ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 455/2018

 

Πρόεδρος: Χ. Σταθακοπούλου, Ειρηνοδίκης

Δικηγόροι: Ζ. Σιδέρης, Ν. Κιτσάκος, Ι. Ζωγράφου, Χ. Γρηγοριάδου, Δικαστική Πληρεξούσια ΝΣΚ

 

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν .../22.05.2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ... που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αιτούσα, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ' ης η αίτηση πιστώτρια με την επωνυμία «...». Η προαναφερομένη, ωστόσο, που τοιουτοτρόπως, -όπως και οι λοιποί καθ' ων η αίτηση- κατέστη διάδικος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν 3869/2010 όπως ισχύει, συνδυαστικά με αυτή του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Πρέπει, επομένως, να δικαστεί ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 754 του ΚΠολΔ και αυτή του άρθρου 271 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αναλογικώς εφαρμοζομένου, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν 4335/2015, συνδυαστικά με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, στο Συμβούλιο της Επικράτειας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (παρ. 2), μόνο δε σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών στα διοικητικά, χωρίς να εξειδικεύει την έννοιά τους, συγχρόνως, όμως, χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Με το άρθρο 1 του Ν 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικώς αναφερομένων περιπτώσεων, περιλαμβάνονται στην παρ. 2 εδ. ια' του άρθρου τούτου και οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημόσιων εσόδων (ΝΔ 356/1974), ενώ με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν 702/1977, υπήχθησαν σε αυτήν οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, ήτοι αυτές που αναφύονται μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και όσων εργαζομένων υπάγονται στην ασφάλισή τους. Ως διοικητικές διαφορές ουσίας νοούνται μόνο εκείνες που δημιουργούνται από μονομερείς πράξεις ή ενέργειες διοικητικού οργάνου και η υποκείμενη σχέση είναι σχέση δημοσίου και όχι ιδιωτικού δικαίου (ΕφΠειρ 120/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΕΔ 8/1989 ΕλλΔνη 30, 1148, ΣτΕ 1490/1993 ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΑθ 4717/ 2000 ΕΔΚΑ 2001, 698). Ως, δε, ιδιωτική διαφορά μπορεί να οριστεί εκείνη που πηγάζει από το ιδιωτικό δίκαιο και έχει ως αντικείμενο τη διάγνωση της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσεως ή τις μερικότερες εκδηλώσεις του ιδιωτικού δικαιώματος, που από την έννομη αυτή σχέση έχει δημιουργηθεί (βλ. Αστ. Κ. Γεωργιάδη, Εισαγωγή και Θεμελιώδεις Έννοιες Αστικού Δικονομικού Δικαίου, έκδ. 2004, σελ. 26).

Εξάλλου, σε σχέση προς το είδος του αντικειμένου της δικαστικής διαφοράς, η δικαιοδοσία διακρίνεται περαιτέρω σε αμφισβητούμενη και εκούσια. Αμφισβητούμενη θεωρείται η δικαιοδοσία όταν αντικείμενο της δίκης είναι η επίλυση της διαφοράς, ενώ εκούσια όταν αντικείμενο της δίκης είναι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπό την έννοια του διαπλαστικού ή βεβαιωτικού χαρακτήρα κρίσης του δικαστηρίου επί υποθέσεων που στερούνται την έννοια της διαφοράς με σκοπό να διασφαλιστούν ή προστατευτούν ιδιωτικά συμφέροντα (βλ. Κλαμαρή/Κουσούλη, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο I, 2008, σελ. 73, X. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία Κατ' άρθρο, εκδ. 2013, υπό άρθρο 1, σελ. 3). Οι υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας διακρίνονται στις γνήσιες, δηλαδή εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 782-866 του ΚΠολΔ και στις μη γνήσιες, δηλαδή εκείνες που από νομική πρόβλεψη και για λόγους σκοπιμότητας ορίζεται η εκδίκασή τους κατά την ειδική αυτή διαδικασία. Σκοπός της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων. Σε αυτήν, δεν κρίνονται δικαιώματα, η διάγνωση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου, και επομένως, οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, γι’ αυτό και δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ. Η εκδίκαση δε της υποθέσεως κατ' αντιδικία, η οποία δεν είναι ασυμβίβαστη με τη φύση της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αίρει τη φύση της υπόθεσης ως ζητήματος της εκούσιας δικαιοδοσίας και συνεπώς δεν μεταβάλλει την ως προς το δεδικασμένο ερμηνεία (βλ. ΜΕφΛαρ 160/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 723/1993 ΕλλΔνη 1995, 100, ΕφΑθ 2307/1998 ΝοΒ 1998, 1448, ΕφΑθ 9216/1987 ΕλλΔνη 1989,98, Μητσόπουλο, Η έννοια της εκούσιας δικαιοδοσίας, ανάτυπο από το ΝΔ/13, Βαθρακοκοίλη, Ερμ.ΚΠολΔ 778 αριθ. 2, σελ 488-489, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ.ΚΠολΔ 739-866, αριθ. 10-11, σελ. 1459, Νίκα, ΠολΔικ, τομ. I, εκδ. 2003, σελ. 88-90).

