ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4622/2018

 

Δικαστής : Γεωργία Κατσιμαγκλή, Εφέτης

Δικηγόροι : Ελένη Διονυσοπούλου - Ιωάννα Μανιάτη

 

Η υπό κρίση από 22.6.2015 και με αριθ­μό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ...2015 έφεση, κατά της με αριθμό 858/2015 οριστικής αποφάσεως του Μο­νομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών, των άρθρων 664 έως 676 του Κ.Πολ.Δ., έχει ασκηθεί νόμιμα, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτο­βαθμίου Δικαστηρίου, από τον ενάγοντα, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη (άρ­θρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 και 517 του Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρ­θρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ., προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 25.5.2015 (βλ. την από 25.5.2015 επισημείωση του δικαστι­κού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σ.Π. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως), ενώ το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στις 22.6.2015. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση αρμοδίως φερόμενη προς συ­ζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδι­κασία (άρθρα 522, 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την από 30.6.2014 και με αριθμό εκ­θέσεως καταθέσεως .../.../30.6.2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδι­κείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Τρά­πεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, από τις 6.3.1978 μέχρι τις 31.12.2013, οπότε αποχώρησε κατόπιν συμμετοχής του σε πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού, το οποίο εφάρ­μοσε με σχετική εγκύκλιο της η εναγομένη και δεδομένου ότι ο ίδιος είχε θεμελιώσει δικαίωμα λήψης πλήρους συντάξεως. Ότι το ποσό της αποζημίωσης για τη λύση της συμβάσεως εργασίας του το οποίο δικαιούτο ανερχόταν συνολικά σε 86.717,34 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του κατέβαλε ένα μέρος ως προκαταβολή, ποσού 25.000 ευρώ, στις 5.2.2014, ενώ το υπόλοιπο ποσό, το οποίο ήταν απαιτητό στις 28.2.2014, δεν του το κατέβαλε, αλλά το συμψήφισε μονομερώς με ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ τους. Ότι η εναγομένη παράνομα προέβη στον ανωτέρω συμψη­φισμό, όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 57.383,41 ευρώ, διότι οι οφειλές του αυτές είχαν ήδη ρυθμιστεί με την από 27.11.2013 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Πει­ραιώς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του και στο πλαίσιο αιτήσεώς του ενώ­πιον του ως άνω δικαστηρίου προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρε­ωμένων φυσικών προσώπων. Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος συμψηφισμού, το εν λόγω δι­καίωμα ασκήθηκε καταχρηστικά από την εναγομένη για τους ειδικότερα αναφερόμενους σε αυτή (αγωγή) λόγους.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και τις διατάξεις του ν. 3869/2010 και επι­κουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η ενα­γομένη να του καταβάλει το προαναφε­ρόμενο ποσό των 57.383,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 28.2.2014, οπότε το εν λόγω ποσό κατέστη απαιτητό, διαφο­ρετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκα­λουμένη με αριθμό 858/2015 οριστική από­φαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε παραδε­κτή και νόμιμη, ακολούθως απορρίφθηκε στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής αποφάσεως παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λό­γους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμη­νεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η εκ­καλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του σε όλο το αιτητικό της.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1, 2 και 3 του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. Α 130/3.8.2010), όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθη­κε με την παράγραφο 15 άρθρου 20 ν. 4019/2011, ορίζεται ότι: «1. Φυσικά πρόσω­πα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρη­ματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευ­ταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγρά­φου 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώ­του και δεύτερου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφω­να με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α 151). 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά».

Με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 του ως άνω ν. 3869/2010, όπως αντικ. με ν. 4161/2013, ορίζεται ότι: «1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρ­μόδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατά­σταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πι­στωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδή­ματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. 2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδι­καστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προ­βλέπονται στις περιπτώσεις α και β της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευ­ταία τριετία. Η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστά­θηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α και β έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης. 3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορί­ζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη, είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτη­μα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικο­νομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζε­ται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρ­θρο 5 παρ. 2 εδ. γ του παρόντος. 5. Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρ­μόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοι­χεία της υπόθεσης. 6. Αν δεν συμπεριλη­φθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζε­ται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1».

