ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2020

 

Πρόεδρος: Π. Ψυχογυιού, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια: Μ. Μπαντουβά, Εφέτης

Δικηγόρος: Ν. Καντάς

 

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 του ΠτΚ, αντιρρήσεις κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως των απαιτήσεων έχουν δικαίωμα να προβάλουν ο οφειλέτης, ο σύνδικος, καθώς και οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν προσωρινά ή οριστικά δεκτές. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την περ. 5 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015, ΦΕΚ Α’ 94/14.8.2015, και με το άρθρο 4 παρ. 2 Ν 4446/2016, ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016, οριζόταν ότι οι αντιρρήσεις εισάγονται από κοινού στο σύνολό τους, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με έκθεση του εισηγητή της πτωχεύσεως. Στη συζήτηση κλητεύονται ο οφειλέτης και οι πιστωτές των οποίων αμφισβητήθηκαν οι απαιτήσεις, καθώς και αυτοί που υπέβαλαν τις αντιρρήσεις, με επιμέλεια του συνδίκου. Στη διαδικασία μπορεί να παρέμβει όποιος έχει έννομο συμφέρον. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο έφεση. Περαιτέρω, η απόφαση επί των αντιρρήσεων είναι αναγνωριστική καθώς αίρει την αβεβαιότητα δικαίου, που προκλήθηκε συνεπεία των αμφισβητήσεων που προβλήθηκαν και αναγνωρίζει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαιτήσεως. Ως εκ τούτου, από την επί των αντιρρήσεων απόφαση αναδίδεται δύναμη δεδικασμένου. Αντικείμενο δε της αναγνωρίσεως, θετικής ή αρνητικής, είναι η αμφισβητούμενη απαίτηση, οι δε αντιρρήσεις μπορούν να αφορούν είτε την αιτία της απαιτήσεως, είτε το πρόσωπο του δικαιούχου, είτε το ποσό της απαιτήσεως είτε το προνόμιο που την ακολουθεί (Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 8η έκδ. [2011], σελ. 546 επ.). Εξάλλου, η συντασσόμενη από τον εισηγητή έκθεση για την εξέλεγξη των πιστώσεων αποτελεί την προδικασία, με βάση την οποία διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου η δίκη που επιλύει την αμφισβήτηση για την παραδοχή ή όχι της απαιτήσεως που αμφισβητήθηκε (ΕφΘεσ 195/2008 Αρμ 2008 740, ΕφΘεσ 1930/2003 Αρμ 2005, 50, ΕΠειρ 899/1990 ΕλλΔνη 1992, 411). Επομένως, η έκθεση αυτή πρέπει να περιέχει πλην των άλλων και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την απαίτηση του πιστωτή και θεμελιώνουν το προνόμιο αυτής. Η έλλειψη των παραπάνω περιστατικών αναπληρώνεται, όταν αυτά περιέχονται στη σχετική αναγγελία του πιστωτή και η έκθεση του εισηγητή αναφέρεται στην αναγγελία. Μόνο στην παραπάνω έκθεση και αναγγελία θα αναζητηθούν τα ως άνω περιστατικά και κατά τη συζήτηση της οριστικής αναγνωρίσεως της πιστώσεως ενώπιον του δικαστηρίου δεν μπορούν να προταθούν ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν περιέχονται στα προαναφερόμενα έγγραφα (ΕφΛαρ 200/2015 ΔΕΕ 2016, 804, ΕφΠειρ 899/1990 ΕλλΔνη 1992, 411). Πάντως για το κύρος της αναγγελίας δεν απαιτείται η περιγραφή της απαιτήσεως να είναι «ακριβής», αλλά αρκεί να παρέχει τη δυνατότητα στον εισηγητή της πτωχεύσεως και σε περίπτωση αντιρρήσεων στο πτωχευτικό δικαστήριο, να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαιτήσεως και στον σύνδικο ή στους άλλους αναγγελθέντες δανειστές να αμυνθούν με ευχέρεια είτε κατά τη απαιτήσεως είτε κατά του προνομίου.

