ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 46/2020

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Εμμανουηλία-Αλεξάνδρα Κεχαγιά, την οποία όρισε ο Διευθύνων το Εφετείο, Πρόεδρος Εφετών, και τη Γραμματέα Ε.Τ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 § 13 του ίδιου νόμου, και 31 § 1 σε συνδυασμό με 80 του ΚΠολΔ), η από  30-12-2017 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ……../24-1-2018) έφεση του ενάγοντος, ως ολικά ηττηθέντος πρωτοδίκως διαδίκου, κατά της υπ’ αριθ. 283/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 677 επ. του ΚΠολΔ), και απέρριψε την από 12-3-2015 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ. ………./2015), στρεφόμενη κατά της εναγομένης, αγωγή του, περί καταβολής μέρους της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως και επιδόματος αδείας. Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως [άρθρα 495 § § 1,2, 499, 500, 511, 513 §  1 εδαφ.β΄, 516 § 1, 517, 518 § 2, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23-7-2015) που εφαρμόζεται για τις εφέσεις  που ασκούνται μετά την 1-1-2016 (άρθρο ένατο παρ.2 αυτού)], δηλαδή πριν την παρέλευση διετίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει επίδοσή της προς ή από τον εκκαλούντα, ούτε άλλος λόγος απαραδέκτου, μη απαιτούμενης της κατάθεσης παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελευταίο, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 522, 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία.

Ο ενάγων με την ανωτέρω αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι προσελήφθη από την εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση επισκευών πλοίων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τυπικά μεν στις 4-4-2001, στην πραγματικότητα όμως στις 2-1-2001, ως εργοδηγός, και ότι προσέφερε σε αυτήν τις υπηρεσίες του, μέχρι τις 7-1-2015 οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, προσφέροντάς του εσφαλμένα, ως αποζημίωση απολύσεως, με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές του, που ανέρχονταν στο ποσό των 2.520 ευρώ, το ποσό των 7.056 ευρώ, επικαλούμενη την ιδιότητά του ως εργάτη και όχι ως υπαλλήλου, ως όφειλε, εφόσον η εργασία του αποτελούσε αποκλειστικά προϊόν πνευματικού μόχθου, από το οποίο τελικώς του κατέβαλε 1.400 ευρώ, ενώ του οφείλει επιπλέον τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2015, ύψους 2.520 και 1.260 ευρώ, αντίστοιχα. Ακολούθως, όπως επιτρεπτά περιόρισε το αίτημά της, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 29.400 ευρώ, ως διαφορά αποζημιώσεως απολύσεως, και το συνολικό ποσό των 3.780 ευρώ, όπως ανωτέρω αναλύεται, για αποδοχές και επίδομα αδείας του έτους 2015, και τελικώς, αφαιρουμένου του ήδη καταβληθέντος από αυτήν συνολικού ποσού των 7.056 (1.400 + 5.656) ευρώ, που καταλογίζεται στην αποζημίωση απολύσεως, το ποσό των 26.124 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά του έξοδα.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με την οποία αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με τους λόγους της έφεσής του, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί, μετά την τυπική παραδοχή της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ακολούθως, να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά του έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος της εναγομένης.