Με τις διατάζεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2 του ως άνω ν. 3869/2010 όπως αντικ. με ν. 4161/2013 ορίζεται ότι: «1. Ο οφει­λέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημε­ρών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος. Οι πιστωτές μπο­ρούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρ­θρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συν­αίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2-4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνο­δίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης. 2. Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφει­λέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμ­μέτρους εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2, εφό­σον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής από­φασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παρ. 2……

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζο­νται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.».

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1, 2, 3 και 5 του ιδίου ν. 3869/2010 όπως αντικ. με ν. 4161/2013 ορίζεται ότι: «1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλ­λος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλι­στικών μέτρων την αναστολή της εκτελε­στικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευ­θέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της ανα­στολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγό­ρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχεί­ων του οφειλέτη. 2. Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέ­ρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρ­θρου 4. 3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής από­φασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμε­ρης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παρά­γουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους. 5. Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώ­δης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορή­γηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσια­κών στοιχείων του οφειλέτη».

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του εν λόγω ν. 3869/2010 όπως αντικ. με ν. 4161/2013 ορίζεται ότι: «1. Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα ορι­ζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικα­στήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβη­τούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προ­τεραιότητα. Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομί­ας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσι­μο. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο ενός έτους. 2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνο­ντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά, με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πι­στωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυτή με βάση αντικειμε­νικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφει­λέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Σε περίπτωση που αμφι­σβητούμενη απαίτηση, η οποία έχει εντα­χθεί στη ρύθμιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης απαί­τησης και έχουν από αυτόν αξίωση κατα­βολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθμιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφισβητούμενη απαίτηση, η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσί­δικη απόφαση, ο πιστωτής υποκαθίσταται κατά την αναλογία της απαίτησης του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβολής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθ­μιση οφειλές. Το δικαστήριο μπορεί να δια­τάξει την κατάθεση στο Ταμείο Παρακατα­θηκών και Δανείων των χρηματικών διανο­μών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέ­χρι την επαλήθευσή της με τελεσίδικη δικα­στική απόφαση. 3. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπά­θεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφό­σον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργί­ας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δι­καστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή ερ­γασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμ­φωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4. 4. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υπο­βολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέ­στερα γεγονότα ή μεταβολές της περιου­σιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέ­χει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τρο­ποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιή­σει συμμέτρως όλους τους πιστωτές. 5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προ­βλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών ανα­γκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μι­κρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. 6. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικα­στική δαπάνη δεν επιδικάζεται».

Με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1, 2 και 3 του ευ λόγω ν. 3869/2010 όπως αντικ. με ν. 4161/2013 ορίζεται ότι: «1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβά­λει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυ­τής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πλη­ροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύ­λαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρ­ριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασι­στεί. Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως ή με βα­ριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωσή του είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης. 2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομι­κή του κατάσταση και τα τρέχοντα εισο­δήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέ­ρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή. 3. Ύστερα από αί­τηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επί­δοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδό­της, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη».

Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε μετά τις επελθού­σες τροποποιήσεις του με το ν. 4161/2013), ο οποίος ρυθμίζει τα χρέη των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, σε συνδυασμό και με τα ανα­φερόμενα στην αιτιολογική του έκθεση, συνάγεται ότι αυτός αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ τους και της σύμμετρης ικανοποίησης τους.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, επιβάλλεται από την καλή πίστη, αλλά και από την ratio του εν λόγω νόμου, η διαφάνεια της περι­ουσιακής κατάστασης (καθήκον ειλικρίνει­ας έναντι των πιστωτών, αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντος-οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του όλους τους πιστωτές του, αλλά και το σύνολο των οφειλών του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει την στάση του βά­σει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του. Συνεπώς η συλλογική διαδικασία, με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικα­σία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (βλ. Α.Π. 1031/2015 ΝΟ­ΜΟΣ και Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α.).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. α του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 υ. 4161/2013, αν δεν επέλθει συμβιβα­σμός του οφειλέτη, που προσέφυγε στην ένταξη των οφειλών του στον άνω νόμο, με τους πιστωτές του και επικύρωση από το δικαστή, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα της επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως, την αναστολή των κατα­διωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης.