 

Περαιτέρω, από τις περί πτωχεύσεως διατάξεις 15, 16, 17, 23, 24, 25, 26, 89 επ. (βλ. και άρθρα 534, 535, 536, 582 επ. ΕΝ), προκύπτει ότι από την ημέρα της κηρύξεως της πτωχεύσεως οι πτωχευτικοί πιστωτές, δηλαδή όλοι οι πιστωτές του πτωχού, οι οποίοι κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση έχουν ενοχικές αξιώσεις για χρηματική ή αποτιμητή σε χρήμα παροχή από τον πτωχό, υπάγονται στην πτωχευτική διαδικασία με την έννοια ότι αυτοί μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με την πτώχευση και μόνο από την πτωχευτική περιουσία. Στη διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων υπάγονται σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο και οι ενέγγυοι πιστωτές, δηλαδή εκείνοι των οποίων η απαίτηση είναι ασφαλισμένη με ενέχυρο ή υποθήκη που υφίσταται σε αντικείμενο της πτωχευτικής περιουσίας, χωρίς να χάνεται η εμπράγματη ασφάλεια. Οι πιστωτές αυτοί έχουν ιδιόρρυθμη θέση στην πτώχευση, καθόσον από το ένα μέρος έχουν ενοχική απαίτηση και υπάγονται καθ’ ολοκληρία στη μεταχείριση των ανέγγυων πιστωτών, και δη ως προς την παύση των ατομικών διώξεων, την παύση της τοκογονίας, και την πλασματική λήξη των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, δικαιούμενοι να αξιώσουν την ικανοποίηση της αξίωσής τους πτωχευτικώς, από το άλλο μέρος ως προς την ενάσκηση της εμπράγματης ασφάλειάς τους υπάγονται σε προνομιακή μεταχείριση (βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., σελ. 270, 293). Εάν οι ενέγγυοι αυτοί πιστωτές ικανοποιήσουν μέρος της απαιτήσεώς τους από την εκποίηση του αντικειμένου ευθύνης, και το εκπλειστηρίασμα από την εκποίηση του αντικειμένου δεν καλύπτει ολοσχερώς την απαίτησή τους, για το υπόλοιπο της απαιτήσεως τους μπορούν να ικανοποιηθούν πτωχευτικώς, μόνον εφόσον έχουν τηρήσει τη διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων. Δηλαδή οι ενέγγυοι πιστωτές από άποψη νομικής μεταχείρισης ταυτίζονται με τους ανέγγυους πιστωτές μόνο όσον αφορά τα ενοχικά δικαιώματα τους στην ελεύθερη και μη βεβαρημένη με εμπράγματη ασφάλεια πτωχευτική περιουσία. Συνεπώς στη διαδικασία της επαληθεύσεως υπόκεινται, αναφορικά με τους ενέγγυους πιστωτές, η κάθε φύσεως απαίτηση που είχαν αυτοί κατά του πτωχού μέχρι το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως. Τέτοια πτωχευτική απαίτηση συνιστούν και οι τόκοι που έχουν γεννηθεί πριν από την πτώχευση. Αντίθετα, οι τόκοι που προκύπτουν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ως προς τους ενέγγυους πιστωτές, για τους οποίους, κατά το άρθρο 24 ΠτΚ, δεν παύει η τοκοφορία των τοκοφόρων απαιτήσεων, μπορούν να ληφθούν μόνο από το πλειστηρίασμα του αντικειμένου της εμπράγματης ασφάλειας (πρβλ. ΕφΑθ 2274/1989 ΕλλΔνη 1991, 173, βλ. Λ. Kcyterprj, ό.π., σελ. 486- 487).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α ΠτΚ, από την κήρυξη της πτωχεύσεως οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή από την παύση της τοκογονίας καταλαμβάνονται ρητά πλέον οι έχοντες γενικό προνόμιο, παραμερίζοντας την αντίθετη νομολογιακή άποψη που είχε επικρατήσει με έρεισμα στη διατύπωση του άρθρου 536 εδ. α ΕμπΝ (βλ. Κοτσίρη, ό.π., σελ. 290 -291). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη γνώμη, η απαίτηση που έχει εξασφαλιστεί με προσημείωση υποθήκης, για την οποία μάλιστα σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη δεν εφαρμόζεται η αρχή αναστολής των ατομικών διώξεων, εξακολουθεί να είναι τοκοφόρα έναντι της ομάδας, όπως ακριβώς και η εξασφαλισμένη με υποθήκη απαίτηση λόγω του αναδρομικού αποτελέσματος της τροπής (άρθρο 1277 ΑΚ). Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη εξαίρεση από την παύση της τοκοφορίας των ασφαλισμένων με υποθήκη απαιτήσεων περιλαμβάνει, κατά την αληθινή έννοια αυτής, και τις με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων του πτωχού ασφαλισμένες απαιτήσεις, υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις ότι η απαίτηση θα επιδικαστεί τελεσιδίκως και ότι η προσημείωση θα τραπεί σε υποθήκη, διότι η προσημείωση υποθήκης, μετατρεπόμενη σε υποθήκη και μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως, λογίζεται ως τέτοια (υποθήκη) από την ημέρα της εγγραφής της προσημειώσεως, επογόμενη έκτοτε τις νόμιμες συνέπειές της (ΑΠ 1392/1999 ΝοΒ 2000, 266, ΑΠ 726/1984 ΝοΒ 1985, 640, ΕφΑθ 2492/2005 ΕλλΔνη 2005, 1731, ΜΠρΑθ 26981/2010, βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., σελ. 302). [...]

