ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2020

 

Πρόεδρος: Π. Χρυσοχόου

Δικηγόροι: Σ. Νακοπούλου, Β. Φωτεινάκης

 

Η ανακόπτουσα της από 09-04-2012 ανακοπής, ήδη εφεσίβλητη, ζήτησε, για τους αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση της υπ’ αριθ. ......./2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Καλαμάτας, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, το ποσό των 13.218,46 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, καθώς και την ακύρωση της από 19-03-2012 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει στην επισπεύδουσα, το ποσό των 13.218,46 ευρώ, ως επιδικασθέν κεφάλαιο, πλέον τόκων, το ποσό των 230 ευρώ, ως δικαστικά έξοδα και το ποσό των 34 ευρώ, για έκδοση, φωτοτύπηση, επικύρωση και επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε τη σώρευση των ανακοπών ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη, ακολούθως, έκανε δεκτό, και ως βάσιμο στην ουσία του, τον 1ο λόγο αυτών, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς εκτέλεση και καταδίκασε την καθής η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθής η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί, με την έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την απόρριψη της ανακοπής και την καταδίκη της ανακόπτουσας, ήδη εφεσίβλητης, στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Η ενάσκηση των δικαιωμάτων των Τραπεζών, ως χρηματοδοτικών οργανισμών, έναντι των πιστούχων - πελατών τους διέπεται από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (άρθ. 178, 200 και 288 ΑΚ), οι οποίες επιβάλουν - λόγω και της φύσης της πιστωτικής σχέσης, ως διαρκούς ενοχικής σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών - την υποχρέωση πίστης και προστασίας εν γένει των συμφερόντων των πιστούχων - πελατών τους, έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε υπέρμετρα επαχθής συνέπεια, ικανή να επιφέρει βλάβη σ’ αυτούς (πιστούχους - πελάτες) (ΑΠ 1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑΘ 1403/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνο, όμως, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δε θα ασκούσε το δικαίωμα του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΠατρ 104/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα, δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 385/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 146/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 159/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη με τον 1ο λόγο της ανακοπής της ισχυρίστηκε ότι είχε υποβάλλει, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, την από 15-04-2011 αίτησή της υπαγωγής των οφειλών της στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής της από τη σύμβαση με την καθής η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, στην οποία ειδικότερα είχε συμβληθεί ως πιστούχος, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ότι η εν λόγω αίτησή της, που επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή στις 13-05-2011, συζητήθηκε, κατόπιν αναβολής, στις 08-12-2011, και ότι η καθής η ανακοπή, μολονότι γνώριζε, ως μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια, ότι εκκρεμεί η έκδοση απόφασης, παρά ταύτα στις 20-01-2012 αιτήθηκε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ασκώντας καταχρηστικά το σχετικό της δικαίωμα, τυχόν δε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, θα αναιρέσει το δικαίωμά της να ενταχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν 3869/2010.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος, θεμελιούμενος στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, δοθέντος ότι υπό τα επικαλούμενα περιστατικά, αληθώς υποτιθέμενα, η ενέργεια της καθής η ανακοπή να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού μοναδικό σκοπό είχε την επιδίωξη πλήρους ικανοποίησης της απαίτησής της πριν προλάβει η ανακόπτουσα να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 (ΜΕφΑθ 146/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛειβ 37/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαμ 76/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, συνεπώς, ο (μοναδικός) λόγος της έφεσης, κατά το α΄ σκέλος του, με τον οποίο ειδικότερα η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε το λόγο της ανακοπής ορισμένο και νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως, ο ίδιος ως άνω λόγος έφεσης, κατά το β’ σκέλος του, με τον οποίο, ειδικότερα, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε και ως βάσιμο στην ουσία του τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της 30-05-2010 σύμβασης χορήγησης προσωπικού - καταναλωτικού δανείου, η εκκαλούσα χορήγησε στην εφεσίβλητη δάνειο ποσού 13.300 ευρώ. Το δάνειο εκταμιεύτηκε αυθημερόν και για την εξυπηρέτησή του τηρήθηκε ο υπ’ αριθ. ... λογαριασμός. Η εφεσίβλητη, όμως, δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων δόσεων, με συνέπεια η εκκαλούσα, στις 22-02-2011, να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης δανείου, καταγγελία που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 08-03-2011 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. .../08- 03-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ...), και σε κλείσιμο του προαναφερόμενου τηρούμενου λογαριασμού.

Παρά ταύτα, όμως, αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι η εφεσίβλητη, ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2010, είχε περιέλθει σε οικονομική αδυναμία, με συνέπεια να αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες οικονομικές της υποχρεώσεις, και για το λόγο αυτό είχε δρομολογήσει τη διαδικασία ρύθμισης των οφειλών της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν 3869/2010, που είχε τεθεί σε ισχύ από τον Αύγουστο του 2010 (ΦΕΚ 130Α/03.08.2010), γεγονός που γνώριζε η εκκαλούσα. Ειδικότερα, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, και στα πλαίσια του εξωδικαστικού συμβιβασμού, η εφεσίβλητη είχε απευθύνει, στην εκκαλούσα, στις 29-10-2010, αίτημα χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών (άρθ. 2 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε), την οποία και είχε λάβει, στις 02-11-2010 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ... αναλυτική βεβαίωση των οφειλών). Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 15-12-2010, η εφεσίβλητη είχε αποστείλει στην εκκαλούσα την από 14-12-2010 πρότασή της εξωδικαστικού συμβιβασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε. Η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, όμως, απέτυχε, οπότε και συνετάγη η από 10-03-2011 βεβαίωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εφεσίβλητης, όπου διαπιστωνόταν η εν λόγω αποτυχία (άρθ. 2 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε).

