ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4819/2018

 

Πρόεδρος: Μ. Δεδούση, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.

Εισηγήτρια: Χ. Μυλωνά, Πάρεδρος Δ.Δ.

Δικηγόροι: Φ. Κωτσής, Θ. Χουντάλα

 

[...] 2. Επειδή, ο Ν 2251/1994 (ΦΕΚ A’ 191) «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι μετά την τροποποίησή του από το Ν 3587/2007 (ΦΕΚ A’ 152), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2005/29 «για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 149), ορίζει στο άρθρο 9α ότι: «Για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Μέρους νοούνται: α) καταναλωτής, κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα, β) προμηθευτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς που σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα, καθώς και κάθε πρόσωπο που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό του προμηθευτή, γ) προϊόν, κάθε αγαθό ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας, και των συναφών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δ) εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ ενός προμηθευτή, που συνδέεται άμεσα με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές, ε) ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς των καταναλωτών, η χρήση εμπορικής πρακτικής με σκοπό τη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, με επακόλουθο ο καταναλωτής να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε, στ) ..., ζ) ..., η) επαγγελματική ευσυνειδησία, το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει ένας προμηθευτής προς τους καταναλωτές, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην έντιμη πρακτική της αγοράς ή και στη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων του προμηθευτή, θ) πρόσκληση για αγορά, η εμπορική επικοινωνία στην οποία αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του Προϊόντος και η τιμή με τρόπο που ενδείκνυται για τα μέσα της εμπορικής επικοινωνίας τα οποία χρησιμοποιούνται, έτσι ώστε να έχει ο καταναλωτής τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την αγορά, ι) ..., ια) απόφαση συναλλαγής, η απόφαση που λαμβάνει ο καταναλωτής για το αν, πώς και υπό ποιους όρους θα πραγματοποιήσει αγορά, θα καταβάλει όλο το τίμημα ή μέρος αυτού, θα κρατήσει ή θα διαθέσει το προϊόν ή θα ασκήσει συμβατικό δικαίωμα επί του προϊόντος είτε ο καταναλωτής αποφασίσει να προβεί σε ενέργεια είτε όχι, ιβ) ...», στο άρθρο 9β ότι: «1. Με την επιφύλαξη: α) των κοινοτικών και εθνικών κανόνων που αφορούν θέματα υγείας και ασφάλειας των προϊόντων, β) των τυχόν όρων εγκατάστασης ή των καθεστώτων αδειών ή των δεοντολογικών κωδίκων συμπεριφοράς ή άλλων ειδικών κανόνων που διέπουν νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, προκειμένου να τηρούνται υψηλά πρότυπα επαγγελματικής ακεραιότητας, τους οποίους μπορούν να επιβάλλουν στους επαγγελματίες τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, οι διατάξεις του μέρους αυτού έχουν εφαρμογή στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των προμηθευτών έναντι των καταναλωτών. 2. ... 3. Σε περίπτωση σύγκρουσης των διατάξεων του μέρους αυτού με άλλους κανόνες κοινοτικού δικαίου που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων πρακτικών, υπερισχύουν οι κανόνες αυτοί», στο άρθρο 9γ ότι: «1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που υιοθετούνται πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή που σχετίζεται με συγκεκριμένο προϊόν. 2. Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη, όταν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών. 3. Εμπορικές πρακτικές οι οποίες ενδέχεται να στρεβλώνουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά μόνο μιας σαφώς προσδιοριζόμενης ομάδας καταναλωτών που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ως προς την πρακτική αυτή ή ως προς το συγκεκριμένο προϊόν λόγω πνευματικής ή σωματικής αναπηρίας, ηλικίας ή απειρίας, με τέτοιο τρόπο ώστε ο προμηθευτής να μπορεί ευλόγως να το προβλέψει, εκτιμώνται υπό το πρίσμα του μέσου μέλους της συγκεκριμένης ομάδας. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, στην κυριολεξία τους. 4. Εμπορικές πρακτικές είναι αθέμιτες, ιδίως όταν είναι παραπλανητικές ή επιθετικές, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 9δ, 9ε, 9στ και στα άρθρα 9ζ και 9η, αντίστοιχα», στο άρθρο 9δ ότι: «1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι, συνεπώς, αναληθής ή, όταν, με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασης της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε. Τα στοιχεία αυτά είναι: α) η ύπαρξη ή η φύση του προϊόντος, β) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως είναι η διαθεσιμότητα, τα οφέλη, οι κίνδυνοι, η εκτέλεση, η σύνθεση, τα συνοδευτικά εξαρτήματα, η μετά την πώληση υποστήριξη προς τον καταναλωτή και η αντιμετώπιση των παραπόνων, η μέθοδος και η ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, η παράδοση, η καταλληλότητα, η χρήση, η ποσότητα, οι προδιαγραφές, η γεωγραφική ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση του προϊόντος αποτελέσματα ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων του προϊόντος, γ)δ) ..., ε) ..., στ) ..., ζ) ... 2. ...», στο άρθρο 9ε ότι: «1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, καθώς και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής, ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής και ως εκ τούτου τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε. 2. Παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 1, ή όταν δεν προσδιορίζει την εμπορική επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εφόσον αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο και όταν, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, τούτο έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δεν θα είχε λάβει. 3. ... 4. Στην περίπτωση της πρόσκλησης για αγορά, θεωρούνται ουσιώδεις οι ακόλουθες πληροφορίες, αν δεν είναι ήδη προφανείς από το συγκεκριμένο πλαίσιο: α) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, στο βαθμό που ενδείκνυνται σε σχέση με το μέσο και το προϊόν, β) η διεύθυνση και η ταυτότητα του προμηθευτή, όπως η εμπορική επωνυμία του και όπου ενδείκνυται, η διεύθυνση και η ταυτότητα του προμηθευτή για λογαριασμό του οποίου ενεργεί αντιπρόσωπος του, γ) ..., δ) ..., ε) ... 5. ...» στην παρ. 5 του άρθρου 9θ ότι: «5. Ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να διατάξει, με απόφασή του, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την άμεση παύση αθέμιτης εμπορική πρακτικής. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση αυτή επιβάλλονται, σε βάρος του παραβάτη, οι Κυρώσεις του άρθρου 13α του παρόντος νόμου» και στο άρθρο 13α ότι: «1. Οι καταγγελίες των καταναλωτών εναντίον προμηθευτή, κατά την έννοια των επί μέρους διατάξεων του παρόντος νόμου, υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, από την οποία διαβιβάζονται στον προμηθευτή, με πρόσκληση για απάντηση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης διά του ταχυδρομείου. Ο προμηθευτής υποχρεούται να απαντά, εγγράφως, επί των καταγγελιών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Αγορανομικού Κώδικα και διατάξεων άλλων ειδικών νομοθετημάτων, σε βάρος των προμηθευτών που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, πρόσημο από χίλια πεντακόσια (1.500) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου, το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται και ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να διατάξει την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματός της για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως ένα (1) έτος. 3. ... 4. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται κατά τις παραγράφους 2 και 3 εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974, ΦΕΚ A’ 90) και μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης. 5. ... 6. Αν οι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος διαπράττονται από: α) πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις και οργανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή β) εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή γ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που εποπτεύονται από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠΕΙΑ), οι Κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλονται μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της ΕΠΕΙΑ, κατά περίπτωση. Η γνώμη αυτή παρέχεται μετά από σχετική αίτηση του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την υποβολή της Αίτησης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, οι διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται χωρίς την ανωτέρω γνώμη. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζονται τα θέματα εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και κάθε σχετική λεπτομέρεια».

