ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 466/2019

 

Πρόεδρος: ΑΘΗΝΑ ΛΑΛΛΗ

Δικηγόροι: Ανδρέας Καψόπουλος - Γεώργιος Λεβέντης

 

[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/20 και 1, 5 του Ν. 3198/55, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (αρθρ. 281 ΑΚ). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι΄αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου άρνηση συμμόρφωσης προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (ΑΠ 179/16,(παρ. 6) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 796/16, ΑΠ 904/12, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/82, «είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση». Στην έννοια της συνδικαλιστικής δράσης περιλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών ή συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για την ακυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί το ότι συνετέλεσε και αυτή στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης θα επιδείκνυε ανοχή και δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για τον λόγο αυτό καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως και εκείνη που γίνεται αποκλειστικά από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζόμενου, ελέγχεται σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ως προς την προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη (ΑΠ 1051/ 18, ΑΠ 656/18, ΑΠ 927/17, ΑΠ 2183/14, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ), 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 90/18, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 254/12, ΔΕΕ 2013, 511, ΑΠ 340/11, ΔΕΕ 2012, 161, ΑΠ 282/09,(παρ. 7) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) (...)

Aποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη στις 6-6-2016, δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος και ειδικότερα ως χημικός στο Τμήμα Ρυθμιστικών Υποθέσεων Φαρμακευτικών Προϊόντων της εναγομένης, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτώ (8) ώρες ημερησίως, αντί των αποδοχών που προβλέπονται στις ισχύουσες για τον κλάδο συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. [...] Στις αρμοδιότητες της ενάγουσας περιλαμβανόταν η τακτική επικοινωνία με τον ΕΟΦ, ώστε να ενημερώνεται άμεσα για την πορεία της έγκρισης των φακέλων των προϊόντων της εναγομένης, είτε επρόκειτο για νέα προϊόντα, είτε για τροποποίηση υφισταμένων, είτε για ανανέωση αδειών, καθώς και η ενημέρωση των διαφόρων επιχειρησιακών μονάδων για ενέργειες σύμφωνες με τις εγκριθείσες προδιαγραφές, όπως η προμήθεια πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας, η παραγωγή του προϊόντος, η εκτύπωση του σχετικού επικοινωνιακού υλικού κ.λπ. Στα πλαίσια της ανάγκης επικοινωνίας με τον ΕΟΦ και μετάβασης σ’ αυτόν, τουλάχιστον 2 - 3 φορές την εβδομάδα, στις 9-6-2016 γνωστοποιήθηκαν στον ΕΟΦ τα στοιχεία της ενάγουσας από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Ρυθμιστικών Υποθέσεων της εναγομένης. Μετά την πάροδο ενός τριμήνου από την έναρξη εργασίας της ενάγουσας και πιο συγκεκριμένα στις 19-9-2016 συντάχθηκε έντυπο αξιολόγησής της από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Ρυθμιστικών Υποθέσεων