ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 30ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 5390/2018

 

Πρόεδρος: Η. Σαπουνάς, Πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ

Εισηγήτρια: Κ. Μαραγκού, Πρωτοδίκης ΔΔ

Δικηγόροι: Μ. Συριανού, Α. Πετρόγλου

 

1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, που αποτελεί σώρευση, κατ’ άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, Ν 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), προσφυγής, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα ... και ... σειράς Α΄ ειδικά έντυπα παραβόλου) και αγωγής, ζητείται: α) με τη μεν προσφυγή, να τροποποιηθεί το ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Απριλίου-Ιουνίου 2012, κατά το μέρος που μειώθηκε με αυτό, αφενός μεν, η μηνιαία κύρια σύνταξη του προσφεύγοντος-ενάγοντος, κατά ποσοστό 12% επί του ποσού αυτής που υπερβαίνει τα 1.300 ευρώ, αφετέρου δε, η μηνιαία επικουρική σύνταξη του ίδιου, κατά ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού αυτής, κατ’ εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Ν 4051/2012 και β) με τη δε αγωγή, να υποχρεωθούν τα καθών-εναγόμενα ΝΠΔΔ να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στον προσφεύγοντα-ενάγοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, το ποσό των 1.555,25 ευρώ, νομιμοτόκως, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προσφυγής-αγωγής και έως την εξόφληση, το οποίο (ποσό) αντιστοιχεί, κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος-ενάγοντος, στη ζημία που αυτός υπέστη από τις παράνομες περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξή του, κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο 2011 έως τον Σεπτέμβριο 2012, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, επικουρικά δε, το ως άνω ποσό να του καταβληθεί κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

2. Επειδή, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν 4387/2016 (ΦΕΚ Α΄ 85), συστάθηκε ως ΝΠΔΔ, ο «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), με χρόνο έναρξης λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, ενώ, με το άρθρο 53 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ένταξη, μεταξύ άλλων, των κλάδων κύριας ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ο οποίος (ΕΦΚΑ), σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σε αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Συνεπώς, κατά το μέρος που η ένδικη διαφορά αφορά την περικοπή της χορηγούμενης από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κύριας σύνταξης του προσφεύγοντος-ενάγοντος, νομιμοποιείται παθητικώς να συνεχίσει την παρούσα δίκη ως καθού-εναγόμενος ο ΕΦΚΑ. Εξάλλου, δοθέντος ότι το αρχικώς καθού-εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ είχε νομίμως κλητευθεί για να παρασταθεί κατά την παρούσα δικάσιμο (σχ. το από 5.9.2016 οικείο αποδεικτικό επίδοσης κλήσης της επιμελήτριας δικαστηρίων ..., σε συνδυασμό με τα πρακτικά δημοσίων συνεδριάσεων του Δικαστηρίου της 10.2.2017 και 16.6.2017), νομίμως χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης, απολειπομένου του ήδη καθού-εναγομένου ΕΦΚΑ.

3. Επειδή, κατά το μέρος που η ένδικη διαφορά αφορά την περικοπή της επικουρικής σύνταξης του προσφεύγοντος-ενάγοντος, νομίμως παρίσταται και συνεχίζει την παρούσα δίκη ως καθού-εναγόμενο το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (ΕΤΕΑΕΠ), όπως μετονομάστηκε, με το άρθρο 74 του Ν 4387/2016 (ΦΕΚ Α΄ 85), το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης» (ΕΤΕΑ), που είχε συσταθεί με το άρθρο 35 παρ. 1 του Ν 4052/2012 (ΦΕΚ Α΄ 41), στο οποίο εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών» (ΕΤΕΑΜ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 45 παρ. 1 και 5, 46, 126 παρ. 1 και 128 παρ. 1 και 2 του ΚΔΔ, συνάγεται ότι ο τυχόν μη ορθός προσδιορισμός στο δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος του προσώπου που νομιμοποιείται παθητικώς, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα αυτού, εφόσον γίνεται σαφής προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς, από τον οποίον προκύπτει το ΝΠΔΔ ή η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, το δε δικαστήριο οφείλει να καλέσει τον κατ’ άρθρο 65 παρ. 1 του ΚΔΔ παθητικώς νομιμοποιούμενο διάδικο, προκειμένου να παρασταθεί στη δίκη (πρβλ. ΣτΕ 3523-5/2015, 3107/2006). Συνεπώς, η κρινόμενη προσφυγή-αγωγή δεν είναι απαράδεκτη εκ μόνου του λόγου ότι στρέφεται κατά του ΕΤΕΑΜ, το οποίο, κατά το χρόνο άσκησής της, είχε ήδη καταργηθεί και ενταχθεί (από 1.7.2012), δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 36 παρ. 1 του Ν 4052/2012, στο ΕΤΕΑ, απορριπτομένου, ως αβάσιμου, του αντίθετου ισχυρισμού του ΕΤΕΑΕΠ.