Από την εκτίμηση όλων [...], αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., και οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής ... Σύνδικός της πτωχεύσεως αυτής ορίστηκε η δικηγόρος Αθηνών, ... Μεταξύ της ήδη πτωχεύσασας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... και της καθ’ ης οι αντιρρήσεις ήδη εκκαλούσας ... καταρτίστηκε η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, το όριο πιστώσεως της οποίας ανήλθε, μετά από τις από ... πρόσθετες πράξεις αυξήσεως αυτού, στο ποσό των 4.500.000 ευρώ. Την τήρηση των όρων της ως άνω συμβάσεως εγγυήθηκαν οι συμπτωχεύσαντες εταίροι ...

Με τον όρο 4 της συμβάσεως ορίστηκε ότι η πιστούχος υποχρεούται να καταβάλλει στην τράπεζα τόκο, ο οποίος υπολογίζεται τοκαριθμικώς, με βάση έτος 360 ημερών, επί του πραγματικού ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως σε ευρώ. Ο τόκος θα λογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ειδικότερα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, που συμφωνήθηκαν ως ημερομηνίες περιοδικού κλεισίματος του λογαριασμού κατά το άρθρο 112 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, κατά τις οποίες η πτωχή υποχρεούτο να καταβάλει τους τόκους, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση ή όχληση. Αν ο τόκος δεν καταβαλλόταν εμπροθέσμως, θα φέρεται σε χρέωση του λογαριασμού της πιστώσεως, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, και εφεξής θα οφείλεται επί αυτού τόκος. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα να τηρεί για την πίστωση έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, να συνενώνει σε έναν ή να διαχωρίζει σε περισσότερους τον ή τους λογαριασμούς αυτούς ή και να μεταφέρει κονδύλια από λογαριασμό σε λογαριασμό (όρος 6 της συμβάσεως πιστώσεως).

Ακολούθως, συμφωνήθηκε ρητά ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα να κλείσει οριστικά την πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση της πιστούχου, κατά την ελεύθερη κρίση της οποτεδήποτε, έστω και αν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως ή και αν ακόμη δεν έχει γίνει καθόλου χρήση της πιστώσεως. Η τράπεζα επεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να κλείνει οριστικά αυτότελώς κάθε έναν από τους τυχόν περισσότερους λογαριασμούς της πιστώσεως και να επιδιώκει την είσπραξή του και πριν από το οριστικό κλείσιμο ολόκληρης της πιστώσεως. Σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως το κατάλοιπο συμφωνήθηκε να είναι αμέσως απαιτητό και η πιστούχος θα περιέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίησή της, σε υπερημερία. Το κατάλοιπο συμφωνήθηκε να φέρει σε αυτήν την περίπτωση τόκο υπερημερίας (όρος 6.6 της συμβάσεως).

Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι απόσπασμα, που θα εκδίδει η τράπεζα από τα βιβλία της και στο οποίο εμφαίνεται η κίνηση του ή των λογαριασμών της πιστώσεως από το άνοιγμά τους ή από οποιαδήποτε αναγνώριση της πιστούχου αποτελεί πλήρη απόδειξη για την απαίτηση της τράπεζας, που θα προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, χωρίς η πιστούχος να έχει δικαίωμα οποιοσδήποτε αμφισβητήσεως. Η πιστούχος θα θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβεια του ή των λογαριασμών της πιστώσεως, εάν δεν έχει διατυπώσει αντιρρήσεις επί αυτών με έγγραφο της προς την τράπεζα μέσα σε 15 ημέρες από το περιοδικό κλείσιμο του ή των λογαριασμών. Η πιστούχος, κάνοντας χρήση της πιστώσεως, θα θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβεια του ή των λογαριασμών της (όρος 5 της συμβάσεως). Για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της συγκεκριμένης συμβάσεως, ανοίχθηκαν και λειτούργησαν οι υπ’ αριθμ. ... αλληλόχρεοι λογαριασμοί μέχρι την 19.03.2012, οπότε η καθ’ ης οι αντιρρήσεις, κατήγγειλε τη σύμβαση λόγω μη συμμορφώσεως της πτωχεύσασας ομόρρυθμης εταιρίας με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, έκλεισε αυτούς (τους λογαριασμούς) και γνώρισε στη μετέπειτα πτωχεύσασα και στους ομόρρυθμους αυτής εταίρους το οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως και των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή της, καθώς και το προκύψαν κατά την ανωτέρω ημερομηνία συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο των 3.502.047,48 ευρώ.

