ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 472/2019

 

Πρόεδρος: Α. Μαλούκου, Ειρηνοδίκης

Δικηγόροι: Α. Αποστολοπούλου, Κ. Ζερβού, Θ. Πάπαρης, Π. Λιούπη, Α. Παπαπετρόπουλος, Η. Τόμπρος

 

Από την υπ’ αριθμ. …/30.11.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη των καθ’ων. Όμως η τελευταία δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συνεπώς πρέπει να δικασθεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο θα προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 754 και 271 § 1 και 2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών αφού επικαλείται έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις αναφερόμενες πιστώτριες, το Ελληνικό Δημόσιο, τον ΟΑΕΕ και το ΙΚΑ, ζητεί τη ρύθμιση των οφειλών του από το Δικαστήριο, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κατοικίας του, σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο αιτών, για να συζητηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 έως 781 σε συνδ. με το άρθρο 3 Ν 3869/2010).

Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση του αιτούντα, ούτε έχει εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο, απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές του (βλ. υπ’ αριθμόν …/22.3.2019 βεβαίωση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας). Είναι νόμιμη και ορισμένη στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 §3, 8, 9 και 11 Ν 3869/2010. Το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης των χρεών του θα απαλλάσσεται από το υπόλοιπο αυτών, ασκείται πρόωρα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις προς τούτο και πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτο. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." ως μη δικαιούχος διάδικος και ως εντολοδόχος της ... η οποία είναι ειδική διάδοχος της ... και αυτή ως ειδική διάδοχος της ... άσκησε κύρια παρέμβαση για την υπ’ αριθμόν ... επιχειρηματική οφειλή ύψους 58.139,97 ευρώ. Η κύρια παρέμβαση είναι νόμιμη (αρθρ. 79 και 741 ΚΠολΔ) και πρέπει συνεπώς συνεκδικαζόμενη με την αίτηση (άρθρο 741 ΚΠολΔ σε συνδ. με τα άρθρα 225 § 2, 246 και 591 του ίδιου κώδικα), να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Οι καθ’ων προβάλλουν 1) την ένσταση της δολίας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών βάσει του άρθρου 1 Ν 3869/2010. Διότι έλαβε 23 τραπεζικά προϊόντα ύψους 322.412,51 ευρώ, χωρίς να έχει την οικονομική δυνατότητα για την αποπληρωμή τους. Η υπαιτιότητά του λοιπόν είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, διότι οι καθ’ών παραλείπουν να αναφέρουν το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών, ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. 2) την ένσταση της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 1 παρ. 2 Ν 3869/2010, διότι παραβιάζει τα άρθρα 22 παρ. 5, 94 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος. Επίσης τα στεγαστικά δάνεια του τέως ΟΕΚ ήδη (ΟΑΕΔ), δεν υπάγονται στο νόμο, καθώς η υπαγωγή τους έρχεται σε αντίθεση με το Ενωσιακό Δίκαιο. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη κατ’ ουσία. Με το νόμο 3869/2010 η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.

Επίσης, δεν θίγεται με την ανωτέρω διάταξη η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης με τη δημιουργία εντονότατων προβλημάτων στην οικονομική τους βιωσιμότητα, όπως ισχυρίζεται το καθ’ου, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής αν όχι αδύνατη, και οι φορείς δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους. Η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, όταν η αβεβαιότητα είσπραξης σε σχέση με τη δυνατότητα εξοφλήσεως είναι ιδιαίτερα υψηλή. Άλλωστε ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυναμένων να εισπραχθούν και την απώλεια παροχών. Άλλωστε η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά, δεν επέρχεται αμέσως συνέπεια της αιτήσεώς του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών. Η δε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη συνιστά την απόληξη μιας διαδικασίας, συνδυαζομένη ενδεχομένως με τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Επίσης, η απαλλαγή του οφειλέτη από χρέη συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είναι ήδη γνωστή στο δικαιικό μας σύστημα, καθώς και στο θεσμό της πτώχευσης επέρχεται υπό προϋποθέσεις τέτοια απαλλαγή (άρθρο 170 παρ. 5 Ν 3588/2007). Επιπροσθέτως προϋφιστάμενος νόμος ο οποίος επέφερε γενναίες περικοπές στις οφειλές αυτές επιρρωνύει τη θέση υπέρ της σύμφωνης με το Σύνταγμα επιλογής του νομοθέτη για υπαγωγή και των ανωτέρω οφειλών στις διατάξεις του Ν 3869/2010. Η ανυπαρξία δε πλαισίου ρύθμισης συνολικά των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου που στερείται δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας και έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, τον οδηγεί σε κοινωνική περιθωριοποίηση και οικονομικό αποκλεισμό, σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος στο Συμβούλιο Επικράτειας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, μόνο δε σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια.