Κύριος σκοπός της τελευταίας αυτής διάταξης, που σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 4 παρ. 3 θεσπίζει την έκδοση της προσωρινής διαταγής από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη με περιεχόμενο την αναστολή διώξεων στην περιουσία του οφειλέτη και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, είναι αφε­νός να διασφαλιστεί η προστασία της περι­ουσίας του εκ μέρους των πιστωτών του, αλλά και το αμετάβλητο αυτής και υπέρ των πιστωτών, μέχρι την οριστική κρίση της αίτησης, ώστε να μην προβεί, δηλαδή, ο οφειλέτης σε εκποίηση καταδολιευτική. Έτσι, μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το αρ­μόδιο δικαστήριο πρέπει κατά κανόνα να μείνει αμετάβλητη η περιουσία του οφει­λέτη, ήτοι να μην ελαττωθεί το ενεργητικό της ούτε να αυξηθεί το παθητικό της ώστε να χρησιμεύσει ως βάση για τη στη συνέ­χεια ρύθμιση των οφειλών.

Η διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη αφορά όχι μόνο την υφιστάμενη περιουσία κατά το χρόνο υποβολής της αι­τήσεως αλλά περιλαμβάνει και αυτή που θα αποκτηθεί μετά την υποβολή της αίτη­σης και μέχρι τη συζήτησή της, την οποία ο οφειλέτης, και ειδικότερα κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των πε­ριουσιακών του στοιχείων, οφείλει να γνω­στοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την πα­ράγραφο 5 του άρθρου 4, καθόσον ο οφειλέτης, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών, ενώ η παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια συνεπάγεται, εκτός από τυχόν ποινική ευθύνη, και την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί, την παράβαση δε της υπο­χρέωσης αυτής μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής εφό­σον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε.

Η χορήγηση της αναστολής και η δια­τήρηση της πραγματικής και νομικής κατά­στασης της περιουσίας του οφειλέτη επά­γεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθε­σης των περιουσιακών στοιχείων αυτού, δηλαδή δεν επιφέρει μόνο την αναστολή ή απαγόρευση των ατομικών διώξεων, αλλά επιβάλλει και την απαγόρευση της διάθε­σης των περιουσιακών στοιχείων του από τον ίδιο τον οφειλέτη, ώστε να μην προβεί αυτός σε καταδολιευτική εκποίηση. Η μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή που διατάσσει τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη συνεπάγεται την ακυρότητα κάθε πράξης διάθεσης η οποία (ακυρότη­τα) είναι απόλυτη και συνακόλουθα ο οφειλέτης αδυνατεί να μεταβιβάσει και να δια­θέσει με κάθε τρόπο τα περιουσιακά του στοιχεία, με ποινή ακυρότητας, μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής. Στην απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη περιλαμβάνεται και η μη διάθεση χρηματικών ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό του, δεδομένου ότι το δικαστήριο με την απόφασή του επί της αιτήσεως μπορεί να ορίσει τη διάθεση χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογα­ριασμό του οφειλέτη προς σύμμετρη ικα­νοποίηση των πιστωτών.

Εφόσον γίνεται δεκτός ο συλλογι­κός χαρακτήρας της διαδικασίας του ν. 3869/2010, καθώς και ότι αυτή διέπεται από το χαρακτηριστικό στοιχείο της κα­θολικότητας, τούτο δε σημαίνει ότι η δια­δικασία εκτείνεται και καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, είναι πρόδηλο ότι δεν επιτρέπε­ται η δημιουργία προνομιακών καταστάσεων υπέρ ενός δανειστή έναντι των λοιπών δανειστών οι απαιτήσεις των οποίων υπά­γονται στη ρύθμιση του νόμου, αφού έτσι παραβιάζεται η αρχή της καλής πίστης της ίσης μεταχείρισης αυτών και δεδομένου ότι πρόκειται για μια συνολική διευθέτηση των οφειλών του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, που αποσκοπεί στην ελάφρυν­ση της θέσης του δανειολήπτη, με την όσο δυνατόν δικαιότερη μεταχείριση των δα­νειστών του (βλ. Α.Π. 1031/2015 ό.π.).

