ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 29ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 489/2020

 

Πρόεδρος : Σ.-Σ. Κατσίκα, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Δικηγόροι : Απ. Παπακωνσταντίνου, Π. Κοτσίρη (Ν.Σ.Κ.)

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες, μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, υπηρετούντες κατά τον κρίσιμο χρόνο σε διάφορες Διευθύνσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, στις οποίες τοποθετήθηκαν μετά την 1η.11.2011 είτε κατόπιν διορισμού (προκειμένου για τους 1ο έως και 40η, οι οποίοι είναι απόφοιτοι των σειρών KB και ΚΓ της Εθνικής Σχολικής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης) είτε κατόπιν μετάταξης (προκειμένου για τις 41 η και 42η, οι οποίες μετατάχθηκαν από τα Υπουργεία Πολιτισμού και Αθλητισμού και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αντίστοιχα), ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου, να τους καταβάλει, κατ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ, τα ειδικότερα αιτούμενα, με το κρινόμενο δικόγραφο, από καθένα τους ποσά. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν στην υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 για το διάστημα από την 1η.9.2016 έως την 1η.9.2018, η οποία, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, όπως ισχυρίζονται, δεν επεκτάθηκε και σε αυτούς για το ανωτέρω διάστημα με τις διατάξεις των άρθρων 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015. Τα παραπάνω ποσά ζητούν να τους επιδικασθούν με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής. Επικουρικά, δε, ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

3. Επειδή, περαιτέρω, το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής υπογράφεται μόνο από τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου. Όπως, δε, προέκυψε, όλοι οι ενάγοντες, πλην των 10ου, 13ου και 40ης, νομιμοποίησαν τον ανωτέρω δικηγόρο προσκομίζοντας έως τη συζήτηση της υπόθεσης ιδιωτικά έγγραφα παροχής πληρεξουσιότητας προς αυτόν με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής τους από αρμόδια δημόσια αρχή. Περαιτέρω, οι 10ος, 13ος και 40η δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα (βλ. σχετ. δεύτερη σκέψη), με τον ανωτέρω δικηγόρο ή με άλλο νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο, ούτε προσκόμισαν μέχρι τη συζήτηση έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο, ούτε εξάλλου, εμφανίστηκαν στο ακροατήριο για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της αγωγής. Εξάλλου, το κατατεθέν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 3.5.2019, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία δεν είχε χορηγηθεί προθεσμία για νομιμοποίηση, ιδιωτικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας του 13ου από τους ενάγοντες προς τον ανωτέρω δικηγόρο (Απόστολο Παπακωνσταντίνου), το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του από αρμόδια δημόσια αρχή η οποία έλαβε χώρα στις 2.5.2019, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για τη νομιμοποίηση του ως άνω δικηγόρου, διότι κατατέθηκε εκπρόθεσμα. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως προς αυτούς (10ο, 13ο και 40η) ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 30 παρ. 2 και 3 και 35 του Κ..Δ.Δ. (ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. 97 Α), για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο της μη νομιμοποίησης του δικηγόρου που την υπογράφει, ν απαλλαγούν, όμως, οι ανωτέρω, κατ εκτίμηση των περιστάσεων, από τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε του ίδιου Κώδικα.

4. Επειδή, οι υπόλοιποι ενάγοντες, οι οποίοι νομιμοποίησαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τον υπογράφοντα το κρινόμενο δικόγραφο δικηγόρο, ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 115 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Φ.Ε.Κ. 24 Α), καθώς οι αξιώσεις τους στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη νομική και πραγματική βάση. Δεδομένου, δε, ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης της υπό κρίση αγωγής πρέπει αυτή να εξετασθεί, περαιτέρω, στην ουσία.

5. Επειδή, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί νομικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, η παράβασή του δε ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας τους. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των, κατ αρχήν, επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών ή άλλων συνθηκών, που συνδέονται με τις υπό ρύθμιση καταστάσεις ή σχέσεις, πάνω στη βάση δε γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, που αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε υπό τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε υπό τη μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. ΣτΕ 874/2018 Ολομ., 3373/2015 Ολομ., 3404-5/2014 Ολομ., 1286/2012 Ολομ., 3086/2011 Ολομ., 992/2004 Ολομ., 834/2016 7μ, 2368/2017, 865/2016).