Κατά το άρθρο 3 του Ν 3869/2010, ο οποίος έχει ως σκοπό την ομαλή επάνοδο του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, οι οριζόμενες σε αυτόν (τον νόμο) υποθέσεις υπάγονται στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μετά την τροποποίηση του Ν 3869/2010 από τον Ν 4336/2015, που διεύρυνε το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του πρώτου, μπορούν να συμπεριληφθούν πλέον στην αιτούμενη ρύθμιση οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη και οι εξής οφειλές: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον ΚΦΔ, τον ΚΕΔΕ και τον Τελωνειακό Κώδικα, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών και γ) οι ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση οι παραπάνω οφειλές να μην έχουν δημιουργηθεί κατά το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της σχετικής αίτησης του άρθρου 4 του Ν 3869/2010 και με εξαίρεση τις δημιουργηθείσες από αδίκημα τελεσθέν με δόλο ή βαριά αμέλεια οφειλές, τις συνιστάμενες σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και τις αφορώσες στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου. Σύμφωνα, δε, με όσα προεκτέθηκαν, αν στα πλαίσια του Ν 3869/2010 ο αιτών φέρει προς ρύθμιση και τα απορρέοντα από οφειλόμενες εισφορές του προς ασφαλιστικά ταμεία χρέη του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεώς του Δικαστήριο θα προβεί στην υπαγορευόμενη από τον προαναφερόμενο σκοπό του νόμου λήψη ρυθμιστικών μέτρων αναφορικά με το σύνολο των περιλαμβανόμενων στην αίτηση χρεών, χωρίς να προβεί σε αυθεντική διάγνωση ως προς την ύπαρξη και το ύψος των ρυθμιζόμενων οφειλών.

Ειδικότερα, η απόφαση του Ν 3869/2010 προϋποθέτει μεν εξέλεγξη των απαιτήσεων, αλλά δεν οδηγεί σε δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη και το ύψος τους λόγω του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, παράλληλα προς τη διαδικασία του Ν 3869/2010, να δύναται να ακολουθηθούν παράλληλες δικαστικές διαδικασίες σχετικώς με την τελεσίδικη κρίση περί της ύπαρξης των απαιτήσεων των πιστωτών και του ύψους τους (βλ. I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδ. 2016, σελ. 524), αποκλεισμένου έτσι του ενδεχομένου έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων. Ας σημειωθεί ότι ο Ν 3869/2010 εισάγει ως διαδικαστικό πλαίσιο των διατάξεων περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στο πρότυπο της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 3 του ΠτΚ, στον οποίο (Πτωχευτικό Κώδικα) υπήχθησαν συλλήβδην οι συλλογικές διαδικασίες αντιμετώπισης χρεών της πτωχεύσεως και της εξυγιάνσεως προβληματικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών έναντι των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης που ο τρίτος των καθ' ων επιχείρησε να θεμελιώσει στο ότι η υποκείμενη αιτία είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Περαιτέρω, ο Ν 3869/2010 έχει ως σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στους υπερχρεωμένους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών να ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από τα χρέη τους, εφόσον έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως αυτών, ώστε να επανενταχθούν στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής τους ελευθερίας. Έτσι, προκύπτει ότι ο Ν 3869/2010 υπηρετεί την προστασία της προσωπικότητας των υπερχρεωμένων προσώπων και την οικονομική επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο, πρωτίστως σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί του δικαιώματος καθενός για ανάπτυξη της προσωπικότητάς του υπό την έκφανση της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας αλλά και σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 περί της πρωταρχικής υποχρέωσης της Πολιτείας για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου και 21 παρ. 1 περί προστασίας της οικογένειας. Πλέον, σε αντίθεση με το παρελθόν και υπό το πνεύμα της σφαιρικής και ολοκληρωμένης αντιμετώπισης του ζητήματος της υπερχρέωσης του οφειλέτη και της συνακόλουθης αποφυγής δημιουργίας δανειστών δύο ταχυτήτων, κατόπιν της τροποποίησής του με τον Ν 4336/2015, ο Ν 3869/2010 με το άρθρο 1 αυτού δίνει τη δυνατότητα για υπαγωγή στη ρύθμισή του και των βεβαιωμένων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση, των βεβαιωμένων οφειλών προς τους ΟΤΑ και των ασφαλιστικών εισφορών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), υπό την προϋπόθεση αυτές να αναλήφθηκαν ή βεβαιώθηκαν προ έτους από την υποβολή της αιτήσεως, να μην δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε υπό του οφειλέτου από δόλο ή βαρεία αμέλεια, να μην συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και τέλος, να μην αφορούν την υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νομού έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΑΠ Ολ 11/2008, 31/2007, 3/2006, ΑΠ 2233/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος που όριζε, ότι «το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει», αποτελεί ειδικό συνταγματικό θεμέλιο του κοινωνικού κράτους και δεσμεύει για κρατική μέριμνα για την ύπαρξη και τη συνεχή λειτουργία των υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης ώστε να εξασφαλίζεται η συμμετοχή των εργαζομένων στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης.