Σε σχέση προς το είδος του αντικειμένου της δικαστικής διαφορά, η δικαιοδοσία διακρίνεται σε αμφισβητούμενη και εκούσια. Αμφισβητούμενη είναι η δικαιοδοσία όταν αντικείμενο της δίκης είναι η επίλυση της διαφοράς, ενώ εκούσια όταν αντικείμενο της δίκης είναι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπό την έννοια του διαπλαστικού ή βεβαιωτικού χαρακτήρα κρίσης του δικαστηρίου επί υποθέσεων που στερούνται την έννοια της διαφοράς με σκοπό να διασφαλιστούν ή να προστατευθούν ιδιωτικά συμφέροντα. Σκοπός της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων. Σε αυτήν δεν κρίνονται δικαιώματα η διάγνωση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου και επομένως οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, γι’ αυτό δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 322, 324 και 331 ΚΠολΔ. Η εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ αντιδικία, δεν είναι ασυμβίβαστη με τη φύση της εκούσιας δικαιοδοσίας και συνεπώς δεν μεταβάλλει την ερμηνεία ως προς το δεδικασμένο (βλ. ΜΕφΛαρ 160/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 723/1993 ΕλλΔνη 1995, 2000).

Μετά την τροποποίηση του Ν 3869/2010 από το Ν 4336/2015 διευρύνθηκε το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Νόμου. Η απόφαση του Ν 3869/2010 προϋποθέτει μεν εξέλεγξη των απαιτήσεων, αλλά δεν οδηγεί σε δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη και το ύψος τους λόγω του άρθρου 331 ΚΠολΔ, με συνέπεια παράλληλα προς τη διαδικασία του Ν 3869/2010, να δύναται να ακολουθηθούν παράλληλες δικαστικές διαδικασίες σχετικώς με την τελεσίδικη κρίση περί της ύπαρξης των απαιτήσεων των πιστωτών και του ύψους των, αποκλεισμένου έτσι του ενδεχόμενου έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων. Ας σημειωθεί ότι ο Ν 3869/2010 εισάγει ως διαδικαστικό πλαίσιο των διατάξεων περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στο πρότυπο της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 3 ΠτΚ, στον οποίο υπήχθησαν συλλήβδην οι συλλογικές διαδικασίες αντιμετώπισης χρεών της πτωχεύσεως και της εξυγίανσης προβληματικών επιχειρήσεων. Η ένσταση λοιπόν ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών έναντι των διοικητικών δικαστηρίων πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη κατ’ ουσία.

Ο ισχυρισμός του επίσης ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του Ν 3869/2010, διότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αλυσιτελώς προβάλλεται. Η μέριμνα του νομοθέτη για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρέωσης, έχει ως βάση της την προστασία του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποίησής του, αλλά εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, 3) την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Ο αιτών κατέθεσε την αίτησή του για να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν 3869/2010 με μοναδικό σκοπό την ελάχιστη αποπληρωμή και εν τέλει τη διαγραφή των χρεών του και όχι την ευνοϊκότερη ρύθμιση των οφειλών του. Επίσης δεν υπάρχει μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμών, αφού έχει σταθερό εισόδημα. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη κατ’ ουσία. Η άσκηση από τον αιτούντα του δικαιώματος να ρυθμιστούν τα χρέη του, προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν 3869/2010 και βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου. Εξάλλου η υπερχρέωση των πολιτών και ο αποκλεισμός τους από την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα οδήγησε στη θέσπιση του Ν 3869/2010, με σκοπό την απελευθέρωση των οφειλετών από την κατάσταση παραγωγικής αδράνειας στην οποία έχουν περιέλθει.

