ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 443/2018

 

Δικαστής : Μ. Χρισιάρα, Πάρεδρος

Δικηγόροι : Γ. Σπανού - Κ. Εμμανουήλ, Ν. Διακογιάννης

 

II. Η διαιτησία, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιωτικών διαφορών και επιλογή των διαιτητών, συν­θέτει μία ιδιαίτερη μορφή στον χώρο της απονομής του δικαίου για την απονομή έννομης προστασίας, η οποία παρέχεται κατά την ελεύθερη επιλογή των δια­δίκων από τρίτα πρόσωπα της απόλυτης επιλογής τους. Γι αυτό, ως διαιτησία μπορεί να χαρακτηρισθεί η με συμφωνία των μερών δεσμευτική επίλυση ορι­σμένης ιδιωτικής διαφοράς, από πρόσωπα που επι­λέγονται από τους διαδίκους αντί των τακτικών πολι­τικών δικαστηρίων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 867 Κ.Πολ.Δ., διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπα­χθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς (ΔιαιτητΔικΒερ 1/2004, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με τη συμφωνία της διαιτητι­κής πραγματογνωμοσύνης, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 678 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., οι συμβαλλόμενοι αναθέτουν σε τρίτο πρόσωπο τη -βάσει των ειδικών του γνώσεων- εξακρίβωση ορισμένων αμφισβητουμένων πραγματι­κών περιστατικών, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή τέχνης [ΑΠ 631/2012, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Αθ. 9420/2005, ΝοΒ 54(2006). 1086-1087- ΔιαιτητΔικΒερ 1/2004, ΝΟΜΟΣ], Η εν λόγω συμφωνία για τη διεξαγωγή της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης αποτελεί επιτρεπτή δικονομική σύμβαση, η οποία μπορεί να περιληφθεί ως ρήτρα σε κύρια σύμβαση για μελλοντική αμφισβήτηση ουσιώ­δους πραγματικού γεγονότος, είτε να καταρτισθεί ενόψει υφιστάμενης αμφισβήτησης για τέτοιο γεγονός πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της δίκης. Το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, κατ αποκλεισμό κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, πρόκειται να αποτε­λέσει το πραγματικό υλικό της διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι το δικαστήριο, που θα επιληφθεί της υπόθεσης, θα θέσει ως βάση της δικαστικής του κρίσης την εκτίμηση των διαιτητών - πραγματογνωμόνων [ΑΠ 1334/2008, ΝΟΜΟΣ· Εφ.Αθ. 9420/2005, ΝοΒ 54(2006). 1086-1087- επίσης, Δωρής Φ., Δικαστικός έλεγχος διαι­τητικής πραγματογνωμοσύνης, ΝοΒ 46(1998). 1020].

Περαιτέρω, η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη δια­φέρει από τη διαιτησία κατά το ότι επί της τελευταίας συμφωνείται επίλυση υφισταμένης ή μέλλουσας να προκύψει ιδιωτικής διαφοράς και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος. Δηλαδή, ο διαιτητής πραγμα­τοποιεί κρίση όμοια με αυτήν του δικαστηρίου, υπά­γοντας τα πραγματικά γεγονότα σε κανόνες δικαίου, ενώ στη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη απλώς προσ­διορίζεται ορισμένο πραγματικό περιστατικό που είναι ουσιώδες για την έκβαση της επίδικης έννομης σχέσης [ΑΠ 631/2012, ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1334/2008, ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 9420/2005, ΝοΒ 54(2006). 1086-1087], Ο χαρακτηρι­σμός ορισμένης συμφωνίας ως διαιτησίας ή ως διαιτη­τικής πραγματογνωμοσύνης εξαρτάται από το είδος του δυνατού ελέγχου της κρίσης του τρίτου και καθορίζεται από το περιεχόμενο της σύμβασης, ανεξάρτητα από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν (ΑΠ 1271/1995, ΝΟΜΟΣ Εφ.Θεσ. 2864/1991, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Θεσ. 657/1990, ΝΟΜΟΣ· Εφ.Αθ. 4012/1984, ΝΟΜΟΣ ΠΠρΑΘ 722/2011, ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, οι παραπάνω περιπτώσεις διακρίνονται από αυτήν του άρθρου 371 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το Δικαστήριο. Η εφαρμογή δηλαδή των διατάξεων του άρθρου 371 ΑΚ προϋπο­θέτει αοριστία της παροχής. Αοριστία παροχής υφί­σταται όταν, μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιε­χόμενο της παροχής ενός των συμβαλλομένων ή και των δύο δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση σε έκταση, χρόνο ή προς άλλο στοιχείο αυτής και ο προσ­διορισμός της συμφωνήθηκε να γίνει μεταγενέστερα από τον έναν από τους συμβαλλομένους ή από τρίτο [Γεωργιάδης Απ. (Ζερβογιάννη), ΣΕΑΚ I, 2010, άρθρ. 371 αρ. 6-7], Συνεπώς, ο προσδιορισμός της παροχής κατ άρθρο 371 ΑΚ διαφέρει ουσιωδώς από τη διαιτη­σία, όπου ο χαρακτήρας της είναι διαγνωστικός, καθώς αντικείμενο της αποτελεί η επίλυση ιδιωτικής διαφοράς [Γεωργιάδης Απ. (Ζερβογιάννη), ΣΕΑΚ I, 2010, άρθρ. 371 αρ. 14], Οι διατάξεις του άρθρου αυτού καθιερώ­νουν ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο αν δεν μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά από τη σύμβαση με ποιον τρόπο θα γίνει ο προσδιορισμός της παρο­χής από τον συμβαλλόμενο ή τρίτο, τότε, «σε περί­πτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση». Οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή, είναι ελεύθεροι να καθορίσουν όπως αυτοί θέλουν τον τρόπο άρσης της αοριστίας της παροχής. Αν δεν καθορίσουν με ποιον τρόπο θα προσδιορισθεί η παροχή, τότε ο νόμος έρχεται να καλύψει αυτό το κενό στη σύμβαση με τον ίδιο τρόπο που θα έπρεπε να το πράξει ο ερμηνευτής, προβαίνοντας σε συμπληρω­ματική ερμηνεία της σύμβασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΠΠρΘεσ 4057/2007, ΝΟΜΟΣ). Αυτό στο οποίο ομοιάζουν οι διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ με την περίπτωση της διαιτητικής πραγμα­τογνωμοσύνης, είναι ότι οι διαιτητές πραγματογνώ­μονες ως τρίτοι προσδιορίζουν εμμέσως την παροχή κατά τρόπο αποφασιστικό. Επομένως και στην περί­πτωση αυτήν η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να ενερ­γηθεί υπό όρους πρόσφορους κατά τους κανόνες της τέχνης ή της επιστήμης, που εξασφαλίζουν την ορθό­τητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα, διότι στην αντίθετη περίπτωση δεν αποτελεί αυτή «δίκαιη κρίση», στην οποία, αν δεν προκύπτει κάτι διαφορε­τικό, είναι αυτονόητο ότι αποβλέπουν τα μέρη (ΑΠ 1334/2008, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Αθ. 9420/2005, ΝοΒ 54(2006). 1086-1087).

III. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 906 Κ.Πολ.Δ., οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις κηρύσ­σονται εκτελεστές σύμφωνα με το άρθρο 905 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903 Κ.Πολ.Δ.. Κατά δε το άρθρο 905 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις μπο­ρεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασι­σμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύ­ξει εκτελεστό απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πρω­τεύουσας του Κράτους. Με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 4220/1961, με το οποίο κυρώθηκε η από 10.6.1958 σύμβαση της Ν. Υόρκης, που αφορά στην αναγνώ­ριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και έχει από 14.10.1962 ισχύ νόμου, αφενός έπαυσε από την ημεροχρονολογία αυτή να ισχύει η Σύμβαση της Γενεύης (ν. 5030/1931) για την Ελλάδα, αφετέρου υπερέχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος των άρθρων 903, 905 και 906 Κ.Πολ.Δ. (ΟλομΑΠ 8/1997, ΝΟΜΟΣ). Στο πεδίο ισχύος της εν λόγω Σύμβασης εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 2, διαιτητικές απο­φάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί σε χώρα που επίσης έχει κυρώσει τη Σύμβαση (όρος της αμοιβαιότητας) και εφόσον πρόκειται περί εμπορικής διαφοράς (όρος εμπορικότητας) (ΑΠ 65/1997, ΕλλΔνη 39. 101, Εφ.Θεσ. 1157/2008, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, αναφορικά με την ερμηνεία του τελευταίου αυτού όρου (εμπορικότη­τας), επισημαίνεται, ότι αυτός πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα, ευρέως και υπό το φως του σκοπού της Σύμβασης, ο οποίος είναι η διευκόλυνση της αναγνώ­ρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών απο­φάσεων, της ελεύθερης κυκλοφορίας αυτών (αρχή της προκατάληψης υπέρ της εκτέλεσης) και της εξασφά­λισης της ομοιόμορφης εφαρμογής της Συνθήκης από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη (αρχή της προβλεψιμότητας) [Οδηγός του International Council for Commercial Arbitration (ICCA) για την ερμηνεία της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 με τη βοήθεια του Διαρκούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, Χάγη, 2014, δημοσιευμέ­νος στην ιστοσελίδα του ICCA, <www.arbitration-icca. org>, Gary Β. Born, International Commercial Arbitration, 2nd edition, Kluwer Law International, 2014, Chapter 26: Recognition and Enforcement of International Arbitral Awards, p. 3412, Δ. Κούρτης, Σχολιασμός του άρθρου VII της Σύμβασης της Νέας Υόρκης περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, Δικογραφία 2013. 429 επ],

Βάσει των ανωτέρω, ο παραπάνω όρος (πρέπει να) ερμηνεύεται ευρέως από τα εθνικά δικαστήρια, ούτως ώστε στο εννοιολογικό του φάσμα να συμπερι­ληφθούν και διαφορές οι οποίες θα χαρακτηρίζονταν εμμέσως και όχι άμεσα ως εμπορικές. Έτσι, ως εμπο­ρικές δύνανται να χαρακτηριστούν και διαφορές ως προς τη διαχείριση και διανομή εταιρικών στοιχείων και εσόδων, καθώς επίσης και ως προς τον προσδιο­ρισμό μερίδων, ακόμη και αν αυτές αποτελούν στοι­χεία κληρονομιαίας περιουσίας, προκρινόμενης συνε­πώς της μετοχικής έναντι της ιδιότητας του κληρονόμου [βλ. United Nations Commission of International Trade Law (UNCITRAL), Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York 1958), ed. 2016, σ. 34, αρ. 86 με τις εκεί αναφερόμενες περιπτώσεις- Μ. Pryles, Reservations Available to Member States: The reciprocal and commercial reservations, in Enforcement of arbitration agree­ments and international arbitral awards: The New York Convention in practice, σ. 161, 178-179 (Ε. Gaillard, D. Di Pietro ed. 2008)].

IV. Κατά το άρθρο 1 της προαναφερόμενης Σύμβασης της Ν. Υόρκης, ως αλλοδαπές διαιτητι­κές αποφάσεις λογίζονται οι αλλοδαπές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν στο έδαφος κράτους διάφορου από εκείνο στο οποίο ζητείται η αναγνώριση, καθώς και εκείνες οι οποίες δεν θεωρούνται ως ημεδαπές στο κράτος όπου ζητείται η αναγνώριση. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 της ως άνω Σύμβασης, κάθε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζει τη συμφωνία με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να υποβάλλουν σε διαι­τησία όλες ή ορισμένες διαφορές, οι οποίες ανεφύησαν ή θα μπορούσαν να αναφυούν μεταξύ τους, ανα­φορικά με τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, συμβατική ή εξωσυμβατική, η οποία αναφέρεται σε θέμα, επι­δεκτικό ρύθμισης με διαιτησία. Ως «έγγραφη συμφω­νία», σύμφωνα με τα παραπάνω, νοείται η διαιτητική ρήτρα η οποία περιλαμβάνεται σε σύμβαση ή συνυ­ποσχετικό που υπογράφηκαν από τα μέρη, ή περιέχε­ται σε ανταλλαγή επιστολών ή τηλεγραφημάτων. Στο άρθρο 3 της σύμβασης ορίζεται ότι κάθε συμβαλλό­μενο κράτος θα αναγνωρίζει το κύρος της διαιτητικής απόφασης και θα επιτρέπει την εκτέλεση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι ακολουθούνται στο έδαφος όπου γίνεται η επίκληση της απόφασης και με τις προϋποθέσεις που αναγράφονται στα επό­μενα άρθρα. Συνεπώς, ως προς τη διαδικασία κήρυξης της απόφασης ως εκτελεστής εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, ενώ ως προς τις προϋποθέσεις κήρυξης εκτελεστότητας και ανα­γνώρισης δεδικασμένου ισχύουν οι κανόνες που θέτει η παραπάνω Σύμβαση, οι οποίοι αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

V. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 της Σύμβασης, η κήρυξη της εκτελεστότητας των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων γίνεται αυτοδι­καίως, εφόσον κατά το άρθρο 4 αυτής το ενδιαφε­ρόμενο μέρος προσκομίζει ταυτόχρονα με την αίτηση το πρωτότυπο ή αντίγραφο της απόφασης, που έχει τις απαιτούμενες για την αυθεντικότητά του προϋποθέσεις, και της διαιτητικής συμφωνίας κατά τους όρους του πρωτοτύπου της απόφασης, μαζί με επι­κυρωμένη μετάφραση στη γλώσσα υποδοχής. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 της Σύμβασης, «Αι διατάξεις της παρούσης συμβάσεως δεν θίγουν την ισχύν των πολυμερών ή διμερών συμφωνιών των συναφθεισών υπό των συμβαλλομένων Κρατών, των αφορωσών την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν διαιτητι­κών αποφάσεων και δεν στερούν ουδέν ενδιαφερόμενον μέρος του δικαιώματος το οποίον θα ηδύνατο να έχη όπως ποιήσηται χρήσιν διαιτητικής αποφά­σεως κατά τον τρόπον και καθ ο μέτρον τούτο γίνε­ται δεκτόν υπό της νομοθεσίας ή υπό των συμβά­σεων της χώρας όπου γίνεται επίκλησις της αποφά­σεως». Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2893/1954 (ΦΕΚ Α 149/10.7.1954) «Περί κυρώ­σεως την εν Αθήναις υπογραφείσης τη 3η Αυγούστου 1951, Συνθήκης Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας μεταξύ Ελλάδος και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής», «...Διαιτητικοί αποφάσεις δεόντως εκδοθείσαι κατ εφαρμογήν τοιούτων συμβολαίων, οριστικαί και εκτε­λεστοί συμφώνως προς τους νόμους του τόπου εν ω εξεδόθησαν, θα θεωρούνται ως πληρούσαι τους όρους της εκτελέσεως κατά την ενώπιον των αρμοδίων δικα­στηρίων εκατέρου των δύο Μερών διαδικασίαν περί τύπου εκτελέσεως και θα κηρύσσωνται εκτελεστοί παρά των τοιούτων δικαστηρίων, εκτός εάν ήθελε κριθή ότι αντίκεινται εις την δημοσίαν τάξιν». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση που έχει υπογραφεί σύμβαση μεταξύ δύο κρατών, αυτή εξακολουθεί να ισχύει, υπό τον όρο όμως πως οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται από τη διμερή σύμβαση για την αναγνώριση και κήρυξη της εκτελεστότητας είναι ευνοϊκότερες για τον αιτούντα έναντι της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Συνεπώς, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ διμερούς συνθήκης και της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958, υπο­χωρούν οι αρχές της ειδικότητας (lex specialis) και της προγενέστερης ρύθμισης (lex posterior) και υπερισχύει η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης (more-favourable- right provision), πάντα προς εξυπηρέτηση του σκοπού της ελεύθερης κυκλοφορίας των διαιτητικών αποφά­σεων και διευκόλυνσης της αναγνώρισης και εκτέλεσής τους [Οδηγός του International Council for Commercial Arbitration (lCCA) για την ερμηνεία της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 με τη βοήθεια του Διαρκούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, Χάγη, 2014, δημοσιευμένος στην ιστοσελίδα του ICCA, <www.arbitration-icca.or>, United Nations Commision of International Trade Law (UNCITRAL), Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards (New York 1958), ed. 2016, αρ. 16]. To δικαστή­ριο μπορεί να εφαρμόσει τους ευνοϊκότερους κανόνες είτε μετά από επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο στήριξε την αίτησή του στις εν λόγω ρυθμίσεις, είτε και αυτεπαγγέλτως σε περίπτωση που το ενδια­φερόμενο μέρος δεν επικαλέστηκε κανέναν κανόνα δικαίου (Βερβενιώτης Γ., Διεθνής Εμπορική Διαιτησία, άρθρο 7 A I.).