6. Επειδή, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την 2009/415/ΕΚ απόφαση του (EE L 135/30.5.2009), διαπίστωσε ότι στην Ελλάδα υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα. Προς αντιμετώπιση της κατάστασης επιβλήθηκαν με τους νόμους 3758/2009 (Α 68) και 3808/2009 (Α 227), έκτακτες οικονομικές εισφορές στα εισοδήματα φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων. Στις 14.1.2010 εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013, σύμφωνα με το οποίο η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας επέβαλε την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί περιστολή των δημοσίων δαπανών, με τη μείωση, μεταξύ άλλων, της δαπάνης της γενικής κυβέρνησης για επιδόματα κατά 10% και τον περιορισμό των προσλήψεων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα. Στις 16.2.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης εξέδωσε την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου. Στη συνέχεια, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης και προς «αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλεί σοβαρά την Εθνική Οικονομία», όπως αναφέρεται στη σχετική εισηγητική έκθεση, ελήφθησαν μέτρα με τον ν. 3833/2010 (Α 40), μεταξύ των οποίων αναδρομική μείωση αποδοχών των εργαζομένων στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, μειώθηκαν κατά 12% τα πάσης φύσης επιδόματα, και κατά 30% τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ θεσπίσθηκε όριο στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Στις 3.5.2010 εξάλλου, υπεγράφη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας «Μνημόνιο Συνεννόησης» στο οποίο περιελήφθησαν, μεταξύ άλλων, τα δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές. Όπως ειδικότερα προβλέπεται σ αυτό, πριν από την καταβολή των δόσεων του δανείου προς την Ελλάδα συντάσσεται έκθεση συμμόρφωσης σχετικά με την εκπλήρωση των οριζόμενων προϋποθέσεων, μεταξύ δε των προβλεπόμενων μέτρων περιλαμβάνεται η μείωση του μισθολογίου. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο ν. 3845/2010 (Α 65), με τον οποίο επήλθε περαιτέρω μείωση των επιδομάτων κατά 8%. Εξάλλου, στις 8.5.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την 2010/320/ΕΕ απόφασή του (L 145), με την οποία απεύθυνε και πάλι, στην Ελλάδα ειδοποίηση για τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, θέτοντας ένα αναλυτικό χρονοδιάγραμμα νομοθετικών μέτρων, μεταξύ των οποίων την εισαγωγή ενός ενιαίου απλοποιημένου συστήματος αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων. Εν τω μεταξύ, δημοσιεύθηκε ο ν. 3871/2010 (Α 141) με τον οποίο επιβλήθηκε η ψήφιση κατ έτος, «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης», το οποίο εγκρίθηκε για την περίοδο 2012-2015, με το ν. 3985/2011 (Α 151). Με τις προβλέψεις του ως άνω «πλαισίου», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου, επιδιώκεται, όχι μόνο η μείωση των δαπανών του κράτους αλλά η υλοποίηση μόνιμων διαρθρωτικών παρεμβάσεων, όπως ο εξορθολογισμός της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου.

7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω με τον ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Φ.Ε.Κ. 226 Α), καθιερώθηκε νέο Ενιαίο Μισθολόγιο - Βαθμολόγιο, ενόψει των ιδιαιτέρων δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τον εν λόγω νόμο, με το νέο αυτό μισθολόγιο, ο νομοθέτης, διαπιστώνοντας, μεταξύ άλλων προβλημάτων, ότι το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς στηριζόταν σ ένα σύστημα επιδομάτων πολύπλοκο και κατακερματισμένο, με συνέπεια την εμφάνιση ανισότητας μεταξύ των αμοιβών που χορηγούνταν από κάθε υπουργείο/φορέα, τόσο ως προς το ύψος αυτών, όσο και ως προς τα κριτήρια που λαμβάνονταν υπόψη για τη χορήγησή τους, στόχευσε, μεταξύ άλλων, στη θεραπεία και στον εξορθολογισμό της υφιστάμενης κατάστασης αναφορικά με τις οικονομικές απολαβές των υπαλλήλων. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, πέραν του βασικού μισθού κάθε βαθμού, που ορίζεται στο άρθρο 13, με τα άρθρα 15 έως 19, προβλέφθηκε η χορήγηση μόνο τριών επιδομάτων και επιδόματος θέσης ευθύνης, καθώς και κινήτρου επίτευξης στόχων και κινήτρου επίτευξης δημοσιονομικών στόχων. Λόγω της κατάργησης των περισσότερων επιδομάτων του προγενέστερου μισθολογικού καθεστώτος και της καθιέρωσης νέων βασικών μισθών, στις περισσότερες περιπτώσεις των υπαλλήλων επήλθε μείωση των αποδοχών που λάμβαναν κατ εφαρμογή των διατάξεων του προγενέστερου ν. 3205/2003. Ως προς το ζήτημα αυτό, στο άρθρο 29 του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι: «1. Οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, λαμβάνουν το βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού αυτού ... . 2. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α) ... γ)... . Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου ... η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ... », ενώ με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΓΙ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 «Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016 - επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016», (Α 222/12.11.2012), όπως η περίπτωση αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (Α 176), ορίστηκε ότι: «Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων ... της περίπτωσης β του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012 ...». Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ν. 4024/2011, όπως αντικαταστάθηκε από 5.12.2012 με την παράγραφο 10 του άρθρου 9 του ν. 4111/2013 (Φ.Ε.Κ. 18 Α), ορίστηκε ότι: «Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους». Τέλος, στο άρθρο 34 του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176/16.12.2015), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 35 του αυτού νόμου, ισχύει από 1.1.2016, ορίζεται ότι: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, καθώς και οι κατ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, και με την επιφύλαξη της παραγράφου στ του άρθρου 33 του νόμου αυτού ...», ενώ στο άρθρο 27 παρ. 1 του εν λόγω νόμου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική».