4. Επειδή, εξάλλου, για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν 4051/2012 εκδίδονται ατομικές διοικητικές πράξεις, όπως πράξεις αναλύσεως συντάξεως και κρατήσεων, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ. ΣτΕ Ολ 668/2012, 3783/2015 7μ.). Επομένως, αβασίμως προβάλλει το καθού-εναγόμενο ΕΤΕΑΕΠ ότι το προσβαλλόμενο με την προσφυγή ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων στερείται εκτελεστότητας, αφού, ελλείψει έκδοσης άλλης διοικητικής πράξης, αυτό το πρώτον επάγεται έννομες συνέπειες για τον συνταξιούχο.

[...] 6. Επειδή, ο Ν 4051/2012 με τίτλο «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν 4046/2012» (Α΄ 40/29.2.2012), στο άρθρο 6, ορίζει τα εξής: «1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1.1.2012. ... Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 κύριας σύνταξης. Το ποσό της κύριας σύνταξης μετά και την παραπάνω μείωση της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ. ... Το εναπομείναν ποσό σύνταξης επιμερίζεται κατά τα ποσοστά των δικαιοδόχων. 2. Τα καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), τους Τομείς του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ) και τους Τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ», το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), τους Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ) και τον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, μειώνονται από 1.1.2012 ως εξής: Οι συντάξεις έως διακόσια πενήντα (250) ευρώ, κατά ποσοστό 10% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ. Οι συντάξεις από διακόσια πενήντα ευρώ και ένα λεπτό (250,01) έως τριακόσια (300) ευρώ, κατά ποσοστό 15% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων είκοσι πέντε (225) ευρώ. Οι συντάξεις από τριακόσια ευρώ και ένα λεπτό (300,01) και άνω κατά ποσοστό 20% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων πενήντα πέντε (255) ευρώ. Τα ποσοστά των μειώσεων αυτών καταλαμβάνουν και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 επικουρικής σύνταξης. 3. Από τη μείωση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται ... 4. Οι αναδρομικές μειώσεις των παραγράφων 1 και 2 παρακρατούνται σε 8 ισόποσες μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τη σύνταξη Μαΐου 2012. 5. Τα ποσά των μειώσεων των συντάξεων του άρθρου αυτού αποτελούν έσοδα του φορέα από τον οποίο καταβάλλεται η σύνταξη. 6. ...».

7. Επειδή, όπως κρίθηκε με τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όταν, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει αιτιολογημένως ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων, εφεξής. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε κάθε δε περίπτωση, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου (πρβλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, -1 BvL 1/09-, -1 BvL 3/09-, -1 BvL 4/09-, ιδίως Rn. 135). Προκειμένου, εξ άλλου, να ανταποκριθεί στις εν λόγω δεσμεύσεις του και να μην υπερβεί τα όρια που χαράσσει το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα, κατά τα ανωτέρω, σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, εν όψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (ανωτ. άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφ’ ενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, εν όψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις πιο πάνω συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφ’ ετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Παρεκκλίσεις ως προς την αναγκαιότητα της υπάρξεως ή ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω μελέτης θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν συντρέχει άμεση απειλή κατάρρευσης της οικονομίας της Χώρας και τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται κατεπειγόντως για την αποτροπή του κινδύνου.

8. Επειδή, όπως κρίθηκε, περαιτέρω, με τις ίδιες ως άνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 του Ν 4051/2012 ψηφίσθηκαν όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν εδικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει σε σχετικές ρυθμίσεις χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλ’ όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Εφ’ όσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι κρίσιμες ως άνω (έκτη σκέψη) συνταγματικές παράμετροι. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 6 του Ν 4051/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία παρέχεται από το ΕΤΕΑ και άλλους φορείς και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ Ολ 5024/1987, κ.ά.) δικαιολογούνται από τον δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας –δια της χορηγήσεως παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφαλίσεως - στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Εν όψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Υπό τα δεδομένα, άλλωστε, αυτά, με τις εν λόγω διατάξεις του ανωτέρω νόμου κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ γενικού συμφέροντος και περιουσιακών δικαιωμάτων των συνταξιούχων και, ως εκ τούτου, παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τέλος, με τις ανωτέρω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι συνέπειες της, κατά τα ανωτέρω, διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν 4051/2012, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, θα επέλθουν μετά την δημοσίευση των αποφάσεων αυτών, πλην όμως, για όσους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεώς τους, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα.

9. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο προσφεύγων-ενάγων, γεννηθείς το έτος 1943, είναι συνταξιούχος λόγω γήρατος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν 4051/2012 (άρθρο 6 παρ. 1 και 2), εκδόθηκε το προσβαλλόμενο ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Απριλίου-Ιουνίου 2012, δυνάμει του οποίου διενεργήθηκαν περικοπές, αφενός μεν, στη μηνιαία κύρια σύνταξη του ανωτέρω, κατά ποσοστό 12% επί του ποσού αυτής που υπερβαίνει τα 1.300 ευρώ, μετά την εφαρμογή των μειώσεων του Ν 3863/2010 (άρθρο 38), Ν 3986/2011 (άρθρο 44 παρ. 11) και του Ν 4024/2011 (άρθρο 2 παρ. 2), αφετέρου δε, στη μηνιαία επικουρική σύνταξή του, κατά ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού αυτής, δοθέντος ότι υπερέβαινε τα 300 ευρώ, μετά την εφαρμογή των σχετικών μειώσεων που προβλέπονται στα προαναφερόμενα νομοθετήματα. Ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή-αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 27.10.2017 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί: α) να τροποποιηθεί το ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Απριλίου-Ιουνίου 2012, κατά το μέρος του οποίου επιβλήθηκαν οι ανωτέρω μειώσεις στην κύρια και επικουρική σύνταξή του και β) να υποχρεωθούν τα καθών-εναγόμενα ΝΠΔΔ να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, εις ολόκληρον, το ποσό των 1.555,25 ευρώ, νομιμοτόκως, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προσφυγής-αγωγής και έως την εξόφληση, το οποίο (ποσό) αντιστοιχεί στις παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς του, ως άνω περικοπές της κύριας και επικουρικής σύνταξής του, κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο 2011 έως τον Σεπτέμβριο 2012, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του Ν 4051/2012 (άρθρο 6 παρ. 1 και 2). Επικουρικά δε, ζητεί να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικότερα, το αιτούμενο ως άνω ποσό προκύπτει κατά τους υπολογισμούς του προσφεύγοντος-ενάγοντος ως εξής : i) 610 ευρώ ως ζημία από τις περικοπές στην κύρια σύνταξή του [52,52 ευρώ Χ 11 μήνες + 32,83 ευρώ (1η δόση αναδρομικών κρατήσεων)] και ii) 944,70 ευρώ ως ζημία από τις περικοπές στην επικουρική σύνταξή του [80,83 ευρώ Χ 11 μήνες + 55,57 ευρώ (1η δόση αναδρομικών κρατήσεων)].

10. Επειδή, ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει ότι οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Ν 4051/2012, δυνάμει των οποίων διενεργήθηκαν οι επίμαχες περικοπές τόσο στην κύρια όσο και στην επικουρική σύνταξη αυτού, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφενός, διότι οι επιβληθείσες περικοπές δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα και, αφετέρου, διότι, όταν έχουν συμπληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος, η απαίτηση για καταβολή της απονεμηθείσης σύνταξης στο ακέραιο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του δικαιούχου που προστατεύεται από την ως άνω διάταξη. Επέμβαση δε στην περιουσία επιτρέπεται μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πλην όμως, εφόσον υπάρχει δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, η οποία δεν τηρείται εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς του, αφού οι συντάξεις υφίστανται επανειλημμένες μειώσεις και επιτείνεται η ανασφάλεια. Νόμοι, εξάλλου, που καταλύουν εν όλω ή εν μέρει οριστικοποιημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι, κατά τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, γνήσια αναδρομικοί και, ως εκ τούτου, παραβιάζουν και το άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος. Για την ταυτότητα δε του λόγου, ισχυρίζεται ότι συντρέχει παραβίαση και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενώ, εξάλλου, η μονομερής έμφαση στη μείωση των συντάξεων, ως μέσο για τη μείωση του ελλείμματος της χώρας, παραβιάζει και την αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, διατείνεται ότι οι επίδικες μειώσεις αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το δημόσιο βάρος της ενίσχυσης των εσόδων του κράτους επιρρίπτεται στους συνταξιούχους, μια από τις πλέον ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, αλλά και διότι η αναλογική μείωση της σύνταξης και δη της επικουρικής πλήττει περισσότερο τους ασφαλισμένους εκείνους που έχουν καταβάλει τις περισσότερες εισφορές. Επιπλέον δε, υποστηρίζει ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις αντίκεινται και στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διότι οι επίμαχες περικοπές των συντάξεων, ως μέτρο χρηματοδότησης του ελλείμματος των ασφαλιστικών φορέων, δεν είναι σύμφωνες με τον σκοπό της κοινωνικής ασφάλισης, που έγκειται την απονομή σύνταξης προς κάλυψη των αναγκών επιβίωσης των δικαιούχων μετά την παύση της εργασίας τους, ενώ παραβιάζουν και την αρχή της ανταποδοτικότητας εισφορών και παροχών.