VI. (...) Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι η δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου που καλείται, με απόφασή του, να κηρύξει εκτελεστή στον τόπο του αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε στο έδα­φος άλλου κράτους, το οποίο έχει προσχωρήσει στη σύμβαση της Ν. Υόρκης, περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της σύμβασης. Το μέρος που επιδιώκει την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη διαιτητικής απόφασης και συμφωνία διαιτησίας που να ανταποκρίνονται στους όρους των άρθρων 1 και 2. Τα στοιχεία αυτά του άρθρου 4 της Σύμβασης πρέπει να αποτελούν και στοιχεία του δικογράφου της αίτησης, η μη επίκλησή τους, δε, συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης. Άλλα στοιχεία κατά τη Σύμβαση δεν απαιτούνται, για το παραδεκτό της αίτησης. Ειδικότερα, δεν απαιτείται να μνημονεύονται στην αίτηση οι όροι παραπομπής της διαφοράς στη διαιτησία, το περιε­χόμενο της αίτησης προς το διαιτητικό δικαστήριο, η κατά τόπον αρμοδιότητα, ο τίτλος και η έδρα αυτού, οι αιτιολογίες της διαιτητικής απόφασης, τα στοιχεία της σύμβασης που παραπέμφθηκε στη διαιτησία, η εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσης της [ΑΠ 460/1990, ΕλλΔνη 32(1991). 535 Εφ.Αθ. 29/2010, ΝΟΜΟΣ, Βερβενιώτης Γ., Διεθνής Εμπορική Διαιτησία I]. Όμως, εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επί­κληση της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης μπορεί να προτείνει και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη σύμβαση αυτήν αρνητικές προϋ­ποθέσεις του άρθρου 5 αυτής, προκειμένου να επιτύ­χει την απόρριψη της αίτησης, τις οποίες το δικαστή­ριο αυτεπάγγελτα δεν μπορεί να λάβει υπ όψιν, ενώ ερευνά αυτεπάγγελτα αν το αντικείμενο της διαφοράς είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία κατά το δίκαιο που αυτό δικάζει, ή αν η εκτέλεση της απόφασης κρί­νεται αντίθετη προς τη δημόσια τάξη της χώρας στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση. Στις προϋποθέσεις κήρυξης εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης δεν περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της νομι­κής της ορθότητας και ειδικότερα αν εφαρμόστηκε το ουσιαστικό δίκαιο που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ή κατά συμβατικό όρο, αφού το ελληνικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, προβαίνοντας σε αναδίκαση και νέα ουσιαστική διάγνωσή της, σε τρο­ποποιήσεις, μεταβολές, προσθήκες ή αφαιρέσεις ως προς όσα διατάσσονται με την αλλοδαπή απόφαση (ΟλομΑΠ 899/1985, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1657/2014, ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 65/1997, ΝΟΜΟΣ). Αν η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση είναι εσφαλμένη κατ ουσία, ο διάδικος που ηττή­θηκε μπορεί να ασκήσει εναντίον της τα προβλεπόμενα από το αλλοδαπό δίκαιο ένδικα μέσα ή προσφυγή (ΑΠ 1657/2014, ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1066/2007, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Αθ. 29/2010, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Πειρ. 738/2010, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τη με γενικό αριθμό κατάθεσης ... και ειδικό αριθμό κατάθε­σης δικογράφου .... αίτηση της, η οποία συζη­τήθηκε κατά τη δικάσιμο της 24.11.2014, κατόπιν δε αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 229/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, προκειμένου να κληθεί ο καθ ου η αίτηση. Στη συνέχεια, η αιτούσα κατέθεσε τη με γενικό αριθμό κατάθεσης .... και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου .... κλήση της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 3.4.2015 και γράφηκε στο πινάκιο. (...) Η αιτούσα με την υπό κρίση αίτησή της ζητεί να αναγνωρισθεί ότι έχει ισχύ και αποτελεί δεδικασμένο και στην ελληνική επικράτεια, καθώς επίσης να κηρυχθεί εκτελεστή, η με ημερομηνία 19.3.2014 απόφαση του Διεθνούς Κέντρου Επίλυσης Διαφορών της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας (...), για τους λόγους που αυτή λεπτομερώς αναφέρει στην αίτησή της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως καθ ύλη και κατά τόπο (906, 905 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 905 παρ. 1, 740επ Κ.Πολ.Δ.), και είναι νόμιμη, πλην του αιτήματος περί κήρυξης εκτελεστότητας της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης καθώς αυτή, πλην της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα η οποία είναι καταψηφιστική και δύναται να κηρυχθεί εκτελεστή ως προς αυτήν (Εφ.Θεσ. 1157/2008, ΝΟΜΟΣ), κατά τα λοιπά περιέχει μόνο αναγνωριστικές διατάξεις και συνεπώς μόνο η ανα­γνώριση της ισχύος της δύναται να ζητηθεί, ενόψει της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, καθόσον ο καθ ου η αίτηση αμφισβητεί την ισχύ της (Εφ.Θεσ. 1112/1996, Αρμ 1998. 98. Εφ.Αθ. 1111/1989, ΝοΒ 38. 662. Εφ.Αθ. 6814/1993, ΝοΒ 32. 92). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 παρ. 1, 5, 7 παρ. 1 της από 10.6.1958 Σύμβασης της Νέας Υόρκης «περί αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων» (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4220/1961), καθώς επίσης σε εκείνες των άρθρων 179 και 746 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, η αίτηση κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι και προσκομίζουν (εκ των οποίων όσα συντάχθηκαν σε ξένη γλώσσα προσκομίζονται νομίμως μεταφρασμένα), στα οποία περιλαμβάνονται και οι γνωμοδοτήσεις της καθηγήτριας Νομικής Χ. Α. και του δικηγόρου της Νέας Υόρκης Α. Ε. Υ., οι οποίες εκτι­μώνται ελεύθερα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγ­ματικά περιστατικά: Οι διάδικοι, μετά τον θάνατο του αδελφού τους Δ.Μ. την 8.4.1995, ως εξ αδιαθέτου κλη­ρονόμοι του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθέ­νας τους έγιναν συγκύριοι και μέτοχοι πολλών αλλοδα­πών εταιριών του κληρονομούμενου με έδρα τις ΗΠΑ (P., D. και των θυγατρικών εταιριών του Τέξας). Με το με ημερομηνία 13.3.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνέταξαν οι διάδικοι («Συμφωνία των ΗΠΑ») συμφώ­νησαν να διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος από την αιτούσα σε όλες τις παραπάνω αναφερόμενες αμερι­κανικές εταιρίες από την επόμενη της ημέρας θανά­του του κληρονομουμένου (9.4.1995), όπου ο καθ ου η αίτηση ανέλαβε τη διοίκηση και τον έλεγχο τους ως προσωρινός διαχειριστής μετά από συμφωνία των διαδίκων μεταξύ τους, μέχρι και την ημερομηνία υπο­γραφής της «Συμφωνίας των ΗΠΑ» (13.3.2002), ώστε να διασφαλιστεί ότι τα έσοδα των εταιριών καθ όλο το χρονικό διάστημα που τη διοίκηση είχε ο καθ ου η αίτηση είχαν μοιραστεί κατ ισομοιρία μεταξύ των διαδίκων και να εξακριβωθεί αν τυχόν οποιοσδήποτε από τους διαδίκους είχε λάβει δυσανάλογο μερίδιο, ή μεγαλύτερα ποσά ως υπερβάλλον όφελος. Με τον με αριθμό 10 όρο του συμφωνητικού αυτού, οι διάδικοι συμφώνησαν σε περίπτωση μη δυνατότητας διενέρ­γειας και ολοκλήρωσης του ελέγχου από την αιτούσα, των εταιριών που διοικούσε ο καθ ου ως προσωρι­νός διαχειριστής, να υποβάλουν τη διαφορά τους στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας στις ΗΠΑ. Η παραπάνω διαφορά και σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο είναι επι­δεκτική υποβολής σε διαιτησία, ζήτημα το οποίο εξε­τάζεται αυτεπαγγέλτως, καθώς συνιστά περιουσια­κού δικαίου διαφορά την οποία οι διάδικοι μπορούν να διαθέσουν ελεύθερα, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 867 Κ.Πολ.Δ.. Στη συνέχεια, η αιτούσα, και λόγω των συνεχών διενέξεων με τον καθ ου η αίτηση, προσέφυγε στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, η οποία (...) εξέδωσε τη με ημερομηνία 19.3.2014 από­φαση, (...) δεχόμενη εν μέρει την απαίτηση της αιτού­σας και αναγνωρίζοντας ότι ο καθ ου η αίτηση της οφείλει το ποσό των δέκα εκατομμυρίων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων, πεντακοσίων δώδεκα δολα­ρίων και πενήντα τεσσάρων σεντς (10.488.512,54 $ US), το οποίο έλαβε ως υπερβάλλον όφελος καθ όλη τη διάρκεια που αυτός ασκούσε προσωρινά τη διαχεί­ριση των παραπάνω εταιριών. Περαιτέρω, η απόφαση απέρριψε όλες τις λοιπές ανταπαιτήσεις του καθ ου η αίτηση και τον διέταξε να καταβάλει στην αιτούσα - εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της από­φασης στους διαδίκους- τα δικαστικά της έξοδα, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των εκατόν είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων πέντε δολαρίων και σαράντα δύο σεντς (127.505,42 $ US). Ο καθ ου η αίτηση ισχυ­ρίζεται ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν συνι­στά απόφαση, αμφισβητώντας έτσι την ίδια τη νομική της φύση, διότι τα διαιτητικά όργανα δεν εξέφρασαν δικαιοδοτική κρίση και δεν επίλυσαν οριστικά μία ιδιωτι­κού δικαίου διαφορά, αλλά προσδιόρισαν μόνο στοιχεία της σύμβασης που τα μέρη παρέλειψαν να προσδιο­ρίσουν, οπότε λειτούργησαν ως διαιτητές πραγματο­γνώμονες, επικουρικά δε ως τρίτοι, οι οποίοι προέβηκαν σε προσδιορισμό παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 371 ΑΚ (βλ. γνωμοδοτήσεις της καθηγήτριας Νομικής, Χ. Α., και του δικηγόρου Ν. Υόρκης, Α. Υ., που προσκο­μίζει ο καθ ου η αίτηση).

