ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2018

 

Πρόεδρος Πρωτοδικών: ΚΩΝ/ΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

Δικηγόροι: Σουλτάνα Ελευθεριάδου, Χρυσάνθη Υφαντή (προσθ. παρ.) - Γεώργιος Λεβέντης

 

(...) Λόγω των προσόντων που διέθετε ο ενάγων έγινε αμέσως αποδεκτός ―άλλωστε ήταν και ο μόνος - ως υποψήφιος, τόσο από τον Η.Μ., όσο και από την υπεύθυνη του προσωπικού και μάρτυρα ανταπόδειξης, οι οποίοι μάλλον υπεραισιοδοξούσαν για τα αποτελέσματα της πρόσληψης αυτής. Η τελευταία έλαβε χώρα στις 11-4-2016 και ο ενάγων αμέσως ανέλαβε, κατόπιν σχετικής βραχυχρόνιας εκπαιδεύσεως από τον Η.Μ. καθήκοντα ιατρικού επισκέπτη στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, με ιδιαίτερο (και κύριο) βάρος την Καβάλα και τη Δράμα. Παράλληλα ο ενάγων τυγχάνει και συνδικαλιστής, κατέχων τη θέση του Γενικού Γραμματέα στο πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο ―1ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνον, και ως αντιπρόσωπος στη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση- 2η προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα. Ωστόσο ο ενάγων, μολονότι αδιαμφισβήτητα τυγχάνει συνδικαλιστικό στέλεχος, προστατευόμενο από τις διατάξεις του Ν. 1264/82, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι σε κάποια στιγμή πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας γνωστοποίησε στη νόμιμη εκπρόσωπο της εργοδότριας εναγόμενης εταιρίας την ιδιότητά του αυτή. Την κρίση του αυτή αντλεί το Δικαστήριο κυρίως από την παντελή έλλειψη οιουδήποτε εγγράφου σε ύποπτο ή και ανύποπτο χρόνο από τις 11-4-2016 έως και τις 16-2-2017 που να καταδεικνύει τη γνωστοποίηση της ιδιότητας αυτής προς τη νόμιμη εκπρόσωπο της εργαζόμενης, είτε κατά τη στιγμή της πρόσληψής του είτε μεταγενέστερα μέχρι και την 17η-2-2017 οπότε και απολύθηκε, οι δε μάρτυρες απόδειξης καταθέτοντας περί του θέματος αυτού απλώς αναμεταδίδουν πληροφορίες που τους γνωστοποιήθηκαν από τον ενάγοντα, μείζον δε βάρος προσδίδουν στην δημόσια συνδικαλιστική δράση του συναδέλφου τους, παρορώντας ότι για την εφαρμογή των ιδιαίτερα εξαιρετικών, και αμφιβόλου αντικειμενικότητας έναντι των λοιπών εργαζομένων - μη συνδικαλιστών, προστατευτικών διατάξεων της διάταξης του άρθρου 14 Ν. 1264/82, απαιτείται κατά την κρατούσα θέση της Νομολογίας που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο ως την ορθή, σαφής και πλήρη γνώση του εργοδότη περί της συνδικαλιστικής ιδιότητας του απολυτέου, που στην προκείμενη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ούτε τυπικά, ούτε ατύπως, οι δε αναρτήσεις του ενάγοντος σε ιστότοπους ή τα μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από προσωπικούς του λογαριασμούς, στους οποίους δεν είχε πρόσβαση η εναγόμενη εργοδότης ή και γενικότερα η αναγνωρισιμότητά του στους τοπικούς συνδικαλιστικούς κύκλους δεν αρκεί για να προσδώσει στην εναγόμενη την απαιτούμενη γνώση περί αυτής του της ιδιότητας. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ούτε προφορική ενημέρωση του άμεσου ιεραρχικά ανωτέρου του, Η.Μ. περί αυτής του της ιδιότητας, παρά μόνο στις 17-2-2017 που ο ίδιος μαζί με τον έτερο ενόρκως βεβαιούντα «Κ» του εγχείρισε το έγγραφο της απόλυσής του, την οποία (απόλυση) ο ενάγων, απέκρουσε επικαλούμενος τότε για πρώτη φορά την συνδικαλιστική του ιδιότητα. Ούτε επιχείρημα περί υπάρξεως γνώσης θα μπορούσε επιτυχώς να αντληθεί από το γεγονός της ειδοποίησης μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προθέσεως του ενάγοντος να συμμετέχει στην πανελλαδική απεργία της 8ης-12-2016 της ΓΣΕΕ, καθόσον μόνο η συμμετοχή σε μία ευρείας κλίμακας πανελλαδική απεργία δεν αρκεί για να εγείρει υποψίες στον εργοδότη ότι ο απεργών τυγχάνει και συνδικαλιστής, ούτε η δήλωση βούλησής του αυτή συνοδευόταν από σχετική γνωστοποίηση της ιδιότητας που τυχόν επέτασσε την ενεργό συμμετοχή του, σε κάθε δε, περίπτωση επρόκειτο για μία καθολική και ευρείας κλίμακας απεργία με υψηλό ποσοστό συμμετοχής. Η άγνοια της εναγόμενης σαφώς καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του επί δέκα μήνες, ουδέποτε έκανε χρήση των ευεργετικών διατάξεων για λήψη συνδικαλιστικών αδειών, στοιχείο που θα οδηγούσε στη γνώση της εναγόμενης περί της ιδιότητάς του αυτής, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρακίνησε επικαλούμενος τη συνδικαλιστική του ιδιότητα έτερους υπαλλήλους της εναγόμενης για το δικαίωμα λήψης πρόσθετης αποζημίωσης για εργασία τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες των εορτών, ή ότι έθεσε στην εναγόμενη το θέμα αυτό υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ώστε να αντληθεί τυχόν επιχείρημα περί γνώσεως της εναγόμενης. Τέλος δεν αντέχει στην κοινή λογική η σκέψη του να αναθέσει η εναγόμενη ένα εγχείρημα με αμφίβολο αποτέλεσμα, όπως οι αριθμοί αποτύπωναν ήδη, σε έναν εργαζόμενο συνδικαλιστή, ανεξαρτήτως των γνώσεων και της εμπειρίας που διέθετε, τον οποίο δεν θα μπορούσε να απολύσει άμα τη αποτυχία του εγχειρήματος, πράγμα που σαφώς γνώριζε καθόσον τυγχάνει εταιρία με πολλούς εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και συνδικαλιστές. Με βάση τα ανωτέρω η αγωγή κατά το μέρος της που αφορά στην ακυρότητά της λόγω της συνδικαλιστικής ιδιότητας του ενάγοντος κατ’ αμφότερα τα σκέλη αυτής τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε η γνώση της ιδιότητας αυτής στο πρόσωπο της εναγόμενης μέχρι τη στιγμή της καταγγελίας (...).