Κατά την κήρυξη της πτωχεύσεως της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και των ομορρύθμων εταίρων αυτής (1.8.2013) η απαίτηση της καθ’ ης οι αντιρρήσεις ανήλθε συνολικά στο ποσό των 4.004.082,12. Για την ασφάλεια της απαιτήσεως της αυτής η εκκαλούσα είχε εγγράψει τις αναφερόμενες στην αναγγελία της προσημειώσεις υποθήκης σε βάρος ακινήτων των συμπτωχευσάντων ομορρύθμων εταίρων, ενώ συνέστησε και τις αναφερόμενες συμβάσεις ενεχύρου επί κινητών της πτωχής ή απαιτήσεων τής πτωχής κατά τρίτων. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι η καθ’ ης οι αντιρρήσεις τράπεζα με την από 20.12.2013 αναγγελία της, προκειμένου να μετάσχει στις εργασίες της πτωχεύσεως αυτής, ζήτησε να συμπεριληφθεί η απαίτησή της συνολικού ύφους 4.004.082,12 ευρώ πλέον τόκων, από 1.8.2013 μέχρις εξοφλήσεως, όσον αφορά τους συμπτωχεύσαντες ομόρρυθμους εταίρους, με βάση το συμφωνηθέν στην ως άνω σύμβαση επιτόκιο υπερημερίας, λόγω της ιδιότητάς της για την απαίτηση αυτή ως προσημειούχου δανείστριας και να εγγράφει στον κατάλογο πιστωτών. Η εν λόγω αναγγελθείσα απαίτηση έγινε δεκτή κατά το ποσό των 4.004.082,12 ευρώ, ενώ αναφορικά με το επιτόκιο εκτοκισμού που αναφέρεται στην τοκοφορία της απαιτήσεως από 1.8.2013, ως προς τους συμπτωχεύσαντες ομόρρυθμους εταίρους, απορρίφθηκε από τη σύνδικο της πτωχεύσεως με την αιτιολογία ότι, η σύνδικος δεν είναι υπερήμερη ως προς την καταβολή του ποσού της απαιτήσεως και δεν υποχρεούται στην καταβολή τόκων υπερημερίας, το δε επιτόκιο μπορεί να είναι μόνο το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής.

Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτίθενται στην ως άνω μείζονα σκέψη οι ενέγγυοι πιστωτές, υπάγονται σε προνομιακή μεταχείριση, μόνο ως προς την ενάσκηση της εμπράγματης ασφάλειάς τους με την έγερση της εμπράγματης αγωγής. Δηλαδή, οι ενέγγυοι πιστωτές, από άποψη νομικής μεταχείρισης ταυτίζονται με τους ανέγγυους πιστωτές, μόνο όσον αφορά στα ενοχικά δικαιώματά τους στην ελεύθερη και μη βεβαρημένη με εμπράγματη ασφάλεια πτωχευτική περιουσία. Στην περίπτωση αυτή οι ενέγγυοι πιστωτές υπάγονται στο καθεστώς που ισχύει για τους ανέγγυους και δη ως προς την αναστολή των ατομικών διώξεων, την παύση ως προς την ομάδα των πιστωτών των τόκων των τοκοφόρων απαιτήσεων και την πλασματική λήξη των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων.

Συνεπώς, στη διαδικασία της επαληθεύσεως υπόκεινται, αναφορικά με τους ενέγγυους πιστωτές, οι κάθε φύσεως απαιτήσεις που είχαν αυτοί κατά του πτωχού μέχρι το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως. Τέτοια πτωχευτική απαίτηση συνιστούν και οι τόκοι που έχουν γεννηθεί πριν από την πτώχευση. Αντιθέτως οι τόκοι που προκύπτουν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ως προς τους ενέγγυους πιστωτές, για τους οποίους, κατά το άρθρο 24 ΠτΚ, δεν παύει η τοκοφορία των τοκοφόρων απαιτήσεων, μπορούν να ληφθούν μόνο από το εκπλειστηρίασμα του αντικειμένου της εμπράγματης ασφάλειας, ενώ ως προς τα ενοχικά δικαιώματά τους στην ελεύθερη και μη βεβαρημένη με εμπράγματη ασφάλεια πτωχευτική περιουσία ταυτίζονται με τους ανέγγυους πιστωτές, για τους οποίους ειδικότερα παύει ως προς την ομάδα των πιστωτών η τοκοφορία των τοκοφόρων απαιτήσεων τους.