Εν προκειμένω, η αιτούσα προσέφυγε στο Διεθνές Κέντρο της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας, σύμ­φωνα με τη διαιτητική ρήτρα, το οποίο επιλήφθηκε της διαφοράς. Από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι ενώπιον του διαιτητικού οργάνου υπέβαλαν εκατέρωθεν αιτήματα, προέβαλαν ισχυρισμούς, αντέκρουσαν τους ισχυρι­σμούς του αντιδίκου τους και προσκόμισαν τα απο­δεικτικά τους μέσα (...). Ακόμη, στην εν λόγω από­φαση αναλύονται λεπτομερώς οι αξιώσεις της αιτού­σας έναντι του καθ ου η αίτηση αναφορικά με την διαχείριση που αυτός έκανε καθ όλο το διάστημα που διοικούσε τις εταιρίες, τα έσοδα που έλαβε από αυτές, όπως επίσης και την επικαλούμενη κατά την αιτούσα αθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας με την απόκρυψη μεγάλων χρηματικών ποσών και πόρων σε συμπαιγνία με διευθυντικό στέλεχος των εν λόγω εται­ριών και συνεργάτη του καθ ου η αίτηση, Σ. Κ.. Στη συνέχεια, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι εκτίθενται λεπτομερώς οι αμυντικοί ισχυρι­σμοί του καθ ου η αίτηση, καθώς επίσης και οι ανταπαιτήσεις που αυτός προέβαλε έναντι της αιτούσας. Επίσης, το Διαιτητικό Δικαστήριο κάνοντας νομικές σκέψεις, έκρινε το εφαρμοστέο δίκαιο και το νόμω βάσιμο διαφόρων αξιώσεων. Επίσης, στην ενδέκατη και δωδέκατη σελίδα της απόφασης, υπό στοιχ. Α και Β, αναφέρεται ότι: «Κατά συνέπεια, αυτή η αξίωση είναι πλήρως δεκτή. ...Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι όλο το ποσό που διατέθηκε στο ακίνητο C. ήταν κεφά­λαια ύψους $2.326.377,61 που έλαβε ο εναγόμενος, τα οποία ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί με την ενάγουσα» (...) Από όλα τα παραπάνω αναφερόμενα χωρία της διαιτητικής απόφασης αποδεικνύεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο επιλήφθηκε συνολικά της διαφοράς που ήχθη ενώπιον του και αφού εξέτασε όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των διαδί­κων, τα μέσα απόδειξης και άμυνάς τους (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, πραγματογνωμοσύνες κ.λπ.) αποφάνθηκε αρχικά αν ο καθ ου η αίτηση όντως κατά το χρονικό διάστημα που διοικούσε τις εται­ρίες απέδωσε στην αιτούσα το 50% των εσόδων που δικαιούταν απ αυτές και στη συνέχεια καθόρισε το ποσό αυτό. Έτσι, το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέφρασε δικαιοδοτική κρίση, κρίνοντας κάθε μία από τις αξιώ­σεις χωριστά, κάνοντάς τη δεκτή ή απορρίπτοντάς την και αποφάνθηκε επί του αιτήματος για κατα­βολή τόκων δικαστικών εξόδων, τα οποία και προσδιόρισε. Όλες οι παραπάνω ενέργειες των Διαιτητών προσιδιάζουν σε ενέργειες δικαιοδοτικού οργάνου και αποτυπώνονται σαφώς στο κείμενο της απόφα­σης, όπως αναλύεται ανωτέρω. Όμως, πέρα από το σώμα της απόφασης, το οποίο επισκοπήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, η κρίση του ότι πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης ενισχύεται και από το γεγο­νός πως ο καθ ου η αίτηση προσέφυγε ενώπιον του Αμερικανικού Περιφερειακού Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης (της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης), ζητώντας την ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής από­φασης, η δε αιτούσα άσκησε ανταίτηση αιτούμενη την επικύρωσή της και την καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το παραπάνω Περιφερειακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης απέρριψε την αίτηση του καθ ου και, κάνοντας δεκτή την ανταίτηση της αιτούσας, επικύ­ρωσε τη διαιτητική απόφαση. (...) Η άσκηση όμως ενδίκων μέσων και βοηθημάτων ενώπιον δικαστηρίου συνάδει μόνο με την προσβολή απόφασης δικαιοδο­τικού οργάνου και δεν νοείται τέτοια άσκηση κατά αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η διαιτητική πραγ­ματογνωμοσύνη, ή κατά πράξης προσδιορισμού μίας αόριστης παροχής από τρίτο. Σημειωτέον ότι οι προ­τάσεις που κατέθεσε ο καθ ου η αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 25.9.2014, μετά από άσκηση αγωγής της αιτού­σας εναντίον του, στις οποίες αυτός δέχεται ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση είναι απόφαση και όχι πραγματογνωμοσύνη και υπέβαλε αίτημα αναστο­λής κατ άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., λόγω της εκκρεμούσης το χρονικό διάστημα εκείνο υπόθεσης στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, τις οποίες (προτάσεις) προσκο­μίζει η αιτούσα, δεν είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, καθώς ο νομικός χαρακτηρισμός γίνε­ται από το Δικαστήριο και δεν αποτελεί αντικείμενο ομολογίας από τους διαδίκους (ΑΠ 325/2001, ΕλλΔνη 2001. 1286, Νίκας Ν. Πολιτική Δικονομία, II, 2005). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα παραπάνω, στο παρόν Δικαστήριο δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά διαιτητική απόφαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν λειτούργησε ως πραγ­ματογνώμονας, ούτε ως τρίτος ο οποίος καλείται να προσδιορίσει μία αόριστη παροχή σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. II. μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά ως δικαιοδοτικό όργανο, απορ­ριπτόμενων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του καθ ου η αίτηση.