Τέλος, αρνούνται την αίτηση και ισχυρίζονται ότι ο αιτών έχει ατομική επιχείρηση-τουριστικό γραφείο, έπαυσε τις πληρωμές του πριν το έτος 2016, οφείλει ατομικά εισφορές στο ΙΚΑ και από την ασφάλιση προσωπικού που απασχολούσε, επομένως έχει πτωχευτική ικανότητα και δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν 3869/2010. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη κατ’ ουσία. Ο αιτών διατηρούσε τουριστικό γραφείο με αντικείμενο τις υπηρεσίες πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων, ατμοπλοϊκών εισιτηρίων και οργανωμένων περιηγήσεων από την 17.3.1999 μέχρι την 21.11.2016 οπότε και έγινε παύση εργασιών της επιχείρησης. Ο αιτών έχοντας τουριστικό γραφείο στο ... Αττικής είναι μικρέμπορας και μπορεί να υπαχθεί στο Ν 3869/2010 και δεν ασκεί επιρροή το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαψε τις πληρωμές του. Διενεργούσε εμπορικές πράξεις κατά το ΒΔ 1835 αλλά δεν δραστηριοποιείται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση και κατ’ ουσία παρέχει προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή, με διαφορετική δε διατύπωση είναι πρόσωπο που ασκεί εμπορικές πράξεις και αποκομίζει από αυτές κέρδος, το οποίο όμως αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Το οικονομικό έτος 2004 το φορολογητέο εισόδημα ήταν 23.699 ευρώ, το 2005 ήταν 30.955 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 ήταν 55.270 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 ήταν 41.435,98 ευρώ το οικονομικό έτος 2011 ήταν 34.349 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 ήταν 27.825,22 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 ήταν 22.151,21 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 ήταν 12.800 ευρώ και το οικονομικό έτος 2015 ήταν 13.095 ευρώ. Την τελευταία πενταετία πριν γίνει παύση εργασιών της επιχείρησης είχε χαμηλά εισοδήματα.

Από την ανωμοτί κατάθεση του αιτούντα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών είναι 61 ετών ανύπαντρος. Διατηρούσε ένα μικρό τουριστικό γραφείο στο ... μέχρι την 21.11.2016 οπότε και έγινε παύση εργασιών της επιχείρησης. Τώρα είναι ιδιωτικός υπάλληλος και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 659,98 ευρώ. Έχει στη κυριότητά του 1) ένα διαμέρισμα στην οδό ... στη ... εμβαδού 55 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 65.509,97 ευρώ 2) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό … cc που κυκλοφόρησε το 2010, αξίας 2.000 ευρώ.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα ο αιτών οφείλει 1) Στην ... α) από την υπ’ αριθμόν … πιστωτική κάρτα το ποσό των 42,62 ευρώ, β) από την υπ’ αριθμόν ... πιστωτική κάρτα το ποσό των 132,84 ευρώ, γ) από την υπ’ αριθμόν … πιστωτική κάρτα το ποσό των 4,19 ευρώ, δ) από τον υπ’ αριθμόν ... λογαριασμό το ποσό των 2.940 ευρώ, ε) από στεγαστικό δάνειο με αριθμό ... το ποσό των 30.876,24 ευρώ, στ) από το υπ’ αριθμόν ... καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 8.040,68 ευρώ, ζ) από το υπ’ αριθμόν ... στεγαστικό δάνειο το ποσό των 15.787,75 ευρώ. Συνολικά οφείλει το ποσό των 57.824,32 ευρώ. Για την απαίτησή της αυτή ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο του αιτούντα. 2) Στην ... α) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 45.433,45 ευρώ, β) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 1905,45 ευρώ, γ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 1239,11 ευρώ, δ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 5.826,16 ευρώ, ε) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 2.918,99 ευρώ, στ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 4.740,47 ευρώ, ζ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 1873,96 ευρώ, η) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 6.315,18 ευρώ, θ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 8.394,16 ευρώ, ι) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 3.975,18 ευρώ, κ) από την υπ’ αριθμόν ... σύμβαση το ποσό των 5.054,81 ευρώ, λ) από το υπ’ αριθμόν ... δάνειο (ως εγγυητής) το ποσό των 49.518,81 ευρώ. Συνολικά οφείλει το ποσό των 135.337,07 ευρώ 3) Στην ασκούσα την κύρια παρέμβαση ... από την υπ’ αριθμόν … επιχειρηματική οφειλή το ποσό των 58.139,97 ευρώ 4) Στη ... 1) από το υπ' αριθμόν … επαγγελματικό δάνειο το ποσό των 54.503,21 ευρώ 2) από το υπ’ αριθμόν ... στεγαστικό δάνειο το ποσό των 43.432,27 ευρώ. Συνολικά οφείλει το ποσό των 97.935,48 ευρώ. Για την απαίτησή της αυτή ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο του αιτούντα στις 15.9.2014 5) Στην Τράπεζα ... α) από το υπ’ αριθμόν … καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 6.400,3 ευρώ β) από το υπ’ αριθμόν … καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 7.315,28 ευρώ. Για την απαίτησή της αυτή ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στις 12.9.2014 στο ακίνητο του αιτούντα. Συνολικά οφείλει το ποσό των 13.715,58 ευρώ 6) Στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 13.807,58 ευρώ 7) Στον ΕΦΚΑ ως διάδοχο του ΟΑΕΕ το ποσό των 7.517,73 ευρώ 8) Στον ΕΦΚΑ ως διάδοχο του ΙΚΑ το ποσό των 6.030,6 ευρώ. Συνολικά οφείλει το ποσό των 390.308,33 ευρώ.

Ο αιτών κατά το χρόνο που ανέλαβε τις δανειακές του υποχρεώσεις είχε εισοδήματα υψηλότερα των σημερινών και μπορούσε να εξυπηρετεί τα δάνειά του. Λόγω της οικονομικής κρίσης όμως της διακοπής των εργασιών της επιχείρησής του και της επιβάρυνσης των δανείων του με τόκους δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην πληρωμή τους. Περιήλθε λοιπόν σε μόνιμη και γενική άνευ δόλου, αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθώς το εναπομείναν μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών εισόδημα δεν επαρκούσε για την καταβολή του συνόλου των δανειακών του υποχρεώσεων. Πληρούνται λοιπόν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν 3869/2010. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των καθ’ων πρέπει να απορριφθούν σαν αβάσιμοι κατ’ ουσία. Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση των μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του για χρονικό διάστημα 3 ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών του. Η κάθε μηνιαία δόση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 100 ευρώ συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών του.

To IX αυτοκίνητο με αριθμό ... 1339 cc που κυκλοφόρησε το 2010 δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, δεν θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας ρευστοποίησης.

Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν 3869/2010, καθώς υποβάλλεται από τον αιτούντα αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, μετά το οποίο η εξαίρεση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, δεδομένου ότι η αντικειμενική της αξία δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Οι καταβολές για την προστασία της κατοικίας του βάσει του Ν 3869/2010 άρθρο 9 § 2, μπορεί να ανέλθουν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Όμως σκοπός του νόμου είναι η προστασία των πιστωτών και η ικανοποίησή τους από την περιουσία του οφειλέτη, πλην όμως όχι με δυσανάλογη επιβάρυνσή του με αποπληρωμή στο μέγιστο ποσοστό που ορίζει η διάταξη όταν η προσωπική του κατάσταση είναι ήδη εξαιρετικά βεβαρημένη (283/2018 ΜΠρΗρακλείου). Κρίνεται λοιπόν ότι οι καταβολές του αιτούντα για τη διάσωση της οικίας του πρέπει να ανέλθουν στο 50% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Ενόψει των ανωτέρω οφείλει να καταβάλει το ποσό των 32.754,98 ευρώ (65.509,97 ευρώ η αντικειμενική) αξία του ακινήτου χ 50%). Επομένως πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές ύψους 136,48 ευρώ, σε 240 μηνιαίες δόσεις (20 χρόνια). Τα χρέη του αιτούντα είναι μεγαλύτερα του 50% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του και θα καταβάλει μέχρι το ποσό των 32754,98 ευρώ. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της … . Οι μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται 3 χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Με τις καταβολές αυτές θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της Εθνικής Τράπεζας ως διάδοχος της … η οποία στις 11.11.2003 ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο του αιτούντα όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό βαρών της Υποθηκοφύλακα Νέας Ιωνίας, ενώ από την ως άνω ρύθμιση δεν απομένει κανένα ποσό για την ικανοποίηση των υπολοίπων πιστωτών. Επομένως η αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές του αιτούντα, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Η απαλλαγή από τις οφειλές του έναντι των πιστωτών του θα επέλθει κατά νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 Ν 3869/2010), υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεών του. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ’ άρθρο 8§6 Ν 3869/2010. Ο αιτών δεν μπορεί να καταβάλει ταυτόχρονα τις δύο ρυθμίσεις των άρθρων 8 και 9 Ν 3869/2010, γιατί θα προκληθεί αδυναμία πληρωμής.