ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 513/2019

 

Εφέτης: ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δικηγόροι: Ευτύχιος Νικόπουλος - Αικατερίνη Καπιτσίνη

 

(...) Eπί απολύσεων οφειλομένων σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια. Ελέγχονται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου (ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης) και αφετέρου τα κριτήρια επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές, ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσης λόγοι, που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και του συγκεκριμένου εργαζομένου, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί, ερευνάται, εφόσον προβληθεί σχετικός ισχυρισμός, αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων, μέτρων, όπως η μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά το χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση, η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση, έστω και δυσμενή, των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία). Κριτήριο του γινομένου κατά το στάδιο αυτό δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Στο σημείο, όμως, αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν εφόσον κατά το χρόνο της καταγγελίας υφίστανται κενές θέσεις και ο εργαζόμενος, ενόψει των γνώσεών του είναι κατάλληλος να απασχοληθεί σε κάποια από τις θέσεις αυτές, έστω και με διαφορετικούς, ακόμα και δυσμενέστερους όρους εργασίας (βλ. ΑΠ 64/15, ΑΠ 13/14, ΑΠ 539/18, ΑΠ 606/17, ΑΠ 1889/17, ΑΠ 31/13, ΑΠ 595/15, 573/07, δημΝόμος, ΑΠ 279/96, ΕλλΔνη 37. 1082, Δ. Ζερδελής ΔΕΝ 52.161-175, Δ. Σιδέρη, Απόλυση και ηπιότερα μέτρα, με αφορμή την ΑΠ 902/98, ΔΕΝ 1998, 1573). Μάλιστα ο εργοδότης πρέπει, πριν την απόλυση, εφόσον υπάρχει κενή θέση και ο εργαζόμενος είναι κατάλληλος για αυτήν, να προτείνει στον εργαζόμενο να απασχοληθεί στην κενή αυτή θέση, διότι εάν δεν το πράξει, τότε αυτός αναλαμβάνει τον κίνδυνο της καταχρηστικότητας της απόλυσης, εάν μετά διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι ήταν αντικειμενικά δυνατή η απασχόληση στη θέση αυτή (βλ. ΑΠ 279/96, ό.π, ΑΠ 31/13, ΑΠ 606/17, ΑΠ 1837/08, ΕΕΔ 2009,1403, ΑΠ 203/04, ΑΠ 2188/14, 573/07 δημΝόμος, Δ Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, ό.π, σελ. 1032), αλλά και ο εργαζόμενος οφείλει, εάν του προταθεί η θέση αυτή και έχει τα κατάλληλα προσόντα, να την αποδεχθεί, διότι τότε αναλαμβάνει αυτός τον κίνδυνο να μην κριθεί καταχρηστική η απόλυσή του από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 595/15,δημΝόμος). Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αποδοτικότητας, αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας, για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία οι πλεονεκτούντες κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (βλ. ΑΠ 573/07,ΕΕΔ 14,152, ΑΠ 326/01, ΕλλΔνη 42. 1310, ΑΠ 279/96, ΔΕΝ 52. 581, ΑΠ 722/99, ΕλλΔνη 41. 401, ΑΠ 1329/98, ΕλλΔνη 40. 114, ΑΠ 902/98, ΕλλΔνη 40. 607). Στο σημείο, όμως, αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος (στην ίδια επιχείρηση βλ. ΑΠ 13/14, ΑΠ 384/12, ΑΠ 2188/14,δημΝόμος), της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού έπονται στην κατάταξη των κριτηρίων του εργαζομένου ιδίας κατηγορίας, ειδικότητας και υπηρεσιακής απόδοσης, και επομένως τα πρώτα λαμβάνονται υπόψη μόνο επί ίσης υπηρεσιακής αποδόσεως (βλ. ΑΠ 537/07, ό.π. ΑΠ 2243/13, ΕΕΔ 14,152, ΑΠ 1033/17,δημΝόμος, Δ. Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, ατομικές εργασιακές σχέσεις , εκδ. 2015, σελ. 1062). Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη καταγγελία, και ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας που έγινε για οικονομοτεχνικούς μεν λόγους, αλλά κατά παράβαση της ως άνω αρχής της αναλογικότητας, θα πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αγωγής του αφενός τα ηπιότερα μέσα, με τη λήψη των οποίων θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταγγελία (όπως με την απασχόλησή του σε άλλη συγκεκριμένη κενή θέση εργασίας, για την οποία και έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα) και αφετέρου όλα τα προαναφερόμενα κριτήρια και δη την ηλικία, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, την αποδοτικότητα, αρχαιότητα του ίδιου σε σχέση με άλλους συγκεκριμένους εργαζόμενους της ίδιας ειδικότητας ή και γενικής κατηγορίας, όταν όλοι οι εργαζόμενοι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της επιχείρησης στην ίδια εργασία (βλ. ΑΠ 827/01 ΕΕργΔ 2002.19, ΑΠ 301/01, ΕλλΔνη 2001,1310), έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν η επιλογή του απολυτέου πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά, κατά τα παραπάνω, κριτήρια (βλ. ΑΠ 31/13, ΑΠ 355/09, ΑΠ 63/07, δημΝόμος, ΑΠ 513/98 ΕλλΔνη 40.798, ΕφΑΘ 5913/03 ό.π.).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, ζητούν, εκτός των άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, μεταξύ άλλων και λόγω παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας αλλά και της ορθής επιλογής τους ως απολυτέων. (...)

Αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ο πρώτος στις 8-11-1988 και ο δεύτερος στις 15-10-1995, προκειμένου να εργαστούν ως διοικητικοί υπάλληλοι με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ο πρώτος από αυτούς, ο Η. Σ., ήταν απόφοιτος της εναγομένης με την ειδικότητα του βοηθού μικροβιολόγου, απασχολείτο δε στην τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου των σπουδαστών και ειδικότερα με την καταχώρηση των εγγραφών των τελευταίων σε ηλεκτρονικό σύστημα, την ηλεκτρονική καταχώρηση της βαθμολογίας τους και την έκδοση ελέγχων επίδοσης, την καταχώρηση των οικονομικών στοιχείων καταβολής των διδάκτρων τους και τη διεκπεραίωση καταβολής αυτών, που ως διαδικασία περιλάμβανε την παραλαβή των εκάστοτε χρηματικών ποσών, την έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών και την κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, την έκδοση πάσης φύσεως βεβαιώσεων και πιστοποιητικών σχετικά με τη φοίτησή τους, τη διαβίβαση εγγράφων της σχολής σε δημόσιες Υπηρεσίες, ενώ μέχρι το έτος 2013 ήταν υπεύθυνος και για τη διατήρηση του αρχείου των αποφοίτων του τεχνικού επαγγελματικού λυκείου ΠΑΣΤΕΡ, που πλέον δεν λειτουργεί. Λίγο πριν την καταγγελία της σύμβασής του για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, η εναγομένη περιόρισε τα καθήκοντά του μόνο στην τήρηση των οικονομικών στοιχείων των σπουδαστών και ιδίως στην είσπραξη των διδάκτρων και την έκδοση των αποδείξεων. Ο δεύτερος από αυτούς, ο Θ. Λ., ήταν και αυτός απόφοιτος της εναγομένης με την ειδικότητα του βοηθού μικροβιολόγου, απασχολείτο δε με τη μισθοδοσία των καθηγητών και όλου γενικά του προσωπικού της εναγομένης, κατά την οποία, αφού παραλάμβανε τις μηχανογραφημένες αποδείξεις πληρωμών από εξωτερικό λογιστικό γραφείο, με το οποίο συνεργαζόταν η εναγομένη, προέβαινε, κατόπιν εγκρίσεως από τη διοίκηση της τελευταίας, στην καταβολή του αναγραφόμενου στα αντίστοιχα παραστατικά χρηματικού ποσού. Επίσης κατόπιν εντολής της εναγομένης, ο ίδιος προέβαινε σε πληρωμές, αλλά και σε ρυθμίσεις στην Εφορία, το ΙΚΑ και τις Τράπεζες και είχε την ευθύνη των παραγγελιών του απαραίτητου εξοπλισμού για τα εργαστήρια της σχολής, καθώς και της απαραίτητης γραφικής ύλης, ενώ από το έτος 2013, που μεταφέρθηκε στο τμήμα της γραμματειακής υποστήριξης, τα καθήκοντά του, πέραν των ανωτέρω, συνίσταντο στην τήρηση ηλεκτρονικού απουσιολογίου των σπουδαστών, στη διαχείριση και οργάνωση του φωτοτυπικού υλικού των σπουδαστών και στη διατήρηση του αρχείου των αποφοίτων του τεχνικού επαγγελματικού λυκείου ΠΑΣΤΕΡ, που όπως προαναφέρθηκε, δεν λειτουργεί σήμερα. Λίγο πριν την καταγγελία της σύμβασής του για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, η εναγομένη περιόρισε τα καθήκοντά του κυρίως στη γραμματεία της σχολής και κυρίως στο απογευματινό ωράριο. Η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, του μεν πρώτου στις 26-11-2015, ενώ του δεύτερου στις 30-10-2015, με προειδοποίηση αντίστοιχα τεσσάρων μηνών, έπαψε δε από το χρόνο λήξης της ως άνω προθεσμίας για έκαστο των εναγόντων, να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Οι ενάγοντες αυτοί προσλήφθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης τα προαναφερθέντα έτη, με τη μεσολάβηση του Α. Σ., ετερορρύθμου εταίρου, αλλά οι σχέσεις τους ήταν εξίσου καλές και με την εκπρόσωπο της εναγομένης Χ. Σ., ομόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειρίστρια, προσέφεραν δε την εργασία τους με ζήλο, συνέπεια και εργατικότητα υπακούοντας στις εντολές των προαναφερθέντων αλλά και των στη συνέχεια εκπροσώπων της εναγομένης χωρίς ποτέ βέβαια να δημιουργήσουν κάποιο πρόβλημα, αντίθετα, από την εργασία τους απέκτησαν γνώσεις και εμπειρίες χρήσιμες για τις εργασίες της εναγομένης που προσέφεραν στην τελευταία συνεχώς και αδιαλείπτως. (...)