Στα πλαίσια αυτά, μετά την κατάθεση της αίτησης (άρθρο 4 παρ. 3 ν. 3869/2010, όπως αντικ. με άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4161/2013), και πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής που διατάσσει την αναστολή των διώξεων στην περιουσία του οφειλέτη και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, δεν είναι επιτρεπτός ο μονομερής συμψηφισμός από πλευράς κάποιου των δανειστών της απαίτησης που έχει σε βάρος του οφειλέτη με ανταπαίτηση του τελευταίου, οι προϋποθέσεις του οποίου γεννήθηκαν μετά την ως άνω αναστολή, καθόσον με τον εν λόγω μονο­μερή συμψηφισμό, που συνιστά δραστική επέμβαση στην περιουσία του οφειλέτη και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των δανειστών με την προνομιακή ικανοποίηση της απαιτήσεως ενός δανειστή έναντι των λοιπών, η οποία (αρχή) απορρέει, κατά τα προεκτιθέμενα, από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικα­σίας του ν. 3869/2010 και το στοιχείο της καθολικότητας.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσ­κομίζουν, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα απολύτως κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων προσλήφθηκε από την ενα­γομένη στις 6.3.1978 με σύμβαση εξαρτη­μένης εργασίας και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του τότε λογιστικού της κλά­δου με το βαθμό του Δόκιμου Λογιστή, ακολούθως δε εξελίχθηκε ιεραρχικά μέχρι και το βαθμό του Τμηματάρχη Α, ενώ από τις 21.1.2008 έως την αποχώρησή του από την υπηρεσία του στην Τράπεζα, που έλα­βε χώρα στις 31.12.2013, υπηρετούσε ως Υποδιευθυντής στο Κατάστημα Μακρυ­γιάννη της εναγομένης. Με την υπ αριθμ. ....2013 υπηρεσιακή της εγκύκλιο η εναγομένη ανακοίνωσε κίνητρα για την εθελούσια αποχώρηση του προσωπικού της στην οποία εξειδίκευε τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στα προβλεπόμενα σε αυτή σχετικά προγράμ­ματα εθελούσιας αποχώρησης.

Ειδικότερα, η ανωτέρω εγκύκλιος προέ­βλεπε ότι η καταβολή του ποσού της απο­ζημιώσεως για τη λύση της συμβάσεως ερ­γασίας λόγω της συμμετοχής στην εθελού­σια αποχώρηση θα γινόταν ως ακολούθως: ποσό 25.000 ευρώ θα καταβαλλόταν ως προκαταβολή με τη λύση της συμβάσεως εργασίας μέχρι τις 31.1.2014 και το υπόλοι­πο θα καταβαλλόταν εντός δύο μηνών από τη λύση της σύμβασης εργασίας.

Ο ενάγων με την από 23.12.2013 αίτησή του προς την εναγομένη δήλωσε ότι πλη­ροί τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχει στο πρόγραμμα Α της ανωτέρω εγκυκλίου, δεδομένου ότι είχε ήδη θεμελιώσει δικαίω­μα λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και ζήτησε να υπαχθεί στο πρόγραμμα αυτό, να λυθεί συναινετικά η σύμβαση εργασίας του στις 31.12.2013 και να λάβει την προ­βλεπόμενη στο άνω πρόγραμμα αποζημίω­ση. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή από την ενα­γομένη και πράγματι ο ενάγων αποχώρη­σε από την υπηρεσία του στις 31.12.2013, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας του.

Η αποζημίωση για τη λύση της συμβά­σεως εργασίας που δικαιούτο ο ενάγων λόγω της υπαγωγής του στο ανωτέρω πρόγραμμα ανερχόταν, όπως συνομολο­γείται από τους διαδίκους, στο ποσό των: α) 33.840,91 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α του ν. 3198/1955 και β) 52.876,43 ευρώ, ως κίνητρο εθελούσιας αποχώρησης, ήτοι συνολικά ανερχόταν σε 86.717,34 ευρώ. Σε εκτέλεση των ανωτέρω η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 5.2.2014 ως προκαταβολή το ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν εντός δύο μηνών από τη λύση της συμβάσεως, όπως όριζε, σύμφω­να με τα προαναφερόμενα, η παραπάνω εγκύκλιος.