8. Επειδή, κατ αρχάς από το περιεχόμενο των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων συνάγεται ότι με αυτές ρυθμίζονται ζητήματα ένταξης των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού στον οποίο κατατάσσονται με βάση το προηγούμενο άρθρο (28) του ίδιου νόμου (βλ. ΣτΕ 1584/2016, 4206, 3873, 798/2015, Ολ ΣτΕ 3177/2014), ενώ, για τους εφεξής (δηλαδή μετά την 1 η. 11.2011, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 4 αυτού) μετατατασσόμενους υπαλλήλους από ένα φορέα του Δημοσίου σε έναν άλλο, διαφορετικού υπουργείου ή ν.π.δ.δ., τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, σε όσες περιπτώσεις υπαλλήλων, λόγω της υπαγωγής τους στο νέο μισθολόγιο, προκύπτει στις συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους μείωση μεγαλύτερη κατά 25% των αποδοχών που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του νέου μισθολογίου, και προκειμένου η μείωση αυτή να μην ανατρέψει αιφνιδίως τον οικονομικό τους προϋπολογισμό, ναι μεν η μείωση στο ανωτέρω ποσοστό επιβάλλεται με την έναρξη ισχύος του νέου μισθολογίου, πλην όμως η υπερβάλλουσα του ποσοστού αυτού μείωση επιβάλλεται σταδιακά κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην υποπερίπτωση β της περίπτωσης γ της προμνησθείσας παραγράφου 2. Δεδομένου, όμως, ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΓΙ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ανεστάλη, μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή της πέραν του 25% μείωσης των αποδοχών, η υπερβάλλουσα αυτή διαφορά, μεταξύ των αποδοχών που οι υπάλληλοι λάμβαναν με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και εκείνων που έπρεπε να λαμβάνουν με τις νέες μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011, άνω του ποσοστού του 25%, εξακολούθησε να καταβάλλεται με τις αποδοχές τους και μάλιστα ορίστηκε ρητά με τις διατάξεις του ν. 4111/2013, που τροποποίησε το άρθρο 14, ότι αποτελεί μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής της. Άλλωστε, η διαφορά αυτή, ισχύουσα πλέον ως «προσωπική διαφορά» από 01.01.2016, συνέχισε να καταβάλλεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4354/2015. Περαιτέρω, εφόσον σκοπός της διάταξης αυτής δεν ήταν η καταβολή οποιασδήποτε μισθολογικής προσαύξησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αλλά η ομαλότερη ενσωμάτωση των υπαλλήλων αυτών που υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στο μισθό τους, στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις, απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής της και ζήτημα καταβολής της υπερβάλλουσας διαφοράς τίθεται, καταρχάς, στην περίπτωση που ένας υπάλληλος έχει προσληφθεί και μισθοδοτηθεί πριν τη δημοσίευση του ν. 4024/2011 (Α 226/27.10.2011), ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμοι μισθοί του υπαλλήλου προκειμένου να εξευρεθεί τυχόν μειωτική μεταξύ τους διαφορά κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή. Στην περίπτωση, δε, υπαλλήλου προσληφθέντος μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, η εν λόγω διαφορά δεν υφίσταται, και ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα καταβολής της, καθώς με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του. Είναι άλλο δε το ζήτημα της τυχόν επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν μετά τη δημοσίευση του ν. 4024/2011.

