ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 455/2019

 

Εφέτης: ΑΓΓΕΛΙΚΗΔΕΤΣΗ

Δικηγόροι: Δημ. Μπούρλος - Ευάγγελος Πατσόπουλος

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/20, 5 Ν. 3198/55, 1, 3 παρ. παρ. 1 και 5 του ΒΔ της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βουλήσεως του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσεως της συμβάσεως του εργαζομένου. Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βουλήσεως του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας. Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα (ΑΠ 884/17,(παρ. 37) ΑΠ 698/10, ΑΠ 924/10 ΝΟΜΟΣ). Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ' αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει αυτήν έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση. Συνεπώς, οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη, αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 1775/17, ΑΠ 277/16,(παρ. 38) ΑΠ 55/15(παρ. 39) ΝΟΜΟΣ). Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν’ αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης κατά την συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα αυτής (για οποιονδήποτε λόγο) αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ο μισθωτός έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν, ήδη με το δικόγραφο της αγωγής (καθ’ υποφοράν), να προβάλει δηλ. εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης. Κατά συνέπεια, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος ενάγων έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώσει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα της καταγγελίας επικαλούμενος κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 ΚΠολΔ), νέους λόγους (περιστατικά) ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή. Εάν, όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά την συζήτηση της υπόθεσης με τις επ' αυτής προτάσεις ή, κατά μείζονα λόγο, με την μετά τη συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού (περί ακυρότητας της καταγγελίας της βάσης δηλ. της αγωγής) με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ η βάση της αγωγής (ΑΠ 1250/18, ΑΠ 1714/17, ΑΠ 460/13, ΑΠ 624/08(παρ. 40) ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 74 Α παρ. 2 του Ν. 3863/10 «Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» (ΦΕΚ A 115) ―που έχει εφαρμογή εν προκειμένω λόγω του χρόνου συνάψεως της επίδικης σύμβασης― η οποία προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 εδ. α του Ν. 3899/10 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας» (ΦΕΚ Α 212), ορίσθηκε ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης εκτός αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει περισσότερο ευέλικτη την αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων και την συνακόλουθη μείωση της ανεργίας σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, πέραν του ότι επεκτείνει σε ένα έτος από τους δύο μήνες που προέβλεπε το άρθρο 1 του Ν. 2112/20, το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μισθωτού, κατά το οποίο είναι δυνατή η από τον εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας των μερών, καθιερώνει, σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 1 του Ν. 2112/20), που δεν προέβλεπε κάτι σχετικό, νομικό πλάσμα χαρακτηρίζοντας για πρώτη φορά νομοθετικά την ως άνω αρχική δωδεκάμηνη περίοδο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου, ήτοι περιόδου κατά την οποία ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να διαπιστώνει τις ικανότητες και την καταλληλότητα του εργαζομένου και σε περίπτωση που κρίνει, κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση, ότι δεν είναι κατάλληλος για την θέση στην οποία προσλήφθηκε, να καταγγείλει την σύμβαση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (ΑΠ 1719/12, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς). Η κατά τα ανωτέρω ευχέρεια του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εντός της ανωτέρω προθεσμίας χωρίς την τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων δεν αποκλείει τον έλεγχο της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 258/19,(παρ. 41) ΑΠ 438/15 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ συνάγεται ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 410/04 ΕλΔνη 47.146). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή όπως και αυτό διαδικασία. Συνεπώς, έχει ως προς την αγωγή την αυτή όπως και εκείνο εξουσία, δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει, εάν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία (ΑΠ 7/01 ΕλΔνη 49.925). Ειδικότερα, εάν νόμω αβάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/97 ΕλΔνη 39.573, ΕΠειρ 373/16 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 1778/11 ΝοΒ 2011.982), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω για άλλους λόγους με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (άρθρο 322 ΚΠολΛΔ) και την αρχή της απαγόρευσης εκδόσεως επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ). Έτσι, επί εφέσεως του εναγόμενου, εάν η αγωγή είναι αβάσιμη κατά νόμο και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσίαν, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν χωρίς αντίθετη έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΕΑ 4924/12 ΝΟΜΟΣ).