Στις 6.3.2014 η εναγομένη κάλεσε τον ενάγοντα να υπογράψει τα παραστατικά έγγραφα σχετικά με την εξόφληση του οφειλομένου εκ μέρους της, κατά τα ανω­τέρω, υπόλοιπου ποσού της αποζημιώσε­ως, με ταυτόχρονη δέσμευση του ποσού αυτού στο λογαριασμό του, προς κάλυψη ληξιπρόθεσμων οφειλών του ενάγοντος προς την εναγομένη από δανειακές συμ­βάσεις που είχαν καταρτιστεί μεταξύ τους με δανειολήπτη τον ενάγοντα. Ο ενάγων αρνήθηκε να συμπράξει στην υπογραφή των σχετικών παραστατικών, ακολούθως δε κοινοποίησε προς την εναγομένη την από 24.3.2014 εξώδικη δήλωσή του με την οποία διαμαρτυρόταν για την πρόθεση της εναγομένης να προβεί σε συμψηφισμό της οφειλομένης εκ μέρους της υπόλοιπης αποζημίωσης με δικές του ληξιπρόθεσμες οφειλές, την ύπαρξη και το ύψος των οποί­ων ο ενάγων δεν αμφισβητεί.

Ακολούθως, η εναγομένη κοινοποίη­σε στις 9.5.2014 στον ενάγοντα την από 2.5.2014 δήλωση συμψηφισμού της απαί­τησης του ενάγοντος για τη λήψη του υπό­λοιπου της αποζημίωσής του με τις ακό­λουθες αντίθετες ληξιπρόθεσμες απαιτή­σεις της: α) απαίτηση ύψους 1.662,20 ευρώ, απορρέουσα από αχρεωστήτως καταβλη­θείσα στον ενάγοντα μισθοδοσία του μη­νός Ιανουαρίου 2014, β) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 7.386,99 ευρώ, απορρέουσα από την υπ αριθμ. ... σύμβαση ατομικού δανείου, γ) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 2.075,82 ευρώ, απορρέουσα από την υπ αριθμ. ... σύμβαση ατομικού δανείου, δ) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 1.270,58 ευρώ, απορρέουσα από την υπ αριθμ. ... σύμβαση ατομικού δανείου και ε) απαίτηση ύψους 46.650,02 ευρώ, που αποτελεί μέρος συνολικής απαιτήσεως ύψους 152.576,47 ευρώ (την 25.4.2014), απορρέουσα από την υπ αριθμ.... σύμβαση καταναλωτικού δανείου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με την από 25.7.2013 και με αριθμό εκθέ­σεως καταθέσεως ...2013 αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Πειραιώς, ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, καθώς έχει ληξιπρό­θεσμες οφειλές που απορρέουν από δανει­ακές συμβάσεις, τόσο προς την εναγομένη όσο και προς την «Άλφα Τράπεζα Α.Ε.».

Η συζήτηση της αιτήσεώς του αυτής έχει προσδιοριστεί για τις 11.2.2020. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αυτής, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε την από 27.11.2013 προ­σωρινή διαταγή του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 781 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 και με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. β του ν. 3869/2010, διατάχθηκε προσ­ωρινά μέχρι την έκδοση οριστικής από­φασης επί της ανωτέρω αιτήσεώς του: α) η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων και η διατήρηση της πραγματικής και νομι­κής κατάστασης των αναφερομένων στην αίτηση περιουσιακών στοιχείων του ενά­γοντος και β) η υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του τελευταίου του ποσού των 500 ευρώ μηνιαίως προς την πιστώτρια Τρά­πεζα (εναγομένη) προς εξυπηρέτηση της απαίτησής της από την υπ αριθμ. ... σύμ­βαση στεγαστικού δανείου. Στη συνέχεια ο ενάγων κοινοποίησε την ως άνω προσωρι­νή διαταγή στην εναγομένη στις 24.1.2014.

Σύμφωνα όμως με όλα τα ανωτέρω, ο προεκτιθέμενος μονομερής συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εναγομένη στις 9.5.2014, ήτοι μετά την κατάθεση της ανω­τέρω αιτήσεως του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, μετά την έκδοση της ανωτέρω από 27.11.2013 προσωρινής δι­αταγής του ως άνω δικαστηρίου, καθώς και μετά την επίδοση αυτής στην εναγο­μένη στις 24.1.2014, κατά το μέρος που αφορά: α) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 7.386,99 ευρώ της εναγομένης, απορρέου­σα από την υπ αριθμ. ... σύμβα­ση ατομικού δανείου, β) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 2.075,82 ευρώ της εναγο­μένης, απορρέουσα από την υπ αριθμ. 4224065363 σύμβαση ατομικού δανείου, γ) απαίτηση ύψους (την 28.4.2014) 1.270,58 ευρώ της εναγομένης, απορρέουσα από την υπ αριθμ. ... σύμβαση ατομικού δα­νείου και δ) απαίτηση ύψους 46.650,02 ευρώ της εναγομένης, που αποτελεί μέρος συνολικής απαιτήσεως ύψους 152.576,47 ευρώ (την 25.4.2014), απορρέουσα από την υπ αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτι­κού δανείου, ήτοι για το συνολικό ποσό των 57.383,41 ευρώ [δηλαδή πλην της αχρεωστήτως, όπως συνομολογείται, κα­ταβληθείσας μισθοδοσίας του ενάγοντος του Ιανουαρίου του 2014, ποσού 1.662,20 ευρώ], είναι ανίσχυρος και άκυρος, καθό­σον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, μετά την κατάθεση της αίτησης για την υπαγωγή στη διαδικασία του ν. 3869/2010, και σε κάθε περίπτωση μετά την έκδοση της άνω προσωρινής διαταγής που δια­τάσσει την αναστολή των διώξεων στην περιουσία του ενάγοντος-οφειλέτη και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, δεν είναι επιτρεπτός ο μονομερής συμψηφισμός από πλευράς της εναγομένης-δανείστριας των ανωτέρω απαιτήσεων που έχει σε βάρος του ενάγοντος-οφειλέτη με την ανταπαίτηση του τελευταίου για το άνω ποσό της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβά­σεως εργασίας του, οι προϋποθέσεις του οποίου (συμψηφισμού) γεννήθηκαν μετά την ως άνω αναστολή, καθόσον με τον εν λόγω μονομερή συμψηφισμό, που συνιστά δραστική επέμβαση στην περιουσία του οφειλέτη-ενάγοντος και επιφέρει απόσβε­ση κατά το ανωτέρω ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των δανειστών με την προνο­μιακή ικανοποίηση των απαιτήσεων ενός δανειστή, ήτοι της εναγομένης, έναντι των λοιπών, η οποία (αρχή) απορρέει, κατά τα προεκτιθέμενα, από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας του ν. 3869/2010, που εκτείνεται και καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, έτσι ώστε το δικαστήριο που θα επιληφθεί της αιτήσεως να είναι δυνα­τό να προβεί σε μια συνολική διευθέτηση των οφειλών του υπερχρεωμένου φυσι­κού προσώπου-ενάγοντος, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις προς τούτο, προς το σκοπό της ελάφρυνσης της θέσης του ενάγοντος- δανειολήπτη με την όσο δυνατόν όμως δικαιότερη μεταχείριση των δανειστών μεταξύ τους.

