ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4742/2019

 

Εφέτης: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΜΟΥΡΑ

Δικηγόροι: Αθαν. Ψάλτης - Μαρία Ρηγάκη

 

(...) Αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη αποτελεί θυγατρική εταιρία της πολυεθνικής εταιρίας «O. K.», η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της βρεφικής και παιδικής ένδυσης παγκοσμίως, έχοντας δική της δομή, τεχνογνωσία και κατοχύρωση σήματος, ενώ από το έτος 2011 έχει επεκτείνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και στην Ελλάδα μέσω της ανωτέρω θυγατρικής της εταιρίας «O. H. ΑΕ». Στα πλαίσια της λειτουργίας και στελέχωσης των καταστημάτων της η εναγομένη προσέλαβε τον Θ. Ρ., αδελφό του Π. Ρ., ιδρυτή της εταιρίας ΙΊ. και Ν. Ρ. ΕΕ, η οποία λόγω οικονομικών προβλημάτων πτώχευσε, προκειμένου λόγω της εμπειρίας του στο χώρο του παιδικού ρούχου, να εργαστεί σε αυτήν ως Διευθυντής Περιφερείας Ελλάδος, Κύπρου και Τουρκίας. Ο Θ. Ρ., ως τέως υπάλληλος της πτωχευσάσης εταιρίας Π. και Ν. Ρ. ΕΕ, πρότεινε στη μητρική εταιρία O. K. να προσλάβει κάποιους υπαλλήλους της εταιρίας ΙΙ. και Ν. Ρ. ΕΕ, στην υπό σύσταση θυγατρική εταιρία, στην Ελλάδα. Στα πλαίσια ικανοποίησης του ανωτέρω αιτήματός του προσλήφθηκε η ενάγουσα, ως τέως υπάλληλος της εταιρίας Π. και Ν. Ρ ΕΕ, την 27-11-2012 από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπεύθυνη του καταστήματος της Νέας Σμύρνης λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό, ο οποίος συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 1233,99 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 ο μηνιαίος μισθός της αυξήθηκε στο ποσό των 1548,94 ευρώ. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη αποτελεί τη διάδοχο της αρχικής εργοδότριάς της Π. και Ν. Ρ. ΕΕ, στην οποία προσλήφθηκε το έτος 2005, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον ουδεμία σχέση μεταξύ των ανωτέρω εταιριών αποδείχθηκε, η δε λειτουργία του καταστήματος της εναγομένης στον ίδιο μίσθιο χώρο, όπου διατηρούσε κατάστημα η προαναφερθείσα αρχική εργοδότρια της ενάγουσας, και η άσκηση από την εναγομένη ομοειδούς επιχείρησης δεν προσδίδει σε αυτήν τα χαρακτηριστικά της διαδοχής, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως. Το Φεβρουάριο του έτους 2016, στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης, στο οποίο η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου, στα οποία περιλαμβάνεται η οργάνωση της σωστής λειτουργίας του καταστήματος, η διαχείριση των εμπορευμάτων, η επικοινωνία και σωστή λειτουργία των οδηγιών με τα κεντρικά γραφεία της εναγομένης εταιρίας, ο έλεγχος των ταμείων και η κατάθεση των ημερήσιων εισπράξεων του καταστήματος στην τράπεζα, στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η εναγομένη, ο έλεγχος των αποδείξεων και παραστατικών και η τήρηση του προγράμματος του ωραρίου του προσωπικού, διαπιστώθηκε έλλειμμα από το ταμείο του καταστήματος ύψους 5.171,40 ευρώ. Η ενάγουσα ως υπεύθυνη του καταστήματος δεν είχε μεριμνήσει για την κατάθεση στην τράπεζα δυο ημερήσιων εισπράξεων την 5-10-2015 και την 5-1-2016. Το ανωτέρω ποσό κατέθεσε η ενάγουσα οικειοθελώς σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ως υπεύθυνη του καταστήματος. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης, στο οποίο ήταν υπεύθυνη η ενάγουσα, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από την εναγομένη, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα ελλείμματα: για το έτος 2013, έλλειμμα 20.731,12 ευρώ, για το έτος 2014 έλλειμμα 6.492,65 ευρώ, για το έτος 2015 έλλειμμα 8.173,87 ευρώ. Στο ίδιο ανωτέρω κατάστημα εργαζόταν την ίδια περίοδο η φίλη της ενάγουσας Α. Β., η οποία μεταφέρθηκε στο κατάστημα της Γλυφάδας, αφού η ενάγουσα διαβεβαίωσε την εναγομένη για την αξιοπιστία και φερεγγυότητά της. Υπεύθυνος του καταστήματος της Γλυφάδας ήταν ο Ι. Α., ο οποίος προσελήφθη από την εναγόμενη την 27-6-2016, έχοντας μεγάλη εμπειρία ως υπεύθυνος ταμείων, καθώς και στην τήρηση διαδικασιών σε εμπορικά καταστήματα λιανικής. Στις 28-7-2016 περί ώρα 20.55 ο Ι. Α. αποχώρησε από το κατάστημα λόγω προσωπικού του κωλύματος αναθέτοντας στην Α. Β. το κλείσιμο του ταμείου του καταστήματος, το οποίο είχε ανοίξει στο όνομά του έχοντας προβεί σε έλεγχο των ημερήσιων ακαθάριστων εσόδων του καταστήματος, τα οποία ανέρχονταν κατά τη χρονική στιγμή της αποχώρησής του, στο ποσό των 1.095,21 ευρώ, χωρίς να το γνωρίζει η Α. Β. Κατά την αποχώρησή του βρισκόταν εντός του καταστήματος η πελάτισσα Κ. Κ., η οποία αφού είχε διενεργήσει αγορά προϊόντος βρισκόταν στο χώρο του ταμείου με την ανωτέρω υπάλληλο για τη διαδικασία της ταμιακής συναλλαγής. Ο Ι. Α., περίπου δέκα λεπτά μετά την αποχώρησή του, αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Α. Β., προκειμένου να ενημερωθεί για το κλείσιμο του ταμείου του καταστήματος και το τελικό ποσό των ημερήσιων εσόδων, πληροφορήθηκε από την τελευταία ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία αγορά μέχρι το κλείσιμο του καταστήματος, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται διαφορά στο ποσό του ημερήσιου τζίρου, αφού η πελάτισσα Κ. Κ. προέβη σε ακύρωση της αγοράς της, ενώ η επόμενη συναλλαγή από την τελευταία πελάτισσα του καταστήματος αφορούσε σε αλλαγή προϊόντος με διαφορά 0,12 ευρώ. Ακολούθως αφού επικοινώνησε με την πελάτισσα Κ. Κ., η οποία είναι κάτοχος προσωπικής κάρτας μέλους O. C., πληροφορήθηκε από αυτήν ότι την 28-7-2016 και περί ώρα 20.55 είχε αγοράσει προϊόντα συνολικής αξίας 120,12 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το ανωτέρω αντίτιμο της συναλλαγής που πραγματοποίησε η προαναφερόμενη πελάτισσα το οικειοποιήθηκε η Α. Β., η οποία το έβαλε στην τσάντα της. Ενόψει του ανωτέρω περιστατικού και κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε σε όλα τα καταστήματα της εναγόμενης, με εντολή της τελευταίας, διαπιστώθηκε ασυνήθης αριθμός ακυρωθεισών συναλλαγών στα καταστήματα Νέας Σμύρνης και Γλυφάδας, όπου ήταν υπεύθυνη η ενάγουσα και η Α. Β. αντίστοιχα. Ειδικότερα στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης στο οποίο υπεύθυνη ήταν η ενάγουσα, διαπιστώθηκε η ακύρωση 178 συναλλαγών, χωρίς να τηρηθούν αντίγραφα του ακυρωτικού, ενώ προκύπτει και έλλειμμα, καθώς τα σχετικά εμπορεύματα δεν ήταν διαθέσιμα στην αποθήκη της εναγόμενης. Η εναγόμενη, ενόψει των ελλειμμάτων που διαπιστώθηκαν, και τα οποία στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης ανήλθαν σε αρκετά υψηλά ποσά για τα έτη 2013, 2014, 2015, όπως προαναφέρθηκε, και προκειμένου να διασφαλίσει τις εισπράξεις της εταιρίας, ζήτησε από τους υπεύθυνους των καταστημάτων να υπογράψουν νέα σύμβαση εργασίας, με την οποία θα αναγνωρίζονταν όχι μόνο τα εργασιακά τους δικαιώματα, αλλά και η ευθύνη τους για την ταμιακή διαχείριση των καταστημάτων στα οποία ήταν υπεύθυνοι. Η ενάγουσα, στο κατάστημα της οποίας διαπιστώθηκαν τα υψηλότερα ελλείμματα, αρνήθηκε την υπογραφή της νέας σύμβασης, ενώ με εξώδικη δήλωση που