ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ I

ΑΠΟΦΑΣΗ 473/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2018, με την ακόλουθη σύνθεση: Σωτηρία Ντούνη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Κωνσταντίνος Κρέπης και Ειρήνη Κατσικέρη, Σύμβουλοι, Χρυσούλα Μιχαλάκη και Γεωργία Κάνδυλα, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ευάγγελος Καραθανασόπουλος, ως νόμιμος αναπληρωτής της Γενικής Επιτρόπου της Επικρατείας, η οποία είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Πελαγία Κρητικού, Γραμματέας του Ι Τμήματος.

Για να δικάσει την από 2.11.2017 (Α.Β.Δ. .../2017) έφεση του …., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βαλαβάνη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ….).

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Λαμπρόπουλου.

Με την έφεση αυτή ζητείται η ακύρωση της 2/2.10.2017 καταλογιστικής πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος επίσης πρότεινε την απόρριψη αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα αυτού, με την παρουσία όλων των ανωτέρω μελών του και της Γραμματέως του.

Άκουσε την εισήγηση της Παρέδρου Γεωργίας Κάνδυλα. Και

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

 

Ι. Με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το …..2017 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΣΤ΄ Θεσσαλονίκης) και όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 11.6.2017 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 2/2.10.2017 καταλογιστικής πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του ως άνω Δήμου συνολικό ποσό 2.302,69 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές χρονικού διαστήματος από 20.7.2016 έως 22.6.2017 που ο εκκαλών φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως λόγω κατάταξής του σε προσωποπαγή θέση κλάδου ΤΕ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δηλαδή σε θέση ανώτερης εκπαιδευτικής κατηγορίας από εκείνη, στην οποία έπρεπε να καταταγεί σε συμμόρφωση με τη 2844/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

ΙΙ. Α.1. Στο άρθρο 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Και, στο άρθρο 95 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 84), ορίζεται ότι: «(…) 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Σε εκτέλεση των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις (…)» (Α΄ 274), στο Κεφάλαιο Α΄ του οποίου, υπό τον τίτλο «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις Δικαστικές αποφάσεις», και ειδικότερα στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγουμένου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει.(…)». Τέλος, στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους (…). 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. (…)». Περαιτέρω και σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διατάξεως ο ήδη ισχύων Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 ( Α΄ 52) ορίζει στο άρθρο 28 αυτού ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο (...) β) Ασκεί κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των ΟΤΑ (...) με σκοπό τη βεβαίωση ότι υπάρχει γι΄ αυτές πίστωση που έχει νόμιμα χορηγηθεί και ότι κατά την πραγματοποίησή τους τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό ή κάθε άλλη διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονιστικής απόφασης (...). 3. Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση και των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο» (βλ. ομοίου δε περιεχομένου διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 3 του προϊσχύοντος Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, Α΄ 189).

2. Ο Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΚΚΔΚΥ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 (Α΄ 143), στο Μέρος Δεύτερο (Προσωπικό Ειδικών Θέσεων και με Σύμβαση Εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου), Κεφάλαιο Α (Προσωπικό με Σύμβαση Εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου) Τμήμα Β (Προσωπικό Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου για κάλυψη Οργανικών Θέσεων Ο.Τ.Α.) άρθρο 183 [όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με την παρ. 6 του άρθρου 12 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85) και την παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 4483/2007 (Α΄ 107)] ορίζει ότι: «Το προσωπικό του τμήματος αυτού, το οποίο κατέχει ή αποκτά τίτλο σπουδών ανώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας σε σχέση με την εκπαιδευτική βαθμίδα στην οποία ανήκει η θέση την οποία κατέχει, επιτρέπεται να μετατάσσεται σε κενή θέση αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας του τίτλου σπουδών που κατέχει, εφόσον ο τίτλος σπουδών του προβλέπεται ή αντιστοιχεί σε κλάδο ή ειδικότητα της υπηρεσίας του. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, η μετάταξη γίνεται με μεταφορά θέσης σε ειδικότητα αντίστοιχη του τίτλου σπουδών που κατέχει ο μετατασσόμενος ή παρεμφερούς με τις υπάρχουσες του κλάδου μόνιμου προσωπικού, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου. (…) Οι προσωποπαγείς θέσεις καταργούνται αυτοδικαίως με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση αυτών που τις κατέχουν. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 76 και του άρθρου 79 του παρόντος Κώδικα» και στο Μέρος Πρώτο (Μόνιμο Προσωπικό), Κεφάλαιο Στ (Υπηρεσιακές Μεταβολές – Μεταβολές Κατάστασης Υπαλλήλου), άρθρο 76 ορίζει ότι: «1. Μετάταξη υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας, του ίδιου Ο.Τ.Α., επιτρέπεται μετά από αίτηση του υπαλλήλου και ύστερα από γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Ο μετατασσόμενος πρέπει να κατέχει τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο στον οποίο μετατάσσεται. (…)».

3. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, συνάγεται ότι στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, με την οποία διαγιγνώσκεται αυθεντικώς ότι η εργασία που παρέχεται από εργαζόμενο με τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου αποσκοπεί κατ’ ουσίαν στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη και συνιστά, ως εκ τούτου, κατά τον αληθή αυτής χαρακτήρα εργασία που παρέχεται υπό τους όρους ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, ο εργοδότης υποχρεούται είτε να προβεί στη λύση της συμβάσεως, πλην όμως υπό τους όρους της διαγνωσθείσας έννομη σχέσης, είτε, εφόσον το Δικαστήριο επέβαλε τη συνέχιση αυτής, να προσλάβει τον εργαζόμενο σε κενή οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου – ή εάν τέτοια δεν υπάρχει σε αντίστοιχη προσωποπαγή θέση, την οποία πρέπει να συστήσει – εκπαιδευτικής κατηγορίας και ειδικότητας που αντιστοιχεί στα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί και ασκούνταν από αυτόν υπό το καθεστώς και καθ’ όλη τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή μισθώσεως έργου προς κάλυψη των διαπιστωθεισών με τη δικαστική απόφαση πάγιων και διαρκών αναγκών και να τον κατατάξει στη θέση αυτή. Η κατά τα ανωτέρω κατάταξη από το αρμόδιο για την πρόσληψή του όργανο, δεν συνιστά νέα πρόσληψη αυτού ανεξάρτητη της ήδη διαδραμούσας εργασιακής του σχέσης, αλλά πρόκειται για απλή τοποθέτησή του στην οργανική θέση που πρέπει να συσταθεί, εφόσον δεν υπάρχει κενή αντίστοιχη, προκειμένου να καλυφθούν οι διαπιστωθείσες από την τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα. Από αυτά παρέπεται ότι η πλήρης συμμόρφωση της Διοίκησης προς μία δικαστική απόφαση με το προαναφερθέν περιεχόμενο περιλαμβάνει και το συνυπολογισμό στην προϋπηρεσία του εργαζομένου της διάρκειας των καταχρηστικώς συναφθεισών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ή μίσθωσης έργου), κατά πλάσμα δικαίου, ως διανυθείσας υπό όρους αντίστοιχης σύμβασης αορίστου χρόνου για όλες τις έννομες συνέπειες. Συνεπώς, οι αποδοχές του εργαζομένου στη νέα θέση πρέπει να προσδιοριστούν, αφού ληφθεί υπόψη όλος ο διαδρομών χρόνος καθώς και τα λοιπά τυπικά του προσόντα (πρβλ. Κλιμ. Ι Τμ. Πρ. 204/2016, 34, 55, 85/2017, 78/2018). Διαφορετικό είναι το ζήτημα της μετάταξης υπαλλήλου Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 76 του ΚΚΔΚΥ (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007), σε κενή οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας, αντίστοιχης του τίτλου σπουδών που κατέχει (και αν τέτοια δεν υπάρχει, σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση), εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 183 του ίδιου ως άνω Κώδικα, καθόσον προς τούτο απαιτείται η τήρηση ειδικώς περιγραφόμενης στο νόμο διαδικασίας, που συνίσταται στην υποβολή αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο καθώς και προηγούμενη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, με την οποία διαπιστώνεται η συνδρομή των απαιτούμενων ουσιαστικών προσόντων (Ε.Σ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο Ι Τμ. 201/2017, 188/2014, πρβλ. Ι Τμ. Πρ.165/2009, Κλιμ. Ι Τμ. 78/2018). Από αυτά συνάγεται ότι κατά την κατάταξη εργαζομένου σε θέση (οργανική ή προσωποπαγή) ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε συμμόρφωση με τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ο χαρακτήρας της παρεχόμενης από αυτόν εργασίας ως αορίστου χρόνου, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη τίτλος σπουδών ανώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας που προϋπήρχε ή αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας που αυτός παρείχε στο φορέα υπό τους όρους συμβάσεως ορισμένου χρόνου (ή μίσθωσης έργου), εφόσον για την άσκηση των καθηκόντων που ασκούσε ο εργαζόμενος δεν απαιτείτο ο εν λόγω τίτλος σπουδών. Η παραδοχή της αντίθετης άποψης, το μεν, θα συνιστούσε έλλειψη συμμόρφωσης της διοίκησης στην τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφού με την τελευταία διαγνώσθηκε συγκεκριμένο είδος εργασιών που εκτελούσε ο εργαζόμενος, το δε θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας μετάταξης των υπαλλήλων Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε θέση ανώτερης εκπαιδευτικής κατηγορίας, η οποία προϋποθέτει τον έλεγχο των προϋποθέσεων ολοκλήρωσής της από ειδικό υπηρεσιακό όργανο, άλλως σε παραβίαση όχι μόνο των προπαρατεθεισών ειδικών διατάξεων περί μετατάξεων αλλά και της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον θα οδηγούσε σε άνιση μεταχείριση του εν λόγω εργαζομένου αυτών έναντι των λοιπών εργαζομένων του ίδιου φορέα.