9. Επειδή, εν συνεχεία, με το άρθρο 188 του ν. 4261/2014 (Φ.Ε.Κ. 107 Α) ορίστηκε ότι: «1. Για την κατάταξη στους βαθμούς, στα μισθολογικά κλιμάκια και τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 8Κ/2008, που κυρώθηκε με την αριθμ. .../11.5.2010 απόφαση του Δ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ 412), των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του ίδιου Υπουργείου, του διαγωνισμού 2Ε/2007, που κυρώθηκε με την αριθμ. .../17.2.2010 απόφαση του Γ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ 120), των υπαλλήλων που διορίσθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 στο Υπουργείο Οικονομικών κατόπιν των αριθμ. 30256/28.2.2002 (Β 299) και 1019/5.8.2003 (Β 1166) αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των αριθμ. 15/2Γ/2002 και 2/1 Γ/2004 προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 2643/1998 και της παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 3227/2004, καθώς και των αποφοίτων της ΚΑ εκπαιδευτικής σειράς της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., που τοποθετήθηκαν στο ίδιο Υπουργείο εφαρμόζονται αποκλειστικά από 1.5.2014 οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας. 2. ...». Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, η θέσπιση της διάταξης της παραγράφου 1 του πιο πάνω άρθρου, κρίθηκε αναγκαία για λόγους ισότητας εντός της ίδιας υπηρεσίας, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι θα έπρεπε να είχαν διοριστεί από το έτος 2010, αλλά εξαιτίας της εξαιρετικά δυσμενούς κατά το χρόνο εκείνο δημοσιονομικής συγκυρίας της χώρας και λόγω των περικοπών που έγιναν στις προσλήψεις προσωπικού τελικά ανέλαβαν υπηρεσία μετά την εφαρμογή του νέου μισθολογίου (1.11.2011), με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές ακόμα και από αυτές που προβλέπονταν για συναδέλφους τους με κατώτερα τυπικά προσόντα, οι οποίοι υπηρετούσαν στον ίδιο φορέα την 1.11.2011. Περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ν. 4350/2015 (Φ.Ε.Κ. 161 Α) ορίστηκε ότι: «Για την κατάταξη στους βαθμούς, στα μισθολογικά κλιμάκια και τον υπολογισμό των όσων προβλέπονται στα άρθρα 28 και 29 του ν. 4024/2011 των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 1Κ/2013 (ΦΕΚ 2/ΑΣΕΠ/15.3.2013), εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας. ...».

10. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 45 του ν. 4569/2018 (Φ.Ε.Κ. Α 179/11.10.2018) ορίστηκε ότι: 1. Η προσωπική διαφορά της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (Α 176), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α 226), χορηγείται, από 1.9.2018, σε όλους τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), που έχουν διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την 1.11.2011 έως και την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευομένων από αυτό νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς επίσης και ως διοικητικό προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ελ.Συν.). 2. Για τους σκοπούς του παρόντος και για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους, καθώς και των άρθρων 26 και 27 του ν. 4354/2015, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη των ως άνω υπαλλήλων και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας πριν την 1.9.2018. ...». Εξάλλου, η ως άνω παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε από 1ης.4.2019 με το άρθρο 57 του ν. 4605/2019 (Φ.Ε.Κ. Α 52/1.4.2019), και ισχύει ως εξής: «Ι.α. Η προσωπική διαφορά της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (Α 176), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α 226), χορηγείται, από 1.9.2018, σε όλους τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), που έχουν διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την 1.11.2011 έως και την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευομένων από αυτό νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς επίσης και ως διοικητικό προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ελ.Συν.). β. Η προσωπική διαφορά της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (Α 176), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α 226) και η οποία προέκυψε από την εφαρμογή του άρθρου 57 του ν. 2324/1995 (Α 146) όπως επαναφέρθηκε σε ισχύ και τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 του ν. 2873/2000 (Α 285) και διατηρήθηκε σε ισχύ με ης παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003 (Α 297), από την 1.9.2018 καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους όλων των οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), με ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης στο Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης έως 31.3.2019. ... Η χορήγηση της προσωπικής διαφοράς για το ανωτέρω προσωπικό που έχει ήδη προσληφθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος γίνεται από το χρόνο της δημοσίευσης, ενώ για εκείνο που προσλαμβάνεται μετά τη δημοσίευση, η χορήγηση της προσωπικής διαφοράς γίνεται από το χρόνο της πρόσληψης».