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις υπό στοιχ. III. - V. μείζονες σκέψεις της παρούσας, εν προ­κειμένω εφαρμόζεται η Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, καθώς πρόκειται περί αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, η διαφορά είναι εμπορική, η δε Σύμβαση είναι ευνοϊκότερη από τη Διμερή Σύμβαση Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας μεταξύ Ελλάδος και Η ΠΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 2893/1954, καθώς απαιτεί λιγό­τερες προϋποθέσεις για την αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης και η αιτούσα επέλεξε με την αίτησή της το ευνοϊκότερο καθεστώς της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 αυτής. Συνεπώς, η αιτούσα ορθά επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μόνο την έγγραφη διαιτητική συμφωνία και τη διαιτητική απόφαση σε πιστή μετά­φραση στην ελληνική, διότι το άρθρο 4 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958, σύμφωνα με τα διαλαμβα­νόμενα στην υπό στοιχ. V. μείζονα σκέψη της παρού­σας, δεν απαιτεί άλλες προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, ο καθ ου η αίτηση προβάλλει τα κωλύ­ματα του άρθρου 5(γ) της παραπάνω Σύμβασης, ισχυ­ριζόμενος ότι η διαιτητική ρήτρα δεν ήταν δεσμευτική και δεν έδινε στους διαιτητές την εξουσία να εκφέ­ρουν δικαιοδοτική κρίση, παρά μόνο να προσδιορί­σουν την παροχή ως πραγματογνώμονες ή ως τρίτοι, και επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί ότι η ρήτρα αυτή ήταν ρήτρα διαιτησίας, ότι οι διαιτητές με την απόφαση τους υπερέβησαν την εξουσία που τους έδινε αυτή. Ο με αριθμό 10 όρος του συμφωνητικού («Συμφωνία των ΗΠΑ» της 13.3.2002) ορίζει ότι: «Αν εντός εξήντα ημερών από την παράδοση της έκθεσης (εννοείται ελέγχου από την ελεγκτική εταιρία που θα προσλάμβανε η αιτούσα) οι Ε.Μ.Ζ. και Β.Μ., ή οι αντί­στοιχοι εκπρόσωποι τους δεν καταφέρουν να συμφω­νήσουν στο ποσό κατανομής της D., της κατανομής της P., των κατανομών των Texas και/ή την κατα­νομή μερών, ή εάν ο ελεγκτής, για οποιονδήποτε λόγο, που δεν αποδίδεται σε πράξη ή παράλειψη της ΕΜΖ, δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσει την τήρηση βιβλίων ή την έκθεση εντός ενός έτους από την ημερομηνία της Συμφωνίας του Λονδίνου, το ποσό της κατανομής της D., της κατανομής της P., των κατανομών των Τ. και/ή η κατανομή των μερών, όπως ισχύει, θα καθοριστεί μέσω διαιτησίας που θα πραγματοποιη­θεί από την Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, σύμφωνα με τους Κανόνες Εμπορικής Διαιτησίας (η «Διαιτησία») και η απόφαση επιδίκασης που θα ληφθεί από τους διαιτητές δύναται να κατατεθεί ενώπιον οποιουδή­ποτε δικαστηρίου έχοντος δικαιοδοσία επ αυτής. Ο τόπος της εν λόγω διαιτησίας θα είναι η πόλη της Νέας Υόρκης και η συνεδρίαση θα διεξαχθεί στην αγγλική γλώσσα». Εν προκειμένω, με τον παραπάνω όρο, οι διάδικοι συμφώνησαν σε περίπτωση αδυνα­μίας διενέργειας του ελέγχου αναφορικά με τη διαχεί­ριση και τα οικονομικά των εταιριών, των οποίων ο καθ ου η αίτηση διοικούσε καθ όλο το χρονικό διά­στημα από την 9.4.1995 μέχρι και την 13.3.2002, που υπογράφηκε η «Συμφωνία των ΗΠΑ», η οποία (αδυναμία) δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αιτούσας, να προσφύγουν στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας. Η προσφυγή στη διαιτησία σκοπό είχε την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και συγκεκριμένα τη διάγνωση της παραβίασης της υποχρέωσης του καθ ου η αίτηση, η οποία απέρρεε από τη μεταξύ των διαδίκων «Συμφωνία των ΗΠΑ», να κατανείμει ισο­μερώς και να αποδώσει στην αιτούσα το 50% των εσόδων των αμερικανικών εταιριών, για όλο το χρο­νικό διάστημα των ετών 1995-2002, κατά το οποίο αυτός ασκούσε τη διαχείριση, δηλαδή τη διάγνωση επί έννομης σχέσης και όχι απλώς επί πραγματικού γεγονότος. Με τον εν λόγω όρο γίνεται ρητά ανα­φορά σε απόφαση επιδίκασης από την Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, ενώ σαφώς καθορίζεται με τον παραπάνω όρο το εφαρμοστέο δίκαιο («...σύμφωνα με τους Κανόνες Εμπορικής Διαιτησίας...»), ο τόπος και η γλώσσα διεξαγωγής της διαιτησίας («...Ο τόπος της εν λόγω διαιτησίας θα είναι η πόλη της Νέας Υόρκης και η συνεδρίαση θα διεξαχθεί στην αγγλική γλώσσα...»). Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από τη συσχέτιση του ως άνω όρου με τον όρο με αριθμό 19 της παραπάνω «Συμφωνίας των ΗΠΑ», σύμφωνα με τον οποίο «Έκαστο συμβαλλόμενο στο παρόν μέρος συναινεί για τη δικαιοδοσία οιουδή­ποτε δικαστηρίου συνεδριάζοντος στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης επί αγωγής, αιτήσεως ή διαδικασίας που ανακύπτει από ή σχετίζεται με το παρόν συμφωνη­τικό (εκτός της περιπτώσεως που ο καθορισμός των Διανομών της D., της P., του Texas και του Μέρους πρέπει υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να υποβλη­θεί στη διαιτησία σύμφωνα με την Παράγραφο 10 ως άνω) και παραιτείται οιασδήποτε ενστάσεως περί της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Νέας Υόρκης, ως εχόντων κατά τόπον αρμοδιότητα για τοιαύτη αγωγή, αίτηση, ή διαδικασία». Από το περιεχόμενο αυτού του όρου, προκύπτει ότι το ζήτημα της επίλυσης της δια­φοράς μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την κατα­νομή των εσόδων από τη διαχείριση που έκανε ο καθ ου στις παραπάνω εταιρίες, έχει υπαχθεί με τον με αριθμό 10 όρο του ίδιου συμφωνητικού στην αρμοδιό­τητα των διαιτητικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας. Με τους παρα­πάνω όρους, τα μέρη ελεύθερα και από κοινού υπή­γαγαν τη διαφορά τους στη δικαιοδοσία του αλλοδα­πού Διαιτητικού Δικαστηρίου με έγγραφη συμφωνία, με την οποία σαφώς και ρητά απέκλεισαν τη δικαιο­δοσία των τακτικών δικαστηρίων της Νέας Υόρκης, των οποίων η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα διατηρή­θηκε για την περίπτωση άλλων διαφορών που τυχόν θα ανέκυπταν από το παραπάνω συμφωνητικό, η δε απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου είναι δεσμευ­τική για τους συμβαλλόμενους.