Β. Με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 στ. α΄ του Συντάγματος καθιερώνεται ο προληπτικός έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. Ο έλεγχος αυτός, όχι μόνο κατά το τυπικό (οργανικό) αλλά και κατά το λειτουργικό κριτήριο, είναι δικαστικός (βλ. άρθρ. 15 παρ. 1 και 2, 19, 21, 22, 28, 29, 30 του π.δ/τος 774/1980 και 160, 161, 162 και 163 του π.δ/τος 1225/1981), ασκείται κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο 32 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013) διαδικασία και καταλήγει στη «θεώρηση» ή μη των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων από το αρμόδιο όργανο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ήτοι από τον οικείο Επίτροπο της αντίστοιχης Υπηρεσίας Επιτρόπου. Ειδικότερα, το Σύνταγμα, αναθέτοντας στο Ελεγκτικό Συνέδριο τον ως άνω προληπτικό έλεγχο των δαπανών, εισάγει τεκμήριο αντίθετο εκείνου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, δηλαδή απαιτεί δια του προληπτικού ελέγχου να εξακριβωθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο η νομιμότητα των δαπανών, η οποία δεν θεωρείται τεκμαιρόμενη. Ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας και κανονικότητας, όσες φορές, δε, συντρέχει λόγος και ο έλεγχος του ουσιαστικού μέρους της δαπάνης (βλ. άρθρο 28 του ως άνω Κώδικα), εφόσον αποβαίνει θετικός, καταλήγει στην πράξη θεώρησης του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος, η οποία και μόνο προσδίδει το τεκμήριο νομιμότητας της δαπάνης και περαιτέρω την εκτελεστότητα στο οικείο χρηματικό ένταλμα. Εξάλλου, σε περίπτωση άρνησης και αμφισβήτησης της νομιμότητας της ελεγχόμενης δαπάνης, τότε η αμφισβήτηση αυτή, μαζί με τους έγγραφους αντίθετους ισχυρισμούς και επιχειρήματα του ελεγχόμενου διατάκτη, άγεται στον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Κλιμάκιο Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών), το οποίο με Πράξη του επιλύει τη δημοσιολογιστική έριδα περί της νομιμότητας ή μη της δαπάνης και της εντεύθεν θεώρησης ή μη του χρηματικού εντάλματος. Κατ’ αυτή τη διαδικασία άσκησης προληπτικού ελέγχου, η οποία είναι αποκλειστική και δεν παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ένδικου βοηθήματος, τόσο η άρνηση θεώρησης του χρηματικού εντάλματος λόγω διαπίστωσης παρανομίας της εντελλόμενης δαπάνης, όσο και η πράξη θεώρησης αυτού, με την οποία η αναληφθείσα από το διατάκτη δαπάνη κρίνεται ως νόμιμη, καθώς και η Πράξη του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιλαμβάνεται της υπόθεσης επί σχετικής διαφωνίας, είναι πράξεις δικαστικές τόσο κατά το τυπικό, όσο και κατά το ουσιαστικό, λειτουργικό κριτήριο. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, γίνεται παγίως δεκτό από το Ελεγκτικό Συνέδριο ότι η κατά τα ανωτέρω θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής δαπάνης δεν μπορεί να ανακληθεί ή αμφισβητηθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή από τη Διοίκηση, εφόσον έχει εκτελεσθεί (εξοφληθεί) το σχετικό χρηματικό ένταλμα. Άλλως, όμως, έχει το θέμα εάν η θεώρηση του εξοφληθέντος εντάλματος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα, πλαστά ή ψευδή δικαιολογητικά και γενικά σε απατηλή συμπεριφορά του διοικουμένου. Στην περίπτωση αυτή δύναται να χωρήσει αναθεώρηση της πράξεως του Επιτρόπου, όπως και της Πράξεως του Τμήματος, με την οποία επιλύθηκε η σχετική διαφωνία υπέρ της θεώρησης, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις αίτησης ή οίκοθεν παρά του Συνεδρίου αναθεώρησης που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 48 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά την εν λόγω δε νομοθετική ρύθμιση αναθεώρηση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερομένους σ’ αυτή λόγους ήτοι: α) λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω λογιστικού λάθους, β) αν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα, γ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε καταθέσεις μαρτύρων που καταδικάσθηκαν για ψευδορκία ή απαλλάχθηκαν αλλά η ψευδορκία αναγνωρίστηκε δικαστικά και δ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε πλαστά έγγραφα, εφόσον η πλαστογραφία αναγνωρίστηκε δικαστικά. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων και σύμφωνα με όσα γίνονται παγίως δεκτά από τη νομολογία του Δικαστηρίου τούτου, πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα συντρέχει, όταν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά είναι αντικειμενικώς ανύπαρκτα, καθώς και όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση αγνοήθηκαν υπαρκτά πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα την εξαγωγή εσφαλμένου συμπεράσματος. Στην έννοια της πλάνης δεν εμπίπτει η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Επιτρόπου ή του Κλιμακίου κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου της δαπάνης, ούτε η κακή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (Ολομ. Ελ. Συν. 792/1982, 489/1996, 382/2001, 1055/2003, 30/2012, 2492/2016, 1522/2017). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα αρμόδια για την άσκηση του προληπτικού ελέγχου των δαπανών όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύνανται, εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει περίπτωση πλάνης, κατά την ως άνω έννοια, να προχωρήσουν αυτεπαγγέλτως στην αναθεώρηση της πράξης θεώρησης του ήδη εξοφληθέντος χρηματικού εντάλματος πληρωμής και συναφώς, στον καταλογισμό του αχρεωστήτως λαβόντος με τα ποσά, τα οποία εν τω μεταξύ κατεβλήθησαν σ’ αυτόν σε εκτέλεση της πράξης θεώρησης από το χρόνο που η τελευταία έλαβε χώρα έως την αναθεώρησή της (βλ. Απόφ. Ολομ. 2620/2009 και Πρακτ. Ολομ. 3ης Γεν. Συν./23.2.2005, αποφ. IV Τμ. 1647, 1651, 1660-7, 1669/2010).