Τα κατοχυρωμένα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις δικαιώματα κρίνεται ότι δεν θίγονται από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του τρίτου καθ' ων. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής του Ν 3869/2010, θεμελιούμενος στην αντίθεσή της προς την υπαγορευόμενη από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας κρίνεται ότι αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, καθώς θα μπορούσε μεν να ευσταθήσει αλλά προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της εφαρμογής της διάταξης ως ευμενέστερης και σε αυτούς που εξαιρέθηκαν εφόσον στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου κρινόταν ότι η ως προς αυτούς διάκριση δεν είναι δικαιολογημένη, και πιο συγκεκριμένα σε εκείνους τους υπερχρεωμένους οφειλέτες που, μη διατηρώντας παράλληλα με τα χρέη τους προς το Δημόσιο ή/και τους ΟΚΑ και χρέη προς ιδιώτες πιστωτές, δεν νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση για υπαγωγή στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου (βλ. σχετ. ΑΠ 42/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 6216/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι η μέριμνα του νομοθέτη για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρεώσεως, έχει μεν αφετηριακή βάση την προστασία του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποίησής του, αλλά εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν 3869/2010, σελ. 1). Επομένως, καθώς πρόκειται για νομοθέτημα όπου ενυπάρχει σκοπός δημοσίου συμφέροντος, για να καταλήξει ο δικαστής στην αντισυνταγματικότητα του νομοθετικού μέτρου βάσει της εκ του κράτους δικαίου απορρέουσας συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας -κατά την οποία οι εκ μέρους του νόμου επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνο οι κατάλληλοι και αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό- πρέπει να είναι κατάδηλο ότι το μέτρο είναι από τη φύση του ακατάλληλο για τον σκοπό που ο νόμος επιδιώκει ή ότι καταδήλως υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό, της σκοπιμότητας του μέτρου διαφεύγουσας της δικαιοδοσίας του δικαστή και περιορίζουσας την ένταση του ελέγχου του (βλ. Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, τόμ. Α’, έκδ. 2005, σελ. 216, Π. Μαντζούφα, Οικονομική Κρίση και Σύνταγμα, εκδ. 2014, σελ. 143).

Ακόμα, όπως συνάγεται από την αρχή της τυπικής ισοδυναμίας των συνταγματικών κανόνων, όλες οι συνταγματικές διατάξεις είναι μεταξύ τους ισοδύναμες, ήτοι έχουν την ίδια τυπική ισχύ, απαγορευμένης της μεταξύ τους στάθμισης. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται «σύγκρουση» μεταξύ του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22 παρ. 5 Συντ) και του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ) υπό την έκφανση της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, σε αυτή τη σύγκρουση δεν είναι δυνατό να αποφανθεί κανείς υπέρ της μίας ή της άλλης διάταξης, καθώς σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη και αποστολή του ερμηνευτή του δικαίου είναι η πλήρης εναρμόνισή τους (βλ. ΕιρΑθ 627/2017, αδημοσίευτη). Βέβαια, δεδομένης της δυνατότητας -και όχι της υποχρέωσης- του οφειλέτη να καταφύγει στον Ν 3869/2010 για τη ρύθμιση των εν λόγω οφειλών του, δίνεται στον ίδιο η ευχέρεια να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις όπως το ενδεχόμενο απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης (βλ. ΕιρΠατρ 494/2016 με σχόλια Αθ. Κρητικού, ΕλλΔνη, τομ. 57, σελ. 1750-3).

Εξάλλου, οι επιπτώσεις των βάσει δικαστικής Απόφασης περικοπών των εισφορών υπερχρεωμένου οφειλέτη δεν μπορούν να επιλυθούν δεόντως στο πλαίσιο του Ν 3869/2010 που έχει ως προγραμματικό σκοπό την εστίαση στη διαχείριση της αφερεγγυότητας, αλλά πρέπει να αντιμετωπισθούν με ειδική νομοθετική ρύθμιση, στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης του κοινωνικοασφαλιστικού ζητήματος (βλ. I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 59). Προσέτι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό εκ των προτέρων ότι με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης θίγεται η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αφ' ης στιγμής η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, δοθείσης της αβεβαιότητας σχετικά με τη δυνατότητα είσπραξής τους, διότι ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους, οι υπερχρεωμένοι οφειλέτες δεν θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις τους έναντι αυτών (ΕιρΙλίου 398/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΑθ 627/2017 αδημοσίευτη). Μάλιστα, εφ' όσον καθιερώνει υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών -η οποία δεν συναρτάται, αποκλειστικώς ή προεχόντως, με το ύψος των εισφορών- φέρει δε την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους (βλ. γνωμοδότηση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου 24.6.2010, ΣτΕ Ολ 2289/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, δε, να ληφθεί υπ' όψιν και το γεγονός ότι η ρύθμιση των χρεών του υπερχρεωμένου οφειλέτη, δεν επέρχεται ως αυτοδίκαιη συνέπεια της δικαστικής Απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου, αλλά ως απόληξη μιας εκκαθαριστικής και εξυγιαντικής διαδικασίας που εκκινεί από την αίτηση του υπερχρεωμένου οφειλέτη και στην οποία δικαιούνται να συμμετέχουν οι δανειστές του προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με την έκταση του περιορισμού και τον τρόπο ικανοποιήσεως των απαιτήσεών τους. (βλ. I. Βενιέρη - Θ. Κατσά, ό.π., σελ. 30).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του τρίτου των καθ' ων ότι η συμπεριλαμβάνουσα στη ρύθμιση και τις οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 είναι αντισυνταγματική ως αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με την υπό κρίση αίτηση και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της, η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τους καθ' ων η αίτηση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, οι οποίες αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση κατάσταση, ζητεί εφόσον δεν έχει επιτευχθεί δικαστικός συμβιβασμός, να διαταχθεί η με σκοπό την απαλλαγή της από αυτές δικαστική ρύθμισή τους, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της, αφού ληφθούν υπ' όψιν η εισοδηματική, περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αίτηση αρμόδια εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η κατοικία της αιτούσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. του ΚΠολΔ (άρθρο 3 του Ν 3869/2010), μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των καθ' ων κατά τα ανωτέρω και ως προς το τέταρτο των καθ' ων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 § 1 του Ν 4389/2016 -η διάταξη αυτή ορίζει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 § 1 εδάφιο δεύτερο του ΝΔ 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων- και την αποτυχία της απόπειρας προδικαστικού συμβιβασμού, όπως η τελευταία προκύπτει από την επί της κρινομένης χορηγηθείσα από 15.06.2017 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Αθηνών, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος μετά την παραλαβή και πρωτοκόλληση της ένδικης αιτήσεως από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν τυπικές ελλείψεις, προσκομισθέντων των εγγράφων που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν 3869/2010 όπως ισχύει.