Επειδή, στο άρθρο 25 του Ν 3606/2007 (ΦΕΚ A’ 195), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2004/39/ΕΚ «Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των Οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου» της 21ης Απριλίου 2004 (L 145/30.4.2004), ορίζονται τα εξής: «Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών 1. ... 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. ... 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους (έλεγχος καταλληλότητας)». Περαιτέρω, με την 1/452/2007 (ΦΕΚ Β’ 2136) απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής : «Προϋποθέσεις ορθής πληροφόρησης 1. ... 4. Όταν η πληροφόρηση συγκρίνει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, πρέπει: (α) η σύγκριση να είναι εύλογη και να παρουσιάζεται με ακριβοδίκαιο τρόπο, (β) να προσδιορίζονται οι πηγές της πληροφόρησης που χρησιμοποιούνται για τη σύγκριση και (γ) να αναφέρονται τα βασικά στοιχεία και οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση... (άρθρο 4). Αξιολόγηση καταλληλότητας 1. ... 3. Η πληροφόρηση, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση πελάτη, περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά: (α) με την προέλευση και το ύψος των τακτικών του εισοδημάτων, (β) με τα περιουσιακά του στοιχεία, περιλαμβανομένων των ρευστών του διαθεσίμων, των επενδύσεων και των ακινήτων του, και (γ) με τις τακτικές οικονομικές του υποχρεώσεις ... (άρθρο 12). Κοινές διατάξεις για την αξιολόγηση καταλληλότητας και συμβατότητας 1. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τη γνώση και την πείρα που διαθέτει πελάτης στον τομέα των επενδύσεων, περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τον πελάτη αυτό, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί, καθώς και το είδος του προϊόντος ή της συναλλαγής που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένης της πολυπλοκότητάς τους και των κινδύνων που ενέχουν: (α) τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών, των συναλλαγών και χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης, (β) τη φύση, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, (γ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του πελάτη ... (άρθρο 14)». [...]

