ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 499/2020

 

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Τ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αρ. 2672/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (καθώς και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν προηγουμένως εκδοθείσας υπ΄αρ. 3851/2018 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 παρ.3 εδ.α, 593-602,610-613 ΚΠολΔ), όπως οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/23-7-2015, που καταλαμβάνει τις αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως η ένδικη, έχει  ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 511, 513, 516 παρ.2, 591 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα, επίδοση της εκκαλουμένης πριν την άσκηση της έφεσης. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω  από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ΄ύλη  και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ.1,2 ΚΠολΔ) και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Σημειωτέον δε ότι, ο εκκαλών προέβη εκ του περισσού στην κατάθεση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3εδ.α ΚΠολΔ, παραβόλου, όπως αναφέρεται από τη γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάτωθεν της ως άνω έκθεσης κατάθεσης της έφεσης, καθώς, σύμφωνα με το εδ.στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές του άρθρου 592 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η προκείμενη. Οπότε, πρέπει, ανεξαρτήτως της έκβασης της έφεσης, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου αυτού στον εκκαλούντα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Κατά το άρθρο 1442 Α.Κ, εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις, βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ` αυτό τη διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι` αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4. σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1442 και 1443 Α.Κ προς εκείνες των άρθρων 1487 και 1493 του ίδιου κώδικα, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1443 Α.Κ, συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο μετά την ισχύ του Ν.1329/1983, είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υπόχρεου, επιπλέον δε, από την πλευρά του δικαιούχου, πρέπει να συντρέχει και μία από τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1442 Α.Κ. Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, ευπορία δε του υπόχρεου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, αλλά τη δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή. Έτσι είναι δυνατό, ενόψει όλων των συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υπόχρεου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής έκτασης απρόσοδο περιουσία, της οποίας είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης (ΑΠ 1389/2012, ΑΠ 1427/2012, ΑΠ 294/2010, ΑΠ 2142/2007, ΑΠ 88/2006, Μον.Eφ.Πειρ. 480/2016, Μον.Εφ.Πειρ. 5/2016, δημ. όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα – ήδη εφεσίβλητη, με την ως άνω, από 7-8-2017 και με αριθμό κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……/2017 αγωγή της, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος πρώην σύζυγός της, με τον οποίο ο γάμος της λύθηκε αμετάκλητα, να της προκαταβάλλει μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής, ως τακτική σε χρήμα διατροφή της, το ποσό των 350 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής, διότι αυτή αδυνατεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της, ενώ η ηλικία της και τα προβλήματα υγείας, που αντιμετωπίζει, δεν της επιτρέπουν να εργαστεί. Ότι, περαιτέρω, η επιδίκαση της διατροφής αυτής επιβάλλεται και για λόγους επιείκειας, ο δε εναγόμενος, διαθέτει την ανάλογη ευπορία, ώστε να δύναται να την καταβάλει, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την υπ΄αρ. 3851/2018 μη οριστική απόφασή του (ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση), με την οποία, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια διέταξε την επανάληψη της συζήτησής της, προκειμένου να προσκομιστεί από τον επιμελέστερο των διαδίκων, πιστοποιητικό αμετακλήτου της υπ΄αρ. 2691/2014 απόφασης διαζυγίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 6-9-2018 κλήση της ενάγουσας και εκδόθηκε η υπ΄αρ.2672/2019 οριστική απόφασή του ίδιου Δικαστηρίου, κατά την ως άνω διαδικασία, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την παραπάνω αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα, ως (συμπληρωματική) μηνιαία διατροφή της, το ποσό των 150 ευρώ, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο, ενώ, τέλος, κήρυξε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας εις βάρος του εναγόμενου, την οποία όρισε στο ποσό των 600 ευρώ, αφαιρουμένου από αυτό, του ποσού των 200 ευρώ, που αυτός είχε ήδη προκαταβάλει.

Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται ο εναγόμενος – ήδη εκκαλών, με την κρινόμενη έφεσή του  για  τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά), που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την προαναφερθείσα υπ΄αρ. 3851/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρακτικά αυτού, των υπ΄αρ. …. και …./18-11-2017 ένορκων βεβαιώσεων των ……… και ………., αντίστοιχα, που προσκομίζει η ενάγουσα και λήφθηκαν με επιμέλειά της, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …./22-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, …………..), καθώς και όλων ανεξαιρέτως, των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, ανεξαρτήτως αν γίνεται ειδική μνεία παρακάτω σε κάποια από αυτά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 27-10-1991, στον Ιερό Ναό ……… στη Δραπετσώνα Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την ……… και την . …………., που γεννήθηκαν στις 17-7-1999 και στις 27-2-2001, αντίστοιχα. Ήδη από την αρχή του έγγαμης συμβίωσής τους, παρουσιάστηκαν προβλήματα και συγκρούσεις στη σχέση των διαδίκων, λόγω της απαξιωτικής συμπεριφοράς του ενός έναντι του άλλου, αλλά και της διαχείρισης των οικονομικών της οικογένειας, που γινόταν αποκλειστικά από τον εναγόμενο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη και τις προσωπικές ανάγκες της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναγκάζεται να ζητεί οικονομική βοήθεια από τους γονείς της για την κάλυψή τους. Η ως άνω κατάσταση στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, προϊόντος του χρόνου, επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα στις 26-3-2009, να διακοπεί η έγγαμη συμβίωσή τους, όταν αποχώρησε οριστικά ο εναγόμενος από την οικογενειακή στέγη. Αρχικά, δυνάμει της υπ΄αρ. 3465/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα η επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τότε τέκνων των διαδίκων, ενώ ήδη, με η υπ’ αρ. 737/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δεχόμενη την ασκηθείσα έφεση του εναγόμενου κατά της υπ΄αρ. 3465/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συνεκδίκασε τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων και ανέθεσε την οριστική επιμέλεια των ως άνω θυγατέρων τους στον εναγόμενο πατέρα τους, με τον οποίο, έκτοτε, διαμένουν μόνιμα. Κατόπιν, δυνάμει της, εκδοθείσας επί αντίθετων επίσης αγωγών διαζυγίου των διαδίκων, υπ’ αρ. 2691/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με την υπ΄αρ. 691/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ. υπ’ αρ. ……./2016 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης ένδικων μέσων κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Πειραιώς),  λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, εξαιτίας γεγονότων που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.  Η κρίση αυτή του παραπάνω δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη ως προς την υπαιτιότητα των συζύγων σχετικά με τη λύση του γάμου τους, η οποία, το παρόν δικαστήριο κρίνει, με βάση τα προαναφερθέντα, (όπως κρίθηκε και με τις  υπ΄αρ. 737/2013, 514/2014 και 203/2017 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, που επιδίκασαν μηνιαία διατροφή σε χρήμα στην ενάγουσα, για χρονικά διαστήματα πριν την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων), ότι οφείλεται σε γεγονότα που αφορούν στο πρόσωπο αμφοτέρων των διαδίκων, προϋπόθεση, όμως, που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης αξίωσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1969, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, εργαζόταν για ένα διάστημα στην επιχείρηση-πιτσαρία, που λειτουργούσε τυπικά στο όνομά της, αλλά ουσιαστικά την εκμεταλλευόταν ο εναγόμενος, ενώ αυτή (ενάγουσα) ασχολούνταν κυρίως με τις οικιακές εργασίες και την φροντίδα των τέκνων τους. Είναι απόφοιτη της Γ’ τάξης του Γυμνασίου και δεν έχει κάποια επαγγελματική κατάρτιση ή εξειδίκευση. Αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και συγκεκριμένα χρόνια επιληψία, η οποία αντιμετωπίστηκε επιτυχώς με την χειρουργική επέμβαση (κροταφικής λοβεκτομής (ΔΕ) και αμυγδαλοιπποκαμπεκτομής), στην οποία υποβλήθηκε στα τέλη Ιανουάριου 2009, στην ιδιωτική κλινική ‘…….. HOSPITAL’’. Κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου της με τον εναγόμενο, ενόψει της ηλικίας της και σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειρίας και εξειδικευμένων επαγγελματικών γνώσεων, δεν μπορούσε ούτε μπορεί μέχρι και σήμερα, να βρει και να αρχίσει κατάλληλη γι αυτή σταθερή εργασία, ήτοι επάγγελμα που ανταποκρίνεται στο μορφωτικό της επίπεδο και στις σωματικές της δυνατότητες, ώστε να εξασφαλίζει απ’ αυτό τη διατροφή της συνολικά, παρά μόνο περιστασιακά εργάζεται ως καθαρίστρια – οικιακή βοηθός, αποκομίζοντας περί τα 200 – 300 ευρώ, κατά μέσο όρο μηνιαίως, τα οποία δεν επαρκούν να καλύψουν πλήρως τις βασικές ανάγκες της για διατροφή.