Περαιτέρω, για το παραδεκτό της αίτησης, κατόπιν της αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου στα κατά τις ρυθμίσεις του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν 3860/2010 τηρούμενα αρχεία, διαπιστώθηκε βάσει της με αριθμό .../22.11.2017 βεβαίωσης της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών ότι δεν έχει προηγηθεί άλλη αίτηση για τη ρύθμιση χρεών της αιτούσας στο Δικαστήριο αυτό ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας. Είναι δε η εξεταζόμενη αίτηση αρκούντως ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, καθόσον πληρούνται οι τιθέμενες από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 4 παρ. 1 του Ν 3869/2010 προϋποθέσεις, αφού αναφέρεται για την αιτούσα: α) ότι είναι φυσικό πρόσωπο, β) η επαγγελματική της δραστηριότητα, η οποία συνδέεται με την έλλειψη της εμπορικής ιδιότητας και γ) ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της στοιχεία που αποτελούν τις θετικές προϋποθέσεις ένταξης του οφειλέτη στον νόμο και η παράλειψη αναφοράς τους θα οδηγούσε σε νομική, και όχι σε ποσοτική -και άρα καλυπτόμενη κατ' εφαρμογή των άρθρων 236, 744, 745 και 751 του ΚΠολΔ- αοριστία της αίτησης. Σε περίπτωση δε τυχόν ελλείψεων αναφορικά με τα λοιπά στοιχεία της αίτησης, αυτά -δοθέντος και του ιδιορρύθμου χαρακτήρα της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσου προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων- επιδέχονται παραδεκτώς συμπληρώσεως, διορθώσεως και διευκρινίσεως από τους ισχυρισμούς της αιτούσας με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση, αλλά και συμπληρώσεως με αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου από άλλα, πέραν της αιτήσεως, διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα (βλ. Εισήγηση Ειρηνοδίκη Γρ. Κομπολίτη, σελ. 10, Σεμινάριο ΕΣΔΙ 12.10.2016, ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ 36, 1601-2 πλειοψηφία, ΜΠρΚοζ 165/2014, ΕφΑθ 2735/2000, 4462/2002, 2188/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, υπ' άρθρο 747, αριθ. 7 και Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 191).