Συνεπώς, η εξουσία που χορηγήθηκε στο Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν δικαιοδοτική και όχι εξουσία διενέρ­γειας πραγματογνωμοσύνης, ή προσδιορισμού μίας αόριστης παροχής και η διαιτητική απόφαση αναφέρεται σαφώς σε διαφορά που προέκυψε από την εκτέλεση της «Συμφωνίας των ΗΠΑ» και όχι σε άλλη άσχετη με αυτήν διαφορά. Ο ισχυρισμός δε του καθ ου ότι η άρνηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου να διατάξει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον Θεματοφύλακα/Καταπιστευματοδόχο συνεπά­γεται ότι δεν είχε δικαιοδοτική εξουσία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ ουσία, διότι από τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι οι διαιτητές διέ­γνωσαν ότι τα ζητήματα που αφορούσαν τη νομική θέση και τις αρμοδιότητες του Θεματοφύλακα/ Καταπιστευματοδόχου, τον οποίο είχαν ορίσει τα μέρη ως δεκτικό καταβολής σύμφωνα με τον με αριθμό 11 όρο της «Συμφωνίας των ΗΠΑ», καθώς επί­σης και η ερμηνεία της επιστολής των οδηγιών που του είχαν δοθεί αποτελούσαν σημεία διένεξης μεταξύ των διαδίκων, για τα οποία τα μέρη είχαν ορίσει ως αρμόδια τα ελληνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, στην εικοστή σελίδα της απόφασης, στην υπό στοιχ. VIII. ενότητα, αναφέρεται ότι: «...Το καθήκον του συμβαλ­λόμενου - πληρωτή ισχύει είτε το ποσό της διανομής οριστικοποιηθεί με διαπραγμάτευση και συμφωνία, είτε με τη λογιστική διαδικασία, είτε με Διαιτησία...». Εξ άλλου, η εν λόγω απόφαση, πλην της διάταξης για την καταβολή των δικαστικών εξόδων, περιέχει μόνο αναγνωριστικές διατάξεις και όχι καταψηφιστικές. Ακόμη, ο καθ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του διότι αυτό που έπρεπε να προσδιορίσει ήταν η λογιστική αξία των εταιριών και παρ όλα αυτά το Δικαστήριο αποφάνθηκε για το υπερβάλλον όφελος που αυτός έλαβε κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στη διοίκηση της εταιρίας.