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, διαµένει σε διαμέρισμα κυριότητάς της, που βρίσκεται στο Δήμο ……….. Αττικής, επί της οδού …, αρ. …….., εµβαδού 72,56 τ.µ., το οποίο ήταν η οικογενειακή στέγη των διαδίκων, πριν την διακοπή της συμβίωσής τους, οπότε δεν επιβαρύνεται µε την καταβολή μισθώματος, αλλά µόνο µε τις συνήθεις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής. Δεν προέκυψε δε, ότι συζεί με τον . ….. με τον οποίο μοιράζεται τις δαπάνες αυτές, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ο εναγόµενος και επαναλαμβάνει στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης, προκειμένου να στηρίξει τον αναφερόμενο στο άρθρο 1444 παρ.2 ΚΠολΔ, σχετικό λόγο παύσης της διατροφής, καθώς από τις προσκοµιζόµενες από την ενάγουσα φορολογικές δηλώσεις του τελευταίου, φαίνεται ότι αυτός, ήδη από το έτος 2016, φιλοξενείται στην οικία του υιού του, …………… Τέλος, η ενάγουσα έχει μεν την επικαρπία του υπό στοιχεία Ι2 καταστήµατος, εµβαδού 51,60 τ.µ., που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδοµή στο ….., επί της οδού …, αρ. …, (την οποία της μεταβίβασε ο εναγόμενος, δυνάµει του υπ’ αριθ. …/13-9-2002 συµβολαίου δωρεάς της συµβολαιογράφου Πειραιώς, ….., παραμένοντας ο ίδιος ψιλός κύριος του εν λόγω ακινήτου και εισπράττοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της έγγαµης συµβίωσής τους το µίσθωµα), αλλά αυτό δεν της αποφέρει πρόσοδο, καθώς είναι εξαιρετικά δυσχερές να το εκµισθώσει, λόγω της σφοδρής διένεξης µεταξύ αυτής και των συγγενών του εναγόμενου, στα οποία ανήκει η ως άνω πολυώροφη οικοδοµή (βλ. σχετικά και κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας . …………, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή, ενώ η τελευταία δεν βαρύνεται κατά το νόμο με τη διατροφή άλλου προσώπου, έχει δε τις συνήθεις ανάγκες διατροφής, ένδυσης, ψυχαγωγίας και ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης, μιας γυναίκας της ηλικίας της, οι οποίες ανέρχονται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο συνολικό ποσό των 350 ευρώ το µήνα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο εναγόµενος, γεννηθείς το έτος 1962 εργάζεται ως µόνιµος υπάλληλος (ηλεκτροδηγός) στην εταιρία µε την επωνυµία ‘……….. (……..Α.Ε’’) με μηνιαίες αποδοχές περί τα 1.700 ευρώ, όπως προκύπτει από τη σχετική, προσκοµιζόµενη από αυτόν, βεβαίωση αποδοχών του. Επίσης, είναι κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 140 τ.μ., μετά της εντός αυτού οικίας επιφάνειας 60 τ.μ. στο ….. Αττικής, μίας εξοχικής διώροφης κατοικίας στην …., επιφάνειας 100 τ.μ, ανεγερθείσας το έτος 2007, ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας VOLKSWAGEN, τύπου PASSAT, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1991 και μίας δίκυκλης μοτοσικλέτας, μάρκας HONDA. Διαμένει δε, με τα προαναφερθέντα τέκνα των διαδίκων και τη νυν σύζυγό του, σε μισθωμένο διαμέρισμα εμβαδού 54 τ.μ. επί της οδού …. αρ. ….., στον Πειραιά, για το οποίο καταβάλει μίσθωμα 200 ευρώ μηνιαίως, ενώ επιβαρύνεται και με τις λειτουργικές δαπάνες αυτού, κατά την αναλογία του. Ακόμη, ο εναγόμενος καταβάλει για εκκρεμείς υποχρεώσεις του προς την Εφορία, για τα ασφάλιστρα και τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων του κ.λπ περί τα 1.200 ευρώ ετησίως, που, όμως, δεν προαφαιρούνται από τα εισοδήματά του, αλλά λαμβάνονται υπόψη ως προσδιοριστικά στοιχεία των συνθηκών διαβίωσής του (ΑΠ 471/2005 ΕλλΔνη 2005. 1425). Δεν προέκυψε ότι ο ενάγων έχει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή, εκτός των προαναφερθέντων, ούτε ότι αυτός διαθέτει σημαντικές καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό και μετοχές αξίας 30.000 ευρώ περίπου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή, καθώς δεν αρκούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, για το σχηματισμό πλήρους προς τούτο δικανικής πεποίθησης, τα όσα αναφέρουν σχετικά οι προαναφερθείσες ενόρκως βεβαιούσες – μάρτυρες της ενάγουσας, χωρίς να επιρρωνύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επιβαρύνεται, εξάλλου, (ο εναγόμενος) με τις δαπάνες διατροφής των ως άνω δύο θυγατέρων, που απέκτησε από το γάμο του με την ενάγουσα, οι οποίες, μετά την ανάθεση της επιμέλειάς τους σε αυτόν, κατά τα προεκτεθέντα, διαμένουν μαζί του και έχουν τα συνήθη έξοδα διατροφής των νέων της ηλικίας τους. Η μικρότερη δε εξ αυτών, ήταν, κατά το επίδικο διάστημα, ανήλικη, μαθήτρια λυκείου, η δε έτερη, ήδη ενήλικη, άνεργη. Η τελευταία, όμως, εφόσον δεν προκύπτει ότι σπουδάζει, θα μπορούσε, να εργαστεί, έστω με μειωμένο ωράριο, ώστε να διατρέφει τον εαυτό της. Άλλες διατροφικές υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα, πλην των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εναγόμενος, ενώ οι αναγκαίες δαπάνες για τη διατροφή, τη συντήρηση, την ένδυση και τη ψυχαγωγία του, είναι οι συνήθεις των ανδρών της ηλικίας του, η δε ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, καλύπτεται από τον ασφαλιστικό του φορέα. Ο ισχυρισμός, του εναγόμενου, τον οποίο επαναφέρει με το τέταρτο και τελευταίο λόγο της έφεσής του, ότι βαρύνεται με τα έξοδα διατροφής και της νέας συζύγου του ………… (η οποία εξετάστηκε και ως μάρτυράς του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν προέκυψε, από τα προσκομισθέντα από αυτόν ιατρικά πιστοποιητικά, ότι αυτή, γεννηθείσα το έτος 1962, αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας με τη μέση της, αλλά δεν αποδείχθηκε, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, ότι αυτό την καθιστά ανίκανη για εργασία και μάλιστα πλήρως. Δύναται δε, να ανεύρει εργασία, κατάλληλη και ανάλογη των προσόντων και των δυνάμεών της, εργαζόμενη έστω κατ΄οίκον ή (και) με μειωμένο ωράριο, από την οποία να αποκομίζει περί τα 300 ευρώ μηνιαίως, ώστε να καλύπτει τα έξοδα διατροφής της.

Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την απορία της ενάγουσας – εφεσίβλητης, (δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι ικανή, λόγω της ηλικίας, της έλλειψης εργασιακής εμπειρίας και κατάρτισης και της κατάστασης της υγείας της, προς άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει πλήρως από αυτό τη διατροφή της) και την ευπορία του εναγόμενου – εφεσίβλητου, με την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση αξίωσης συμπληρωματικής διατροφής της ενάγουσας έναντι του εναγόμενου – πρώην συζύγου της, αντίθετα με τα όσα αβασίμως υποστηρίζει ο τελευταίος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, περί έλλειψης των προϋποθέσεων αυτών. Εξάλλου, απορριπτέα τυγχάνει η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση του εναγόμενου, την οποία επαναφέρει με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσης, περί καταβολής μειωμένης διατροφής, ποσού κατ’ ανώτατο όριο 50 ευρώ μηνιαίως, στην ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 1444 παρ.1 ΚΠολΔ, καθώς δεν συντρέχουν οι αναφερόμενοι στο άρθρο αυτό σπουδαίοι λόγοι αποκλεισμού ή περιορισμού της διατροφής. Η δε επικαλούμενη από αυτόν συνυπαιτιότητα της ενάγουσας ως προς τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, δεν αρκεί για τον περιορισμό της διατροφής, που, σε κάθε περίπτωση, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του ως άνω άρθρου, και επί (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του δικαιούχου της διατροφής ή συνδρομής έτερου σπουδαίου λόγου, είναι δυνητικός και εναπόκειται στη διακριτική  ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να επιδικάσει όλο ποσό της διατροφής, μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, με γνώμονα την υπέρ του δικαιούχου ‘’επιείκεια’’ .

Το ύψος της ως άνω (συμπληρωματικής) διατροφής της ενάγουσας, ενόψει των αναγκών της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο – εκκαλούντα, την οποία υποχρεούται να καταβάλλει ο τελευταίος, λαμβανομένης υπόψη της, προαναφερθείσας, οικονομικής και προσωπικής κατάστασής του, ανέρχεται στο ποσό των 150 ευρώ, το μήνα για το επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 200 ευρώ που απαιτείται για την πλήρη κάλυψη των αναγκών διατροφής της, δύναται να το αποκομίσει η ίδια από την εργασία της, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Το ποσό αυτό (των 150 ευρώ) δύναται να καταβάλλει ο εναγόμενος χωρίς να κινδυνέψει η δική του διατροφή, με βάση τα παραπάνω εισοδήματά του, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης (άρθρα 1443,1487 ΑΚ), που επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που  με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν, έστω με μερικώς διαφορετική αιτιολογία, την οποία το δικαστήριο τούτο, παραδεκτά αντικαθιστά (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή κι ως  ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα προεκτεθέντα δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κρινόμενη έφεση, ν΄ απορριφθεί κατ΄ ουσία. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθεί εις βάρος του εκκαλούντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει, κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων, την έφεση κατά της υπ’αρ. 2672/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει την έφεση στην ουσία.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της έφεσης (με αριθμό e-παράβολο ……………/2019) στον καταθέσαντα αυτό εκκαλούντα.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 21 Ιουλίου 2020, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                H  ΓPAMMATEAΣ