Επιπλέον, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8 και 9 του Ν 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα της υποπαρ. Α.4 του Μέρους θ’ του Ν 4336/2015, που καταλαμβάνει σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α. 4 του Μέρους θ' του Ν 4336/2015 τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και με το άρθρο 14 του Ν 4346/2015 που καταλαμβάνει σύμφωνα με την παρ. 11 του αυτού άρθρου τις κατατεθειμένες από την 1.1.2016 και εξής αιτήσεις. Επομένως, η ένδικη αίτηση, αφ' ης στιγμής δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των καθ' ων η αίτησή της, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, μετά την καταβολή και των νομίμων τελών της συζήτησης.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της αιτούσας ενώπιον του ακροατηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται από τους διαδίκους για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω και από την εν γένει διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1962, είναι διαζευγμένη από το έτος 2013, ενώ έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας 28 και 24 ετών που κατοικούν μαζί της. Από το έτος 2013 ευρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας και για την κάλυψη των βιοτικών της δαπανών βασίζεται στην οικονομική συνδρομή της συνταξιούχου μητρός της (της οποίας η σύνταξη ανέρχεται στο ποσό των 570,00 ευρώ σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε η αιτούσα) και στην κάρτα σίτισης και το «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» που της χορηγούνται στα πλαίσια του «Προγράμματος Ανθρωπιστικής Κρίσης». Τα τέκνα της, που δεν λογίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς τους δοθείσης της ενηλικότητάς τους και της μη απόδειξης οφειλομένης σε προβλήματα υγείας, σπουδές ή υπηρέτηση στρατιωτικής θητείας αδυναμίας αυτοδιατροφής τους (βλ. ΜΠρΑλεξ 190/2012, ΜΠρΚιλκίς 239/2012 αδημ. και ΜΠρΣερ 221/2013 ΕφΑΔ 2014, 189), δεν συνεισφέρουν στις δαπάνες της οικίας, καθώς ευρίσκονται, επίσης, σε κατάσταση ανεργίας. Από το έτος 1997, η αιτούσα διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο το λιανικό εμπόριο ειδών υποδηματοποιίας, της οποίας τις εργασίες διέκοψε στις 16.12.2013 λόγω της ζημιογόνου πορείας της. Την εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε η αιτούσα στην περιοχή ... του Δήμου Αθηναίων σε κατάστημα επιφάνειας περί τα 28 τ.μ. που μίσθωνε αντί του ποσού των 950,00 ευρώ αρχικώς, κατόπιν των 700,00 και τέλος των 500,00 ευρώ σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με τα υπό της ιδίας κατατεθέντα. Δεν απασχολούσε υπαλλήλους στην επιχείρησή της (βλ. τα προσκομισθέντα έντυπα Ε3), ενώ δεν επένδυσε σε αυτήν τα δάνεια που έλαβε, τα οποία χρησιμοποίησε για καταναλωτικούς σκοπούς και δη τις σπουδές των τέκνων της. Σύμφωνα με τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και έντυπα Ε3, τα δηλωθέντα εισοδήματά της ανήλθαν κατά το έτος 2010 στο ανώτατο όριό τους αναλυόμενα στο ποσό των 5.404,79 ευρώ τα καθαρά και στο ποσό των 38.730,51 ευρώ τα ακαθάριστα έσοδά της.

Εκ των προλεχθέντων προκύπτει ότι η αιτούσα ασκούσε μεν αντικειμενικώς εμπορικές πράξεις, καθώς η ασκούμενη από αυτή δραστηριότητα της επιχείρησής της ενέπιπτε στις δραστηριότητες του άρθρου 2 του ΒΔ 21.05.1835 «Περί αρμοδιότητας εμποροδικείων» και προσέδιδε σε αυτήν την εμπορική ιδιότητα. Ωστόσο, το όποιο κέρδος αποκόμιζε αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού της κόπου και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών, καθιστώντας αυτή μικρέμπορο και επομένως μη έχουσα την εμπορική ιδιότητα ή εν παση περιπτώσει μη υφιστάμενη τις αρνητικές συνέπειες της εμπορικής ιδιότητας ως ασκούσα μικρεμπορία (βλ. σχετ. ΕφΑθ 11433/1995 ΔΕΕ 1996, 490, ΓνωμΝΣΚ Ολ 90/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ε. Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121), δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της αιτούσας. Κατά συνέπεια, εφόσον προκύπτει πως η αιτούσα πράγματι έφερε την ιδιότητα του μικρεμπόρου, δεν ασκεί επιρροή αν συνέπεσε η παύση των πληρωμών της με την άσκηση της παραπάνω δραστηριότητάς της. Ο αντίθετος, επομένως, ισχυρισμός που προέβαλαν οι καθ’ ων περί του ότι η αιτούσα δεν στερείτο πτωχευτικής ικανότητας όταν έλαβε χώρα η παύση των πληρωμών της κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στο σημείο αυτό, το κατ' άρθρα 450 και 451 του ΚΠολΔ αίτημα επίδειξης εγγράφων που νομότυπα υπέβαλε η δεύτερη των καθ’ ων με το δικόγραφο των κατατεθειμένων στο ακροατήριο προτάσεών της κρίνεται ως άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι προσκομίστηκαν νομότυπα έντυπα Ε1 και Ε3 της επιχείρησης της αιτούσας, αλλά και έτερα κρίσιμα έγγραφα, που κρίνονται επαρκή για τη διαμόρφωση από το Δικαστήριο σαφούς εικόνας αναφορικά με την εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας, καθώς και την εμπορική ή μη ιδιότητά της.