Απ όσα ήδη εκτέθηκαν παραπάνω (βλ. τον παρα­πάνω αναφερόμενο με αριθμό 10 όρο της «Συμφωνίας των ΗΠΑ»), καθίσταται σαφές ότι οι διάδικοι με τη διαιτητική ρήτρα αποφάσισαν ότι αν δεν καταφέ­ρουν να συμφωνήσουν στο ποσό κατανομής των εταιριών και/ή την κατανομή μερών, το εν λόγω όφε­λος που τυχόν έλαβε ο καθ ου η αίτηση θα καθορι­στεί μέσω διαιτησίας που θα πραγματοποιηθεί από την Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, σύμφωνα με τους Κανόνες Εμπορικής Διαιτησίας. Η Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας επιλήφθηκε για τη συνολική διάγνωση της διαφοράς των διαδίκων, σε περίπτωση διαφωνίας τους αναφορικά με το ποσό που όφειλε ο καθ ου η αίτηση να καταβάλει στην αιτούσα, λόγω αθέτησης της μεταξύ τους συμφωνίας να της καταβάλει το 50% των εσόδων των εν λόγω εταιριών και όχι για να κάνει έναν μαθηματικό-λογιστικό προσδιορισμό της αξίας των εταιριών. Ακόμη, ο ισχυρισμός του καθ ου ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι οι εν λόγω αλλοδαπές εταιρίες, ως νομικά πρό­σωπα δεν συμμετείχαν στη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του, δεν αφορά το παρόν Δικαστήριο, καθώς οι εν λόγω εταιρίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του καθ ου η αίτηση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν υπολόγισε κατά τον προσδιορισμό του υπερβάλλοντος οφέλους που αυτός έλαβε, τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για τις εν λόγω εταιρίες και ότι δεν έπρεπε να επιδικάσει τόκους, σε κάθε δε περίπτωση ο υπολογισμός είναι εσφαλ­μένος, διότι έπρεπε να υπολογιστούν για μικρότερο χρονικό διάστημα από αυτό για το οποίο υπολογί­σθηκαν, είναι ισχυρισμοί που αφορούν την ουσία της υπόθεσης, βάλλουν κατά της κρίσης του αλλοδαπού Διαιτητικού Δικαστηρίου και απαραδέκτως προβάλ­λονται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ. VI. μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν έχει δικαιοδοσία αναδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν (ΟλομΑΠ 899/1985, ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1657/2014, ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο καθ ου ήδη άσκησε τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα και βοηθή­ματα με αίτημα την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης για τους παραπάνω λόγους, το οποίο απέρριψε τις αιτιάσεις αυτές του καθ ου (βλ. στην τέταρτη σελίδα του υπομνήματος εντολής και γνώ­μης που συνοδεύει την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο καθ ου για να ζητήσει την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, στην οποία ορίζεται ότι: «...Ως εκ τούτου, ο Μ. δεν έχει ανταπεξέλθει στο βάρος που φέρει να αποδείξει ότι οι διαιτητές έκριναν εκτός του πεδίου εφαρμογής του συνυποσχετικού διαιτησίας ή ενήργησαν με πρόδηλη παράβλεψη αυτού του συνυποσχετικού...»), απορρίπτοντας καθολικά την αίτησή του και επικυρώνοντας τη διαιτητική απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί δεσμευτική για τα μέρη (ΑΠ 1066/2007, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Αθ. 29/2010, ΝΟΜΟΣ). Τέλος, ομοίως απορριπτέος, ως απαρα­δέκτως προβληθείς, είναι ο ισχυρισμός του καθ ου ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του επειδή εφάρμοσε εσφαλμένα το δίκαιο της Νέας Υόρκης, καθώς η ορθή ή μη εφαρμογή του αλλοδα­πού δικαίου από το Διαιτητικό Δικαστήριο και τα τυχόν νομικά σφάλματα στα οποία μπορεί να υπέ­πεσαν οι διαιτητές δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση κρίθηκαν από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης κατά την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που άσκησε ο καθ ου (ΑΠ 1066/2007, ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, με την αναγνώριση της προκείμενης αλλο­δαπής διαιτητικής απόφασης δεν προσβάλλεται η ελληνική δημόσια τάξη, δηλαδή οι κρατούσες στην ημεδαπή βασικές αρχές και κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αντιλήψεις που αποτελούν, τον κρα­τούντα στην Ελλάδα βιοτικό ρυθμό (ΟλομΑΠ 11/2009, ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η κήρυξή της ως εκτελεστής μόνο ως προς τη διάταξη που καταδικάζει τον καθ ου η αίτηση να καταβάλει στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα στα οποία αυτή υποβλήθηκε, τα οποία ανέρ­χονται στο ποσό των εκατόν είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων πέντε δολαρίων και σαράντα δύο σεντς (US $ 127.505,42) ομοίως δεν προσκρούσει στην ημε­δαπή δημόσια τάξη, καθώς το συνολικό αυτό ποσό των δικαστικών εξόδων που επιδίκασε η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, ύστερα από εκούσια υπαγωγή των διαδίκων στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, δεν είναι υπέρμετρο και δεν τελεί σε προφανή δυσανα­λογία προς το ύψος της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς [δεδομένου ότι οι απαιτήσεις της αιτούσας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου υπερέβαιναν το ποσό των σαράντα εννέα εκατομμυρίων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων σαράντα τριών δολαρίων και δύο σεντς (US $ 49.694.343,02)], ώστε η εκτέλεσή της στην Ελλάδα να είναι αντίθετη προς την ημεδαπή δημόσια τάξη. Σημειωτέον ότι ως προς την ένσταση εξόφλησης των δικαστικών εξόδων που προβάλλει ο καθ ου η αίτηση, αυτή αποτελεί λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και δεν αφορά την παρούσα δίκη, συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Εφ.Πειρ. 30/2012, ΝΟΜΟΣ- Εφ.Θεσ. 1157/2008, ΝΟΜΟΣ- Ανθιμος Απ., Αλλοδαπές δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, Αναγνώριση και κήρυξη εκτελεστότητας στην Ελλάδα, 2014).

Κατόπιν όλων των παραπάνω και αφού δεν υπάρχει λόγος που απορρέει από την προαναφερόμενη από­φαση, ο οποίος να αποκλείει την αναγνώριση του δεδι­κασμένου και την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνο ως προς την διάταξη επιβολής των δικαστικών εξόδων, η οποία είναι καταψηφιστική, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, σύμ­φωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διά­ταξη του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου.