ΜΟΝOΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4644/2018

 

Πρ. Πρωτοδικών: ΧΡΥΣΟΥΛΑΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Δικηγόροι: Νικ. Λένης - Κωνστ. Ρήγος

 

(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/88, με το οποίο εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά τη για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία, προς προσαρμογή δε σε αυτή εκδόθηκε το ΠΔ 178/02. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του εν λόγω ΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του ως άνω ΠΔ, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/94(παρ. 7) ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 14/12, ΑΠ 200/09(παρ. 8) δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/06(παρ. 9) ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/05(παρ. 10) ΕλλΔνη 48.469). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/94 ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 200/09, ΑΠ 1468/07,(παρ. 11) ΑΠ 1551/06, ΑΠ 389/05 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/04 ΕλλΔνη 2005.445). Συνεπώς, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από ΣΣΕ, από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 14/12 ΝοΒ 2012.2005, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 786). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/08 ΔΕΝ 64.1517). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/02 (βλ. ΑΠ 525/13(παρ. 12) ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/11, ΑΠ 318/10(παρ. 13) δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, οι νομικές συνέπειες από τη μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και η επέλευσή τους προϋποθέτουν ενεργό, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σύμβαση εργασίας. Τούτο σημαίνει ότι δεν επέρχεται μεταβίβαση δικαιωμάτων από εργασιακή σχέση όταν αυτή είχε λήξει με καταγγελία από τον μεταβιβάζοντα εργοδότη ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πριν από τη μεταβίβαση (ΑΠ 2089/07 Δημοσίευση στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος»), Ειδικότερα, μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από την εργασιακή σχέση επέρχεται εφόσον αυτή υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, διότι εάν είχε λήξει νόμιμα (π.χ. θάνατος ή οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού, καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη κ.ο.κ.) τότε δεν επέρχεται μεταβίβαση των από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεων του εργοδότη (ΑΠ 318/98 ΕλλΔνη 1998. 1579, ΕφΑθ.6363/07 ΕΕργΔ 2008. 761, ΕφΑθ.326/87 ΔΕΝ 43. 422). Εάν, όμως, η εργασιακή σχέση δεν είχε λήξει πριν από τη μεταβίβαση με νόμιμο τρόπο (όπως π.χ. παράνομη ή καταχρηστική απόλυση μισθωτού), τότε ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία τα δικαιώματα από την παράνομη απόλυση κατά του νέου εργοδότη, διότι παράλληλα με το πιο πάνω ΠΔ έχει εφαρμογή και το άρθρο 479 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης με σύμβαση, ο αποκτών ευθύνεται για τα χρέη της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης και είναι συνυπεύθυνος για τον μεταβιβάζοντα απέναντι στους εργαζομένους αυτού, για τις ήδη γεννημένες εργατικές αξιώσεις των. Για να συμβεί αυτό και να ανακύψει υποχρέωση του διαδόχου εργοδότη να καταβάλει τις μέχρι της διαδοχής καθυστερούμενες αποδοχές των εργαζομένων στην επιχείρηση, θα πρέπει η τελευταία να του μεταβιβάστηκε αυτή καθ’ εαυτή ως ενιαίο σύνολο, χωρίς διακοπή, ή με διακοπή μεν, αλλά με τη θέληση του νέου επιχειρηματία να είναι ο διάδοχος εργοδότης και να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχειρήσεως (ΑΠ 415/89 ΔΕΝ 46. 297, ΑΠ 759/87(παρ. 14) ΕΕργΔ 47. 596, ΕφΑθ.6363/07 ΕΕργΔ 2008. 761, ΕφΑθ. 10266/91 ΕλλΔνη 34. 183, Εφ.Αθ. 669/90 ΔΕΝ 47. 343).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο εξέθετε ότι η εργασιακή της σχέση εταιρία με την επωνυμία «.... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ» είχε ήδη λήξει νόμιμα κατά το χρόνο σύστασης της εκκαλούσας εταιρίας με την καταγγελία αυτής από την πρώτη εκ των αναφερομένων εργοδότρια εταιρία και με την ένδικη αγωγή αξιώνει την επιδίκαση του υπολοίπου της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας που δεν της καταβλήθηκε, παραιτούμενη έτσι από το δικαίωμά της να προσβάλει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ως άκυρη λόγω της καθυστέρησης καταβολής των συμφωνημένων δόσεων και δεν επικαλείται άλλο λόγο τυχόν ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας (π.χ. παράνομη ή καταχρηστική απόλυσή της), ανεξαρτήτως του εάν πράγματι εν προκειμένω υπήρξε ή όχι μεταβίβαση της επιχείρησης μεταξύ των δύο εταιριών, μη νομίμως, ενόψει και των προαναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας, προβάλλει τη σχετική της αξίωση έναντι της εκκαλούσας. Επομένως η εκκάλουμένη έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή και σε βάρος της εκκαλούσας, κατ’ αποδοχή ως ουσία βάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Συνεπώς, θα πρέπει αυτή να εξαφανιστεί καθ’ ό μέρος αφορά τη δεύτερη εναγόμενη, κατ’ αποδοχήν της υπό κρίση έφεσης, και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για να δικαστεί περαιτέρω, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 940 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο δεχτεί οριστικά την έφεση και κατ’ ουσίαν και απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή και η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί, είτε εκουσίως είτε αναγκαστικώς, με την προϋπόθεση ότι προαποδεικνύεται η εκτέλεση, διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με αίτηση εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα εκθέτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εκτελέστηκε κατά την προσωρινώς εκτελεστή διάταξή της και ότι κατέβαλε στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 6.396,01€. Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση η οποία εισάγεται νομότυπα, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ουσιαστικά βάσιμη, αφού αποδεικνύεται η καταβολή. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η ενάγουσα - εφεσίβλητη να καταβάλει στην εναγόμενη-εκκαλούσα το ποσό των 6.396,01€, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτής (απόφασης), αφού έκτοτε οι δανειστές περιέρχονται σε υπερημερία (ΑΠ 1451/91 ΕλλΔνη 1993. 62, ΑΠ 144/88 ΕΕργΔ 1989. 367).