Στην ιδιοκτησία της αιτούσας ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100%: α) το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου συνολικής επιφάνειας 107 τ.μ., που ευρίσκεται σε πολυκατοικία ανεγερθείσα το έτος 1975 επί οικοπέδου που κείται στον Δήμο ..., επί της οδού ... και περιγράφεται αναλυτικότερα κατά θέση και όρια στην υπ' αριθμόν .../12.11.1987 Σύσταση Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Γονική Παροχή Οριζόντιας Ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών .... Η αντικειμενική αξία του εν λόγω διαμερίσματος, που συνιστά την κύρια κατοικία της, ανέρχεται στο ποσό των 77.858,55 ευρώ, σύμφωνα με την προσκομισθείσα δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2016 και το προσκομισθέν φύλλο Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου, η δε εμπορική του αξία εκτιμάται από το Δικαστήριο ως ισοϋψής με την αντικειμενική του αξία (77.858,55 ευρώ), λαμβανομένων υπ' όψιν των χαρακτηριστικών του ακινήτου, της θέσης του, της παλαιότητάς του και των πτωτικών τάσεων που επικρατούν στην αγορά ακινήτων την παρούσα χρονική περίοδο, λόγω της εν γένει οικονομικής ύφεσης, β) οικόπεδο ακάλυπτο επιφάνειας 71,00 τ.μ. ευρισκόμενο στο ... Ευρυτανίας, αντικειμενικής αξίας ανερχομένης στο ποσό των 6.793,28 ευρώ και γ) το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ όχημα εργοστασίου κατασκευής Toyota, τύπου Corolla, κυλινδρισμού 15985 κ.εκ., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2002, αξίας εκτιμωμένης στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (βλ. αγγελίες οχημάτων παρόμοιων χαρακτηριστικών σε www.automoto.gr). Έτερα περιουσιακά στοιχεία και πηγές εισοδήματος δεν προέκυψε ότι διαθέτει η αιτούσα πλην των ανωτέρω. Οι εν γένει μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται κατά κύριο λόγο οι δαπάνες για τη σίτιση, τη στέγαση (ηλεκτρισμός, ύδρευση και θέρμανση κατά το ποσοστό που της αναλογεί ως συγκατοίκου), τη συντήρηση της οικίας, τις μετακινήσεις της, την επικοινωνία της, τις φορολογικές υποχρεώσεις, την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη στον βαθμό που αυτή δεν καλύπτεται από το ταμείο της, εκτιμώνται στο ποσό των 600,00 ευρώ περίπου, λαμβανομένων υπ' όψιν της ηλικίας και των συνθηκών ζωής της.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, η αιτούσα ανέλαβε τα κάτωθι χρέη, που άπαντα με την κοινοποίηση της αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010, αφ' ης στιγμής αποδεικνύεται ότι ένα τουλάχιστον εξ αυτών είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά την υποβολή της κρινομένης: α) έναντι της πιστώτριας με την επωνυμία «...»: i) ένα χρέος απορρέον από την υπ' αριθμόν ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής 4.443,83 ευρώ (βλ. την από 21.03.2017 κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας), ii) ένα χρέος απορρέον από την υπ' αριθμόν ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής 83,08 ευρώ (βλ. την από 21.03.2017 κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας), iii) ένα χρέος απορρέον από την υπ' αριθμόν .../2008 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής 38.782,82 ευρώ (βλ. την από 21.03.2017 κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας) και iν) ένα χρέος απορρέον από την εξυπηρετούμενη από τον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό σύμβαση πιστωτικής κάρτας, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής 51,96 ευρώ (βλ. την από 21.03.2017 κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας), β) έναντι της πιστώτριας με την επωνυμία «...», ένα χρέος απορρέον από την υπ' αριθμόν .../2009 σύμβαση συνδυασμένου λογαριασμού μικρών επιχειρήσεων & επαγγελματιών "easy plan”, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής 15.248,42 ευρώ (βλ. την από 22.03.2017 κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας). Οι παραπάνω οφειλές της αιτούσας, συνολικού ύψους 58.610,11 ευρώ, υπολογίζονται στα παραπάνω ύψη με βάση τις προαναφερόμενες προσκομισθείσες βεβαιώσεις οφειλών, εφόσον οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες δεν ενημέρωσαν το Δικαστήριο σχετικά με το ύψος στο οποίο έχουν διαμορφωθεί οι απαιτήσεις τους βάσει των επιπλέον δεδουλευμένων τόκων μέχρι τον χρόνο κοινοποίησης της κρινομένης, ήτοι μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010, δεδομένου ότι αφορούν σε ανέγγυες πιστώσεις.

Επιπροσθέτως, η αιτούσα δημιούργησε οφειλές: α) μέχρι το έτος 2013, προς το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)», που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 21.028,14 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων και των τελών καθυστέρησης (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου .../29.03.2017 δημόσιο έγγραφο του ΕΦΚΑ με θέμα «Γνωστοποίηση Οφειλής» από το οποίο προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της οφειλής) και β) μέχρι το έτος 2015, προς τη Δ.Ο.Υ. ... Αθηνών ύψους 6.243,74 ευρώ, κατόπιν αφαίρεσης των αφορώντων σε πρόστιμα ποσών που κατ' άρθρο 1 παρ. 4 περ. γ΄ του Ν 3869/2010 εξαιρούνται της ένταξης στη ρύθμιση του νόμου (βλ. την προσκομισθείσα από 30.03.2017 Αναλυτική Κατάσταση Οφειλών βάσει αρ. 2 παρ. 4 Ν 3869/2010 της αιτούσας που της χορήγησε η Δ.Ο.Υ. ... Αθηνών, όσον αφορά στις λοιπές πέραν των προερχομένων από μη απόδοση Φ.Π.Α. οφειλές).