Με τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ/τος 2655/1953, ορίζεται ότι: “Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ’αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας”. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 464/2014, ΑΠ 1137/2013, ΕφΘεσ (Μον) 502/2018  αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΘεσ (Μον) 2264/2018, Αρμ 2018.1129).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ……. και ………., αντίστοιχα, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, μεταξύ των οποίων δύο (2) ξενόγλωσσα έγγραφα που προσκομίζει ο ενάγων και τρία (3) η εναγομένη, με επίσημη μετάφρασή τους επικυρωμένη από δικηγόρο, κατά το άρθρο 454 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 36 § 2 περ.γ΄του ν.4194/2013 καθώς και ένα έντυπο φυλλάδιο, με εικόνες και τίτλους εν μέρει συνταχθέντες στην αγγλική γλώσσα που προσκομίζει ο εκκαλών, και τα υπ’αριθμ. σχετ. 47-53  συνταχθέντα στην ίδια γλώσσα, έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα, χωρίς να συνοδεύονται από τέτοια μετάφραση, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου (ΑΠ 884/2005, ΕλλΔνη 2006.1102), δηλαδή υποστατά μεν αλλά ελαττωματικά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1402/2015 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 884/2005, ΕλλΔνη 2006.1102), που είναι επιτρεπτά στην προκείμενη διαδικασία (άρθρα 271 § 2 εδ.α΄σε συνδυασμό με 591 § 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 1627/2010, ΧΡΙΔ 2011.586, ΕφΠειρ (Μον) 809/2014, αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), και οι προσκομιζόμενες από την εναγομένη-εφεσίβλητη μετ’επικλήσεως -8 συνολικά – φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ. γ΄, 448 § 2, 457 § 4 του ΚΠολΔ), καθώς και των υπ’αριθμ. ……./23-9-2015  ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων, ……….., αντίστοιχα,  που ελήφθησαν με επιμέλεια της εφεσίβλητης, και των .. και ./30-4-2015, ..  και ../2-10-2015 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων, ………., αντίστοιχα, που ελήφθησαν με επιμέλεια του εκκαλούντος, όλες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, μετά από προηγούμενη –προ είκοσι τεσσάρων τουλάχιστον ωρών, κατ’άρθρο 671 § 1 εδ.δ΄του ΚΠολΔ) -κλήτευση του εκκαλούντος και της εφεσίβλητης, αντίστοιχα, που δεν παρέστησαν σε εκείνες των αντιδίκων τους, όσον αφορά τις υπ’αριθμ………/2015 ένορκες βεβαιώσεις (σχετ. η υπ’αριθμ. . ../11-9-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, υπ’αριθμ. …/28-4-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………) και κατόπιν  σχετικής δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όσον αφορά τις υπ’αριθμ. ………/2015 ένορκες βεβαιώσεις, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § § 3 και 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων, ο οποίος διαθέτει πτυχίο εργοδηγού-μηχανικού του εμπορικού ναυτικού, έχοντας απασχοληθεί και στο παρελθόν-από 25-8-1999 έως 29-5-2000στην εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση επισκευής πλοίων, επαναπροσλήφθηκε για να προσφέρει εκ νέου τις υπηρεσίες του ως εφαρμοστής, στις 22-1-2001, προκειμένου να καλύψει έκτακτες ανάγκες της, όπως συνέβαινε και με άλλους εργαζομένους της. Εκτός δηλαδή από το μόνιμο προσωπικό της, η ίδια προέβαινε κατά καιρούς σε πρόσληψη και έκτακτου προσωπικού, με την ειδικότητα του εφαρμοστή δηλαδή του τεχνίτη ή του βοηθού εφαρμοστή, που εργάζονταν είτε στις εγκαταστάσεις της είτε επάνω στα πλοία, των οποίων την επισκευή αυτή αναλάμβανε, εκτελώντας ως επί το πλείστον χειρωνακτικές εργασίες με τη χρήση εργαλείων. Η απασχόληση του ενάγοντος διήρκησε μέχρι τις 30-3-2001 και στη συνέχεια αναγγέλθηκε η πρόσληψή του, στις 4-4-2001 ως ανήκοντος στο μόνιμο πλέον προσωπικό της, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του έτους 2014. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το ότι αυτή είναι η δηλωθείσα από την εναγομένη ημερομηνία πρόσληψής του σε ανύποπτο χρόνο και συγκεκριμένα στην από 11-2-2014 έγγραφη γνωστοποίησή της προς το ΙΚΑ Περάματος. Αμειβόταν με ημερομίσθιο, και οι συνολικές μικτές αποδοχές του, ανέρχονταν στο ποσό των 2.000 ευρώ-καθαρές 1.531,90 ευρώτο πρώτο επτάμηνο του έτους 2007, και στο ποσό των 100,80 ευρώ ημερησίως τον Νοέμβριο του έτους 2011 και του έτους 2013 αλλά και στις 31-12-2014. Ο ίδιος, ως πτυχιούχος εργοδηγός είχε την απαιτούμενη θεωρητική κατάρτιση και ήταν εκείνος που με καθημερινή παρουσία, είχε την επίβλεψη των έργων που αναλάμβανε η εταιρεία, προέβαινε σε ανάθεση εργασιών κάθε μέρα, επεμβαίνοντας και καθοδηγώντας τους εργάτες, όταν αυτό ήταν αναγκαίο, συντονίζοντας τις εργασίες τους, δίνοντάς τους σχετικές οδηγίες και εντολές και διορθώνοντάς τους στη χρήση των εργαλείων, ενώ εκτελούσε και ο ίδιος χειρωνακτικές εργασίες με χρήση εργαλείων. Στις περιπτώσεις που διαπίστωνε λάθος εκτέλεση εργασίας απαιτούσε την ορθή επανάληψή της. Ήταν ακόμη εκείνος που κατά τις επισκέψεις του εργοδότη του, ………, τον ενημέρωνε για την πορεία των εργασιών. Ο τελευταίος, διέθετε πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού τεχνολογικής εκπαίδευσης, ενώ τέτοιο πτυχίο διέθεταν και οι έτεροι εκπρόσωποι της εναγομένης, ήτοι ο αδελφός του, …….. αλλά και ο …….., μέχρι το έτος 2009, υπό την ιδιότητά του δε αυτή, όπως είναι ευνόητο, ερχόταν σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές και προέβαινε στην παράδοση του εκάστοτε έργου, πλην όμως η παρουσία του στα εκτελούμενα έργα δεν ήταν διαρκής και καθημερινή αλλά περιστασιακή. Το ότι αυτός πραγματοποιούσε ελέγχους και  είχε καθοδηγητικό ρόλο όταν επισκεπτόταν το έργο δεν αναιρεί τον ρόλο του ενάγοντα.  Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν με σαφήνεια και επάρκεια από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι μάρτυρες του ενάγοντος, … και … εμφορούνταν από εμπάθεια ως προς την εργοδότριά τους διότι και εκείνοι απολύθηκαν από την εργασία τους, και ότι ο μάρτυρας αποδείξεως … συνδέεται μαζί του με στενή φιλία, κανένα ισχυρό επιχείρημα ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αντικρούει τις καταθέσεις των έτερων μαρτύρων του, ….. και ……, οι οποίοι εργάστηκαν επί πολλά έτη στην εναγομένη και επιβεβαιώνουν το είδος της εργασίας του, όπως αυτό αναπτύχθηκε ανωτέρω, χωρίς να αποδεικνύεται κάποιο κίνητρο από την πλευρά τους να δηλώσουν αναληθή γεγονότα. Άλλωστε και οι …. και …, παρ’ότι απολύθηκαν, δεν γίνεται επίκληση του ότι έχουν προβάλλει αξιώσεις έναντι της πρώην εργοδότριάς τους μέχρι σήμερα. Οι παραπάνω δε παραδοχές δεν αντικρούονται ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, εκ των οποίων ο …. και ο ……, που εργάζονται σε εταιρείες που διατηρούν μέχρι και σήμερα συνεργασία με την εναγομένη και επομένως είχαν κάθε λόγο να υποστηρίξουν τις θέσεις της, και σε κάθε περίπτωση δεν είχαν καθημερινή παρουσία στα έργα που οι δύο εταιρείες συνεργάστηκαν ή συνυπήρξαν, δεν μνημονεύουν τη συχνότητα των επισκέψεών τους στα πλοία που πραγματοποιήθηκαν οι αντίστοιχες επισκευές. Άλλωστε, το γεγονός ότι στις άδειες του Λιμεναρχείου, αναγραφόταν το όνομα του …….., ως εργοδηγού, δηλαδή  ως υπεύθυνου επίβλεψης του έργου, καθώς αυτός ερχόταν σε επαφή με τους υπευθύνους των πλοιοκτητών και τους παρέδιδε τα έργα ή επιμέρους τμήματα αυτών, όπως και το γεγονός ότι παράλληλα είχε και αυτός περιστασιακά καθοδηγητικό ρόλο, όπως ήδη εκτέθηκε, στερούνται ουσιαστικής αποδεικτικής αξίας. Επιπλέον, ο μεν ….., εξακολουθούσε μέχρι και τον χρόνο που έδωσε την ένορκη κατάθεσή του (23-9-2015) να εργάζεται στην εναγομένη, ενώ για τον …………. η προοπτική αυτή ήταν άμεση αφού είχε εργαστεί εκεί επί πολλά έτη και μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και δη από το έτος 2004 μέχρι την 1-7-2015, ανά διαστήματα, ως έκτακτος τεχνίτης. Το γεγονός δε ότι ο ενάγων σε όλα τα έγγραφα που εξέδιδε η εναγομένη (αναγγελία πρόσληψης της 22-1-2001 και της 4-4-2001, από 30-3-2001 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταστάσεις ασφάλισης προσωπικού του ΙΚΑ για τους μήνες Ιανουάριο έως και Απρίλιο 2001, εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας Ιανουαρίου έως και Ιουλίου του έτους 2007, πίνακας προσωπικού με ισχύ έως τις 31-12-2035, θεωρημένη από το ΙΚΑ από 26-10-1999 κατάσταση  εργαζομένων, πίνακες προσωπικού για το πλοίο O., T. και Κ. κ.α), ορισμένα μάλιστα εκ των οποίων φέρουν και την υπογραφή του, εμφανίζεται ως εφαρμοστής, δεν έχει βαρύνουσα αποδεικτική αξία, αφής στιγμής ο ίδιος δεν είχε μισθολογικές απαιτήσεις έναντι της εναγομένης και το ημερομίσθιό του ήταν ήδη υψηλό. Επιπλέον, το ότι στις 15-9-2004 και 22-9-2004 αιτήθηκε από το ΙΚΑ τη χορήγηση επιδόματος ασθενείας για ατύχημα εκτός εργασίας, που υπολογίστηκε βάσει των αποδοχών του εργατοτεχνίτη μετάλλου, ήτοι βάσει ημερομισθίου 68,32 ευρώ (σχετ. οι υπ’αριθμ. ….  και ………. αποφάσεις του διευθυντή του υποκαταστήματος ... του ΙΚΑ), δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, εφόσον αυτή ήταν η ιδιότητα με την οποία είχε δηλωθεί και αμειβόταν με ημερομίσθιο. Ακόμη, το ότι  στην επισκευή του πλοίου T. το έτος 2014 απασχολήθηκε μόνον αυτός ως εφαρμοστής, δεν αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει την ιδιότητά του ως εργάτη, με το επιχείρημα ότι δεν εργάσθηκαν άλλοι υπό τον έλεγχο και την καθοδήγησή του, αντιθέτως, και ανεξαρτήτως του εάν επρόκειτο πράγματι για μικρής κλίμακας επισκευή, αυτός είχε την αποκλειστική ευθύνη διεκπεραίωσής της, ως διαθέτων μεγάλη εμπειρία και θεωρητική κατάρτιση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αυτός μόνον, ενόσω διαρκούσε η εργασιακή του σχέση, συμμετείχε σε εκπαίδευση επιτόπιας λείανσης στροφαλοφόρου στον εξοπλισμό και τα μηχανήματα της ……..  στο εξωτερικό τον Νοέμβριο του έτους 2009.  Το ότι δεν μετείχε σε κάποιες επισκευές, (όπως στο πλοίο S. και ST), όπως και το γεγονός ότι απείχε αδικαιολόγητα, κατά την εναγομένη, από την εργασία του από τις 31-12-2013 έως τις 11-2-2014, για το λόγο ότι, όπως διατείνεται ο ίδιος, δεν του είχαν καταβληθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές του, δεν αποδυναμώνει τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς τις σχετικές ημερομηνίες και χρονική περίοδο αντίστοιχα, μπορούσε πράγματι να υποκατασταθεί από τον ……………, εφόσον δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο να τον αναπληρώσει. Αναφορικά, τέλος, με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, στην οποία εμφανίζεται εκ νέου ως εργάτης, αυτός έχει προβεί σε χειρόγραφη δήλωση επιφύλαξης ότι δεν έχει λάβει την αποζημίωσή του, η οποία θα του καταβαλλόταν κάθε μήνα. Από τη δήλωση αυτή, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχθηκε πλήρως την ιδιότητά του και το ποσό της αποζημίωσης. Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο ενάγων συνεισέφερε στην εναγομένη την εξειδιασμένη εμπειρία και θεωρητική του μόρφωση, ανέπτυσσε πρωτοβουλία και είχε υπ’ευθύνη του την εκάστοτε επισκευή, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα της αναρρωτικής του άδειας και της φερόμενης ως αδικαιολόγητης απουσίας του, κατά τα άνω. Έτσι η εργασία του ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπαγόταν την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και ενέργειας, καθώς απαιτούσε υπευθυνότητα, εμπειρία, πνευματική εγρήγορση και λήψη αποφάσεων, και για τον λόγο αυτό φέρει τον χαρακτήρα εργασίας υπαλλήλου, κατά το άρθρο 10 του ν.3514/1928. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στην κρίση ότι επρόκειτο για εργάτη και πρέπει ο συναφής λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το συγκεκριμένο σκέλος του να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ουσίαν. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι η σύμβαση εργασίας του, όπως και του ……….. και  της ……. καταγγέλθηκε στις 31-12-2014, γεγονός το οποίο άλλωστε ο ίδιος επιβεβαίωσε, θέτοντας την υπογραφή του στην τελευταία σελίδα του σχετικού εντύπου, όπου σε δύο σημεία αναγράφεται η συγκεκριμένη ημερομηνία, και ως εκ τούτου δεν δικαιούται τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2015, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος έφεσης να κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του είχε συμπληρώσει ήδη 13 έτη προϋπηρεσίας. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 7.056 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αποζημίωση εργάτη, ενώ λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, δικαιούταν αποζημίωση, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα της απασχόλησής του (άρθρο 3 § 1 του ν.2112/192, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 της υποπ. ΙΑ.12  της παραγράφου ΙΑ του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12-11-2012), ποσού 2.940 [2.520 (100,80 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια) πλέον 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, ήτοι 420 ευρώ] ευρώ, ίση με εννέα μισθούς ήτοι το ποσό των 26.460 (2.940 Χ 9) ευρώ και όχι των 29.400 κατά το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, δεκτού, επομένως, γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης κατά το ποσό αυτό. Επομένως, εφόσον του έχει ήδη καταβληθεί το ποσό των 7.056 ευρώ, η εφεσίβλητη εξακολουθεί να του οφείλει για την συγκεκριμένη αιτία το ποσό των 19.344 (26.400 – 7.056) ευρώ.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της κατά το οικείο σκέλος του, ως βάσιμου και κατ’ουσίαν,  να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της,  κατ’άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή και κατά τη διάταξή της που αφορά τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, που δεν ανατρέπεται με την παρούσα απόφαση, λόγω του ότι τούτο επιβάλλεται για την ενότητα της εκτέλεσης, η οποία θα επιτευχθεί μόνο με την εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως (ΕφΑνατΚρ 79/2014 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑθ 1404/2014 Αρμ 2015.288), αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της  που θα καθορισθεί από την αρχή (ΕφΑνΚρ 79/2014, ΕφΑθ 1404/2014 ό.π). Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η αγωγή, ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.344 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να κατανεμηθούν τα έξοδα των διαδίκων μεταξύ τους, ανάλογα προς την έκταση της νίκης και ήττας τους, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (106, 176, 179, 183  και 191 § 2 του ΚΠολΔ, 63 § 1iα 2, 68 § 1,  69 παρ.1 εδ.α΄, 166 και παράρτημα Ι Β του ν.4194/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 30-12-2017 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ………./24-1-2018) έφεση του ενάγοντος, κατά της υπ’αριθμ. 283/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη.

ΚΡΑΤΕΙ την από 12-3-2015 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ. ………../2015) αγωγή και τη δικάζει κατ’ουσίαν.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη-εφεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα, το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα τεσσάρων (19.344) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης-εφεσίβλητης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος-εκκαλούντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 16-1-2020.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