της εναγομένης, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα ανταποκρίθηκε από την πρώτη στιγμή στο αντικείμενο εργασίας της, τηρεί τα χρονοδιαγράμματα που της τίθενται από την πρώτη στιγμή, με συνεχώς αυξανόμενη ποιότητα στη δουλειά της, συμμορφώνεται με τις διαδικασίες του τμήματος και την πολιτική της εταιρείας, εντάχθηκε στο τμήμα από την πρώτη στιγμή, δείχνει σταθερότητα και σοβαρότητα και είναι πρόθυμη να ακούσει συμβουλές και να συμμορφωθεί, πλην όμως κρίθηκε απαραίτητη η συμμετοχή της σε σεμινάρια σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας της, ώστε να αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες και να καλλιεργηθεί η αυτοπεποίθησή της. Ωστόσο, μετά το πρώτο τρίμηνο εργασίας της ενάγουσας, η απόδοσή της αντί να βελτιωθεί, άρχισε να φθίνει σταδιακά. Ειδικότερα η ενάγουσα άρχισε να μειώνει σταδιακά τις επισκέψεις στον ΕΟΦ, παρά το ότι αυτές ήταν απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της, των οποίων (επισκέψεων) η συχνότητα έφτασε μία ανά είκοσι ημέρες, δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τους υπαλλήλους του ΕΟΦ, με τους οποίους έπρεπε να έχει τακτική συνεργασία, όπως αυτό προκύπτει από το 25-7-2017 ηλεκτρονικό μήνυμα της ενάγουσας προς τον προϊστάμενό της, κατάσταση που έπρεπε να διαχειριστούν ο Διευθυντής του εργοστασίου, ο Προϊστάμενός της και άλλοι υπάλληλοι του Τμήματος Ρυθμιστικών Υποθέσεων, αρνείτο να αναλάβει πρόσθετα καθήκοντα συναφή με το αντικείμενό της που ενίοτε της ανέθετε ο Διευθυντής του εργοστασίου της εναγομένης, όπως να συνεισφέρει πληροφορίες στη διαδικασία τιμολόγησης του φαρμάκου, τις οποίες πληροφορίες η ίδια διαχειριζόταν, και να ασχοληθεί με τη διαδικασία συμμετοχής της εναγομένης σε διαγωνισμούς, εργασίες τις οποίες διεκπεραίωναν διοικητικά στελέχη της εναγομένης και ο Προϊστάμενος της ενάγουσας, έκανε, σε σταθερή βάση, διαλείμματα διάρκειας μεγαλύτερης της προβλεπομένης των δεκαπέντε λεπτών, χωρίς να αιτιολογεί την καθυστέρησή της, έπαυσε να ακολουθεί τον ενδυματολογικό κώδικα που προέβλεπε η εναγομένη για τους υπαλλήλους της και εμφανιζόταν στην εργασία της ντυμένη πρόχειρα, και είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις της με ορισμένους συναδέλφους της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Διευθυντής του εργοστασίου της εναγομένης έκανε συνεχείς παρατηρήσεις στην ενάγουσα για τη μειωμένη απόδοσή της και την έλλειψη ενδιαφέροντός της για την εργασία της, πλην όμως αυτή αδιαφορούσε και μάλιστα τον Ιούλιο του 2017 έγινε τέτοιου περιεχομένου παρατήρηση ενώπιον της.... Λίγες ημέρες αργότερα στέλεχος του Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, κάλεσε την ενάγουσα στο γραφείο της και της έκανε επισημάνσεις σχετικά με τη συμπεριφορά και την απόδοσή της, η δε ενάγουσα υποσχέθηκε να προσπαθήσει να βελτιωθεί, πλην όμως κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα δεν επήλθε κάποια αλλαγή ως προς το θέμα αυτό. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017 έγινε συνάντηση της ενάγουσας με τον Διευθυντή του εργοστασίου της εναγομένης και τον Προϊστάμενο της ενάγουσας με αντικείμενο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας, πλην όμως χωρίς κάποιο αποτέλεσμα.