11. Επειδή, οι επίμαχοι τίτλοι έκδοσης της εταιρίας ... B.V. που διατέθηκαν από την προσφεύγουσα στην Ελλάδα αποτελούσαν σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση είναι συνδεδεμένη είτε με χρηματιστηριακούς δείκτες είτε με ομάδες μετοχών-εμπορευμάτων [basket of stocks - basket of commodities] και η εβδομαδιαία αποτίμησή τους παρέχεται από τον εκδότη, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις για τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς όπου διαμορφώνονται οι τιμές προσφοράς και ζήτησης (βλ. ad hoc ΔΕφΑθ 3473/2014).

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα διέθεσε τους ανωτέρω τίτλους σε ιδιώτες πελάτες της, οι οποίοι εμπίπτουν στην κατ’ άρθρο 9α του Ν 2251/1994 έννοια του καταναλωτή, αφού από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι αυτοί διέθεταν τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη διαπραγματευτική ικανότητα σχετικά με τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, τα προβαλλόμενα δε από την προσφεύγουσα περί του ότι η πλειοψηφία των επενδυτών ήταν πελάτες της, που χαρακτηρίζονταν «...» και οι οποίοι διατηρούσαν παρεμφερή επενδυτικά προϊόντα, ορισμένα από τα οποία παρουσίαζαν υψηλότερο βαθμό επενδυτικού κινδύνου σε σχέση με αυτόν που παρουσίαζαν οι τίτλοι της ..., είναι απορριπτέα σε κάθε περίπτωση ως αναπόδεικτα. Εξάλλου, από το ενσωματωμένο στην «Αίτηση Αγοράς Τίτλων» συνοπτικό ερωτηματολόγιο που συμπλήρωναν οι πελάτες της κατά την αγορά των επενδυτικών αυτών προϊόντων και το οποίο περιείχε μόνο τρεις ερωτήσεις για τον έλεγχο της συμβατότητας του επενδυτή, δεν προκύπτουν στοιχεία αναφορικά με το ύψος και την προέλευση των τακτικών εισοδημάτων του πελάτη καθώς και με το μορφωτικό επίπεδο αυτού, ενώ δεν περιλαμβάνονται στοιχεία, αναφορικά με τη φύση, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι τίτλοι είναι κατά την προσφεύγουσα χαμηλού κινδύνου, δοθέντος ότι αυτή υποχρεούταν να προβεί σε αξιολόγηση της εμπειρίας και της γνώσης του πελάτη, ανεξαρτήτως του υψηλού ή χαμηλού κινδύνου της επένδυσης. Ο ισχυρισμός, δε, της προσφεύγουσας ότι προέβαινε σε αξιολόγηση του επενδυτικού προφίλ του υποψηφίου επενδυτή πριν την υπογραφή της Αίτησης Αγοράς Τίτλων, κατόπιν συμπλήρωσης από αυτόν ειδικού Ερωτηματολογίου Προσδιορισμού Επενδυτικού Προφίλ, είναι απορριπτέος ως αναποδείκτως προβαλλόμενος. Εξάλλου, η πληροφόρηση για το Σύστημα Αποζημίωσης FSCS δεν παρασχέθηκε μόνο κατά το προσυμβατικό στάδιο, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, αλλά περιλαμβανόταν σε κάθε Αίτηση Αγοράς Τίτλων, η οποία αποτελούσε την εντολή του πελάτη για την διενέργεια της επένδυσης στους συγκεκριμένους τίτλους και, ως εκ τούτου, οι πελάτες λάμβαναν την σχετική πληροφόρηση για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο στο οποίο επένδυαν, η οποία μπορούσε να τους δημιουργήσει εσφαλμένα την εντύπωση ότι η επένδυση στους τίτλους προστατευόταν από το ανωτέρω Σύστημα Αποζημίωσης, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της.