11. Επειδή, περαιτέρω, με την παράγραφο 22 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. 65 Α), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3899/2010 (Φ.Ε.Κ. 212 Α"), ορίσθηκε ότι: «Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται. Αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται. Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Ι.Δ. που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως, από Ο.Τ.Α. και Ο.Κ.Α. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011.». Με τις ανωτέρω, προγενέστερες του ν. 4024/2011 διατάξεις του ν. 3845/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 3899/2010, ρυθμίσθηκε το ζήτημα της καταβολής των αποδοχών των μετατασσόμενων από 1ης.1.2010 και εφεξής από ένα φορέα σε άλλο φορέα του δημοσίου τομέα και ορίσθηκε ότι οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται μόνο το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που λάμβαναν στο ν.π.δ.δ, από το οποίο μετατάχθηκαν. Ο νομοθέτης, αποσκοπώντας προφανώς στη μείωση του μισθολογικού κόστους, όρισε ότι δεν επιτρέπεται η διατήρηση προσωπικής μισθολογικής διαφοράς στις περιπτώσεις μετάταξης ή μεταφοράς υπαλλήλων, διαφοροποιούμενος ως προς το θέμα αυτό από προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες. Στην έννοια δε της ανωτέρω προσωπικής μισθολογικής διαφοράς, η οποία σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 22 του ν. 3845/2010, δεν διατηρείται σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς υπαλλήλων από οποιονδήποτε φορέα σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, υπάγεται, κατ αρχήν, και η προβλεπόμενη στο άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 υπερβάλλουσα μείωση, δεδομένου ότι αυτή μετά την 1η.11.2011 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011) δεν είχε περικοπεί, αλλά εξακολουθούσε να καταβάλλεται μέχρι 31.12.2015, αποτελώντας, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4024/2011, τμήμα των μηνιαίων αποδοχών που λάμβαναν οι υπάλληλοι στην προηγούμενη θέση τους, καθώς και η προβλεπόμενη στο άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 4354/2015 προσωπική διαφορά, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δεδομένου ότι αυτή μετά την 1η.1.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4354/2015) εξακολουθούσε να καταβάλλεται, αποτελώντας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4354/2015, επίσης τμήμα των ως άνω μηνιαίων αποδοχών. Όμως, πρέπει να γίνει δεκτό, ενόψει και του σκοπού της ως άνω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 22 του ν. 3845/2010, που μεταξύ άλλων θεσπίσθηκε αφενός για να αποτραπεί η καταβολή υψηλών αποδοχών, ως προσωπικής διαφοράς, σε υπαλλήλους που μετατάσσονται σε θέσεις που δεν δικαιολογούν αντίστοιχου επιπέδου αποδοχές, αφετέρου για να διασφαλισθεί η ίση μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων που υπηρετούν στην ίδια υπηρεσία, κατά τρόπο ώστε όταν παρέχουν ίσης αξίας εργασία να αμείβονται με ίσες απολαβές, ότι, οι κατά τα ανωτέρω μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι υπάλληλοι δικαιούνται να λάβουν τόσο ποσό υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, όσο δικαιούνται και οι υπάλληλοι της θέσης του φορέα υποδοχής με τα ίδια έτη υπηρεσίας που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, με συνέπεια να χάνουν το υπερβάλλον ποσό, στην περίπτωση που στη θέση του φορέα προέλευσης δικαιούνταν μεγαλύτερο ποσό, καθόσον αυτό αποτελεί μη διατηρητέα προσωπική διαφορά κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων. Τούτο, διότι η απώλεια όλου του ποσού της υπερβάλλουσας μείωσης από τους ανωτέρω υπαλλήλους θα αποτελούσε εξαιρετικά άδικη συνέπεια της μετάταξης ή μεταφοράς τους, ενώ, συγχρόνως, θα αντέβαινε τόσο στο γράμμα όσο και στον σκοπό των προαναφερόμενων διατάξεων, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν θα λάμβαναν το σύνολο των αποδοχών που δικαιούνται οι υπάλληλοι αντίστοιχης κατηγορίας και θέσης του φορέα υποδοχής -στις οποίες περιλαμβάνεται η υπερβάλλουσα μείωση- με συνέπεια την άνιση μισθολογική μεταχείρισή τους έναντι των υπαλλήλων αυτών, όσο και στις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, με τις οποίες προβλέφθηκε μεταβατικό καθεστώς σταδιακής μισθολογικής προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ. με σκοπό την ομαλοποίηση των δυσμενών επιπτώσεων από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού (πρβλ. Ε.Σ. πράξη 122/2015 του I Τμήματος). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 συνάγεται ότι για όσο χρόνο παραμένουν αμετάβλητα τα στοιχεία (εκπαιδευτική κατηγορία, κλάδος και έτη υπηρεσίας) με βάση τα οποία προσδιορίσθηκαν, στη δεδομένη χρονική στιγμή εφαρμογής του νέου μισθολογίου, οι συγκρίσιμοι μισθοί του υπαλλήλου, για να εξευρεθεί τυχόν μειωτική μεταξύ τους διαφορά σ εκείνη τη χρονική στιγμή και εξαιτίας της ανωτέρω εφαρμογής, η ενδεχομένως προκύπτουσα ως άνω διαφορά καταβάλλεται, στο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη προαναφερόμενη παράγραφο 2 ποσοστό, μέχρι 31.12.2016. Όταν, όμως, ένα από τα παραπάνω στοιχεία μεταβληθεί, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μετάταξης από κατώτερη σε ανώτερη εκπαιδευτική κατηγορία, με συνέπεια την αύξηση του καταβαλλόμενου στον υπάλληλο μισθού, η ως άνω διαφορά παύει να υπάρχει και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα καταβολής της, ενώ, περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως μεταγενέστερης αύξησης του μισθού του ή μειώνεται αναλόγως της αύξησης αυτής (πρβλ. Ε.Σ. πράξη 25/2016 του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο I Τμήμα).

12. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (Π.Δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. 164 Α), ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ...». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Περαιτέρω, εκ του ότι ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια όργανα αυτής ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 2169/2016 7μ, 1086, 1087/2016 7μ, 2196/2014, 3359/2013, 450/2013, 1038/2006 7 μ., ΣτΕ 3089/2009 7μ, 910/2007). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (βλ. ΣτΕ 2196/2014, 3901/2013, 450/2013 7μ, 2773/2010 7μ., 3093/2009, 1038/2006 7μ.). Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν όψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (βλ. ΣτΕ 4100/2012, 3124/2011). Σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαταστήσει, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Α.Κ., κάθε θετική ή αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος). Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία συνδέεται κατ ανάγκη με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων και δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας (βλ. ΣτΕ Α Τμ. 2018/2017). 13. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τον κρίσιμο χρόνο υπηρετούσαν σε διάφορες Διευθύνσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, στις οποίες τοποθετήθηκαν μετά την 1η.11.2011 είτε κατόπιν διορισμού, προκειμένου για τους 1ο έως και 39η, αποφοίτους της KB και ΚΓ σειράς της Εθνικής Σχολικής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), είτε κατόπιν μετάταξης, προκειμένου για τις 41η και 42η, οι οποίες μετατάχθηκαν από τα Υπουργεία Πολιτισμού και Αθλητισμού και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, οι 1ος, 2η, 3ος, 7ος, 11η, 12ος, 35ος και 37ος από τους ενάγοντες, απόφοιτοι της KB σειράς της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., διορίστηκαν με το ..../19.12.2014 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 20η.7.2014, οι 6η και 38η, απόφοιτες της KB σειράς, διορίστηκαν με το ...,/20.10.2014 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 20η.7.2014, οι 4η, 8ος, 14η, 15η, 16η, 18η, 20η, 22ος, 23η, 24η, 25ος, 25η, 28η, 33η, 34ος, 36η και 39η, απόφοιτοι της ΚΓ σειράς, διορίστηκαν με το 102/12.2.2016 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 10η.10.2015, οι 5η, 9η, 17η, 29ος, 30η, 31ος και 32η, απόφοιτοι της ΚΓ σειράς, διορίστηκαν με το ..../22.2.2016 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 10η. 10.2015, η 19η, απόφοιτη της ΚΓ σειράς, διορίστηκε με το ..../II. 11.2015 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 10η. 10.2015, ο 21ος, απόφοιτος της ΚΓ σειράς, διορίστηκε με το ..../25.2.2016 Φ.Ε.Κ. τεύχος Γ, με ημερομηνία διορισμού την 10η.10.2015, η 41η διορίσθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού στις 20.12.2005 και μετατάχθηκε από το ως άνω Υπουργείο, με την .. ./13.6.2016 κοινή απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 599 Γ/29.6.2016), στο Υπουργείο Οικονομικών στις 29.6.2016, και η 42η διορίσθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στις 17.10.2006 και μετατάχθηκε από το ως άνω Υπουργείο, με την ..../6.7.2016 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. .../29.7.2016), στο Υπουργείο Οικονομικών στις 29.7.2016.