Η αιτούσα έπαυσε κατά μεγαλύτερο μέρος τους τις αφορώσες στα ανωτέρω πιστωτικά προϊόντα πληρωμές των καταβλητέων δόσεων πριν το κλείσιμο της επιχείρησής της. Κατόπιν ωστόσο και δη από το έτος 2015, αφού προέβη σε εξωδικαστικές ρυθμίσεις οφειλών της, ανταποκρινόταν στις καταβλητέες δόσεις τόσο με το αντίτιμο που έλαβε από την πώληση των αποθεμάτων της επιχείρησής της μετά το κλείσιμό της, όσο και με την οικονομική συνδρομή του πατρός της (του οποίου η σύνταξη ανερχόταν στο ποσό των 1.100,00 ευρώ σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε η αιτούσα). Μετά τον κατά την 1.02.2017 θάνατο του τελευταίου η αιτούσα περιήλθε σε διαρκή και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, αδυναμία που καταδεικνύεται από την αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της, αφού ληφθούν υπ' όψιν και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της κατά τα ανωτέρω. Η αδυναμία της αυτή, που υπήρχε κατά την κατάθεση της αίτησης και διατηρείται μέχρι τη συζήτησή της, δεν οφείλεται σε δόλο κατά τα αβασίμως υποστηριζόμενα από τους δεύτερη και τρίτο των καθ' ων, εφόσον κατά τα έτη ανάληψης των οφειλών της, το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας, συμπληρούμενο από την οικονομική συνεισφορά του συζύγου της (βλ. ενδεικτικά το δηλωθέν ατομικό ετήσιο εισόδημά του των 9.800,00 ευρώ για το έτος 2008) -η οποία συνεχίστηκε μέχρι το έτος 2010 δεδομένης της εν συνεχεία λαβούσας χώρα διάστασής τους- αλλά και από την οικονομική συνδρομή του πατρός της, επαρκούσε για την κάλυψη των απαιτούμενων δόσεων. Παράλληλα, η αιτούσα δεν αποδέχθηκε το ενδεχόμενο της αδυναμίας ανταπόκρισής της, καθώς δεν μπορούσε να προβλέψει τις μετέπειτα αρνητικές οικονομικές συγκυρίες και δη την απώλεια των ατομικών και εν γένει των προερχομένων από κάθε πηγή εισοδημάτων της (συμπεριλαμβανομένων της οικονομικής συνεισφοράς του συζύγου της και της οικονομικής συνδρομής του πατρός της). Στο σημείο αυτό, η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος τυγχάνει επίσης απορριπτέα, σε κάθε περίπτωση, ως νόμω αβάσιμη. Τούτο, διότι η ρύθμιση βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος, δεδομένου ότι στόχος των διατάξεων του Ν 3869/2010 είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει (βλ. ΜΠρΘεσ 402/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επιπροσθέτως, το προτεινόμενο από την αιτούσα σχέδιο διευθέτησης των χρεών της δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη εν γένει της αιτήσεως ως καταχρηστικά ασκουμένης, δεδομένου ότι οι καθ' ων έχουν κάθε δικαίωμα να αρνηθούν τούτο (το σχέδιο), επιπλέον δε το Δικαστήριο θα αποφασίσει με βάση της επιταγές του Ν 3869/2010, χωρίς να δεσμεύεται από το προτεινόμενο από κάθε οφειλέτη σχέδιο (βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., σελ. 97 επ.).

Επομένως, από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στις διατάξεις του Ν 3869/2010, καθόσον αυτή στερείται της πτωχευτικής ικανότητας και έχει ήδη περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, οι οποίες ούτε έχουν αναληφθεί εντός του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της αίτησης, ούτε περιλαμβάνονται στις εξαιρούμενα της ρύθμισης οφειλές, όπως ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν 3869/2010. Ειδικότερα, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010. Αντιθέτως, δεν κρίνεται σκόπιμη η ρευστοποίηση των ως άνω λοιπών πέραν της κύριας κατοικίας της περιουσιακών της στοιχείων και συγκεκριμένα του οχήματός της και του οικοπέδου της, καθώς δοθέντων των χαρακτηριστικών τους δεν θα προσελκυόταν αγοραστικό ενδιαφέρον και η εκποίησή τους στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν 3869/2010 θα απέβαινε απρόσφορη για την αποπληρωμή μέρους των ως άνω χρεών της. Πρέπει, λοιπόν, να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας, κατά πρώτο λόγο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010, με μηνιαίες καταβολές επί τριετία, η οποία, όμως, διάταξη θα συνδυαστεί με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του ιδίου νόμου για την προσωρινή ρύθμιση των οφειλών της με τον ορισμό μηδενικών μηνιαίων καταβολών, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της παρούσας μήνα. Πρέπει να οριστεί, συγχρόνως, νέα δικάσιμος η 2.11.2018, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης της αιτούσας και των εισοδημάτων της, θεωρώντας ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μέχρι τη νέα δικάσιμο είναι δυνατό να έχει επέλθει αξιόλογη βελτίωση αυτών, κατά κύριο λόγο, με την εύρεση εργασίας από μέρους της.