Περαιτέρω, τα προβαλλόμενα από την προσφεύγουσα ότι ο ανωτέρω όρος (για το FSCS) αναφέρεται αποκλειστικά στη δική της αφερεγγυότητα είναι, επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον, από την διατύπωση του όρου αυτού δεν καθίσταται σαφές σε τι ακριβώς αναφέρεται και η εν λόγω ασάφεια στις Αιτήσεις Αγοράς Τίτλων δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτή από τον ιδιώτη πελάτη, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις περί των συστημάτων αποζημίωσης, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει αν οι συγκεκριμένες επενδύσεις στους τίτλους αυτούς διέθεταν ή όχι κάποια πρόσθετη εγγύηση. Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν 3606/2007, όπως αυτή εξειδικεύεται με την παρ. 3 του άρθρο 4 της 1/452/1.11.2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η ορθότητα και πληρότητα της ενημέρωσης που λαμβάνει ο ιδιώτης πελάτης είναι υποχρέωση της προσφεύγουσας και όχι του απλού επενδυτή.

Τέλος, από την επισκόπηση των Αιτήσεων Αγοράς Τίτλων και των Συνοπτικών Φυλλαδίων και Διαφημιστικών Εντύπων δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ενημέρωσε τους επενδυτές για τα πλήρη στοιχεία και του Εκδότη και του Εγγυητή των Τίτλων, ιδίως δε για την διεύθυνση αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές κατά την διάθεση σύνθετων τραπεζικών προϊόντων σε ιδιώτες πελάτες της, κατά παράβαση των άρθρων 9γ παρ. 1 και 2, 9δ παρ. 1 περ. β και 9ε παρ. 1, 2 και 4 περ. β του Ν 2251/1994 και, συνεπώς, νόμιμα και ορθά της επιβλήθηκε, κατ’ αρχάς, πρόστιμο κατ’ άρθρο 13α του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το είδος, τη βαρύτητα και τη διάρκεια των παραβάσεων, το γεγονός ότι η συμμετοχή στην επενδυτική αγορά ενέχει σημαντικούς εγγενείς κινδύνους οικονομικής βλάβης για όσους εκουσίως, άλλωστε, εκτίθενται σε αυτούς, μετέχοντας στην εν λόγω αγορά καθώς και ότι η ζημία που επήλθε στους καταγέλλοντες επενδυτές επήλθε από την πτώχευση του εκδότη των επίμαχων Τίτλων, κρίνει ότι το ύψος του επιβληθέντος προστίμου δεν παρίσταται προσήκον και εύλογο και, ως εκ τούτου, πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 750.000 ευρώ, κατά αποδοχή του σχετικού λόγου της προσφυγής. [...]

 

(Δέχεται εν μέρει την προσφυγή.)