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του παραπάνω Ν 4194/2013 (Κώδικας περί Δικηγόρων), τη δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος: «α) ο οποίος έχει επαρκείς γνώσεις για να ασκεί το λειτούργημα του μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε πανελλήνιες εξετάσεις, β) για τον οποίο εκδίδεται απόφαση διορισμού από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) ο οποίος δίδει τον προβλεπόμενο στον παρόντα Κώδικα νόμιμο όρκο ενώπιον του Εφετείου ή του Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου ανήκει ο Δικηγορικός Σύλλογος όπου έχει εγγράφει και δ) ο οποίος έχει εγγράφει στο μητρώο ενός από τους Δικηγορικούς Συλλόγους του Κράτους». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 του αυτού Κώδικα, το έργο της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που ανατίθενται αποκλειστικά και μόνο σε δικηγόρους. Ειδικότερα, το κείμενο της παραγράφου 1, της σχετικής διάταξης έχει ως εξής: «1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή-οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο αυτό περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο του Νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 «Αστική Επαγγελματική Δικηγορική εταιρία, επιτρέπεται να συσταθεί μόνο μεταξύ εν ενεργεία δικηγόρων με αποκλειστικό σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (οπουδήποτε, εντός ή εκτός Ελλάδος) και τη διανομή αποκλειστικά μεταξύ των Εταίρων (κατά τη μέθοδο, που θα συμφωνούν κατά την αδέσμευτη κρίση τους) των συνολικών κερδών, που θα προκύπτουν από τη δραστηριότητα της εταιρίας». Εξάλλου ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος νοείται ο δικηγόρος ο οποίος, άσχετα με τον τίτλο της θέσης που κατέχει και την ονομασία που έλαβε κατά την πρόσληψη του ή μετά ταύτα ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος ή νομικός συνεργάτης, δεν ασχολείται, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις του προς τον εντολέα του, με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην παροχή νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων ή στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους (ΑΠ 226/2004 ΕλλΔνη 43, 103, ΑΠ 509/1998 ΕλλΔνη 40, 596, ΑΠ 414/1986 ΝοΒ 36, 907).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 90: Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία, β) Η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητης δικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνομα του ελληνικού λαού, γ) Η φροντίδα και μέριμνα για τη συνδρομή των προ- υποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, δ) Η μέριμνα για το σεβασμό και την τιμή που οφείλει να απολαμβάνει ο δικηγόρος από τη δικαστική και κάθε άλλη αρχή και εξουσία κατά την άσκηση του λειτουργήματος του. ε) Η διατύπωση γνωμών και προτάσεων που αφορούν στη βελτίωση της νομοθεσίας, την ερμηνεία και την εφαρμογή της. Στο πλαίσιο αυτό οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αναγνωρίζονται ως σύμβουλοι της πολιτείας και συμμετέχουν υποχρεωτικά στις σχετικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, στ) Η διατύπωση κρίσεων και προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας και της απονομής της δικαιοσύνης, ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιοσδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου, η) Η συνεργασία με άλλους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς σε θέματα κοινού ή ευρύτερου ενδιαφέροντος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου: «Όποιος, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, εμφανίζεται με αυτήν και διενεργεί πράξεις που ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικηγορικού λειτουργήματος ή υπόσχεται τη διενέργεια τέτοιων πράξεων, ακόμα και εάν διορίζει για αυτό δικηγόρο της εκλογής του, τιμωρείται κατά το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει, εκτός εάν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος δικαιούται να παρίσταται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγων για την υποστήριξη της κατηγορίας. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2: «Σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο αντιποιείται την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος με τον οποιονδήποτε τρόπο, ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος μπορεί να ζητήσει, με αίτηση που υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τη σφράγιση του γραφείου ή του καταστήματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο, καθώς και την απαγόρευση της διαφήμισης ή της χρήσης (έντυπης, ηλεκτρονικής) κάθε διακριτικού γνωρίσματος που προσιδιάζει στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος».

Αντιποίησιν ασκήσεως της Δικηγορίας τιμωρουμένην κατά τους όρους του άρθρου 175 παρ. 2 του Ποινικού Κωδικός αποτελεί επίσης και η επίκλησις ή η οιαδήποτε χρήσις του τίτλου ή της ιδιότητος του Δικηγόρου υπό προσώπων, μη κεκτημένων τούτον, κατά τα εν εδ. 1 οριζόμενα, (βλ. ΑΠ 474/2003 ΠοινΛογ 2003, 522). Η νομοθετική αυτή παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπηρετεί την ανάγκη ταχείας εκδικάσεως της εν λόγω υποθέσεως, και ως εκ τούτου στη σχετική δίκη, καίτοι μη αφορώσα σε προσωρινή δικαστική προστασία με τη μορφή ασφαλιστικού μέτρου αλλά στην οριστική διάγνωση της υποθέσεως, εφαρμόζεται και το άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών. Η καθιέρωση της πιθανολογήσεως επάγεται τη διεξαγωγή ελεύθερης αποδείξεως, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους, αλλά έχει την ευχέρεια να στηρίξει την κρίση του σε οποιαδήποτε «κατάλληλα» μέσα, τα οποία είναι σε θέση να πιθανολογήσουν την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (άρθρο 347 ΚΠολΔ). Αντίθετη εκδοχή θα προκαλούσε σημαντική δυσχέρεια στη σκοπηθείσα συναφώς γρήγορη δικαστική διάγνωση, και άρα θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη συρρίκνωση του ρυθμιστικού εύρους της επίμαχης νομοθετικής παραπομπής (ΑΠ 1149/2008 Nomos).