Κατόπιν τούτου, και συγκεκριμένα, στις 15-04-2011, η εφεσίβλητη υπέβαλε, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, την από 28-03-2011 αίτησή της ρύθμισης των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010 (άρθ. 4 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε), αντίγραφο της οποίας, με την ορισθείσα δικάσιμο της 22-09-2011, καθώς και κατάσταση της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων της και του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών της, μαζί με πρόσκληση υποβολής στη Γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου, εγγράφως, των παρατηρήσεων της και της δήλωσης συμφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης, επέδωσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 5 του Ν 3869/2010, ως ίσχυε, στην εκκαλούσα, στις 13-05-2011 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. .../13-05-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ...).

Η εκκαλούσα με τις από 14-06-2011 παρατηρήσεις της δήλωσε ότι δε συμφωνεί με το σχέδιο διευθέτησης, οπότε και η προαναφερόμενη αίτηση του άρθ. 4 παρ. 1 του Ν 3869/2010 της εφεσίβλητης, κατόπιν αναβολής της συζήτησής της κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 22-09-2011, συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 08-12-2011, κατά την οποία παραστάθηκε η εκκαλούσα, διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της. Όμως, ενώ, αναμενόταν η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία (απόφαση) σημειωτέον έγινε δεκτή η αίτηση και ορίστηκαν μηδενικές καταβολές για διάστημα 8 μηνών από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 29-02-2012, η εκκαλούσα, υπέβαλε, όπως προεκτέθηκε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, στις 20-01-2012, δηλαδή ένα σχεδόν μήνα μετά τη συζήτηση της αίτησης και αφού είχε προηγηθεί όλη η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, για την απαίτησή της από την προαναφερόμενη σύμβαση δανείου. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ................/23-01-2012 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Καλαμάτας, αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της οποίας, με την, παρά πόδας αυτού, από 19-03-2012 επιταγή προς εκτέλεση η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη, στις 21-03-2012 (βλ. σχετ. την από 21-03-2012 επισημείωση επίδοσης στο σώμα της διαταγής πληρωμής της δικαστικής επιμελήτριας ...).

Παρά ταύτα, όμως, η έκδοση και επίδοση της ανακοπτόμενης υπ’ αριθ. .........../2012 διαταγής πληρωμής με την από 19-03-2012 επιταγή προς εκτέλεση, από την εκκαλούσα, ενόψει του ότι γνώριζε ότι η εφεσίβλητη, ήδη από το έτος 2010, είχε περιέλθει σε οικονομική αδυναμία, ότι η οφειλή αυτής, για την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, συμπεριλαμβανόταν στην ως άνω αίτησή της ρύθμισης των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010, καθώς και στο συνυποβαλλόμενο με αυτή σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και ότι αναμενόταν η απόφαση του Δικαστηρίου επ’ αυτής (αίτησης ρύθμισης των οφειλών κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010), αφού είχε συμμετάσχει στη συζήτησή της, συνιστά, καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους της, κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ, δηλαδή συμπεριφορά που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η σκοπούμενη από την εκκαλούσα επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ουσιαστικά αναιρεί το δικαίωμα της εφεσίβλητης να υπαχθεί στο Ν 3869/2010 (ΜΕφΑθ 146/2017 ό.π., ΜΠρΛειβ 37/2019 ό.π., ΜΠρΛαμ 76/2018 ό.π.). Άλλωστε, και σε κάθε περίπτωση, μετά την εκδήλωση της πρόθεσης της εφεσίβλητης για υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, στις 29-10-2010 όταν και υπέβαλε αίτημα χορήγησης αναλυτικής βεβαίωσης οφειλής, η εκκαλούσα προέβη, και συγκεκριμένα στις 22-02-2011, σε καταγγελία της δανειακής σύμβασης και κλείσιμο του λογαριασμού που την εξυπηρετούσε, προασπίζοντας έτσι τα συμφέροντά της με τη διασφάλιση της μη επέκτασης της ζημίας της από τη λειτουργία της σύμβασης (ad hoc ΜΕφΑΘ 146/2017 ό.π.).

Με βάση τα προαναφερθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και η επίδοση αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής με την, παρά πόδας αυτού, από 19-03-2012 επιταγή προς εκτέλεση, συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους της καθής η ανακοπή - εκκαλούσας, και ακολούθως, αφού έκανε δεκτό, και ως ουσιαστικά βάσιμο, το σχετικό λόγο ανακοπής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ως βάσιμη στην ουσία της και ακύρωσε την υπ’ αριθ. .........../2012 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Καλαμάτας και την από 19-03-2012 επιταγή προς εκτέλεση, αποφαινόμενο, περαιτέρω, ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, ο λόγος της έφεσης, κατά το β’ σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, η δε εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το βάσιμο πίνακα που υποβάλλεται (άρθ. 176, 183 και 190 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα, ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 στοιχ. Γ' ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.