ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4303/2018

 

Δικαστής : Χρυσούλα Παπαδοπούλου

Δικηγόροι : Ελένη Βούλγαρη - Δημήτριος Βασιλείου

 

 

Με την από 21.10.2015 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλη­τοι, επικαλούμενοι ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ο καθένας εξ αυτών υπό την αναφερόμενη ειδικότητα, και ότι η ενα­γόμενη, μετά την ένταξη του προσωπικού της στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο με το ν. 4093/2012, προέβη από την 1.1.2013 σε περαιτέρω μειώσεις των μηνιαίων απο­δοχών τους που υπερέβαιναν το 25% των αποδοχών που λάμβαναν τον Οκτώβριο του 2011, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δυνάμει του άρθρου 31 του οποίου είχε επέλθει ήδη πε­ρικοπή του 25% των αποδοχών που λάμ­βαναν οι ίδιοι έως το χρόνο ισχύος αυτού (1.11.2011), ζήτησαν να υποχρεωθεί η ενα­γομένη να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών τα αναφερόμενα και παρανόμως κατά τις ανωτέρω επικλήσεις τους παρακρατηθέ­ντα ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζο­ντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ει­δική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.), με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσής της.

Κατά της ως άνω απόφασης παραπο­νείται η εναγόμενη, ως ηττηθείσα διάδικος, με την κρινομένη έφεσή της, για τους ανα­φερομένους σε αυτήν λόγους, που ανάγο­νται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, προκειμένου να απορριφθεί η σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή.

Ο ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθ­μίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α 226) ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυ­τού και υπό τον τίτλο «Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλι­ξης των υπαλλήλων του Κράτους των Ορ­γανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α και Β βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις» τα εξής: στο άρθρο 4 ότι «Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκι­μοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αο­ρίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δι­καίου (Ν.Π.Δ.Δ.)... (Παρ. 1). Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ... εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (Παρ. 2)».

Στο άρθρο 6 ότι: «1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης-Πανεπι­στημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαί­δευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευ­σης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2. .... 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευ­σης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ... και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την Π Ε και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγο­ρία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία».

Εξάλλου, στο άρθρο 12 του νόμου αυ­τού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της Π.Ν.Π. 16/16.12.2011 (Α 262), ορίζεται ότι :

«Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύ­πτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγα­λύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαι­ούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαί­ου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α) Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρ­όντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κα­τανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφα­λαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλ­λουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστη­μα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3…4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικεί­μενο συλλογικών διαπραγματεύσεων».

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο «Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δη­μόσιου τομέα», ορίζονται τα ακόλουθα: «1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαί­ου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώ­σεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους... εφαρ­μόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κό­στους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανι­σμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπά­γονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέ­σεις... 2…3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου Ια με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών απο­δοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ εφαρ­μογή των διατάξεων του παρόντος Κεφα­λαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορί­στου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.... 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημι­ώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου Ια του παρόντος άρ­θρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφί­ου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομά­των, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φο­ρέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%» (το τελευταίο εδάφιο της παρα­γράφου 4 προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π. (Α 268). 5... 6... 7. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργα­ζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του πα­ρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29. 8.... 9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργεί­ται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμ­βασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθ­ορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους».

Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 ορίζεται ότι «Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κε­φαλαίου αρχίζει την 1.11.2011».

Περαιτέρω, κατ εφαρμογή του ν. 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μεί­ωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθε­ροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείω­ση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέ­τρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016» (Α 222), ο οποί­ος στην παράγραφο Γ υποπαράγραφο Γ.1. «Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής» του άρθρου πρώτου ορίζει ότι 1.... 2. «Αναστέλλεται μέ­χρι 31.12.2016 η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012». 3.... 12. «Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλή­λων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιω­τικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διο­ρισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους... Από την έναρξη ισχύος των διατά­ξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2».

Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176/16.12.2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγρά­φου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής «Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστο­λή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013».

Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις, ως προς τους εξ αρχής υπαχθέντες στο μι­σθολόγιο του ν. 4024/2011 υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., ανε­στάλησαν έως τις 31.12.2016 οι περαιτέρω (πλέον του 25%, σε σύγκριση με εκείνες του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011) περικο­πές αποδοχών, που τυχόν συνεπάγονταν, κατά τα οριζόμενα στον ίδιο νόμο, η εφαρ­μογή του μισθολογίου αυτού. Ενόψει των προεκτεθέντων, εφόσον ο νομοθέτης δεν διακρίνει ειδικότερα και ενόψει του ότι οι ως άνω ρυθμίσεις επιφέρουν, μονομερώς, μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας, συνιστούν κατ αρχήν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασι­ακής σύμβασης, εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο και δεν χωρεί διασταλτική ερμηνεία τους. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους ερ­γαζομένους του ευρύτερου δημόσιου το­μέα, στους οποίους εφαρμοζόταν έως την 31.12.2012 αναλόγως (άρθρο 31 παρ. 7 του ν. 4024/2011), ενώ από την 1.1.2013 η ίδια διάταξη εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέ­λεσμα οι τελευταίοι να έχουν ήδη υποστεί τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους (βλ. Ολο­μέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Πρακτι­κό αυτής της 17ης Γενικής Συνεδρίασης της 24.9.2014). Αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή λόγω της επέκτασης του ενιαίου μισθο­λογίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το ν. 4093/2012 οι εργαζόμενοι έπρεπε να υποστούν νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25%, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν στις 31.12.2012, παρότι εί­χαν ήδη υποστεί μείωση αποδοχών μέχρι 25% κατ εφαρμογή του ν. 4024/2011, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο (Α.Π. 113/2017 Δημοσίευση στην Τράπεζα Νομικών Πλη­ροφοριών «Νόμος»),

[Α]ποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δι­καστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά πε­ριστατικά: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, ήδη εκκαλούσα, έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής και εκτέλεσης των αναπτυξιακών έργων μέσω της θυγατρικής εταιρίας αυτής «ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ισχύοντος Κα­ταστατικού της, δημοσιευμένου σε κωδι­κοποίηση στο υπ αριθ. 12230/21.11.2011 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. & Γ.Ε.Μ.Η.), «ο Ο.Σ.Ε. λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμ­φέροντος και της κοινής ωφέλειας υπό κα­θεστώς διαχειριστικής, διοικητικής, λογιστι­κής και οικονομικής αυτοτέλειας, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής αυτονομίας που διέπουν τις ανώνυμες εταιρίες», σύμ­φωνα με την παράγραφο 3 αυτού «στο πλαίσιο της λειτουργίας του ο Ο.Σ.Ε. έχει την ευθύνη για τη διαχείριση και εκμετάλ­λευση της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδο­μής,...», ενώ κατά την παράγραφο 4 του ιδί­ου ως άνω άρθρου «ο Ο.Σ.Ε. οργανώνεται, λειτουργεί και διοικείται, εκτός αν άλλως ορίζεται στο παρόν καταστατικό σύμφωνα α) με τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920...., β) με τις διατάξεις του ν. 3429/2005, όπως ισχύει, και του ν. 3891/2010, και γ) με τις τυχόν ειδικές διατάξεις που αφορούν στην οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία του, εφόσον δεν είναι αντίθετες με τις διατά­ξεις του ν. 3429/2005 και του ν. 3891/2010». Επίσης στο άρθρο 6 παρ. 3 του αυτού Κα­ταστατικού ορίζεται ότι «το σύνολο των μετοχών ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελλη­νικό Δημόσιο, το οποίο και έχει καταβάλει την αξία των μετοχών αυτών στο σύνολο τους. Οι μετοχές είναι ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες».