14. Επειδή, οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νόμιμα κατατεθέν υπόμνημα, προβάλλουν ότι με τις διατάξεις των άρθρων 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015 προβλέφθηκε η εφαρμογή των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011 σε ευρύτερες κατηγορίες υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών της κατηγορίας Π.Ε., περιλαμβανομένων του συνόλου σχεδόν των υπαλλήλων που τοποθετήθηκαν σε αυτό μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και των αποφοίτων της ΚΑ σειράς της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., με αποτέλεσμα σε αυτούς να καταβάλλεται η υπερβάλλουσα μείωση και να λαμβάνουν για τον λόγο αυτό μηνιαίες αποδοχές πολύ υψηλότερες σε σχέση με τους ίδιους, οι οποίοι δεν υπήχθησαν στις ανωτέρω ρυθμίσεις. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς τους, η εξαίρεσή τους από τις εν λόγω ευεργετικές ρυθμίσεις αντίκειται ευθέως στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς παρέχουν όμοιες υπηρεσίες υπό όμοιες συνθήκες εργασίας και στις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών με τις ανωτέρω ευρείες κατηγορίες των συναδέλφων τους. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι, η εξαίρεσή τους από τις επίμαχες ευεργετικές ρυθμίσεις δεν δύναται να δικαιολογηθεί από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενώ τους περιάγει ανεπίτρεπτα σε δυσμενέστερη μισθολογική κατάσταση, με βάση το τυχαίο και όλως συμπτωματικό κριτήριο του χρόνου τοποθέτησής τους (λόγω διορισμού ή μετάταξης αντίστοιχα) στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο ωστόσο δεν συνάπτεται με αντικειμενικά-αξιοκρατικά κριτήρια, σχετικά με τα προσόντα, τις ικανότητες και τη υπηρεσιακή τους απόδοση. Κατόπιν αυτών, ζητούν, την επέκταση των ανωτέρω ρυθμίσεων και στην περίπτωσή τους, κατ ευθεία εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και, ειδικότερα, ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει σε καθένα τους το συνολικό ποσό της προσωπικής διαφοράς (υπερβάλλουσας μείωσης) που παρανόμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν τους καταβλήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1ης.9.2016 έως 1.9.2018. Συγκεκριμένα, ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει, με τον νόμιμο τόκο, από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές οι αντίστοιχες αξιώσεις τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα με επιμέλειά τους στις 31.10.2018 (βλ. σχετ. την προσκομισθείσα από τους ίδιους 590Δ έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθήνας Σπύρου Μπάτσιου) τα ακόλουθα ποσά: .... Επικουρικά, δε, ζητούν τα ως άνω ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής έγγραφα: 1) Πιστοποιητικά της υπηρεσιακής τους κατάστασης, 2) εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, και ειδικότερα ι) η 41η προσκομίζει, μεταξύ άλλων, το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα του Δεκεμβρίου του έτους 2016, σύμφωνα με το οποίο για τον εν λόγω μήνα, κατά τον οποίο είχε μεταταχθεί στο Υπουργείο Οικονομικών, έλαβε μηνιαίες (καθαρές) αποδοχές συνολικού ποσού ... ευρώ, και ιι) η 42η προσκομίζει, μεταξύ άλλων, το από 4.10.2016 φύλλο διακοπής μισθοδοσίας λόγω μετάταξης, σύμφωνα με το οποίο για τον εν λόγω μήνα, κατά τον οποίο υπηρετούσε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, έλαβε μηνιαίες (καθαρές) αποδοχές συνολικού ποσού ... ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπερβάλλουσα μείωση της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ανήλθε για τον ως αν μήνα στο ακαθάριστο ποσό των ... ευρώ, και το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα του Νοεμβρίου του έτους 2016, σύμφωνα με το οποίο για τον εν λόγω μήνα, κατά τον οποίο είχε μεταταχθεί στο Υπουργείο Οικονομικών, έλαβε μηνιαίες (καθαρές) αποδοχές συνολικού ποσού ... ευρώ, και 3) την με ημερομηνία κατάθεσης 28.9.2018 αίτησή τους προς τον Υπουργό Οικονομικών για την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων.

15. Επειδή, το εναγόμενο με την έκθεση απόψεων υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταβολή στους ενάγοντες της υπερβάλλουσας μείωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. Και τούτο διότι, ως προς τους 1ο έως και 39η, αυτοί διορίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, επομένως δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο αυτού ούτε εξάλλου περιελήφθησαν στο πεδίο εφαρμογής των μεταγενέστερων ν. 4261/2014 και 4350/2015, ως προς δε τις 41η και 42η, αυτές μετατάχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (ν. 4024/2011), και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα ρητά οριζόμενα στην παράγραφο 22 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010, δεν διατηρούν ως προσωπική διαφορά, από το χρονικό σημείο της μετάταξής τους και εφεξής, την τυχόν καταβαλλόμενη σε αυτές, κατά το διάστημα που υπηρετούσαν στον φορέα προέλευσης, υπερβάλλουσα μείωση της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. Είναι άλλο, δε, το ζήτημα ότι η ένδικη παροχή ξεκίνησε να τους καταβάλλεται από 1ης.9.2018 και εφεξής σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 4569/2018, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν ρητά.