[...] Η ενάγουσα ισχυρίζεται, με την υπό κρίση αγωγή της, ότι αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ήταν η συνδικαλιστική δράση της και ειδικότερα ότι μετά την πρόσληψή της στην εναγομένη έγινε μέλος του κλαδικού σωματείου με την επωνυμία «ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΦΑΡΜΑΚΟΥ-ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ Ν. ΑΤΤΙΚΗΣ - ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΩΝ», ότι ως μέλος του ανωτέρω σωματείου ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση σταδιακά κλιμακούμενη, συμμετέχοντας συστηματικά στις δραστηριότητες του σωματείου αυτού και προσπαθώντας να ενημερώσει παράλληλα και τους συναδέλφους της στην εναγομένη για τα δικαιώματά τους, ότι αρχικά όλες οι ενέργειές της γίνονταν διστακτικά υπό τον φόβο της απόλυσης και προκειμένου να μην στοχοποιηθεί από την εναγομένη, ότι η δραστηριότητά της εντάθηκε το τελευταίο πριν από την απόλυσή της χρονικό διάστημα, καθώς με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα διέδιδε τις θέσεις και τις αποφάσεις του κλαδικού σωματείου στους συναδέλφους της στην εναγομένη και ταυτόχρονα τους προέτρεπε να εγγραφούν στο κλαδικό σωματείο, ώστε δρώντας συλλογικά να διαφυλάξουν τα νόμιμα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματά τους, αλλά και να κατακτήσουν καλύτερους όρους αμοιβής και εργασίας, ότι η δραστηριότητά της αυτή κορυφώθηκε στις 19-10-2017, ημερομηνία κατά την οποία το ανωτέρω σωματείο πραγματοποίησε επίσκεψη - περιοδεία στον χώρο της επιχείρησης, κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε συγκέντρωση των εργαζομένων της εναγομένης στον προαύλιο χώρο της επιχείρησης με σκοπό να τους μιλήσουν οι εκπρόσωποι του ανωτέρω σωματείου, στην οποία (συγκέντρωση) η ενάγουσα ήταν η μοναδική από τους εργαζομένους στην εναγομένη, η οποία, για πρώτη φορά, έλαβε τον λόγο μπροστά στους εργαζομένους που είχαν συγκεντρωθεί, αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι εργαζόμενοι αυτή την περίοδο και τόνισε την ανάγκη να οργανωθούν όλοι οι εργαζόμενοι στο κλαδικό συνδικάτο ώστε μέσα από τον συλλογικό αγώνα να υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα τα εργασιακά δικαιώματά τους, ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης έλαβαν γνώση της προπεριγραφείσας στάσης της και ότι την επόμενη ημέρα της κοινοποίησαν την από 20-10-2017 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία έγινε γιατί η ανωτέρω δραστηριότητά της δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη, για λόγους εκδίκησης, προς εκφοβισμό των υπόλοιπων εργαζομένων και προς αποτροπή τους από τη συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους στην εναγομένη. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ανέπτυξε οποιουδήποτε είδους συνδικαλιστική δράση. Επιπλέον, η ενάγουσα ουδέποτε γνωστοποίησε είτε στην εναγομένη, είτε στους συναδέλφους της, ότι ήταν μέλος του ανωτέρω σωματείου, ουδέποτε προέβαλε αιτήματα, παρατηρήσεις και παράπονα σχετικά με εργασιακά θέματα προς την εναγομένη, ουδέποτε προέτρεψε τους συναδέλφους της να εγγραφούν σε κάποιο σωματείο, ουδέποτε συμμετείχε σε συζητήσεις που γίνονταν στο Τμήμα Ρυθμιστικών Υποθέσεων της εναγομένης στο οποίο εργαζόταν, για εργασιακά ζητήματα, όπως με κατηγορηματικό τρόπο βεβαίωσαν οι μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις τους. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν μέλος του ανωτέρω σωματείου, ούτε ότι η ενάγουσα παρευρισκόταν στον προαύλιο χώρο της επιχείρησης στις 19-10-2017, κατά την επίσκεψη των μελών του παραπάνω σωματείου στην εναγομένη, ούτε αν η ενάγουσα έλαβε μέρος στη συζήτηση που έγινε μεταξύ μελών του σωματείου και εργαζομένων στην εναγομένη, ούτε αν η ενάγουσα είπε κάτι. Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη δεν οφείλεται στον επικαλούμενο από αυτή λόγο, αλλά στη μειωμένη απόδοσή της, στην έλλειψη ενδιαφέροντός της για το αντικείμενο της εργασίας της, στις προβληματικές σχέσεις που είχε αναπτύξει με κάποιους συναδέλφους της, στην αρνητική στάση της απέναντι σε υπαλλήλους του ΕΟΦ, παρά το ότι η συνεργασία μαζί τους ήταν απαραίτητη για τις ανάγκες της εναγομένης, στη μη τήρηση οδηγιών της εναγομένης και στην αδιαφορία της ενάγουσας σε επισημάνσεις - παρατηρήσεις από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που επικαλέστηκε και προσκόμισε η ενάγουσα, ούτε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καθόσον αυτή δεν είχε ιδία αντίληψη περί της αποδόσεως της ενάγουσας στην εργασία της, ούτε περί των ενεργειών της τελευταίας εντός του χώρου της επιχείρησης της εναγομένης, αφού δεν εργάζεται σε αυτή. Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως παράνομη, άλλως ως καταχρηστική για τον επικαλούμενο από αυτή λόγο [...].