Επομένως, ενόψει των προαναφερο­μένων και του διέποντος αυτή νομοθετικού πλαισίου επρόκειτο για μία δημόσια επιχείρηση κατά τις διατάξεις του Κεφα­λαίου Α του ν. 3429/2005 περί Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, υπαγόμενη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συγκαταλεγόμενη ως τέτοια στα νομικά πρόσω­πα ιδιωτικού δικαίου της υποπαραγράφου Ια του άρθρου 31 του ν. 4024/2011. Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές των εναγόντων, ως προσωπι­κού της επιχείρησής της, υπήχθησαν από 1.11.2011 σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδο­χές που προέβλεπε για κάθε τέτοια κατηγο­ρία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο κατά κεφαλή μισθολογικό κόστος ανά μήνα. Συν­επώς, η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών από 31.12.2012 έως 31.12.2016, η οποία προβλέπεται από την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ.1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμοζόταν ευ­θέως, όσο και τους ενάγοντες-εργαζόμενους στην εναγομένη δημόσια επιχείρηση, στους οποίους έως 31.12.2012 η ίδια διά­ταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, ενώ από την 1.1.2013 εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλε­σμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Οποια­δήποτε δε άλλη ερμηνεία θα ήταν αυθαίρε­τη, δοθέντος ότι στη συγκεκριμένη διάταξη δεν ορίζεται ότι η αναστολή αφορά ειδικά συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο προκύπτει από το σκοπό του νομοθέτη, που ήταν να μην υποστούν περαιτέρω μειώσεις όλοι οι ερ­γαζόμενοι, των οποίων οι αποδοχές είχαν ήδη περικοπεί από την 1.11.2011, πλέον των περικοπών των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Επομένως η εναγομένη επιχείρηση έπρεπε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγό­ντων, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον υπο­λογισμό των αποδοχών τους, ότι ανεστάλη από 31.10.2012 έως 31.12.2016 η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 της Υπο­παραγράφου Γ.1 της Παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, που καταλαμβάνει και τους ενάγοντες, και να μην προβεί σε περικοπές των αποδοχών τους που υπερέβαιναν σε ποσοστό 25% των αποδοχών που λάμβαναν το μήνα Οκτώβριο 2011.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176/16.12.2015), με το οποίο προστέθηκε στο τέλος της πε­ρίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο «για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013», καθόσον με την εν λόγω διάταξη ρυθμίζεται ο χρόνος επέλευσης της ανα­στολής των περαιτέρω μειώσεων αποδο­χών, χωρίς να γίνεται κάποια αναφορά σε εκ νέου επιβολή περικοπής του 25%.

Εξάλλου, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν ασκεί κάποια επιρροή στην προκειμένη πε­ρίπτωση, δεδομένου ότι για το διάστημα από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο του έτους 2012 δεν προκύπτει κάποια περαιτέρω μεί­ωση των αποδοχών των εναγόντων την οποία και να αξιώνουν με την υπό κρίση αγωγή, ενώ από 1.1.2013 ανεστάλη, σύμ­φωνα με το σαφές γράμμα της ως άνω διά­ταξης, κάθε περαιτέρω μείωση αποδοχών.

Περαιτέρω, ούτε στην υπ αριθ. Πρωτ... ερμηνευτική εγκύ­κλιο της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών στη Γενική Γραμ. Δημ/κης Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία για την από 1.1.2013 προσαρμογή (μείωση) των αποδοχών των εναγόντων λόγω της υπαγωγής τους στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδοχές τους όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2012, παρά το ότι είχε ήδη διενεργηθεί από 1.11.2011, δυνά­μει των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, η άμεση μείωση των αποδοχών τους, θα μπορούσε να στηριχθεί η αντίθετη θέση, την οποία υιοθετεί η εναγόμενη και κατ εφαρμογή της οποίας προέβη στις επί­δικες μισθολογικές περικοπές, καθόσον πέ­ραν του ότι αυτή ως ερμηνευτική εγκύκλιος δεν έχει χαρακτήρα διοικητικής πράξης, στερείται εκτελεστότητας και επομένως δεν τυγχάνει δεσμευτική (Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου I», έκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα- Κομοτηνή, 1996), απορριπτομένου ως αλυσιτελώς προβαλλομένου του λόγου έφεσης περί έλλειψης δικαιοδοσίας του πα­ρόντος δικαστηρίου να ελέγξει το κύρος της και ως στερούμενου νομίμου ερείσμα­τος του σχετικού λόγου έφεσης περί πε­ριβολής της με το τεκμήριο νομιμότητας, η θέση που υιοθετείται με την εφαρμογή της συγκεκριμένης εγκυκλίου συνιστά μο­νομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ως εργαζομένων και είναι παράνομη ως αντι­κείμενη στη διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ της υποπαραγράφου Γ.1 περ. 2 του ν. 4093/2012, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση, πέραν του 25% σε σχέση με εκείνες που λάμβαναν τον Οκτώβριο του 2011, των αποδοχών τους.

Επομένως, κρίνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη ότι η υπό κρίση αγωγή ήταν νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας τις οφειλόμενες μι­σθολογικές διαφορές μεταξύ των καταβλη­τέων και καταβαλλομένων τακτικών απο­δοχών τους, ως προς το ύψος των οποίων δεν προβάλλεται ειδικός λόγος έφεσης, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013, ουδό­λως παραβίασε τις εφαρμοστέες διατάξεις του Κεφαλαίου Β του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, απορριπτομένων των ενιαίως κρινόμενων τεσ­σάρων πρώτων λόγων της κρινόμενης έφεσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 περί Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου αυτού σχέσεις «ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζε­ται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής».

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ­θρου 2 παρ. 3 του ν.δ. 4/4.9.1935 «περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελ­ληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας», η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, οι Σ.Ε.Κ. απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προ­νομίων του Δημοσίου (δικαστικών κλπ.). Ειδικότερα, ορίζεται στο εδάφιο 2 ότι «οι διατάξεις περί παραγραφής των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων και περί τόκου υπερημερίας εφαρμόζονται επίσης και για τους Σ.Ε.Κ.». Η εκμετάλλευση του δικτύου των Ελληνικών Σιδηροδρόμων αποτελεί μονο­πώλιο του Δημοσίου, που το είχε εκχωρή­σει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους» (Σ.Ε.Κ.). Οι βασικοί όροι της εκ­μετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4.9.1935 ως άνω νομοθετικό διάταγμα, διευρύνθηκαν δε αργότερα με το ν.δ. 4246/1962. Οι δύο αυτοί νόμοι καταρ­γήθηκαν κατά ένα μέρος με το άρθρο 9 του α.ν. 392/1968. Επακολούθησε το άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 674/1970 «περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος», με το οποίο διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των Σ.Ε.Κ. Με τα άρθρα δε 1 και 2 του ιδίου νομοθετικού διατάγ­ματος ιδρύθηκε ο Ο.Σ.Ε., ως νομικό πρόσω­πο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, ορίζεται ότι από την ίδρυσή του ο Ο.Σ.Ε. αναλαμ­βάνει το αποκλειστικό δικαίωμα, την ευθύ­νη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη δι­εξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επω­νυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), οι υπηρεσίες δε αυτές «μεθ όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των Σ.Ε.Κ. περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνι­κό Δημόσιο, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον Ο.Σ.Ε. όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος».

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελλη­νίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάτα­ξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυ­τών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφο­ρετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοι­νωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συν­δρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικα­στήρια και μπορεί να αναπτύξει σ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δι­καιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώ­ματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), «παν πρό­σωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογι­κής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμε­ρόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουρ­γούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...». Η χώρα μας έχει κυρώσει την Ε.Σ.Δ.Α. με το ν.δ. 53/1974.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Δι­εθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πο­λιτικά Δικαιώματα, «όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... για αμφισβητή­σεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστι­κού χαρακτήρα». Το Δ.Σ.Α.Π.Δ. έχει ενσω­ματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των δια­τάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τί­θεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ.Α.Π. 1/2008 Δίκη 2008, 1103).

Με τις ως άνω παραδοχές της η προσ­βαλλόμενη απόφαση, η οποία υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τα αιτούμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μη θέτοντας τον περιορισμό του 6% και μη αναγνωρίζοντας υπέρ της εκκαλούσας ευνοϊκή μεταχείρι­ση ως προς το θέμα της τοκοδοσίας, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμο­γή του νόμου, απορριπτομένου του σχετι­κού πέμπτου λόγου έφεσης ως ουσία αβα­σίμου, καθόσον εν προκειμένω μία τέτοιου είδους διάκριση δεν δικαιολογείται από λό­γους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Δεν συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. Η κατ­οχυρωμένη στο Σύνταγμα ισότητα έναντι του νόμου συμπεριλαμβάνει την ισότητα των διαδίκων, που σημαίνει απονομή των ιδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλους τους διαδίκους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους. Το προαναφερόμενο προνό­μιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι πλέον ο Ο.Σ.Ε., ο οποίος κατά τον κανο­νισμό εκμεταλλεύσεως αυτού αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες μέσω των θυγατρικών του εταιρειών. Συνεπώς είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας.

Ενόψει των προαναφερομένων, θα πρέ­πει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της ως αβάσιμη, τα δε δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, να επιβληθούν σε βά­ρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), ως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρού­σας.