Άλλωστε η δανείστρια-εναγομένη Τράπεζα με το μη συμψηφισμό του ανωτέρω ποσού των 57.383,41 ευρώ και την καταβολή του στον ενάγοντα, δεν στερεί­ται προστασίας από τον ανωτέρω νόμο 3869/2010, αφού δύναται να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο πριν την εκταμίευ­ση του ποσού αυτού σε λογαριασμό του ενάγοντος όποιο μέτρο θεωρεί αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη-ενάγοντος και κάθε μείωση της αξίας της όσον αφορά το ανωτέρω ποσό, όπως ειδικότερα τη δέσμευση και μη διά­θεση του εν λόγω σημαντικού ποσού (και με προσωρινή διαταγή), ώστε να διασφα­λιστεί το αμετάβλητο αυτού υπέρ των πιστωτών, μέχρι την οριστική κρίση επί της άνω αιτήσεως και για να μην προβεί ο ενάγων-οφειλέτης σε καταδολιευτικές ενέργειες αναφορικά με το ποσό αυτό, το οποίο σε κάθε περίπτωση ο ενάγων (όπως άλλωστε και το έτερο ανωτέρω ποσό των 25.000 ευρώ που του καταβλήθηκε ως προ­καταβολή από την εναγομένη, μετά την υποβολή της ανωτέρω αιτήσεώς του στο Ειρηνοδικείο Πειραιά και μετά την έκδοση της άνω προσωρινής διαταγής), αφενός έχει νομική υποχρέωση να τα γνωστοποι­ήσει αμφότερα στη γραμματεία του άνω δικαστηρίου, καθόσον συνιστούν πολύ ση­μαντική βελτίωση των εισοδημάτων του και των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερωθεί ο φάκελος του, ενώ η παρά­βαση της υποχρέωσής του αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια συνεπάγεται, εκτός από τυχόν ποινική του ευθύνη, και την απόρ­ριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών του, την παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του και οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που πληροφορήθηκε την παράβαση αυτή, και αφετέρου έχει επίσης νομική υποχρέωση να μην τα διαθέσει, δεδομένου ότι η χορή­γηση της αναστολής και η διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του ενάγοντος, που διατάχθηκε με την άνω προσωρινή διαταγή, δεσμεύει και τον ενάγοντα-οφειλέτη, καθόσον επά­γεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθε­σης από πλευράς του των περιουσιακών στοιχείων αυτού, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ώστε να μην προβεί, όπως προαναφέρθηκε, σε καταδολιευτικές διαθέσεις των ποσών τούτων, οι οποίες εκτός από τυχόν ποινική του ευθύνη μπορούν να οδηγήσουν και στην απώλεια της προστασίας του ν. 3869/2010 και δεδο­μένου ότι το δικαστήριο με την απόφασή του επί της αιτήσεως μπορεί να ορίσει τη διάθεση χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη προς σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών.

Ειδικότερα στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω προσωρινή διαταγή, ο ενάγων έχει υποχρέ­ωση όχι μόνο, όπως ο ίδιος υπολαμβάνει, να καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ μη­νιαίως προς την πιστώτρια Τράπεζα (ενα­γομένη) προς εξυπηρέτηση της απαίτησής της από την υπ αριθμ.... σύμβαση στεγα­στικού δανείου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, λόγω της διαταχθείσας διατήρησης της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, στην οποία περιλαμβά­νονται και τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, έχει υποχρέωση να μη διαθέτει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία του-χρηματικά ποσά, η δε για οποιοδήποτε λόγο διάθεσή τους, εφόσον υπάρχει ανάγκη, πρέπει, για να μην πάσχει από ακυρότητα και να μην κριθεί καταδολιευτική, να γίνεται με άδεια του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά ανάλογη μεταρρύθμιση της άνω προσωρινής δια­ταγής.

Συνεπώς, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο ανωτέρω μονομερής συμψηφισμός κατά το ποσό των 57.383,41 ευρώ είναι ανίσχυρος και άκυρος και δεν επέφερε απόσβεση των αμοιβαίων απαι­τήσεων, η εναγομένη υποχρεούται να κα­ταβάλει στον ενάγοντα το εν λόγω ποσό.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο ανωτέρω μονομερής συμψηφι­σμός είναι νόμιμος και έγκυρος, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος ως και κατ ουσία βάσιμος.

Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, γενομένου δεκτού του ανωτέρω πρώτου λόγου εφέσεως [και παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου], πρέπει κατ ακολουθίαν και η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση, κατ άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και δικαστεί από το παρόν δικα­στήριο, κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένδικη από 3.6.2014 αγωγή, πρέπει ακο­λούθως αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 57.383,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα, αφότου αυτό ήταν καταβλητέο (28.2.2014), δηλαδή από την 1.3.2014, μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμ­ψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ αυτών, διότι ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.)