Με την ένδικη αγωγή του, που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, ιστορούσε ότι στις 28-5-2014, με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη ανάμεσα στον ίδιο και την εναγομένη εταιρία, ήδη εκκαλούσα, ενεργούσα δια του νομίμου εκπροσώπου της Β. Κ., προσελήφθη από την τελευταία για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του λογιστή ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της. Ότι συμφωνήθηκε να απασχολείται στα γραφεία της εναγομένης εταιρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, με ωράριο από 09:00 έως 17:00, αντί μηνιαίου μικτού μισθού 1.562,50 ευρώ και με την πρόσθετη συμφωνία καταβολής εκ μέρους της εναγομένης 13 μισθών ετησίως και των ασφαλιστικών εισφορών στον ΟΑΕΕ, καθώς ο ίδιος υποχρεώθηκε να εκδίδει μηνιαίως για τις αποδοχές του αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Ότι πέραν της απασχολήσεώς του στην εναγομένη εταιρία ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπός της του ανέθεσε και λογιστικές εργασίες για άλλες δύο εταιρείες συμφερόντων του (Β. Κ.), όπως και εξωτερικές εργασίες, που αφορούσαν προσωπικά τον τελευταίο και μέλη της οικογένειάς του. Ότι απασχολείτο καθημερινά για τη διεκπεραίωση όλων των ανωτέρω υποθέσεων, για την οποία απαιτείτο μετακίνησή του και εκτός γραφείου με ιδιωτικά ή δημόσια μέσα μεταφοράς, τη δαπάνη των οποίων κατέβαλλε εξ ιδίων, ενώ παράλληλα αναγκαζόταν να απασχολείται και πέραν του συμβατικού ωραρίου του. Ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου 2015 διαμαρτυρήθηκε στον ανωτέρω εκπρόσωπο της εναγομένης για τη μη καταβολή της δαπάνης μετακίνησής του και της αποζημίωσης για την υπερωριακή του απασχόληση και ζήτησε να ενημερώνεται εγκαίρως για την εξόφληση των ρυθμίσεων της εταιρίας, ώστε να μην χάνει υπερβολικό χρόνο στις εξωτερικές εργασίες. Ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι τις 27-2-2015, οπότε η εναγομένη δια του ανωτέρω εκπροσώπου του τού ανακοίνωσε προφορικά την απόλυσή του και έπαυσε να δέχεται έκτοτε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εναγομένη ήταν εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως η εναγομένη ήθελε να την εμφανίζει, επιβάλλοντάς του την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, αφού αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες πάντα υπό τις οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στον οποίο έδινε καθημερινά αναλυτική αναφορά. Με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων, επικαλούμενος ότι η ως άνω καταγγελία τυγχάνει άκυρη, αφενός διότι δεν περιβλήθηκε τον απαιτούμενο έγγραφο τύπο, αφετέρου ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας προς το πρόσωπό του ως αντίδραση στην εκ μέρους του διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, ζητούσε 1) να αναγνωριστεί η για τις ανωτέρω αιτίες ακυρότητα της από 27-2-2015 καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και 3) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει α) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 28-2-2015 έως 28-10-2015 το συνολικό ποσό των 12.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσού μισθού από την 28η ημέρα κάθε μήνα, οπότε αυτός καθίστατο απαιτητός και β) ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του, την οποία υπέστη από την παράνομη καταγγελία της σύμβασής του και την άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του, το ποσό των 2.000 ευρώ. Τέλος ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, όσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/55, και απέρριψε ως αόριστο το αίτημα για καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης, απέρριψε στη συνέχεια ως ουσία αβάσιμη τη βάση της αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ενώ δέχτηκε ότι αυτή (η καταγγελία) είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο έγγραφου τύπου. Ακολούθως επιδίκασε στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 12.399,19 ευρώ, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για ποσό 5.000 ευρώ και επέβαλε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, και μόνο κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή ―κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο― παραπονείται η εναγομένη με τους λόγους της έφεσής της και τον πρόσθετο λόγο αυτής οι οποίοι συνολικά εκτιμώμενοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, ωστόσο, ως προς τη βάση της που στηρίζει το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω ελλείψεως τήρησης του απαιτούμενου τύπου (που έγινε δεκτό ως βάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), είναι νόμω αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη στις 28-5-2014 μέχρι 27-2-2015, δηλαδή δεν είχε συμπληρώσει στην εναγομένη δώδεκα μήνες εργασίας όταν απολύθηκε, και συνακόλουθα, με βάση όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας στην περίπτωση αυτή δεν ήταν απαραίτητο η καταγγελία, προκειμένου για το έγκυρο αυτής, να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, αφού άλλωστε δεν υπήρχε και αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφαρμόζοντας τον νόμο έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση της και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας για τον ανωτέρω λόγο και πρέπει εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως του νόμω βάσιμου της αγωγής, η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση για να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο. Στη συνέχεια, θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί, κατά το μέρος που μεταβιβάζεται στο παρόν δικαστήριο, ως νόμω αβάσιμη.