ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 435/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ε. Σάρπ, Αικ. Σακελλαροπούλου, Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σ. Μαρκάτης, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σ. Βιτάλη, Β. Πλαπούτα, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ν. Μαρκόπουλος, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Πλαπούτα και Ο. Παπαδοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 20ής Δεκεμβρίου 2017 αίτηση:

της …., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Τσιρωνά (Α.Μ. ….), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Πρωθυπουργού, 2. Υπουργικού Συμβουλίου και 3. Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τη Βασιλική Πανταζή, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 15ης Ιανουαρίου 2018 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) το από 13.11.2017 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Γ΄ .../14.11.2017) και 2) η υπ’ αριθ. 22/10.11.2017 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ο. Ζύγουρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και την αντιπρόσωπο των καθ΄ ών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή λόγω κωλύματος του τακτικού μέλους της συνθέσεως -και ήδη Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας- Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, στην διάσκεψη μετέχει, ως τακτικό μέλος, κατά το άρθρο 26 του ν. 3719/2008 (φ. 241 τ. Α΄), η Σύμβουλος της Επικρατείας Βικτωρία Πλαπούτα, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως.

2. Επειδή με την κρινομένη αίτηση, για την οποία κατεβλήθη το κατά νόμον παράβολο (ειδικά δελτία υπ΄ αριθμ. …. έτους 2017), ζητείται η ακύρωση: α) του από 13-11-2017 πδ/τος (φ. ... τ. Γ΄/14-11-2017), με το οποίο η αιτούσα διορίσθηκε στην θέση Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και β) της ...-2017 αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία η αιτούσα επελέγη για την πλήρωση της ως άνω θέσεως (Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου).

3. Επειδή η ...-2017 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ως προπαρασκευαστική πράξη της οικείας διαδικασίας, που τελειούται με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, στερείται εκτελεστού χαρακτήρος και, συνεπώς, απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς με την κρινομένη αίτηση, η οποία, επομένως, πρέπει να θεωρηθή ότι ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά του ως άνω από 13-11-2007 προεδρικού διατάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1793/2011).

4. Επειδή η κρινομένη αίτηση, στρεφομένη κατά πράξεως, αφορώσης στην υπηρεσιακή της κατάσταση, ασκείται κατά τα λοιπά εν γένει παραδεκτώς και με έννομο συμφέρον από την αιτούσα, η οποία επικαλείται, μεταξύ άλλων, ηθική βλάβη από την προσβαλλομένη πράξη, με την οποία αυτή τοποθετείται σε θέση για την οποία προβλέπεται τετραετής θητεία, κάτι που, όπως προβάλλεται, συνεπάγεται την πρόωρη -πριν την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας της- αποχώρησή της από την υπηρεσία της ως δικαστού. Μειοψήφησαν η Αντιπρόεδρος Σ. Χρυσικοπούλου και ο Σύμβουλος Επικρατείας Γ. Ποταμιάς, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: η προσβαλλόμενη πράξη (προαγωγή στη θέση Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου) είναι ευνοϊκή για την αιτούσα και, συνεπώς, η αιτούσα δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλει. Και επικαλείται μεν η αιτούσα προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνεπάγεται δυσμενείς γι αυτήν οικονομικής και συνταξιοδοτικής φύσης συνέπειες λόγω της πρόωρης αποχώρησής της από την υπηρεσία σε ηλικία 61 ετών, η βλάβη όμως αυτή, πέραν του ότι είναι μελλοντική και αβέβαιη, δεν επέρχεται από την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά αποκλειστικώς από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος με τη θέσπιση της θητείας τεσσάρων ετών στις θέσεις των Προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, πρωτίστως διότι ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον.