11. Αντιθέτως, το καθού-εναγόμενο ΕΤΕΑΕΠ, τόσο με την .../24.1.2017 έκθεση των απόψεών του, όσο και με το νομοτύπως κατατεθέν από 27.10.2017 υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής, ως νόμω αβάσιμης, ισχυριζόμενο, αφενός μεν, ότι οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ είναι δεσμευτικές μόνο για τους διαδίκους και τους παρεμβαίνοντες στις σχετικές ενώπιόν του δίκες, χωρίς να καθιστούν ανίσχυρες τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν 4051/2012, αφετέρου δε, ότι οι επίμαχες περικοπές στις συντάξεις του προσφεύγοντος-ενάγοντος υπαγορεύθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εξάλλου, στην ίδια ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο ενημερωτικό σημείωμα, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν 4051/2012 περικόπηκε αναδρομικά από 1.1.2012 το ποσό της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης του προσφεύγοντος-ενάγοντος κατά 80,83 ευρώ, ενώ τον Ιούνιο του 2012 υπολογίστηκαν οι αναδρομικές κρατήσεις σε 8 μηνιαίες δόσεις των 55,57 ευρώ, με έναρξη τον ίδιο μήνα.

12. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στις σκέψεις 7 και 8 της παρούσας, οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Ν 4051/2012 αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως διενεργήθηκαν οι επίμαχες μειώσεις τόσο στην κύρια, όσο και στην επικουρική σύνταξη του προσφεύγοντος-ενάγοντος, βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων του Ν 4051/2012, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή-αγωγή. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι το προσβαλλόμενο ενημερωτικό σημείωμα, κατά το μέρος του οποίου επιβλήθηκαν οι επίμαχες περικοπές στην κύρια και επικουρική σύνταξη του προσφεύγοντος-ενάγοντος δεν είναι νόμιμο και πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, ενώ στοιχειοθετείται, καταρχήν, αδικοπρακτική ευθύνη των καθών-εναγομένων ΝΠΔΔ έναντι του τελευταίου, κατ’ άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, ο οποίος δικαιούται να λάβει, ως αποζημίωση, τα ποσά που παρακρατήθηκαν τόσο επί της κύριας όσο και επί της επικουρικής σύνταξής του, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω αντισυνταγματικών διατάξεων και δη αναδρομικώς από 1.1.2012, δεδομένου ότι η κρινόμενη προσφυγή-αγωγή είχε ήδη ασκηθεί κατά τον χρόνο δημοσίευσης των 2287-8/2015 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το καθού-εναγόμενο ΕΤΕΑΕΠ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ωστόσο, δοθέντος ότι στο προσβαλλόμενο ενημερωτικό σημείωμα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν αναγράφονται μεμονωμένα τα συγκεκριμένα ποσά κρατήσεων επί των αντίστοιχων ποσών κύριων και επικουρικών συντάξεων του προσφεύγοντος-ενάγοντος που διενεργήθηκαν βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν 4051/2012, -αντιθέτως, δε, οι μειώσεις αυτές αναγράφονται συλλήβδην με τις μειώσεις του Ν 4024/2011, που έχουν κριθεί συνταγματικές με τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΣτΕ-, μη αρκούντων, εξάλλου, των αναφερόμενων στην έκθεση απόψεων του ΕΤΕΑΕΠ, το Δικαστήριο δε δύναται να διατυπώσει ασφαλή κρίση ως προς τα επιδικαστέα ποσά της ένδικης αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, κρίνει αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να συμπληρωθούν οι αποδείξεις, κατ’ άρθρο 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

[Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης. Υποχρεώνει τους καθών-εναγόμενους ασφαλιστικούς φορείς ήδη ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ, να προσκομίσουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (30ο Τμήμα), εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτούς της παρούσας απόφασης, μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα ή οποιοδήποτε πρόσφορο έγγραφο, στα οποία να αναγράφονται αναλυτικά τα ποσά των περικοπών, αναδρομικών και μη, που διενεργήθηκαν τόσο επί της κύριας όσο και επί της επικουρικής σύνταξης του προσφεύγοντος-ενάγοντος, αμιγώς, βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν 4051/2012, καθώς και τα αντιστοιχούντα χρονικά διαστήματα. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, θα προσδιοριστεί, αρμοδίως, νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, για την οποία οι διάδικοι θα κλητευθούν να παρασταθούν.]