Από το συνδυασμό των προεκτιθεμένων διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Η εκπροσώπηση των πολιτών ενώπιον των δικαστικών και διοικητικών αρχών είναι αποκλειστικό έργο των δικηγόρων, όπως επίσης και η παροχή νομικών συμβουλών, δεδομένου ότι λόγω της επιστημονικής και επαγγελματικής τους κατάρτισης είναι οι μόνοι ικανοί και κατάλληλοι προς πληρέστερη κατανόηση και ευστοχότερη ευστοχότερη διεξαγωγή των υποθέσεων αυτών. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ρυθμίζονται αυστηρά στο Νόμο οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας καθώς και οι όροι άσκησης του επαγγέλματος (ασυμβίβαστα, κωλύματα, αναστολή και παύση δικηγορικής ιδιότητας), παράλληλα δε προβλέπεται ως ποινικό αδίκημα η αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας, ήτοι η παροχή υπηρεσιών από τρίτα πρόσωπα - μη δικηγόρους, οι οποίες ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των τελευταίων ή η εμφάνιση ή διαφήμιση τρίτων προσώπων, ως δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, χωρίς να έχουν αποκτήσει τις ιδιότητές αυτές, είτε τέλος, η υπόσχεση από τρίτο πρόσωπο διενέργειας τέτοιων πράξεων, ακόμα με το διορισμό τούτου δικηγόρου της εκλογής του. Βέβαια, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται με ειδικές διατάξεις η αυτοπρόσωπη παράσταση των πολιτών ενώπιων των διοικητικών αρχών και σε πιο περιορισμένο βαθμό ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς αυτό να αποτελεί αντιποίηση της άσκησης της δικηγορίας. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της αρχής αυτοδιάθεσης και ελευθερίας σύναψης των συμβάσεων, είναι καταρχήν δυνατός και θεμιτός ο διορισμός πληρεξουσίου - μη δικηγόρου, ως αντιπροσώπου για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης υπόθεσης ενώπιον διοικητικών αρχών ή υπηρεσιών, ακόμα και επ’ αμοιβής, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 36 του Κώδικα περί δικηγόρων. Έτσι είναι επιτρεπτή για παράδειγμα, η ανάθεση σε πληρεξούσιο δικηγόρο της έκδοσης πιστοποιητικών ή αδειών από δημόσιες ή δημοτικές αρχές, η σύνταξη αιτήσεων και υπεύθυνων δηλώσεων ακόμα και ενόρκων βεβαιώσεων (ειδικά για τις ένορκες βεβαιώσεις έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν αποτελεί αποκλειστικά νομικό έργο, Ειρ.Αλεξ 69/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ και Μπουρόπουλος, Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα, τεύχος Α’, σελ. 118). Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν είναι επιτρεπτό, σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων και τη διάταξη 175 Π.Κ., να διορίζεται ως πληρεξούσιος πρόσωπο μη δικηγόρος, επιφορτιζόμενος με τη διεκπεραίωση υπόθεσης τρίτου, επ’ αμοιβής, η εκτέλεση της οποίας προϋποθέτει εξειδικευμένες επιστημονικές - νομικές γνώσεις, που μόνο οι δικηγόροι διαθέτουν, με την έννοια της επίλυσης νομικών ζητημάτων, πολλώ δε μάλλον, όταν αυτός ο πληρεξούσιος διατηρεί οργανωμένο γραφείο όπου εμφανίζεται ως νομικός σύμβουλος, παρέχει νομικές συμβουλές, υπηρεσίες και νομική υποστήριξη, διαφημίζοντας παράλληλα τη δραστηριότητά του αυτή, σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Η δραστηριότητα αυτή (παροχή νομικών συμβουλών, υπηρεσιών και νομική υποστήριξη), όπως εξάλλου και η εκπροσώπηση ενώπιον διοικητικών αρχών είναι σαφές ότι ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικηγόρων, που μπορούν να απασχολούνται επ’ αμοιβή, από άλλους δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρίες και σε κανένα τρίτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αιτούν ΝΠΔΔ, με την κρινόμενη αίτηση του, εκθέτει, επικαλούμενο επείγουσα περίπτωση, ότι το καθ’ ου πολιτικό κόμμα, με έδρα την Αθήνα και πολιτικό γραφείο στον Πειραιά, επί της ... και με δραστηριότητα, σύμφωνα με το καταστατικό του, συνυφασμένη αποκλειστικά με πολιτικούς σκοπούς και στόχευση, στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2018, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και το δικαίωμα προς τούτο, έθεσε σε κοινή χρήση διαφημιστικό έντυπο υλικό, απευθυντέο σε αόριστο αριθμό προσώπων που κατά το ενδιαφέρον μέρος του είχε το εξής περιεχόμενο « ... ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ - ΜΕΛΗ ΜΑΣ. ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ ΣΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΤΕ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΔΩΡΕΑΝ - ....., ..., ... (ΣΤΑΣΗ ....) ...». Ότι περαιτέρω, παράλληλα με τη διανομή εντύπων το καθ’ ου διαφημίζει τις παραπάνω υπηρεσίες του και μέσω τηλεοπτικής εκπομπής και διαδικτυακών καταχωρήσεων. Ότι παρότι οχλήθηκε από το αιτούν την 31.1.2019, με την επίδοση προς αυτό διά δικαστικού επιμελητή της από 18.1.2019 εξώδικης δήλωσης - όχλησης - διαμαρτυρίας του, να απόσχει από τις παραπάνω ενέργειες, αυτό μέσω του Προέδρου του, αρνήθηκε να συμμορφωθεί, καθώς, όπως δήλωσε τηρείται ο Νόμος και δεν θίγεται το δικηγορικό λειτούργημα. Με το παραπάνω δε, εξώδικο του, το καθ’ ου απερίφραστα δήλωσε ότι ανέλαβε την πρωτοβουλία αυτή και έχει αναθέσει σε δικηγόρους, υπό τη μορφή έμμισθης εντολής, την παραπάνω δραστηριότητα, με σκοπό να βοηθήσει τους Έλληνες που έχουν την αδυναμία καταβολής δικηγορικής αμοιβής για την παροχή νομικών συμβουλών. Ότι περαιτέρω, το Φεβρουάριο του έτους 2019, το καθ’ ου προέβη σε εκ νέου διανομή του παραπάνω εντύπου σε δρόμους και πολυκατοικίες στο κέντρο του Πειραιά. Ότι, όμως, την ως άνω δραστηριότητα παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, ασκεί το καθ’ ου, αθέμιτα και χωρίς τις προϋποθέσεις του Νόμου, αφού αυτή (δραστηριότητα) μπορεί να ανατεθεί μόνο σε δικηγόρους ατομικά ή σε νόμιμα συστημένες δικηγορικές εταιρίες, η δε με οποιοσδήποτε μορφής συνεργασία του καθ’ ου με δικηγόρους προκειμένου να παρέχονται σε πολίτες δωρεάν νομικές συμβουλές, απαγορεύεται εξίσου, διότι να μεν τρίτοι δύνανται να απασχολούν δικηγόρους, πλην, όμως αυτοί (δικηγόροι) θα πρέπει να υποστηρίζουν νομικά αποκλειστικά τους ίδιους και όχι το αντικείμενο της απασχόλησής τους να είναι η νομική υποστήριξη τρίτων προσώπων, ενώ η δωρεάν παροχή νομικών υπηρεσιών, συνιστά χωριστή παραβίαση του νόμου, καθώς, δεν επιτρέπεται, πλην των προβλεπομένων υπό του νόμου, εξαιρέσεων, η παροχή υπηρεσιών χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα (αρ. 82 παρ. 1, 2, και 3 του Κώδικα περί δικηγόρων). Κατόπιν τούτων, επικαλούμενο το αιτούν ότι το καθ’ ου με τις ανωτέρω παράνομες και αθέμιτες ενέργειες αντιποιείται τη δικηγορική δραστηριότητα και παραπλανά το κοινό, ενώ έχει, πράγματι, συστήσει στην ανωτέρω διεύθυνση του πολιτικού του γραφείου στον Πειραιά, δικηγορικό γραφείο παροχής νομικών συμβουλών, ζητεί να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα ώστε, να διαταχθεί να παύσει το καθ’ ου τις αναφορές σε παροχή δήθεν νομικής βοήθειας δωρεάν ή επ’ αμοιβή, από το ίδιο ή μέσω δικηγόρων της εκλογής του, να αφαιρεθούν οι σχετικές αναρτήσεις και να αποσυρθούν όμοια έντυπα, να διαταχθεί η παύση της διαφήμισης παροχής νομικών συμβουλών ή υποστήριξης καθώς και τυχόν μεμονωμένων δικηγορικών εργασιών, μέσω του διαδικτύου, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών μηνυμάτων, να διαταχθεί δημοσίευση περίληψης της απόφασης που θα εκδοθεί στον ημερήσιο τύπο δαπάναις του καθ’ ου και να καταδικασθεί αυτό στη δικαστική του δαπάνη.

Με το περιεχόμενο αυτό, η εν λόγω αίτηση, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο να τη δικάσει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. 731, 732 ΚΠολΔ, 9 του Ν 4194/2013 και 25 παρ. 2 περ. β’, ως διαφορά που απορρέει από την εκμετάλλευση του πολιτικού γραφείου του καθ’ ου στον Πειραιά, το οποίο διασταλτικά κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, υπάγεται στην έννοια του υποκαταστήματος που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη (για την πλήρωση της έννοιας υποκαταστήματος βλ. βλ. ΕφΑθ 5779/1982 ΕλλΔνη 1982, 606, Νίκα, ό.π., αριθμ. 5, σελ. 68), και στο οποίο το καθ’ ου, ανεξαρτήτως του ότι δεν φέρεται το ίδιος ως μισθωτής του, το χρησιμοποιεί ως σημείο συνάντησης των «φίλων του», ενώ έχει εν τοις πράγμασι εγκαταστήσει και λειτουργεί σε αυτό, διαφημίζοντας το παράλληλα, γραφείο παροχής νομικών συμβουλών (πρβλ. ΕφΘεσ 175/2012 Nomos, ΕφΑθ 2306/2003 αδημ. προσκομιζόμενη, ΕφΘεσ 1951/1988 Αρμ 1988, 1217, ΕφΑθ 614/1976 ΕΕμπΔ 1976, 593, Νίκα, στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, 2000, άρθρο 25, αριθ. 4, σελ. 67), απορριπτόμενης στο σημείο αυτό της ένστασης της κατά τόπον αναρμοδιότητας που προβάλλει το καθ’ ου, η οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι αρμόδια για την εκδίκαση της προκειμένης αίτησης είναι τα δικαστήρια των Αθηνών, αφού εκεί βρίσκεται η έδρα του και ότι ουδεμία πραγματική και νομική σχέση συνδέει αυτό με το γραφείο του Πειραιά, προεχόντως, ως απαράδεκτης, καθώς δεν προτάθηκε, όπως θα έπρεπε, στο ακροατήριο πριν την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, παρά αργότερα, με το έγγραφο σημείωμα του καθ’ ου, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και εντός της δοθείσας προθεσμίας των 3 ημερών (βλ. α.α. ΕφΑθ 6125/1993 Nomos), ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι και ως παραδεκτώς προβαλλόμενη, η ένσταση αυτή θα ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς, κατά τα ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι το εν λόγω γραφείο επέχει θέση «υποκαταστήματος» του καθ’ ου στον Πειραιά, στο οποίο λειτουργεί γραφείο παροχής νομικών συμβουλών, και ως εκ τούτου η κατά τόπον αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου, μπορεί να θεμελιωθεί στην παραπάνω δεύτερη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ στο οποίο (δικαστήριο) επίσης δωσιδικεί το καθ’ου, ακόμα και αν η έδρα του ευρίσκεται σε άλλο τόπο. Παραδεκτώς δε, αυτή ασκείται κατά του καθ’ ου πολιτικού κόμματος, το οποίο νομιμοποιείται παθητικά προς τούτο (ΣτΕ Ολ 4037/1979, Nomos ΜΠρΑθ 12625/1982 ΑρχΝομολ 1982, 591). Περαιτέρω, η αίτηση είναι και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 9, 40, 90 παρ. γ, Ν 4194/2013, άρθρο 175 ΠΚ και 176 ΚΠολΔ και πρέπει, επομένως, να εξετασθεί και περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Στη προκειμένη περίπτωση, η ένωση προσώπων με την επωνυμία, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, με προφορική δήλωσή του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, αλλά και με το έγγραφο σημείωμά της που κατατέθηκε νόμιμα, άσκησε πρόσθετη υπέρ των αιτούντων και κατά του καθ’ ου παρέμβαση, με την οποία ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση, επικαλούμενη ότι ως ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο των δικηγόρων της χώρας, με έργο της, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στο άρθρο 134 του Ν 4194/2013, μεταξύ άλλων, τη μελέτη των προβλημάτων που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, τη μέριμνα για ζητήματα που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και την εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος ενώπιον των αρχών, έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της προκειμένης πρόσθετης παρέμβασης, εν όψει του γεγονότος ότι η εκ μέρους του καθ’ ου αντιποίηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ασκείται εκτός του Πειραιά και στην έδρα του στην Αθήνα, προφανώς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, καθώς πρόκειται για πολιτικό κόμμα πανελλήνιας εμβέλειας, που ήδη εξέλεξε εκπρόσωπο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και λαμβάνει μέρος και στις βουλευτικές εκλογές, μόνη δε η διαφήμιση από το καθ’ ου ότι ως πολιτικό κόμμα παρέχει νομικές συμβουλές συνιστά αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Η παραπάνω πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε νομότυπα και προσκομίσθηκε η από 19.6.2019 πράξη παροχής πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 68, 80, 81 και 686 παρ. 6 ΚΠολΔ) κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και πρέπει να συνεκδικασθεί κατά τα άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ με την άνω αίτηση. Το έννομο συμφέρον της προσθέτως παρεμβαίνουσας, αφενός μεν θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 2, εφόσον έργο της είναι η μελέτη των προβλημάτων που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, η μέριμνα για ζητήματα που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ενώ παρέχεται σε αυτή και η δυνατότητα να εκπροσωπεί το δικηγορικό σώμα ενώπιον των αρχών, στη δε προκειμένη δε περίπτωση θίγονται τα συμφέροντα του δικηγορικού σώματος ως επαγγελματικής τάξης. Είναι δε αυτή και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Από την ένορκη εξέταση του μάρτυρος του αιτούντος στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται κατά το λόγο της γνώσης και το μέτρο της αξιοπιστίας αυτής, τα όσα εκθέτουν στα έγγραφα σημειώματα τους οι διάδικοι και όσα ρητώς συνομολογούν από αυτούς, ως ειδικότερα αναφέρεται κατωτέρω, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται, καθώς και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, πιθανολογούνται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το αιτούν είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», σωματειακής μορφής με μέλη του, τους εγγεγραμμένους δικηγόρους και δικηγορικές εταιρίες του Πρωτοδικείου Πειραιά, οι οποίοι παρέχουν έναντι αμοιβής, νομικές, κατ’ άρθρο 36 του Κώδικα περί δικηγόρων. Από την άλλη, το καθ’ ου είναι πολιτικό κόμμα, νόμιμα συνεστημένο σύμφωνα με το αρ. 29 Ν 3023/2002. Στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2018, το καθ’ ου έθεσε σε κοινή χρήση, στον Πειραιά, διαφημιστικό έντυπο υλικό, απευθυντέο σε αόριστο αριθμό προσώπων, που κατά το ενδιαφέρον μέρος του, είχε το εξής περιεχόμενο «... ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ - ΜΕΛΗ ΜΑΣ. ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ ΣΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΤΕ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΔΩΡΕΑΝ - ...., ... (ΣΤΑΣΗ ....) ...». Αμέσως μόλις το αιτούν έλαβε γνώση περί των ανωτέρω πεπραγμένων εκ μέρους του καθ’ ου, την 31.1.2019 του κοινοποίησε, διά δικαστικού επιμελητή, την από 18.1.2019 εξώδικη δήλωση - όχληση - διαμαρτυρία του, δυνάμει της οποίας τον καλούσε να απόσχει από τις παραπάνω ενέργειες υπόσχεσης για παροχή δωρεάν νομικών συμβουλών. Εις απάντηση του παραπάνω εξωδίκου του αιτούντος, επεδόθη σε αυτό η από 31.01.2019 εξώδικη απάντηση - δήλωση του καθ’ ου, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο αυτού, δυνάμει της οποίας το καθ’ ου αρνούμενο τα όσα καταμαρτυρούνταν εις βάρος του από το αιτούν, δήλωσε ότι οι ενέργειες παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών στις οποίες αυτό προβαίνει είναι σύννομες και δεν θίγουν το δικηγορικό λειτούργημα, εφόσον, το ίδιο είχε αναλάβει την πρωτοβουλία και έχει αναθέσει σε δικηγόρους, υπό τη μορφή έμμισθης εντολής, την παραπάνω δραστηριότητα, με σκοπό να βοηθήσει τους Έλληνες που έχουν την αδυναμία καταβολής δικηγορικής αμοιβής για την παροχή νομικών συμβουλών. Εξάλλου, πιθανολογείται ότι παράλληλα με τη διανομή του παραπάνω εντύπου, το καθ’ ου προέβη σε διαφήμιση των παραπάνω παρεχομένων υπηρεσιών του και μέσω τηλεοπτικής εκπομπής και διαδικτυακών καταχωρήσεων. Ενδεικτικά, η προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον αιτούν σε έγχαρτη μορφή και προερχόμενη από την ηλεκτρονική σελίδα «....GR», με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου του 2016 ηλεκτρονική καταχώρηση φέρει το εξής περιεχόμενο «Ο Κ. Β. και η .... πιστοί στην υπόσχεση τους για αρωγή σε ΟΛΟΥΣ τους ΕΛΛΗΝΕΣ που χρειάζονται βοήθεια προσφέρει ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ, για ένα έτος. Τα εγγεγραμμένα μέλη της ..., με την κάρτα μέλους του κόμματος θα μπορούν να έχουν δωρεάν νομικές συμβουλές από συμβεβλημένους συνεργάτες». Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι το Φεβρουάριο του έτους 2019, το καθ’ ου προέβη σε εκ νέου διανομή του παραπάνω εντύπου σε δρόμους και πολυκατοικίες στο κέντρο του Πειραιά. Για το περιστατικό αυτό το αιτούν έλαβε γνώση, διά αναφοράς - καταγγελίας που υπεβλήθη σε αυτό από δικηγόρο - μέλος του. Παράλληλα το καθ’ ου, εν όψει της πυρκαγιάς που έλαβε χώρα στην Αττική, το μήνα Ιούλιο του 2018, προέβη διαφήμιση συγκεκριμένων αυτή τη φορά, παρεχομένων υπ’ αυτού νομικών υπηρεσιών, διά ηλεκτρονικού εντύπου το οποίο επιγράφετο ως «Η .... ΔΙΠΛΑ στους ΠΥΡΟΠΛΗΚΤΟΥΣ! Δεν είστε μόνοι! Είμαστε δίπλα σας». Το έντυπο αυτό που έφερε τη φωτογραφία του Προέδρου του Κόμματος είχε το εξής περιεχόμενο: «Η .... σε μία κίνηση ελάχιστης συμπαράστασης στους πυρόπληκτους συνανθρώπους μας προχωρά στις ακόλουθες κινήσεις: Α) Προσφέρει δωρεάν νομικές συμβουλές από Εθελοντές δικηγόρους στους πυρόπληκτους, Β) Παρέχει βοήθεια για την καταβολή του επιδόματος των πυροπλήκτων για τους κατοίκους της Αττικής, Γ) προχωρά σε μήνυση κατά παντός υπευθύνου για την τραγωδία στην Αττική. Οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν».

Ομολογία είναι η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί (βλ. άρθρο 352 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 581/1992 ΕλλΔνη 1993, 1481-1482, ΑΠ 592/1991 ΕλλΔνη 1991, 1256). Αντικείμενο της ομολογίας μπορεί να είναι μόνον όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη αποδείξεως (ΕφΘεσ 2507/1995 ΕλλΔνη 1997, 887, ΕφΠειρ 830/1993 ΕλλΔνη 1994, 1687). Δικαστική είναι μόνο η ομολογία που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως (ΑΠ 18/1994 ΕλλΔνη 1995, 370), ακόμη και σιωπηρώς (ΑΠ 1301/1998, αδημ.) στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση (ΑΠ 581/1992, ό.π.). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου μπορεί λόγω της γενικής πληρεξουσιότητας (άρθρα 97, 98 του ΚΠολΔ), και εφόσον αυτή δεν περιορίζεται με ρητή δήλωση κατά τη χορήγηση της [πρβλ. Ράμμο, Εγχειρίδιον II, παρ. 268, σελ. 795, βλ. σχετ. ΜΠρΑθ (Τμήμ. Μισθώσεων) 345/2006, αδημ.], να προβαίνει σε ομολογίες δεσμευτικές για τον διάδικο (ΕφΑθ 12021/1995 ΕλλΔνη 1997, 1665, ΕφΘεσ 1059/1987 Αρμ 1988, 568-570). Η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε (ΑΠ 1154/1993 ΕΕΝ 1994, 695), ανεξάρτητα από την τηρητέα διαδικασία (ΑΠ 1383/1992 ΕλλΔνη 1994, 1349). Κατά συνέπεια για όσα γεγονότα ομολογούνται δεν διατάσσεται απόδειξη ούτε χωρεί ανταπόδειξη (βλ. σχετ. ΑΠ 720/1997 ΝοΒ 1998, 635, ΑΠ 799/1983 ΕΕΝ 1984, 275 και ΕφΠειρ 40/1994 ΕλλΔνη 1994, 1716). Η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 566/1989 ΕλλΔνη 1991, 96-97).

Το καθ’ ου η αίτηση αρνούμενο την αίτηση με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, αλλά και με το έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ζητά την απόρριψη της. Ισχυρίζεται δε, ότι ως πολιτικό κόμμα και στα πλαίσια εφαρμογής των αρχών, των βασικών αξιών και των ιδεών του, επιθυμώντας να επιτελέσει ουσιαστικό κοινωνικό έργο, συνήψε με την δικηγόρο Πειραιά, Σ. Β., το από 08.02.2019 ιδιωτικό συμφωνητικό, έμμισθης εντολής δυνάμει του οποίου της παρέσχε την σχετική εντολή και αυτή προσέφερε νομικές συμβουλές σε μέλη του κόμματος. Ότι, όμως, τα παραπάνω, ούτε παραπλάνηση του κοινού συνιστούν, ούτε αντιποίηση του δικηγορικού λειτουργήματος, εφόσον οι νομικές συμβουλές παρέχονται από δικηγόρο και δεν προσφέρονται με σκοπό το κέρδος, αλλά στα πλαίσια της κοινωνικής δράσης του κόμματος. Ότι εξάλλου οι παρεχόμενες υπηρεσίες αφορούν αποκλειστικά σε παροχή νομικών συμβουλών, χωρίς υπόσχεση ή δέσμευση εκ μέρους του κόμματος για οποιαδήποτε περαιτέρω δικαστική ενέργεια. Με βάση τα παραπάνω, ρητώς συνομολογείται από το καθ’ ου στο σημείωμά του (αρ. 352 ΚΠολΔ), ότι συμφωνήθηκε ότι η παραπάνω δικηγόρος θα παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες όχι στο καθ’ ου πολιτικό κόμμα, αλλά σε μέλη αυτού και άλλους πολίτες για λογαριασμό του.

Το έργο, όμως της παροχής νομικών συμβουλών και της νομικής επιμέλειας διοικητικών εν γένει υποθέσεων, όπως και στη νομική σκέψη αναφέρεται συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που ανατίθεται αποκλειστικά σε δικηγόρους (ΑΠ 328/2001 ΕλλΔνη 42, 1294), ενώ, ως παραπάνω αναφέρεται, η δραστηριότητα του καθ’ ου δεν περιορίζεται μόνο σε συμβουλευτικό επίπεδο, όπως αυτό ισχυρίζεται αλλά επεκτείνεται και σε προώθηση υποθέσεων πυρόπληκτων πολιτών ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών, δραστηριότητα που αποτελεί κατ’ εξοχήν δικηγορική ύλη, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν. Εξάλλου, με τον τρόπο αυτό, διαμορφώνεται στους πολίτες η πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κόμμα μπορεί να τους συμβουλεύσει στην επίλυση των όποιων νομικών προβλημάτων τους, και ειδικά όσον αφορά στους πυρόπληκτους της πυρκαγιάς του Ιουλίου 2018, αναλαμβάνοντας να διεκπεραιώσει για λογαριασμό τους, ενώπιον αρχών, διάφορες νομικές ενέργειες. Τούτο διότι ο μέσος πολίτης δεν γνωρίζει ότι νομικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από ιδιώτη δικηγόρο ή από δικηγορική εταιρία. Ούτε εξάλλου, η συνεργασία του καθ’ ου με την ανωτέρω δικηγόρο, παρέχει σε αυτό, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το δικαίωμα να αναλαμβάνει και να παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες σε πολίτες, διότι η δυνατότητα αυτή, παρέχεται εκ του νόμου είτε ατομικά σε δικηγόρους είτε σε νομίμως συστημένες δικηγορικές εταιρίες. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για πολιτικό κόμμα, που ναι μεν δεν απαγορεύεται να απασχολεί δικηγόρο με καθεστώς έμμισθης εντολής, πάγιας αντιμισθίας, πλην όμως αυτός θα πρέπει να υποστηρίζει νομικά το ίδιο το κόμμα και όχι να παρέχει νομική υποστήριξη τρίτων, διότι με τον τρόπο αυτό ασκείται δικηγορική δραστηριότητα απαγορευμένη, καθώς η δραστηριότητα αυτή ανατίθεται εκ του νόμου μόνον σε δικηγόρους ατομικώς ή σε νόμιμα συστημένες δικηγορικές εταιρίες. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι το καθ’ ου δεν δύναται να μετέρχεται εν γένει δικηγορικής ύλης καθώς δεν είναι δικηγορική εταιρία, αλλά πολιτικό κόμμα. Εξάλλου, οι παραπάνω διαφημιστικές ενέργειες (διαφημιστικά μηνύματα μέσω τηλεόρασης ή ηλεκτρονικά ή διά διανομής εντύπων) για την παροχή νομικών υπηρεσιών συνιστούν αθέμιτη διαφήμιση υπηρεσιών που προσιδιάζουν μόνο στο δικηγορικό λειτούργημα, ενώ παράλληλα δημιουργούν παραπλάνηση στο κοινό καλλιεργώντας την προσδοκία μιας αποτελεσματικής αντιμετώπισης νομικών προβλημάτων, ταυτίζονται δε με το πρόσωπο του καθ’ ου, που είναι πολιτικό κόμμα, καθώς χρησιμοποιούνται σε συστηματική βάση τόσο για την προβολή του, ως κόμμα και για να αποκτήσει αυτό δημοφιλία, όσο και για την προσέλκυση πολιτών - ενδεχομένως μελλοντικών ψηφοφόρων του, στο πολιτικό του γραφείο του στον Πειραιά και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των πολιτών - εντολέων με αυτό και εντέλει της ίδιας της πρόσβασης των τελευταίων στο γραφείο του.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το καθ’ ου αντιποιείται την ιδιότητα του δικηγόρου, διαφημίζοντας πανελληνίως και με διάφορα μέσα ότι παρέχει νομική υποστήριξη, ενώ συγκεντρώνει και δέχεται διάφορους πολίτες για παροχή τέτοιων υπηρεσιών στο γραφείο του στον Πειραιά, κατά τρόπο όμως ο οποίος παραπλανά το κοινό που επιζητά αποτελεσματική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και παροχή υπηρεσιών ικανών να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του. Η δε συνεργασία δικηγόρου με το κόμμα αυτό, δεν αποτελεί αποδεκτή μορφή παροχής νομικών υπηρεσιών, όπως αυτή προβλέπεται στον Κώδικα περί Δικηγόρων (Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρία) και συνιστά στην πραγματικότητα άμεση συνδρομή του προς την καθ’ ης για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας, καθώς η μόνη αποδεκτή μορφή παροχής νομικών υπηρεσιών από νομικό πρόσωπο είναι αυτή της Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρίας, που συστήνεται και ισχύει σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 49 του Ν 4194/2013. Τούτων δε πάντων, πέραν του ότι η προαναφερθείσα εκ μέρους του διαφήμιση νομικών