Γ. Εντούτοις, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής διαφοράς, με αντικείμενο την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να προβεί, κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, είτε στην άρση του καταλογισμού, είτε στη μείωση του ποσού αυτού, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την είσπραξη αυτών, β) να έχουν ληφθεί καλόπιστα και γ) να υφίσταται, από την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης του λαβόντος, κίνδυνος δημιουργίας ανυπέρβλητων οικονομικών δυσχερειών σ’ αυτόν, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του (βλ. ΕΣ Ολομ. 747-750/2017, 1246/2014, 4324, 1980/2013, 1385/2012, 1680/2009, 2438/2008, 1114/2007, 1453/2006, 1428/2005 κ.ά.). Ειδικότερα, η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης δεν απαγορεύει κατ’ αρχήν την επανορθωτική επέμβαση των κρατικών οργάνων, με σκοπό τη συμμόρφωση στην αρχή της νομιμότητας και την αποτροπή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σκοπός που κατά τα ανωτέρω υπηρετείται από τις διατάξεις περί καταλογισμού σε βάρος των καλοπίστων αχρεωστήτως λαβόντων. Η επέμβαση, όμως, της Διοίκησης, ειδικά όταν αυτή επιχειρείται σε αποδοχές που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο μίας επιγενόμενα παράνομης εργασιακής σχέσης, δυνάμει της οποίας δημιουργήθηκε μία μη αναστρέψιμη πραγματική οικονομική κατάσταση για όσο διάστημα λειτούργησε (Ζερδελής ΕργΔικ σελ. 354, πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 8.7.2004 Κλιάφας κατά Ελλάδας, σκ. 29-30), και αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 19.4.2007 Eslekinen κατά Φινλανδίας, σκ. 40 επ.), πρέπει να είναι έγκαιρη, προσήκουσα και συνεπής και να μην επιβάλει στους λαβόντες τις σχετικές παροχές δυσανάλογο βάρος, όπως, ιδίως, όταν μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών εκάστης περίπτωσης, καλούνται να επιστρέψουν τα καλοπίστως εισπραχθέντα από αυτούς ποσά (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 19.6.2008 «Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδας», σκ. 57, της 25.3.2014, «Bryda κατά Πολωνίας», σκ. 36). Και τούτο προκειμένου να μην διαταραχθεί άνευ ετέρου η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του υπηρετούμενου σκοπού και της προστασίας της περιουσίας των εν λόγω προσώπων, όταν μάλιστα δεν διακυβεύονται άμεσα συμφέροντα τρίτων, από την επίρριψη του βάρους στους bona fide λαβόντες, οι οποίοι σχημάτισαν για εύλογο χρονικό διάστημα δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ήταν δικαιούχοι των οικείων παροχών, (πρβ. αποφ. ΕΔΔΑ της 26.11.2013 «Bogdel κατά Λιθουανίας», σκ. 65 και 66, της 12.11.2013 «Pyrantiene κατά Λιθουανίας», σκ. 55, της 20.5.2010 «Lelas κατά Κροατίας», σκ. 73, της 11.6.2009 «Trgo κατά Κροατίας», σκ. 67, της 13.12.2007, «Gashi κατά Κροατίας», σκ. 40, της 5.11.2002 «PINCOVÁ και PINC κατά Τσεχίας» σκ. 58). Άλλωστε, ως προεκτέθη, με την προαναφερόμενη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου τίθεται ένα επιπλέον, σε σχέση με την καλόπιστη είσπραξη, κριτήριο για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, ως στοιχείο του εννοιολογικού προσδιορισμού αυτής, το οποίο συνίσταται στην απόδειξη του οικονομικού κλονισμού του λαβόντος εξαιτίας του επιβληθέντος διοικητικού μέτρου (ΕΣ 938/2015 όπου και μειοψ.). Δύναται δε να οδηγήσει η εκτίμηση από το Δικαστήριο του εν λόγω οικονομικού στοιχείου είτε στην άρση του καταλογισμού, είτε στη μείωση του ποσού αυτού, εφόσον η οικονομική κατάσταση του λαβόντος επιτρέπει την επιστροφή μέρους των αχρεωστήτως καταβληθέντων (βλ. απόφ. Ι Τμ. 641, 390/2018).

IΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου καθώς και από τα γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενες ενέργειές του προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Ο εκκαλών, εργαζόμενος στο Δήμο Θεσσαλονίκης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου, ζήτησε με την από 20.4.2013 αγωγή του (με αριθμ. κατάθεσης …..2013) που άσκησε μαζί με άλλους 600 ενάγοντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ως άνω Δήμου να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, ότι η τελευταία απόλυσή του, υπό τους όρους που έγινε, ήταν άκυρη και περαιτέρω ότι ο Δήμος όφειλε να τον απασχολεί, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης (αορίστου χρόνου), στη θέση, με την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου στην υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών του προσόντων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2844/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), με την οποία, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή του ήδη εκκαλούντος και αναγνώρισε ότι αυτός συνδέεται στην πραγματικότητα με το Δήμο Θεσσαλονίκης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, χωρίς ωστόσο να κάνει ειδική αναφορά στο χρονικό σημείο έναρξης αυτής αλλά ούτε και στα ειδικότερα καθήκοντα, στον αριθμό και τη φύση των συμβάσεων, βάσει των οποίων απασχολείτο ως το χρόνο άσκησης της αγωγής του ο εκκαλών. Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση ο Δήμος Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκε να απασχολεί τον εκκαλούντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στη θέση, με την ειδικότητα και με τις αποδοχές, που αντιστοιχούν εκ του νόμου στην υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών του προσόντων, άλλως για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του προς την απόφαση ορίστηκε να καταβάλει το ποσό των 100,00 ευρώ ως χρηματική ποινή. Σε συμμόρφωση με την απόφαση αυτή, η οποία ως προς τον εκκαλούντα κατέστη αμετάκλητη, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προέβη με την …..2014 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου στη σύσταση νέας προσωποπαγούς θέσης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία ενσωματώθηκε στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) με σχετική τροποποίησή του (βλ. την …..2014 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου). Στη συνέχεια, ο εκκαλών, ο οποίος από την 1.4.2013 κατέστη πτυχιούχος του Τμήματος Οχημάτων του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, κατετάγη βάσει των δικαιολογητικών που προσκόμισε, συμπεριλαμβανομένου και του ως άνω τίτλου σπουδών, σε προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατηγορίας ΤΕ – Διοικητικού [αρχικά με την …..2014 (Γ΄….2014) απόφαση του Δημάρχου και στη συνέχεια, κατόπιν ανακλήσεως αυτής λόγω μη εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων εκ μέρους του εκκαλούντος, με την …..2016 (ΦΕΚ Γ΄ ….2017) όμοια απόφαση], ενώ με τις ….2016 αποφάσεις του Δημάρχου κατετάγη από 20.7.2016 (ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ της απόφασης κατάταξής του σε προσωποπαγή θέση) στο 1ο Μισθολογικό Κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας ΤΕ και στο Γ΄ βαθμό, αντίστοιχα. Για την καταβολή των αποδοχών του, μηνός Ιουλίου 2016, εκδόθηκε το …., οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής, το οποίο υποβλήθηκε προς έλεγχο στην Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης με επισυναπτόμενα δικαιολογητικά την 2844/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την απόφαση σύστασης των αντίστοιχων θέσεων, κατανομής του προσωπικού, κατάταξης αυτού κατά κατηγορία και ειδικότητα και, επιπροσθέτως, την απόφαση ανάκλησης της κατάταξης του υπαλλήλου και επανακατάταξης αυτού μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, το πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης, το αντίγραφο ποινικού μητρώου του εκκαλούντος, το πτυχίο Τ.Ε.Ι., τη βεβαίωση πίστωσης προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2016 και τις αποφάσεις του Δημάρχου περί κατάταξης σε οργανική θέση, μισθολογικής κατάταξης και τοποθέτησης. Σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα ο εκκαλών φερόταν ως υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ – Διοικητικού, χωρίς να προκύπτει από κανένα δικαιολογητικό η ημερομηνία έναρξης της σχέσης εργασίας του με το Δήμο και η ειδικότητα, στην οποία αυτός είχε αρχικώς προσληφθεί. Κατόπιν αυτού, το ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής θεωρήθηκε από την αρμόδια Επίτροπο στις 27.7.2016 και συνεπεία της θεωρήσεως αυτής ο εκκαλών εντάχθηκε κανονικά στη μισθοδοσία του Δήμου και εξακολούθησε να λαμβάνει νομίμως τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο 1ο Μ.Κ. της κατηγορίας ΤΕ – Διοικητικού για το επόμενο χρονικό διάστημα. Ακολούθως, ο Δήμος Θεσσαλονίκης υπέβαλε στην ίδια ως άνω Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής, που αφορούσε στην καταβολή αναδρομικών αποδοχών στον εκκαλούντα για το χρονικό διάστημα από 21.7.2016 έως 31.7.2016, λόγω χορήγησης σ’ αυτόν του 4ου Μ.Κ. της κατηγορίας ΤΕ κατόπιν αναγνώρισης προϋπηρεσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015. Από την επισυναπτόμενη στο ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής βεβαίωση προϋπηρεσίας προέκυψε ότι ο εκκαλών είχε προσληφθεί για πρώτη φορά στο Δήμο Θεσσαλονίκης στις 13.8.2007 και είχε απασχοληθεί έκτοτε αρχικά ως Φύλακας με συμβάσεις έργου και στη συνέχεια ως Εργάτης Γενικών Καθηκόντων και Εργάτης Καθαριότητας βάσει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσωρινών διαταγών καθώς και σε εκτέλεση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. Μετά δε την έκδοση της 2844/2013 δικαστικής απόφασης και μέχρι την κατάταξή του σε προσωποπαγή θέση στο Δήμο Θεσσαλονίκης [με την …..2016 (ΦΕΚ Γ΄ ….2017) απόφαση Δημάρχου] εξακολούθησε να εργάζεται ως υπάλληλος κατηγορίας ΥΕ Γενικών Καθηκόντων (πλην του χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία). Η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνήθηκε, με την 61/7.12.2016 πράξη επιστροφής, τη θεώρηση του ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής του Δήμου Θεσσαλονίκης με την αιτιολογία ότι ο εκκαλών μη νομίμως κατετάγη σε θέση κατηγορίας ΤΕ Διοικητικού βάσει του τίτλου σπουδών που απέκτησε το έτος 2013, ήτοι σε θέση κατηγορίας ανώτερης από εκείνη, στην οποία εργαζόταν με τις αρχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου (Φύλακας, Εργάτης Γενικών Καθηκόντων και Εργάτης Καθαριότητας, κατηγορίας ΥΕ) και που κατά τα κριθέντα με την ανωτέρω δικαστική απόφαση και σε συμμόρφωση προς αυτή, αποτελούσαν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης επανυπέβαλε το ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής για θεώρηση (με το …..2016 έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος Ελέγχου και Πιστοποίησης Δαπανών), πλην όμως η Επίτροπος ενέμεινε στις απόψεις της με αποτέλεσμα να ανακύψει διαφωνία ως προς τη θεώρηση του χρηματικού εντάλματος, η οποία ήχθη προς επίλυση ενώπιον του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών του παρόντος Τμήματος (σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 - Α΄ 52 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο). Επ’ αυτής εκδόθηκε η 68/2017 Πράξη, με την οποία το Κλιμάκιο λαμβάνοντας υπόψη, ότι: α) το χρηματικό ένταλμα της πρώτης μισθοδοσίας (μηνός Ιουλίου 2016) του εκκαλούντος, ως εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχε ελεγχθεί από την αρμόδια Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, αφού είχε κριθεί ότι η σχετική δαπάνη ήταν νόμιμη, το εν λόγω ένταλμα είχε θεωρηθεί, β) η πράξη αυτή θεώρησης δεν έχει αναθεωρηθεί από το όργανο που την εξέδωσε, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 48 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και γ) δεν μεσολάβησε κάποια απόφαση αρμοδίου οργάνου, που να ανακαλεί την πράξη κατάταξης του εκκαλούντος, έκρινε ότι ο έλεγχος νομιμότητας της υπό κρίση δαπάνης δεν μπορούσε να οδηγήσει σε παρεμπίπτοντα έλεγχο προηγούμενων πράξεων, δημιουργικών δαπανών (όπως η κατάταξή του σε προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), οι οποίες (δαπάνες) κρίθηκαν νόμιμες και το σχετικό χρηματικό ένταλμα θεωρητέο. Με το σκεπτικό αυτό, το Κλιμάκιο, αφού απέρριψε τον προβληθέντα από την Επίτροπο λόγο διαφωνίας, έκρινε τη μεν δαπάνη νόμιμη, το δε χρηματικό ένταλμα πληρωμής μη θεωρητέο λόγω λήξης του οικονομικού έτους, σε βάρος των πιστώσεων του οποίου αυτό είχε εκδοθεί. Μετά από αυτά, η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης προέβη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην έκδοση της 1/22.6.2017 πράξης αναθεώρησης του ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής του Δήμου Θεσσαλονίκης που αφορούσε στην καταβολή της πρώτης μισθοδοσίας του εκκαλούντος, συναφώς δε και στην αναθεώρηση των μεταγενεστέρως εκδοθέντων χρηματικών ενταλμάτων, επί των οποίων εκτεινόταν η δεσμευτικότητα της πράξης θεωρήσεως και συγκεκριμένα των χρηματικών ενταλμάτων …., οικονομικού έτους 2016 και …., οικονομικού έτους 2017, με την αιτιολογία ότι από τη βεβαίωση προϋπηρεσίας του εκκαλούντος προέκυπτε ότι οι ως άνω δαπάνες ήταν μη νόμιμες κατά το μέρος που υπερέβαιναν τις αντίστοιχες αποδοχές που θα είχαν καταβληθεί στον εκκαλούντα, αν αυτός είχε καταταχθεί στο εισαγωγικό Μ.Κ. της κατηγορίας ΥΕ αντί του αντίστοιχου Μ.Κ. της κατηγορίας ΤΕ. Στη συνέχεια συντάχθηκε το …2017 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων για την επιστροφή των ως άνω φερόμενων ως αχρωστήτως ληφθεισών αποδοχών, το οποίο επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 23.6.2017 (βλ. την αυθημερόν συνταχθείσα έκθεση περί επίδοσης ειδικής κοινοποίησης του δημοτικού υπαλλήλου, ….), το οποίο ωστόσο παρέμεινε ανεκτέλεστο, με αποτέλεσμα η ίδια ως άνω Επίτροπος να προχωρήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης.

2. Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, το Τμήμα κρίνει ότι μη νομίμως ο εκκαλών κατετάγη, σε συμμόρφωση με την 2844/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της κατηγορίας ΤΕ κλάδου Διοικητικού αντί της κατηγορίας ΥΕ. Τούτο δε, διότι, κατά το χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την αρχική πρόσληψη του εκκαλούντος στο Δήμο Θεσσαλονίκης (13.8.2007) έως τη δημοσίευση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης (8.11.2013), στο οποίο αναφέρεται η από 1.4.2013 αγωγή του και για το οποίο αναγνωρίστηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η αληθής φύση της σχέσης εργασίας που τον συνέδεε με το Δήμο Θεσσαλονίκης ήταν αυτή του αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου συμπεριλαμβανομένου και του είδους της προσφερόμενης εργασίας έστω και αν δεν κατονομαζόταν ρητά, ο εκκαλών ασκούσε καθήκοντα Φύλακα, Εργάτη Γενικών Καθηκόντων και Εργάτη Καθαριότητας πέραν του γεγονότος ότι δεν διέθετε τον απαιτούμενο τίτλο σπουδών για τη κατάληψη θέσης κατηγορίας ΤΕ, στην οποία τελικώς κατετάγη με την …..2016 (ΦΕΚ Γ΄ ….2017) απόφαση του Δημάρχου, τον τίτλο δε αυτό προσκόμισε ενώπιον του Δήμου το πρώτον με την …..2015 αίτησή του προς κατάταξη σε προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε εκτέλεση της ίδιας ως άνω απόφασης και μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Διάφορο βεβαίως είναι το ζήτημα της προσμετρήσεως των ετών της προϋπηρεσίας του εκκαλούντος στο Δήμο Θεσσαλονίκης βάσει προηγούμενων σχέσεων εργασίας, η οποία (προϋπηρεσία) αναγνωρίστηκε αμετακλήτως με την ως άνω απόφαση ως παρασχεθείσα υπό όρους συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δύναται να επηρεάσει μόνο τη μισθολογική εξέλιξη αυτού, ήτοι τη χορήγηση του αντίστοιχου στα έτη αυτά Μ.Κ., σε καμία όμως περίπτωση και την κατάταξή του σε θέση εκπαιδευτικής κατηγορίας ανώτερης των προσόντων, με τα οποία αυτή (δηλ. η προϋπηρεσία) αποκτήθηκε, τα οποία εν προκειμένω ήταν εκείνα της κατηγορίας ΥΕ. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται ισχυρισμός ότι μετά τη λήψη του πτυχίου Τμήματος Οχημάτων του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης (1.4.2013) και πριν την κατάταξη του εκκαλούντος στη συσταθείσα προσωποπαγή θέση αορίστου χρόνου (20.7.2016) προηγήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 76 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων διαδικασία μετάταξης αυτού σε ανώτερη κατηγορία (ΤΕ), η οποία προϋπέθετε αίτηση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου και γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, σχετικά με το αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή της και κυρίως την πρόσληψή του σε κενή προσωποπαγή θέση κατηγορίας ΥΕ ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία μάλιστα ολοκληρώθηκε μόλις την 20.7.2017. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω και ουσία αβάσιμος.