16. Επειδή, ως προς τους 1ο έως 39η από τους ενάγοντες είναι λεκτέα τα ακόλουθα: Όπως προέκυψε, οι ανωτέρω διορίστηκαν σε διάφορες Διευθύνσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Α.Α.Δ.Ε. στις 20.7.2014 και στις 10.10.2015 αντίστοιχα, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (1.11.2011). Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν στην έβδομη σκέψη, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν στην όγδοη, οι ανωτέρω δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και κατά συνέπεια δεν δικαιούνται την ένδικη υπερβάλλουσα μείωση. Και τούτο διότι, στο ρυθμιστικό πεδίο της ανωτέρω διάταξης εμπίπτουν, κατά τη ρητή διατύπωση αυτής, οι υπάλληλοι εκείνοι, οι οποίοι υπηρετούσαν στο εναγόμενο κατά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, και των οποίων οι αποδοχές μειώθηκαν, λόγω της ένταξής τους σε αυτόν, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, γεγονός το οποίο δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, όπως βασίμως προβάλλει το εναγόμενο. Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν υπάγονται ούτε στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των άρθρων 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015, με τις οποίες επεκτάθηκε η καταβολή της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και στις περιοριστικά αναφερόμενες σε αυτές περιπτώσεις υπαλλήλων, όπως ομοίως βασίμως προβάλλει το εναγόμενο, και επομένως δεν δικαιούνται ούτε δυνάμει των ως άνω διατάξεων την ένδικη υπερβάλλουσα μείωση. Τούτο συνάγεται σαφώς από τη ρητή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Περαιτέρω, η μη επέκταση και σε αυτούς της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 δεν αντίκειται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στη θεσπιζόμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε, ακολούθως, στην αρχή της αξιοκρατίας, καθώς δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με καμία από τις παραπάνω κατηγορίες υπαλλήλων. Και συγκεκριμένα δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες ούτε με τους ήδη υπηρετούντες, κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 4024/2011, στο Υπουργείο Οικονομικών και την Α.Α.Δ.Ε. υπαλλήλους, οι οποίοι υπέστησαν μείωση στις αποδοχές τους λόγω της νέας βαθμολογικής και μισθολογικής τους κατάταξης και για την ομαλή μετάβαση των οποίων στο νέο μισθολογικό καθεστώς θεσπίστηκε η ένδικη ρύθμιση, αλλά ούτε και με τις περιοριστικά αναφερόμενες στα άρθρα 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015 κατηγορίες υπαλλήλων. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015 είναι από τη φύση της στενά ερμηνευτέες, καθώς εισάγουν απόκλιση από το πάγιο καθεστώς αμοιβής των υπαλλήλων (πρβλ. ΣτΕ 2515/2014). Περαιτέρω, η διαφοροποίηση των εναγόντων από τις ανωτέρω κατηγορίες υπαλλήλων με κριτήριο τον χρόνο διορισμού τους δεν συνιστά έκδηλη υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού τους ως αβάσιμου, καθώς ο χρόνος έκδοσης της οικείας πράξης διορισμού, από την οποία εξαρτάται η εφαρμογή ή όχι της ως άνω διάταξης (της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011), αποτελεί κριτήριο αρκούντως αντικειμενικό και όχι τυχαίο και συμπτωματικό (πρβλ. ΣτΕ 719/2016, 600/2015, 4733/2014, 3/2012, 725/2009, 1284/1999), το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των διοριζόμενων μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου υπαλλήλων. Επιπλέον, η διαφορετική αυτή μισθολογική μεταχείριση επιβλήθηκε προεχόντως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή λόγω της ανάγκης δημοσιονομικής προσαρμογής και εξορθολογισμού της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου και προκειμένου αυτό να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης», χωρίς να αποκλείεται η επαναξιολόγηση κατά την εκτίμηση του νομοθέτη των ανωτέρω επιταγών και η χορήγηση στο μέλλον της σχετικής προσωπικής διαφοράς, όπως άλλωστε προβλέφθηκε τελικά με τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4569/2018, για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων του εναγόμενου, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Κατόπιν αυτών, δεν δύναται να τύχουν αναλογικής εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, κατ επίκληση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, ούτε των άρθρων 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015. Επομένως, από τη μη καταβολή των αιτούμενων από τους ενάγοντες ποσών, που αντιστοιχούν στην υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, για το χρονικό διάστημα από την 1η.9.2016 έως την 1η.9.2018, δεν συντρέχει παρανομία των οργάνων του εναγόμενου και δεν στοιχειοθετείται ευθύνη αυτού προς αποζημίωση, κατ άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ, απορριπτόμενης ως αβάσιμης της κρινόμενης αγωγής ως προς την κύρια βάση αυτής. Ούτε, εξάλλου, θεμελιώνεται ευθύνη του εναγόμενου με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας για τη μη καταβολή των αιτούμενων ποσών, προϋπόθεση αναγκαία κατά το άρθρο 904 του Α.Κ., απορριπτόμενης ως αβάσιμης της υπό κρίση αγωγής και ως προς την επικουρική βάση αυτής (βλ. Σ.τ.Ε. 1891/2015, 933/2014). Εξάλλου, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αποζημιωτικής αγωγής, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αποζημιωτική αγωγή και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικά) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής (πρβλ. ΣτΕ 651/2018, 4102/2015, 528/2014), προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.