υπηρεσιών στο διαδίκτυο τον Οκτώβριο του 2016, και η υπόσχεση για παροχή νομικών υπηρεσιών για τους πυρόπληκτους της Αττικής, έλαβαν χώρα πολύ πριν τη σύναψη εκ μέρους του, του από 08.02.2019 ιδιωτικού συμφωνητικού με τη δικηγόρο από Πειραιά, Σ. Β., ενώ το ίδιο δεν επικαλείται τη σύναψη προγενέστερης της συνεργασίας αυτής συμφωνία με άλλο δικηγόρο. Έτσι, με τις ενέργειες του αυτές, το καθ’ ου καταλήγει να υποβιβάζει την παροχή νομικών υπηρεσιών σε εκδούλευση- εξυπηρέτηση παρεχόμενη από πολιτικό κόμμα, η οποία είναι πλήρως ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα. Άλλωστε, η επιμέλεια των υποθέσεων των πολιτών όχι μόνον ενώπιον δικαστηρίων αλλά και ενώπιον των διοικητικών αρχών, αποτελεί έργο που ανήκει αποκλειστικά στους δικηγόρους, δεδομένου ότι αυτοί λόγω ειδικής επιστημονικής και επαγγελματικής τους κατάρτισης, είναι ικανοί και κατάλληλοι προς πληρέστερη κατανόηση και ευστοχότερη διεξαγωγή υποθέσεων ενώπιον των προαναφερθεισών αρχών. Πράγματι, δε, οι ενέργειες του καθ’ ου δημιουργούν ζήτημα παραπλάνησης του κοινού και εντέλει ορθής και αποτελεσματικής λειτουργίας του ίδιου του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης καθώς μέρος της ύλης που μετέρχεται το τελευταίο, προϋποθέτει την εκπροσώπηση του πολίτη ενώπιον δικαστηρίων και διοικητικών αρχών μέσω δικηγόρου, η παρουσία και παρέμβαση του οποίου γίνεται αντιληπτή διαχρονικά από τον ιστορικό νομοθέτη ως εχέγγυο αποτελεσματικής και σύμφωνης με το νόμο διεκπεραίωσης των εν λόγω υποθέσεων, ενώ μέρος αυτής, ήτοι η παροχή νομικών συμβουλών, συνιστά και πάλι έργο που αποκλειστικά ανατίθεται σε δικηγόρο και όχι σε πολιτικό κόμμα.

Τέλος, ενόψει του ότι, οι παραπάνω διαφημιστικές ενέργειες (διαφημιστικά μηνύματα μέσω τηλεόρασης ή ηλεκτρονικά ή διά διανομής εντύπων), συνιστούν αθέμιτη διαφήμιση υπηρεσιών ενώ παράλληλα δημιουργούν παραπλάνηση και τελούν σε αναπόσπαστη συνοχή και εξάρτηση με τη λειτουργία των γραφείων του καθ’ ου, διευκολύνοντας την επικοινωνία του με μεγάλο αριθμό προσώπων προς το σκοπό της παροχής προς αυτούς μεταξύ άλλων και νομικών υπηρεσιών, το δε καθ’ ου είναι πολιτικό κόμμα πανελλήνιας εμβέλειας, ενώ ο Πρόεδρος αυτού, ως πολιτικό πρόσωπο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (αρ. 336 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι αυτονόητο ότι εμφανίζεται σε πλείστες συγκεντρώσεις και συνομιλεί, εκ μέρους του κόμματος, με απεριόριστο αριθμό προσώπων και ως εκ τούτου και για τις παρεχόμενες από αυτό νομικές υπηρεσίες, κρίνεται ότι πρέπει να επιβληθούν τα παρακάτω απόλυτα πρόσφορα και συγκεκριμένα μέτρα και δη: να διαταχθεί η παύση εκ μέρους του καθ’ ου οποιοσδήποτε αναφοράς οπουδήποτε για παροχή νομικής βοήθειας, να αφαιρεθούν οι σχετικές αναρτήσεις και να αποσυρθούν όμοια με τα διανεμηθέντα έντυπα, να διαταχθεί η παύση της διαφήμισης παροχής νομικών συμβουλών ή υποστήριξης καθώς και τυχόν μεμονομένων δικηγορικών εργασιών, μέσω του διαδικτύου, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών μηνυμάτων και να διαταχθεί δημοσίευση περίληψης της απόφασης που θα εκδοθεί στον ημερήσιο τύπο δαπάναις του καθ’ ου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, διατασσόμενων των παραπάνω μέτρων και να καταδικασθεί το καθ’ ου, λόγω της ήττας του και κατόπιν αιτήματος του αιτούντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, στη δικαστική δαπάνη αυτών (αρ. 106, 191 παρ. 2 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει παρόντων των διαδίκων.

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται την αίτηση.

Υποχρεώνει τον καθ’ ου η αίτηση: α) να παύσει την οποιαδήποτε αναφορά για την παροχή εκ μέρους του νομικών υπηρεσιών, β) να αφαιρέσει τις σχετικές αναρτήσεις στο διαδίκτυο και να αποσύρει όμοια με τα διανεμηθέντα έντυπα για την παροχή εκ μέρους του νομικών υπηρεσιών, γ) να παύσει τη διαφήμιση παροχής νομικών συμβουλών ή υποστήριξης καθώς και τυχόν μεμονομένων δικηγορικών εργασιών, μέσω του διαδικτύου, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών μηνυμάτων και δ) να δημοσιεύσει περίληψη της απόφασης που θα εκδοθεί στον ημερήσιο τύπο δαπάναις του.

Καταδικάζει το καθ’ ου στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.