5. Επειδή στο άρθρο 87 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος. 3. … ». Στο δε άρθρο 88 του Συντάγματος, όπως η παρ. 6 αυτού ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (φ. 85 τ. Α΄/18-04-2001), ορίζεται: «1. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι. 2. … 4. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνεται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93. 5. Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30ή Ιουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού. 6. Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των μετατασσομένων, όπως νόμος ορίζει. 7. …». Εξ άλλου στο άρθρο 90 του Συντάγματος, όπως οι παρ. 1-5 αυτού ισχύουν μετά την αναθεώρησή τους με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται: « 1. … 5. Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. … Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. … Η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει την θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. Ο τυχόν υπολειπόμενος μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας χρόνος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, όπως νόμος ορίζει. 6. Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.». Περαιτέρω, στο άρθρο 98 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. β. Ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει. γ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α΄ έλεγχο. δ. Η γνωμοδότηση για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις ή αναγνώριση υπηρεσίας για την παροχή δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 73, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που ορίζει ο νόμος. ε. Η σύνταξη και η υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους κατά το άρθρο 79 παράγραφος 7. στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων, καθώς και με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ΄. ζ. Η εκδίκαση υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. … 3. …».

6. Επειδή εξ άλλου, στα άρθρα 32Α-32Δ του Κώδικος Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄135), τα οποία προσετέθησαν με το άρθρο 112 παρ. 9 του ν. 4055/2012 (φ. 51 τ. Α΄) και ισχύουν από 12-03-2012 (βλ. άρθρο 28 παρ. 2 ν. 4058/2012 – φ. 63 τ. Α΄), ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 32 Α Ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία δρα ενιαία και αδιαίρετα. Άρθρο 32 Β Διάρθρωση της Γενικής Επιτροπείας. 1. Επικεφαλής της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως γενικός δημοσιονομικός εισαγγελέας είναι ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελείται από: α) τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, β) Τον Επίτροπο Επικρατείας, γ) Τρείς (3) Αντεπιτρόπους Επικρατείας, δ) Δύο (2) Παρέδρους, ε) Οκτώ (8) Εισηγητές. 3. … Άρθρο 32 Γ Αρμοδιότητες. 1. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας με την επιφύλαξη των διατάξεων του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου: Α. Ασκεί εποπτεία, με την έννοια ότι μπορεί να λαμβάνει γνώση, να παρακολουθεί την πορεία και να δίνει οδηγίες: α) στους Οικονομικούς Επιθεωρητές του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι οικονομικοί επιθεωρητές των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού, αναφορικά με υποθέσεις διαχείρισης δημοσίου χρήματος, β) στους Επιθεωρητές Δημόσιας Διοίκησης αναφορικά με υποθέσεις ελέγχου περιουσιακής κατάστασης δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών. Β. Ασκεί αιτήσεις, για τις οποίες καθιδρύεται δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καταλογισμού εις βάρος των υπαλλήλων εν γένει, που αναφέρονται στο άρθρο 14 του ν. 3213/2003 (Α΄309), όπως ισχύει, με χρηματικό ποσό ίσης αξίας με το περιουσιακό όφελος που απέκτησε ο ίδιος, η σύζυγος ή ανήλικο τέκνο του, εφόσον η απόκτηση του οφέλους αυτού δεν δικαιολογείται. Γ. Θέτει στο αρχείο αναφορές, αιτήσεις ή καταγγελίες για τις οποίες κρίνει ότι είναι απαράδεκτες ή νόμω ή ουσία αβάσιμες. 2. … 32 Δ Διεθνής συνεργασία. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας δύναται να συνεργάζεται με ευρωπαϊκές και διεθνείς υπηρεσίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς.». Ακολούθως, με τον ν. 4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο» (φ. 52 τ. Α΄) προεβλέφθησαν τα εξής: «Άρθρο 2 Οργανικές θέσεις 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από: α) τον Πρόεδρο β) οκτώ (8) Αντιπροέδρους γ) τριάντα (30) Συμβούλους δ) σαράντα τέσσερις (44) Παρέδρους και ε) σαράντα πέντε (45) Εισηγητές − δόκιμους Εισηγητές. 2. Στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπηρετούν επίσης ένας (1) Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, ένας (1) Επίτροπος της Επικρατείας με βαθμό Αντιπροέδρου Ελεγκτικού Συνεδρίου και τρεις (3) Αντεπίτροποι της Επικρατείας. Άρθρο 3 Δικαστικοί Σχηματισμοί Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διατάξεις του παρόντος ή από διατάγματα που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, ασκούνται από την Ολομέλεια, τα Τμήματα και τα Κλιμάκια. Άρθρο 4 … . Άρθρο 16 Καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, Επιτρόπου της Επικρατείας και Αντεπιτρόπων 1. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: α) παρίσταται στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων και διατυπώνει τη γνώμη του σε κάθε υπόθεση που συζητείται. Μπορεί επίσης να διατυπώνει τη γνώμη του για τις υποθέσεις που συζητούνται στα Κλιμάκια, β) ασκεί τα ένδικα μέσα των άρθρων 35 παρ. 5, 36 παρ. 5, 37 παρ. 1 και 9, 48, 80, 82, 83, 86, 88 και 89 και έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση όλων των αναγκαίων για το σκοπό αυτόν στοιχείων, γ) εισάγει στην Ολομέλεια ζητήματα για τα οποία ζητείται η συγκατάθεση, η γνώμη ή η απόφαση αυτής και ανακοινώνει το αποτέλεσμα στις αρμόδιες αρχές, δ) παρακολουθεί τις εργασίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρει γι’ αυτές στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ε) διαβιβάζει στις αρμόδιες υπηρεσίες ευχές ή γνώμες της Ολομέλειας, στ) εποπτεύει το προσωπικό που ανήκει στην υπηρεσία του, ζ) ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί με άλλους νόμους, η) μπορεί να παραγγείλει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης και να ασκεί την πειθαρχική δικαιοδοσία στους υπαλλήλους της υπηρεσίας του, σύμφωνα με τα άρθρα 104 παρ. 5 και 106 παρ. 1 του ν. 2812/2000. 2. Ο Γενικός Επίτροπος, ο Επίτροπος και οι Αντεπίτροποι Επικρατείας, όταν κωλύονται ή ελλείπουν, αναπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 32Γ παρ. 2, 3 εδάφιο Α και 4 εδάφιο Α του ν. 1756/1988 (Α΄ 35). Επίσης σε περίπτωση κωλύματος ή έλλειψης του Γενικού Επιτρόπου, του Επιτρόπου και των Αντεπιτρόπων Επικρατείας δύναται να τους αναπληρώνει και Σύμβουλος κατά σειρά αρχαιότητας. Τον Γενικό Επίτροπο, τον Επίτροπο και τους Αντεπιτρόπους Επικρατείας επικουρούν στο έργο τους δύο Πάρεδροι και οκτώ Εισηγητές και Δόκιμοι Εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 32Γ παρ. 4 εδάφιο Γ και 5 εδάφιο Α του ως άνω νόμου. 3. Ο νεότερος Αντεπίτροπος είναι αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας, σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 του ν. 2812/2000. 4. …». Εξ άλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 49 του εν λόγω Κώδικος Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως είχε τροποποιηθή με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 1868/1989 (φ. 230 τ. Α΄) και ακολούθως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 του ν. 1841/2010 (φ. 55 τ. Α΄), ορίζεται: «3. α) Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιλέγει τους προαγόμενους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζητείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησης του προς το Υπουργικό Συμβούλιο. β) Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλέγει έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση. Όταν ενεργούνται προαγωγές δικαστικών λειτουργών ταυτόχρονα για τις θέσεις του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να προεπιλέγονται οι ίδιοι δικαστικοί λειτουργοί σε αριθμό όχι μεγαλύτερο των τριών. Στη συνέχεια, ο ίδιος Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία μετά από ακρόαση των υποψηφίων, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, εκφράζει γνώμη προτείνοντας τρεις δικαστικούς λειτουργούς μεταξύ των έξι προεπιλεγέντων κατά περίπτωση. γ) Η διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται και για τις προαγωγές στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του ως άνω Υπουργού, προεπιλέγει, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα. Για καθεμία επιπλέον θέση, ο αριθμός των προεπιλεγόμενων αυξάνεται κατά δύο. Στη συνέχεια, ο Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, εκφράζει, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, γνώμη προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προεπιλεγέντων. δ) Για την πλήρωση των θέσεων, οι οποίες πρόκειται να μείνουν κενές στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ο ως άνω Υπουργός κινεί τις διαδικασίες που ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παραγράφου αυτής το αργότερο ως το τέλος Απριλίου. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί κάποια από τις παραπάνω θέσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, η διαδικασία κινείται μέσα σε δύο μήνες από την κένωση της θέσης και η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού ανατρέχει στη λήξη της δίμηνης αυτής προθεσμίας. ε) Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής παρέχεται μέσα σε δύο μήνες από τότε που ζητήθηκε και αφορά πάντοτε αριθμό δικαστικών λειτουργών που δεν μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος του αριθμού που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής. Η διαδικασία για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη, αν για οποιονδήποτε λόγο παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκληση της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο.».

7. Επειδή, το κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως θεσπίζεται για τις αποφάσεις και πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του αυτού άρθρου 90 του Συντάγματος. Κατά το μέρος δε που η ανωτέρω παράγραφος 6 αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το απαράδεκτο αφορά τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η παράγραφος 5, όχι μόνον κατά την γραμματική της διατύπωση, αλλά -ενόψει του ότι αναθέτει την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και των γενικών επιτροπειών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των διοικητικών δικαστηρίων σε όργανο της εκτελεστικής εξουσίας- και κατά την έννοιά της. Τούτο σημαίνει ότι η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 ερμηνεύεται όχι αυτοτελώς, αλλά σε συνδυασμό προς τις λοιπές συνταγματικές διατάξεις, όπως εκείνες του άρθρου 26 του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών, το οποίο περιλαμβάνεται στις μη υποκείμενες σε αναθεώρηση συνταγματικές διατάξεις (κατά το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος), του άρθρου 88 του Συντάγματος, που θεσπίζει την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών (παρ. 1) και προβλέπει την αποχώρησή τους από την υπηρεσία με την συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας αναλόγως με τον κατεχόμενο βαθμό (παρ. 5), και του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, που θεσπίζει, ως αναγκαία συνέπεια της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών, την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, προκειμένου τα δικαστήρια να επιτελούν πλήρως την αποστολή τους, δηλαδή να διασφαλίζουν το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη να έχει πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαστήριο, το οποίο (δικαίωμα) είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων που οι πολίτες απολαύουν βάσει του Συντάγματος. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 και 19 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [πρβλ. α) διάταξη της Αντιπροέδρου του ΔΕΕ της 19.10.2018 στην υπόθεση C-619/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας και διάταξη του Προέδρου του ΔΕΕ της 15.11.2018 στην ίδια υπόθεση και β) απόφαση του ΔΕΕ μείζονος συνθέσεως της 27.2.2018 στην υπόθεση C-64/16, Assosiacao Sindikal des Juizes Portugueses, σκέψεις 41-44], καθώς και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ [πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ μείζονος συνθέσεως Baka κατά Ουγγαρίας της 23.6.2016 και Denisov κατά Ουκρανίας της 25.9.2018, σκέψεις 68 έως 80]. Ερμηνευόμενη δε σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος έχει την έννοια ότι για την προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου απαιτείται προηγουμένως συναίνεση του επιλεγομένου δικαστικού λειτουργού, ο οποίος, όπως ρητώς προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, μπορεί να προέρχεται είτε από την γενική επιτροπεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε από το δικαιοδοτικό κλάδο του ίδιου δικαστηρίου. Και τούτο, διότι αφενός μεν η θητεία του Γενικού Επιτρόπου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει την θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας, πράγμα το οποίο θα είχε ως συνέπεια, αναλόγως με την ηλικία του επιλεγόμενου προς προαγωγή στην ανωτέρω θέση δικαστικού λειτουργού, να υποχρεωθεί αυτός να αποχωρήσει προώρως από την υπηρεσία, πριν από την συμπλήρωση του κατά το Σύνταγμα ορίου ηλικίας, και αφετέρου, σε περίπτωση που ο επιλεγόμενος προς προαγωγή δικαστικός λειτουργός είναι μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (και όχι της αντίστοιχης Επιτροπείας), με την προαγωγή του στην ανωτέρω θέση απομακρύνεται από την άσκηση των καθηκόντων του τακτικού δικαστή. Ως συναίνεση δε θεωρείται, ειδικώς κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως -η οποία αφορά κατ’ αρχήν σε μη δυσμενείς υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών- και ασχέτως προς την κατοχυρώνουσα το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως γενική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, και η μη ρητή εναντίωση του κατ’ αρχήν προταθέντος προς προαγωγή δικαστικού λειτουργού, μετά την γνωστοποίηση σε αυτόν της σχετικής προτάσεως, προς το αρμόδιο για την προαγωγή όργανο. Συνεπώς, ενόψει της ως άνω έννοιας της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, δεν είναι νόμιμο προεδρικό διάταγμα προαγωγής στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο εκδίδεται χωρίς την προηγούμενη, υπό την εκτεθείσα έννοια, συναίνεση του προαχθέντος, ο σχετικός δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο αμφισβητείται η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής, δεν εμπίπτει στο απαράδεκτο της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος και εξετάζεται κατ’ ουσίαν. Οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Δ. Κυριλλόπουλος, συμφωνούντες με την ανωτέρω γενική έννοια του άρθρου 90 παρ. 5 και 6 του Συντάγματος, αλλά θεωρούντες ότι η συναίνεση του επιλεγομένου δικαστικού λειτουργού δεν είναι, κατά την έννοια των αυτών διατάξεων, αναγκαία, διετύπωσαν την ακόλουθη ιδιαίτερη γνώμη: Για την προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν απαιτείται συναίνεση του επιλεγόμενου δικαστικού λειτουργού, καθόσον η επιλογή προς κατάληψη της εν λόγω θέσεως δεν αφορά αποκλειστικώς τον δικαστικό λειτουργό, αλλά εξυπηρετεί, πρωτίστως, τις ανάγκες του ως άνω Ανωτάτου Δικαστηρίου και, ειδικώτερα, την εύρυθμη λειτουργία αυτού. Συνεπώς, παρίσταται αδιάφορο αν η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού στην ανωτέρω θέση έχει ως συνέπεια την απομάκρυνσή του από την άσκηση των καθηκόντων του τακτικού δικαστή ή αν ο επιλεγείς δικαστής υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, αναλόγως της ηλικίας του, να αποχωρήσει προώρως από την υπηρεσία προ της συμπληρώσεως του προβλεπομένου από το Σύνταγμα ορίου ηλικίας. Εξ άλλου, η υιοθέτηση της αντίθετης απόψεως θα είχε ως συνέπεια να περιορίζεται ανεπιτρέπτως η διακριτική εξουσία του αρμοδίου οργάνου να επιλέγει τον καταλληλότερο μεταξύ των υποψηφίων με σεβασμό στις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης υπό το φως των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά την γνώμη, όμως του Προέδρου, της Αντιπροέδρου Σ. Χρυσικοπούλου, των Συμβούλων Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλη, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκου, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Β. Πλαπούτα και Μ. Σωτηροπούλου και του Παρέδρου Ν. Μαρκόπουλου, το κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως θεσπίζεται για τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του αυτού άρθρου 90 του Συντάγματος (ΣτΕ 2512/2016 Ολομ., 292/1984 Ολομ., 1274/1993 Ολομ., 4751-4752/1998, 1339/1988 κ.ά.). Ειδικότερα, κατά το μέρος που η ως άνω παράγραφος αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το απαράδεκτο αφορά τις αποφάσεις ή πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θεσπίζει η παράγραφος 5 κατά τη γραμματική της διατύπωση (ΣτΕ 4356/1997 Ολομ. και εφεξής παγίως). Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο απαράδεκτο και εξετάζονται κατ' ουσίαν μόνον λόγοι ακυρώσεως που αμφισβητούν τη συνδρομή όρου ή περιορισμού, εξ εκείνων που τίθενται ευθέως από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι ακυρώσεως, αναγόμενοι σε παράβαση όρων ή περιορισμών που ερμηνευτικώς μόνον συνάγονται από το συνδυασμό άλλων γενικού περιεχομένου συνταγματικών ή αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων με την εν προκειμένω κρίσιμη ή σε παράβαση περιορισμών που τίθενται από τον κοινό νομοθέτη με τον νόμο που προβλέπει η διάταξη αυτή. Τούτο, διότι, εκφράζοντας ο συνταγματικός νομοθέτης τη βούλησή του, με ειδική και συγκεκριμένη διάταξη, να μην ελέγχωνται δικαστικώς οι κατά το άρθρο 90 του Συντάγματος πράξεις εννοεί, βεβαίως, πράξεις εκδιδόμενες εντός του πλαισίου που λεπτομερώς καθορίζεται από την εν λόγω διάταξη, χωρίς, όμως, να επιτρέπει τον περαιτέρω κατά τα λοιπά έλεγχό τους. Η ρητά εκπεφρασμένη αυτή επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη έγινε με διάταξη ισόκυρη με τις λοιπές αυτές συνταγματικές διατάξεις (βλ. Ολομ. ΣτΕ 292/1984), η οποία, ως ειδικώτερη, ρυθμίζει αποκλειστικά το ζήτημα, μην επιτρέποντας την ερμηνευτική παρεισαγωγή άλλων στοιχείων κατά την εφαρμογή της. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται, κατά την αντίληψη του συνταγματικού νομοθέτη, από την ανάγκη να μην τελούν επί μακρόν υπό αμφισβήτηση και σε αβεβαιότητα και να μην ανατρέπονται εκ των υστέρων, με ασαφή και περιπτωσιολογικά κριτήρια, οι σχετικές επιλογές, προκειμένου να μη διαταράσσεται περαιτέρω η εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης στο ανώτατο επίπεδο. Κατά την ειδικότερη δε γνώμη του Συμβούλου Κ. Κουσούλη, με τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, για την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, το θεμέλιο του πολιτεύματος, και ενόψει του θεσπιζόμενου από το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος συστήματος διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, παρέχεται στο Υπουργικό Συμβούλιο, εντός του πλαισίου που καθορίζεται από τον οικείο εκτελεστικό νόμο, ως αντίβαρο του πλήρους συστήματος συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας, ευρύτατη διακριτική ευχέρεια για την προαγωγή στις θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, καθώς και στις θέσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου των Διοικητικών Δικαστηρίων. Τυχόν διεύρυνση του δικαστικού ελέγχου των σχετικών πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου με την δια της ερμηνείας συναγωγή προσθέτων όρων για την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου, μη περιλαμβανομένων, κατά τη γραμματική τους διατύπωση, στις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, θα συνιστούσε υποκατάσταση του συντακτικού (αναθεωρητικού) νομοθέτη από τον δικαστή.

8. Επειδή, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το ...-2017 έγγραφό του προς την Γενική Γραμματεία της Κυβερνήσεως, εισηγήθηκε την προεπιλογή των εκεί αναφερομένων τεσσάρων Αντιπροέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μιας Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ενός Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο η αιτούσα, δικαστική λειτουργός, η οποία κατείχε τον βαθμό του Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την κάλυψη της κενωθείσης θέσεως του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Η εισήγηση αυτή έγινε δεκτή με την …2017 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία διεβιβάσθη στον Πρόεδρο της Βουλής με το ….-2017 έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ακολούθως, με το …-2017 έγγραφο του Προέδρου της Βουλής, η αιτούσα εκλήθη σε ακρόαση ενώπιον της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής την 21-9-2017, ώρα 10.00 πμ, πλην με το από 19-9-2017 (αρ. πρωτ. ….2017) έγγραφό της προς τον Πρόεδρο της Βουλής η αιτούσα εδήλωσε ότι σοβαροί οικογενειακοί λόγοι καθιστούσαν αδύνατη την προσέλευσή της. Με το ….-2017 έγγραφο του Προέδρου της Βουλής, εγνωστοποιήθη στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι η Διάσκεψη των Προέδρων (συνεδρίαση 21-9-2017) δεν διατύπωσε γνώμη με ομοφωνία ή πλειοψηφία 4/5 για την πλήρωση της ως άνω θέσεως. Με το ….-2017 έγγραφό του ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διεβίβασε στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης την εισήγησή του για την επιλογή της αιτούσης για την κάλυψη της ανωτέρω θέσεως. Η εισήγηση έγινε ομοφώνως δεκτή με την ...-2017 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία η αιτούσα επελέγη για την πλήρωση της θέσεως Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ακολούθησε δε το από ….-2017 σχετικό προεδρικό διάταγμα.

9. Επειδή, όπως εξετέθη στην προηγούμενη σκέψη, με το ….-2017 έγγραφο του Προέδρου της Βουλής, στο πλαίσιο της θεσπισθείσης με το άρθρο 49 παρ. 3 του Κώδικος Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1841/2010, διαδικασίας επιλογής Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η αιτούσα, η οποία κατείχε τον βαθμό Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκλήθη σε ακρόαση ενώπιον της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής. Ανεξαρτήτως δε του ότι η αιτούσα δεν προσήλθε ενώπιον της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα και ανεξαρτήτως αν η ενώπιον του εν λόγω οργάνου διαδικασία είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (βλ. το πρακτικό 2/2010 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συμβούλιο), πάντως, παρεσχέθη σ’ αυτήν, με τον τρόπο αυτό, η δυνατότητα να διατυπώσει την συναίνεσή της ή μη για την ανωτέρω επιλογή. Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται με την κρινομένη αίτηση ότι η προσβαλλομένη πράξη εξεδόθη χωρίς την συναίνεση της αιτούσης και κατά παράβαση της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως. Εφ’ όσον δε, κατά τα ανωτέρω, η αιτούσα είχε την δυνατότητα να εκδηλώσει την μη συναίνεσή της στην επίμαχη υπηρεσιακή της μεταβολή, είναι ομοίως απορριπτέοι ως αβάσιμοι και οι επί της αυτής ερμηνευτικής εκδοχής στηριζόμενοι λόγοι ακυρώσεως, κατά τους οποίους η αιτούσα το μεν υπέστη δυσμενή υπηρεσιακή μεταβολή, δηλαδή περιορισμό της κατά το Σύνταγμα ισοβιότητός της, το δε υπέστη μετάταξη από δικαιοδοτικό σε μη δικαιοδοτικό κλάδο δικαστικών λειτουργών, χωρίς, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να έχει παράσχει προσηκόντως την συναίνεσή της προς τούτο. Κατά την γνώμη, όμως των Συμβούλων Ι. Μαντζουράνη, Β. Αραβαντινού, Α. Καλογεροπούλου, Θ. Αραβάνη και Σ. Βιτάλη και της Παρέδρου Θ. Ζιάμου, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η αιτούσα ουδέποτε εκλήθη με πρόσφορο τρόπο προκειμένου να εκδηλώσει την συναίνεσή της ή μη για την ανωτέρω επιλογή και, για τον λόγο αυτό, η κρινομένη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη.

10. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθή.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει εις βάρος της αιτούσης την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, ύψους τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2018

 

  Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος       Η Γραμματέας

          Αθ. Ράντος                          Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 2019.

          Η Πρόεδρος                      Η Γραμματέας

  Αικ. Σακελλαροπούλου                   Ελ. Γκίκα