3. Ομοίως, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της 1/22.6.2017 πράξης αναθεώρησης του ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής του Δήμου Θεσσαλονίκης καθώς και των μεταγενεστέρως εκδοθέντων χρηματικών ενταλμάτων, επί των οποίων εκτεινόταν το δεσμευτικό αποτέλεσμα της πράξης θεωρήσεως. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, η αναθεώρηση της πράξεως θεωρήσεως επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχει ένας ή περισσότεροι εκ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 48 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο λόγων. Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται αφενός μεν η προσαγωγή νέου κρίσιμου εγγράφου και αφετέρου η πλάνη του αρμοδίου για τη θεώρηση του χρηματικού εντάλματος πληρωμής οργάνου περί των πραγματικών προϋποθέσεων, επί των οποίων ερείδεται η δαπάνη. Από όσα ήδη εκτέθηκαν προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως της ιδιότητας της βεβαίωσης προϋπηρεσίας του εκκαλούντος που προσκόμισε ο Δήμος Θεσσαλονίκης ως έγγραφο δικαιολογητικό του ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής (το οποίο αφορούσε στην καταβολή αναδρομικών αποδοχών εξαιτίας της χορήγησης στον εκκαλούντα του 4ου Μ.Κ. της κατηγορίας ΤΕ λόγω αναγνώρισης του χρόνου προϋπηρεσίας του στο Δήμο), ως νέου κρίσιμου εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 48 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επίτροπος, κατά το χρόνο ασκήσεως προληπτικού ελέγχου επί της ως άνω δαπάνης διαπίστωσε, εξ αφορμής του ίδιου ανωτέρου εγγράφου (δηλ. της βεβαίωσης προϋπηρεσίας), το οποίο για πρώτη φορά προσκομίστηκε ενώπιόν της, ότι είχε πλανηθεί ως προς τη συνδρομή προϋπόθεσης που προηγείται χρονικά της μισθολογικής προαγωγής του εκκαλούντος, ήτοι της νόμιμης κατάταξης αυτού σε προσωποπαγή θέση κατηγορίας ΤΕ. Στοιχειοθετείται, επομένως πλάνη ως προς τη συνδρομή γεγονότων, τα οποία στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχαν και συνίστανται στο ότι ο εκκαλών δεν ασκούσε καθήκοντα κατηγορίας ΤΕ αλλά κατηγορίας ΥΕ, γεγονός που μόνο σε συνδυασμό με τα μεταγενεστέρως προσκομισθέντα έγγραφα μπόρεσε να διαγνώσει, ούτε διέθετε από την έναρξη της σχέσης εργασίας του με το Δήμο Θεσσαλονίκης (13.8.3007) τα τυπικά προσόντα της θέσης κατηγορίας ΤΕ κλάδου Διοικητικού, την οποία τελικώς κατέλαβε κατ’ επίκληση της 2844/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εφόσον δε εξαιτίας της πλάνης αυτής, τόσο η δαπάνη της πρώτης μισθοδοσίας που ακολούθησε την ….2016 (ΦΕΚ Γ΄ ….2017) απόφαση του Δημάρχου Θεσσαλονίκης περί κατάταξης αυτού σε οργανική θέση, στην οποία αφορούσε το ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής, όσο και οι μεταγενέστερες όμοιες δαπάνες καλύφθηκαν από το τεκμήριο νομιμότητας που απέρρευσε από τη θεώρηση αυτού (δηλ. του ΧΕΠ .../2016), νομίμως και αρμοδίως προέβη η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης στην αναθεώρηση της εν λόγω πράξεως θεωρήσεως και συνακόλουθα στην άσκηση κατασταλτικού ελέγχου με την έκδοση και κοινοποίηση προς τον εκκαλούντα του …..2017 Φύλλου Μεταβολών και Ελλείψεων και ακολούθως στην έκδοση της προσβαλλόμενης προς αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, δοθέντος ότι λόγω της αναδρομικής ισχύος της 1/22.6.2017 πράξεως αναθεωρήσεως οι δαπάνες που αφορούσαν στις αποδοχές χρονικού διαστήματος από 20.7.2016 έως 22.6.2017 κατέστησαν πλέον μη νόμιμες.

Περαιτέρω, ο εκκαλών προβάλλει ότι ο επίδικος καταλογισμός πρέπει να ακυρωθεί κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης. Και τούτο, διότι ο ίδιος καλοπίστως παρείχε τις εργασίες του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (από 20.7.2016 έως 22.6.2017), καθόσον αφενός μεν είχε θεωρηθεί το πρώτο χρηματικό ένταλμα πληρωμής που αφορούσε στην πρώτη, μετά την κατάταξή του, μισθοδοσία του, στο οποίο είχε επισυναφθεί ως δικαιολογητικό ο αποκτηθείς από αυτόν από 1.4.2013 τίτλος πτυχίου Τ.Ε.Ι. και αφετέρου διότι, επί της διαφωνίας που ανέκυψε ως προς τη θεώρηση του συμπληρωματικού ..., οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής που αφορούσε στη μισθολογική του εξέλιξη το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε ομοίως ότι η δαπάνη ήταν νόμιμη και συνεπώς, ότι το ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής θα μπορούσε να θεωρηθεί, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος, τις πιστώσεις του οποίου βάρυνε. Περαιτέρω, ως αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής του κατάστασης ο εκκαλών προσκομίζει: α) αντίγραφο της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου, φορολογικού έτους 2016, από το οποίο προκύπτει ότι το εισόδημα που πραγματοποίησε προήλθε αποκλειστικά από το μισθό του και ανήλθε σε 7.291,88 ευρώ και β) την …..2018 βεβαίωση του Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τμήματος Μισθοδοσίας της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων του Δήμου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ο εκκαλών δεν λαμβάνει αποδοχές από 1.8.2017 λόγω της έκδοσης σε βάρος του της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης. Από τα στοιχεία αυτά, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη των όσων κρίθηκαν με την 418/2018 απόφαση του παρόντος Τμήματος, εκδοθείσας επί της αιτήσεως του εκκαλούντος για την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, το Τμήμα κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω και η έτερη προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω αρχής, ήτοι η οικονομική αδυναμία του εκκαλούντος προς επιστροφή του καταλογισθέντος ποσού. Συναφώς δε, ότι η επιστροφή αυτού θα προκαλέσει σημαντική επιβάρυνση στα μέσα διαβίωσης του εκκαλούντος, τέτοια που να διαταράσσει σε βάρος του τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του υπηρετούμενου με την επιστροφή σκοπού και των περιουσιακών του δικαιωμάτων. Με βάση αυτά και κατ’ εκτίμηση των ως άνω πραγματικών περιστάσεων, υπό τις οποίες τελεί ο εκκαλών, ιδίως δε ενόψει του ότι αυτός δεν έχει λάβει αποδοχές από 1.8.2017 έως σήμερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των έντεκα (11) μηνών που μεσολάβησε από την καταβολή της πρώτης μισθοδοσίας του (20.7.2016) έως την έκδοση της 1/22.6.2017 πράξεως αναθεωρήσεως, στο οποίο αφορά η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, είναι εύλογο και δικαιολογεί στη συγκεκριμένη περίπτωση την εφαρμογή της ως άνω γενικής αρχής (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 15.9.2009, Moskal κατά Πολωνίας). Συνεπώς, κατά παραδοχή του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου έφεσης, πρέπει να ακυρωθεί η 2/2.10.2017 καταλογιστική πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης, δεκτού δε γενομένου του λόγου αυτού παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων με το υπό κρίση δικόγραφο λόγων περί ακύρωσης της καταλογιστικής πράξης.

ΙV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η 2/2.10.2017 καταλογιστική πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί το καταβληθέν παράβολο στον εκκαλούντα (άρθρο 73 παρ. 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο) και, εκτιμωμένων των περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1 του ν. 2717/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006), να απαλλαγεί το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική του δαπάνη.

 

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση.

Ακυρώνει τη 2/2.10.2017 καταλογιστική πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου. Και

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΝΔΥΛΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΕΛΑΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2019.