απέστειλε στην εναγομένη ζήτησε την επιστροφή του ποσού των 5.171,40, που είχε καταβάλει οικειοθελώς για την κάλυψη προγενέστερου ελλείμματος. Ακολούθως η εναγομένη υπέβαλε μήνυση σε βάρος της ενάγουσας και της Α. Β., η οποία συνεργάστηκε με την ενάγουσα τα έτη 2013 έως 2015 στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης. Η επικείμενη συνεπώς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η οποία είναι έγκυρη, αφού τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ήταν επιβεβλημένη, ενόψει της συμπεριφοράς της ενάγουσας, η οποία κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό της, στα πλαίσια της οποίας, και ενόψει της σωρείας των παράνομων ενεργειών, η εναγομένη υπέστη ζημία, καθιστώντας μη ανεκτή την περαιτέρω συνεργασία της με την ενάγουσα. Επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της συμβάσεώς της υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης στο πρόσωπό της δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη λογική, αφού η εναγομένη ως μοναδική ζημιωθείσα, και προκειμένου να διασφαλίσει την ταμιακή διαχείριση των καταστημάτων της και τις εισπράξεις της εταιρίας ζήτησε την υπογραφή των νέων συμβάσεων, αίτημα στο οποίο η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε. Επομένως το αίτημά της για καταβολή μισθών υπερημερίας, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο και συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος έφεσης. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στο κατάστημα της Νέας Σμύρνης, στο οποίο ακυρώθηκαν συναλλαγές, χωρίς να τηρηθούν αντίγραφα του ακυρωτικού, και στο οποίο υπεύθυνη ήταν η ενάγουσα, δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία. Συγκεκριμένα όταν ο πελάτης επιστρέφει τα προϊόντα που αγόρασε, με ταυτόχρονη επιστροφή και του τιμήματος, κάθε ταμίας, αφού λάβει την έγκριση του υπευθύνου, οφείλει να τηρεί τη διαδικασία υπογραφής των ακυρωθέντων παραστατικών (απόδειξης αγοράς και ακυρωτικής απόδειξης), καθώς και την αναγραφή επ’ αυτών της αιτίας ακύρωσης. Εν συνεχεία οφείλει να αρχειοθετεί τα παραστατικά των ακυρωθεισών συναλλαγών προκειμένου αυτά να είναι διαθέσιμα προς έλεγχο από το αρμόδιο τμήμα του λογιστηρίου της εναγόμενης, ενώ στο τέλος κάθε ημέρας συναλλαγών με το κοινό, εκδίδεται ένα μηχανογραφικό έγγραφο, αποκαλούμενο «κίνηση ημέρας», στο οποίο αποτυπώνεται ο συνολικός ημερήσιος τζίρος, αλλά και οι τυχόν ακυρωθείσες συναλλαγές κάθε καταστήματος με το όνομα του χρήστη που προέβη σε αυτές. Επομένως η ενάγουσα, ως υπεύθυνη του ανωτέρω καταστήματος, στο οποίο διαπιστώθηκε σωρεία παρανόμων ενεργειών, με την υπεξαίρεση σημαντικών χρηματικών ποσών τα έτη 2013 έως 2015, ζημιώνοντας την εναγόμενη κατά τα αντίστοιχα ποσά, παρείχε συνδρομή στο δράστη της υπεξαίρεσης, αφού για την επιτυχή έκβαση της ανωτέρω παράνομης δραστηριότητας απαιτείται συνεργασία του υπευθύνου του καταστήματος. Το γεγονός αυτό καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για τη λήψη των αιτούμενων εκ της συμβάσεως εργασίας της αποδοχών, καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά της υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, κατά παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της σχετικής εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως της εναγομένης και απορριπτομένου συνακόλουθα του σχετικού λόγου έφεσης.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την υπ’ αριθμ. 902/17 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.