 

Η ποιότητα της προσφερόμενης εργασίας των εναγόντων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτοί δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα του πτυχίου ξένης γλώσσας, η γνώση της οποίας δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαία για την άσκηση της εργασίας τους, ή πτυχίου ηλεκτρονικού υπολογιστή όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, αφού για τον ενάγοντα αυτόν αποδείχθηκε ότι γνώριζε τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή έχοντας αποκτήσει λόγω της μακρόχρονης χρήσης εμπειρία και δεξιότητες πολύ ανώτερες από αυτές που θα αποκτούσε παρακολουθώντας κάποια σχολή και λαμβάνοντας κάποιο πτυχίο. Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι προέβη στις εν λόγω καταγγελίες μεταξύ άλλων λόγων και λόγω μειωμένης εργασιακής ικανότητας και απόδοσης δεν αποδεικνύονται βάσιμοι. Άλλωστε, η συνεχής παροχή της εργασίας τους στην εναγομένη για 28 και 21 έτη αντίστοιχα, καταδεικνύει αβίαστα την προσήκουσα παροχή της εργασίας τους και την εξ αυτής ανανέωση της εμπιστοσύνης της εναγομένης στα πρόσωπά τους, προδήλως ως αποτέλεσμα της ορθής εκπλήρωσης των καθηκόντων τους και προϊόν εκτίμησης της προσφοράς τους. (...)

Η εναγομένη μπορούσε αντί να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων να συνεχίσει να τους απασχολεί σε κάποιες από τις αναφερθείσες εργασίες υπό την νέα τους μορφή και δη τον πρώτο ενάγοντα είτε στο τμήμα λογιστηρίου όπου με μία μικρή ενημέρωση, ενόψει και της προγενέστερης εμπειρίας του, θα μπορούσε εύκολα να εξοικειωθεί ― χωρίς να είναι απαραίτητη η χρήση πτυχίου χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή ― και να κάμει ακώλυτα χρήση του νέου συστήματος τήρησης του ηλεκτρονικού αρχείου των σπουδαστών όσον αφορά τη διαχείριση και πληρωμή των διδάκτρων, είτε ακόμη με τον ίδιο τρόπο και στο τμήμα γραμματείας για τη καταχώριση εγγραφών των σπουδαστών στο ηλεκτρονικό σύστημα, την έκδοση διαφόρων βεβαιώσεων και πιστοποιητικών, τη διαβίβαση εγγράφων στις δημόσιες Υπηρεσίες, την ευθύνη της ηλεκτρονικής καταχώρισης της βαθμολογίας και τις εκδόσεις ελέγχων βαθμολογίας. Τον δεύτερο ενάγοντα θα μπορούσε η εναγομένη να τοποθετήσει κυρίως στο τμήμα γραμματείας και υποδοχής όπου, με μία μικρή εκπαίδευση, θα μπορούσε να απασχοληθεί στην εκτύπωση αντιγράφων και στην εκτέλεση πληρωμών και άλλων εξωτερικών εργασιών της εναγομένης ακόμη και εξωτερικών πληρωμών η ανάγκη των οποίων δεν εξέλιπε εντελώς. Ακόμη μπορούσε να του αναθέσει, ως υπαλλήλου της γραμματείας, και την ευθύνη των παραγγελιών του απαραίτητου εξοπλισμού για τα εργαστήρια της σχολής, καθώς και της απαραίτητης γραφικής ύλης. Οι ενάγοντες θα μπορούσαν λόγω της πολύχρονης εμπειρίας τους και της μακρόχρονης παραμονής τους στις θέσεις αυτές ν' αντεπεξέλθουν αποτελεσματικά σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω θέσεις και αν τους τοποθετούσε η εναγομένη. Οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων θα μπορούσαν λοιπόν να αποτραπούν με τη λήψη των προαναφερθέντων ηπιότερων μέτρων, με τροποποίηση, έστω και δυσμενή, των όρων εργασίας τους και όφειλε η εναγομένη να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τους εργαζόμενους αυτούς, πολύ περισσότερο που πράγματι αποδείχθηκε ότι κατά την περίοδο της καταγγελίας υφίσταντο κενές θέσεις για την απασχόληση αυτή και οι ενάγοντες, ενόψει των γνώσεων, της εμπειρίας τους και με μία μικρή ενημέρωση και εκπαίδευση, θα ήταν κατάλληλοι να απασχοληθούν σε κάποιες από τις θέσεις αυτές είτε στο λογιστικό τμήμα είτε στο τμήμα της γραμματείας και υποδοχής, έστω και με διαφορετικούς, ακόμα και δυσμενέστερους όρους εργασίας. Ειδικότερα, την περίοδο που συνέβη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, οι εργασίες της εναγομένης έβαιναν διαρκώς αυξανόμενες λόγω της αύξησης του αριθμού των μαθητών, γεγονός που δημιουργούσε την ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας ειδικότητας των εναγόντων και δη διοικητικού προσωπικού αλλά και ειδικότερα ειδικότητας υπαλλήλων γραφείου. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την περίοδο αυτή της καταγγελίας των συμβάσεών τους και δη το δεύτερο εξάμηνο το 2015 η εναγομένη προσέλαβε 6 εργαζόμενους ειδικότητας διοικητικού προσωπικού και δη υπαλλήλους γραφείου και υποδοχής. (...)

Όμως η εναγομένη προτίμησε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων αν και θα μπορούσε ήδη να τους τοποθετήσει σε κάποια από τις προαναφερθείσες κενές θέσεις, χωρίς καν μάλιστα να τους προτείνει, πριν την καταγγελία, την προαναφερόμενη μετακίνησή τους, και να μην προχωρήσει στην κάλυψη των ως άνω θέσεων με πρόσληψη άλλου προσωπικού, ενεργώντας σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που ο νόμος της απονέμει, σεβόμενη τη μακρόχρονη προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων στην υπηρεσία της αλλά και το ιδιαίτερο συμφέρον τους για τη διατήρηση της απασχόλησης ενόψει της εργασίας τους σ' αυτήν για 28 και 21 έτη αντίστοιχα, την ηλικία τους (50 και 51 ετών αντίστοιχα) και των αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεών τους (έγγαμος ο πρώτος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, έγγαμος ο δεύτερος και πατέρας ενός ενηλίκου τέκνου που σπουδάζει, η δε σύζυγός του δεν εργάζεται και λαμβάνει μικρή αναπηρική σύνταξη).

Από την συμπεριφορά αυτή της εναγομένης υπό περιστάσεις που καταδεικνύουν έντονη την εντύπωση αδικίας και την υπερβολή σε βάρος των συμφερόντων των εναγόντων, ενδεικνύεται η κακόβουλη διάθεσή της και η πρόθεσή της να απαλλαγεί με κάθε τρόπο από την ύπαρξη των εναγόντων στην επιχείρησή της, τους οποίους ο νόμιμος εκπρόσωπός της θεωρούσε ως ανθρώπους του συνεταίρου του με τον οποίο βρισκόταν σε σοβαρή αντιδικία που αφορούσε την τύχη του ελέγχου της επιχείρησης αυτής και είχε υπόνοιες της συνδρομής αυτών στον προαναφερόμενο ετερόρρυθμο εταίρο. Επομένως, το Δικαστήριο δέχεται ως αληθινό τον με την αγωγή ισχυρισμό των εναγόντων και κατά την κύρια βάση αυτής, ότι κίνητρο αυτής (καταγγελίας των συμβάσεων) ήταν τα κακόβουλα κίνητρα από την πλευρά της εναγομένης, εκδηλωθέντα διά του νομίμου εκπροσώπου της και ομόρρυθμου εταίρου, Π. Π., ο οποίος ήθελε με κάλυψη την επιχειρηματική αναδιάρθρωσή της να απαλλαγεί από τους μη αρεστούς για αυτόν υπαλλήλους της ενάγοντες και χωρίς οι καταγγελίες αυτές να συνδέονται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας τους ή με ενέργειές τους προς βλάβη των συμφερόντων της ή του νομίμου εκπροσώπου της και υπέρ των συμφερόντων του ετερόρρυθμου εταίρου. Ειδικότερα, οι ενάγοντες λόγω της μακρόχρονης απασχόλησής τους στην επιχείρηση της εναγομένης, διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τον ετερόρρυθμο εταίρο Α. Σ., προς τον οποίο έτρεφαν αισθήματα ιδιαίτερης εκτίμησης και εμπιστοσύνης, ήταν δε πρόθυμοι να του παρέχουν ενημέρωση για οποιοδήποτε θέμα της εταιρίας, σχετικό με τα καθήκοντά τους, χωρίς όμως να ενεργούν προς βλάβη των συμφερόντων της εναγομένης ή του νομίμου εκπροσώπου της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία δεν τους καταλογίζει κάτι συγκεκριμένο περί αυτού. Η εκτίμηση των εναγόντων προς τον πρόσωπο του ετερόρρυθμου εταίρου και η ρητή έκφραση αυτής κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, δεν ήταν αρεστή στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ενόψει των ήδη διαταραγμένων σχέσεων των μελών της. (...)

 

Οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων είναι άκυρες ως καταχρηστικές, η δε εναγομένη μη αποδεχόμενη έκτοτε τις υπηρεσίες τους κατέστη υπερήμερη και οφείλει σ' αυτούς αποδοχές υπερημερίας. (...)

Συμψηφίζοντας τα παραπάνω ποσά για αποζημίωση απόλυσης με τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας στο μέτρο που αλληλεπικαλύπτονται, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης που προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει κατ' έφεση, επέρχεται απόσβεση των ένδικων αξιώσεων του πρώτου των εναγόντων και απόσβεση των αρχαιότερων κατά σειρά μισθών υπερημερίας του δεύτερου των εναγόντων, με αποτέλεσμα η εναγομένη να εξακολουθεί να οφείλει στον τελευταίο τα ως άνω ποσά για επιδόματα εορτών, ένα μέρος του μισθού για τον μήνα Δεκέμβριο 2016, ποσού 103,21 ευρώ, καθώς και ολόκληρο το μισθό του Ιανουαρίου 2017, ποσού 1.238,49 ευρώ. Πέραν τούτων, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, πρέπει να επιδικαστούν σε έκαστο των εναγόντων μισθοί (μικτοί) για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής μέχρι την άρση της υπερημερίας, όπως ζητείται. (...). Αποδείχθηκε ακόμη ότι η εναγομένη με την άνω άκυρη καταγγελία προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των εναγόντων, καθώς τους υποβίβασε και τους μείωσε ηθικά έναντι των συναδέλφων τους παρουσιάζοντάς τους ως άτομα χωρίς προσόντα παρ’ όλη την πολυετή προσφορά τους στην ευόδωση των εργασιών της και θίγοντας έτσι την επαγγελματική αξία και κοινωνική υπόστασή τους, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς τους. Δικαιούνται, συνεπώς, οι ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το εύλογο ποσό της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, καθώς και τις συγκεκριμένες ως άνω συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εκτιμάται σε 1.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να το πράξει. (...)