 

Επομένως, ορθώς η σύνδικος της πτωχεύσεως υπέβαλε τις κρινόμενες αντιρρήσεις της, σχετικά με την απαίτηση της καθ’ ης οι αντιρρήσεις και ειδικότερα σχετικά με την τοκοφορία αυτής μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, δεδομένου ότι στην διαδικασία της επαλήθευσης υπόκεινται οι απαιτήσεις αυτής που είχε κατά της πτωχής εταιρίας και των ομορρύθμων αυτής μελών μέχρι την κήρυξη της πτωχεύσεως, δυναμένης τούτης ως προσημειούχου δανείστριας, σε περίπτωση τροπής των παραπάνω προσημειώσεων σε υποθήκες, να ικανοποιηθεί και ως προς το ποσό των τόκων που παράγονται μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, μόνο από την αξία των βεβαρημένων με την εμπράγματη ασφάλεια ακινήτων των συμπτωχευσάντων ομορρύθμων μελών (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. 1 ΠτΚ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι υπό κρίση αντιρρήσεις είναι κατ’ ουσίαν βάσιμες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως που με τις ίδιες παραδοχές δέχθηκε τις αντιρρήσεις της συνδίκου, οι οποίες αναφέρονται στην τοκοφορία της αναγγελθείσης από την εκκαλούσα απαιτήσεως στη διαδικασία εξέλεγξης των πιστώσεων για το μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως χρονικό διάστημα, δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος που δεν του ετέθη, ούτε αναγνώρισε περισσότερα των αιτηθέντων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω κρίνοντας η εκκαλούμενη απόφαση ότι οι αντιρρήσεις είναι νόμιμες και βάσιμες από ουσιαστική άποψη διότι η απαίτηση της καθ’ης και ήδη εκκαλούσας ως προς τους συμπτωχεύσαντες ομόρρυθμους εταίρους, σύμφωνα με όσα εκτενώς διαλαμβάνονται ανωτέρω, δεν είναι τοκοφόρα για το μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως χρονικό διάστημα, διότι η τελευταία ως προς την ενοχική απαίτησή της, η οποία ζητήθηκε με την αναγγελία της να συμπεριληφθεί στα χρέη της πτωχεύσεως, σε σχέση με την μη βεβαρημένη με εμπράγματη ασφάλεια πτωχευτική περιουσία, ταυτίζεται με τους ανέγγυους πιστωτές για τους οποίους παύει ως προς την ομάδα των πιστωτών η τοκοφορία των τοκοφόρων απαιτήσεών τους, δεν υπέπεσε σε κάποια πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει επομένως να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, κατά τον οποίο η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κρίνοντας ότι οι μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως αξιώσεις της που απορρέουν από την εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτησή της, σχετικά με την τοκοφορία αυτών μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, δεν πρέπει να διέλθουν από την διαδικασία των επαληθεύσεων, οδηγώντας έτσι, παρά τη βούληση του νομοθέτη (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της), σε κατάτμηση των απαιτήσεων της ως ενέγγυας πιστώτριας που προέρχονται από την ίδια αιτία σε «εμπράγματες» και «ενοχικές», καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτενώς προαναφέρονται, στη διαδικασία της επαληθεύσεως υπόκεινται, αναφορικά με τους ενέγγυους πιστωτές, οι κάθε φύσεως απαίτηση που είχαν αυτοί κατά του πτωχού μέχρι το χρόνο κήρυξης της πτωχεύσεως, συνιστώντας τέτοια πτωχευτική απαίτηση και οι τόκοι που γεννήθηκαν πριν από την πτώχευση, ενώ αντιθέτως οι τόκοι που προκύπτουν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ως προς τους ενέγγυους πιστωτές, για τους οποίους, δεν παύει η τοκοφορία των τοκοφόρων απαιτήσεων, μπορούν να ληφθούν μόνο από το εκπλειστηρίασμα του αντικειμένου της εμπράγματης ασφάλειας.

Κατόπιν τούτου η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, δοθέντος ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας α,υτής, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρο 176, 183, 91 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα κατά την κατάθεση της εφέσεώς της παράβολου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

(Απορρίπτει έφεση.)