Περαιτέρω, με την από 15.06.2017 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη του Δικαστηρίου αυτού περιελήφθη διάταξη με την οποία ορίστηκαν προσωρινές μηνιαίες καταβολές μηδενικού ποσού, αρχόμενες από την 1.07.2017 (καθώς συνάγεται) και μέχρι την έκδοση οριστικής Απόφασης. Οι προσωρινές αυτές μηνιαίες καταβολές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 του Ν 3869/2010 πρέπει να συνυπολογιστούν τόσο ως προς τον χρόνο, όσο και ως προς το ποσό τους σε αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 4346/2015 (ΦΕΚ Α’ 152) και την κατ' εξουσιοδότηση αυτής υπ' αριθμόν 54/15.12.2015 (ΦΕΚ Β’ 2740/16.12.2015) απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ισχύει για τις αιτήσεις που κατατίθενται από 1η.01.2016, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας πρέπει να οριστούν πρόσθετες καταβολές μέχρι τη συμπλήρωση ποσού, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που θα λάμβαναν οι μετέχοντες πιστωτές της σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αιτούσα νομιμοποιείται στην υποβολή του σχετικού αιτήματος, καθώς πληροί άπασες τις νόμιμες προϋποθέσεις και ειδικότερα: α) υπάρχει ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της αιτούσας για το οποίο υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση, β) το ύψος του μηνιαίου διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος της αιτούσας δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής του προσαυξημένο κατά 70% (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010 που παραπέμπει στο άρθρο 5 παρ. 3 του αυτού νόμου ως προς τον καθορισμό των δαπανών διαβίωσης, σε συνδυασμό με την απόφαση ΤτΕ 54/15.12.2015), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της δεν υπερβαίνει το όριο προστασίας που θέτει ο νόμος (€180.000,00 για άγαμο, προσαυξημένο κατά €40.000,00 για έγγαμο οφειλέτη και κατά €20.000,00 ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα κατ' ανώτατο όριο) και δ) οι πιστωτές στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 338 του ΚΠολΔ δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν, όπως όφειλαν, ότι η αιτούσα δεν ήταν συνεργάσιμη δανειολήπτρια βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών. Κατά τα προαναφερόμενα, η εμπορική αξία της ανωτέρω κύριας κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται σε 77.858,55 ευρώ. Το ποσό του πλειστηριάσματος σε περίπτωση που η κύρια κατοικία της εκπλειστηριαζόταν (άρθρα 993 παρ. 2 εδ. γ' και 954 παρ. 2 εδ. γ’ του ΚΠολΔ), αφαιρουμένου του ποσού απομείωσης λόγω της αναγκαστικής εκποίησης σε πλειστηριασμό και των εξόδων (αμοιβή και έξοδα δικαστικού επιμελητή και αμοιβή υπάλληλου του πλειστηριασμού) που συνδέονται με αυτόν, εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο ποσό των 70.000,00 ευρώ. Επομένως, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, πρέπει η αιτούσα να καταβάλει το ποσό των 70.000,00 ευρώ. Από το ποσό αυτό θα ικανοποιηθούν οι καθ' ων, εκάστης μηνιαίας δόσης παραλλήλως διανεμομένης μεταξύ απάντων των πιστωτών κατά τα ποσοστά που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 974 επ. του ΚΠολΔ. Η αποπληρωμή του εν λόγω ποσού (70.000,00) θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τον νόμο, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού πρέπει, λαμβανομένων υπ' όψιν του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, της διάρκειας των δανείων της και της οικονομικής της δυνατότητας, να οριστεί σε είκοσι έτη (240 δόσεις). Οι εν λόγω μηνιαίες καταβολές ποσού 291,66 ευρώ, θα ξεκινήσουν την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά τη λήξη των στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010 καταβολών, καθώς κρίνεται ότι πρέπει να χορηγηθεί στην αιτούσα περίοδος χάριτος ώστε να μην επιβαρυνθεί με δύο μηνιαίες δόσεις κινδυνεύοντας να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της, της εν λόγω χορήγησης μη προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τον Ν 4336/2015, ούτε όμως και απαγορευομένης αφού η διάταξη αυτή δεν ορίζει χρόνο έναρξης των καταβολών είτε άμεσα, όπως παραδείγματος χάριν με την έκδοση της Απόφασης, είτε εμμέσως με την απαγόρευση της δικαστικής αναστολής της όπως γίνεται μέσω της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 6 στη ρύθμιση του άρθρου αυτού (βλ. ΕιρΠατρ 350/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συνακολούθως απάντων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, εξαιρουμένης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της και μη διατασσομένης ως απρόσφορης της εκποίησης των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της. Η απαλλαγή της αιτούσας από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των ρυθμιζομένων με την παρούσα οφειλών της έναντι των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών της θα επέλθει κατά νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν 3869/2010), υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεών της. Παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της διαδίκου που δικάστηκε ερήμην δεν ορίζεται, διότι δυνατότητα άσκησης τέτοιας ανακοπής δεν παρέχεται από τον νόμο (άρθρο 14 του Ν 3869/2010). Τέλος, δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται όσον αφορά στο οριστικό τμήμα της παρούσας κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 4 του Ν 3869/2010, όσον δε αφορά στο μη οριστικό κατ' άρθρο 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ.