ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 43/2020

 

Δικαστής : Παναγιώτα Χρυσοχόου Εφέτης

Δικηγόροι : Γεώργιος Λεβέντης πρόσθετη παρέμβαση: Σοφία Καζάκου, Άννα Δάρρα, Δημήτριος Βερβεσός) - Κωνσταντίνος Πηνιώτης, Νικόλαος-Σέργιος Σακαλής, Δημήτριος Κυριακουλάκος

 

I. Η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό 391/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 614 και 621 Κ.Πολ.Δ.), επί αγωγής της εκκαλούσας, η οποία απορρίφθηκε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 511 επ. Κ.Πολ.Δ.) και, επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, να συνεκδικαστεί δε με τις υπ όψιν πρόσθετες παρεμβάσεις των ανωτέρω επαγγελματικών σωματείων, τα οποία είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της ενάγουσας- μέλους τους και πρωτοδίκως (άρθρα 622 αρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 Κ.Πολ.Δ.).

II. Με το κεφάλαιο Α του ν. 2956/2001 (άρθρα 20-26) είχε ρυθμιστεί η παροχή εργασίας μέσω των εταιριών προσωρινής απασχόλησης (Ε.Π.Α.). Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20, οι Ε.Π.Α. έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση προσωπικού, που προσλαμβάνουν οι ίδιες, σε άλλους (έμμεσους) εργοδότες, για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 22 οριζόταν ότι η διάρκεια απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρεπόταν να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες, ότι επιτρεπόταν η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερέβαινε τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου, σε περίπτωση δε συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη και μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσης της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών, η σύμβαση εργασίας του μισθωτού με την εταιρία προσωρινής απασχόλησης θεωρείτο ότι μετατρεπόταν, αυτοδίκαια, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Εν συνεχεία, μετά την ψήφιση του ν. 4052/2012, με τα άρθρα 113 επ. αυτού (κεφάλαιο ΙΣΤ «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2008/104/Ε.Κ./19.11.2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης και άλλες διατάξεις), ο θεσμός της προσωρινής απασχόλησης διαμορφώθηκε ως κάτωθι:

Η παράγραφος 1 του άρθρου 113 του ν. 4052/2012 ορίζει ότι: «Σκοπός του παρόντος τμήματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 208/104/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης (L 327/5.12.2008)».

Το άρθρο 115 του ν. 4052/2012 ορίζει ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται ως: α) "εργαζόμενος": κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, β) "επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις οικείες διατάξεις, γ) "προσωρινά απασχολούμενος": ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, δ) "έμμεσος εργοδότης": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη του οποίου εργάζεται ο προσωρινά απασχολούμενος, ε) "τοποθέτηση": η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, στ) "βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης": οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως: ι) στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες, ιι) στις αποδοχές».

Η παράγραφος 3 του άρθρου 117 ν. 4052/2012 ορίζει ότι «α) Η διάρκεια της τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες, β) Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη».

Η παράγραφος 4 (όπως η περίπτωση α αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ.8 εδάφιο 4 του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012) ορίζει ότι: «α) Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της, ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η διάρκεια του χρόνου τοποθέτησης εργαζομένου από την Ε.Π.Α. στον έμμεσο εργοδότη μπορεί να οριστεί συνεχόμενη -από την αρχή ή με μεταγενέστερες, αλλεπάλληλες ανανεώσεις- έως τριάντα έξι (36) μήνες, υπάρχει δε η δυνατότητα απεριόριστων νέων τοποθετήσεων του εργαζομένου στον ίδιο έμμεσο εργοδότη, αρκεί η λήξη της μιας τοποθέτησης να απέχει από την έναρξη της άλλης τουλάχιστον 23 ημέρες.

Τέλος, στο άρθρο 124 «Κατοχύρωση Εργασιακών Δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων» προβλέπονται τα εξής: «1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του. Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικώς καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη (η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.4 ν. 4254/2014). 2. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 3. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της Ε. Π.Α. και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται ειδικότερα τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για τον χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεσή του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η Ε.Π.Α. υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς (η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.4 περ. 5 ν. 4254/2014).

4. α) Η Ε.Π.Α. και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών. Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 126 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη), β) Οι αποδοχές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται σε τραπεζικό λογαριασμό που αυτός έχει υποδείξει.

5. α) Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους σε έμμεσο εργοδότη, υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθένειας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και στον επικουρικό φορέα Ε.Τ.Ε.A.M., με εξαίρεση τα πρόσωπα που, λόγω της ιδιότητας τους, ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα. β) Οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται από την Ε.Π.Α. σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Σε περίπτωση που ο προσωρινά απασχολούμενος, λόγω της ιδιότητάς του, ασφαλίζεται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του καθορίζεται με συμφωνία του (προσωρινά απασχολούμενου) και της Ε.Π.Α.».

III. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση εργαζομένου που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εάν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης. Η εν λόγω προθεσμία είναι αποσβεστική, διότι, αν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 Α.Κ.), λαμβάνεται υπ όψιν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 Α.Κ.), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας αναφορικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της -ορισμένου ή αορίστου χρόνου- συμβάσεώς τους, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (Ολ.Α.Π. 1338/1985, Α.Π. 429/2016, Α.Π. 2234/2013, Α.Π. 705/2013, Νόμος). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο, κατά κύριο λόγο, πλήττει το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και, κατ ανάγκην, τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού. Ως εκ τούτου, εφόσον παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη -του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει, μόνο, την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης-, η δε εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (Α.Π. 113/2019, Α.Π. 1387/2015).

IV. Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατ εκτίμηση του περιεχομένου της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθεσε ότι, στις 12.4.2010, προσελήφθη από την εταιρία με την επωνυμία «* Α.Ε.», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων, μετετράπη, από 13.12.2010, σε αορίστου χρόνου, η ως άνω δε εργοδότριά της, αμέσως μετά την πρόσληψή της, τη διέθεσε (τη δάνεισε) στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στην οποίαν, αποκλειστικά, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, μέχρι την από 5.12.2014 —άκυρη, ως εκ της μη καταβολής αποζημίωσης και της μη τήρησης του έγγραφου τύπου— απόλυσή της από αυτήν, ζήτησε δε να αναγνωριστεί πως εξαρχής συνδεόταν με την εναγομένη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ότι η σύμβασή της με την εταιρία «* Α.Ε.» έχει μετατραπεί, από 12.4.2013, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη, επίσης να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5.12.2014 καταγγελίας της σύμβασής της, και, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 8.951,93 ευρώ, το οποίο αποτελείται από τα επιμέρους κονδύλια που διαλαμβάνονται στην αγωγή και αντιστοιχούν στις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών της για το διάστημα από 1.1.2011 έως 5.12.2014, με τον νόμιμο τόκο αφότου κατέστη απαιτητό το κάθε κονδύλιο, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη.

Με την εκκαλουμένη απόφαση του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, κατά της αποφάσεως δε αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την υπ όψιν έφεσή της, και ζητεί, για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της λόγους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή.

V. Κατ’ αρχάς, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, με έρεισμα τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 4052/2012, καθώς και αυτές των άρθρων 174,180, 648, 649, 655, 341, 346 Α.Κ., 70,176 Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 3 ν. 3198/1955.

[Π]ροέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη, στις 12.4.2010, από την εταιρία με την επωνυμία «* Α.Ε.», δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων, μετετράπη, από 13.12.2010, σε αορίστου χρόνου, η ως άνω δε (άμεση) εργοδότριά της, αμέσως μετά την πρόσληψή της, τη διέθεσε (τη δάνεισε) στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στην οποίαν, αποκλειστικά, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την από 5.12.2014 απόλυσή της από αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία «* Α.Ε.» λειτούργησε, εν τοις πράγμασι, ως Εταιρία Προσωρινής Απασχόλησης (ν. 4254/2014), καθόσον προσέλαβε την ενάγουσα και άλλους εργαζομένους για να τους διαθέσει, στη συνέχεια, επ’ αμοιβή, στην εναγομένη —έμμεση εργοδότρια— εταιρία, υπό τη διεύθυνση και επίβλεψη των αρμοδίων υπαλλήλων της οποίας εργάζονταν, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, από κοινού με το ήδη υπάρχον προσωπικό της.

Πράγματι, η δεύτερη εφεσίβλητη - προσθέτως παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως, υπέρ της εναγομένης- προέβη στην από 12.4.2010 πρόσληψη της ενάγουσας με σκοπό να τη δανείσει, περαιτέρω, προς εργασία στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την οποίαν είχε συνάψει «σύμβαση έργου», ούτως ώστε, εντός των εγκαταστάσεών της και σε διάφορους τομείς αυτής (Γενικών Κλάδων, Κλάδων Ζωής, Γενικού Αρχείου/Διεκπεραίωσης, Πληροφορικής, Καταστημάτων κ.ά.), να εργαστούν «Ομάδες Έργου», αποτελούμενες από εξειδικευμένο προσωπικό της παραπάνω -άμεσης- εργοδότριας και φερομένης ως «εργολήπτριας» εταιρίας.

Είναι ωστόσο σαφές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, πως δεν επρόκειτο για έργο, αλλά για δανεισμό εργαζομένων, οι οποίοι, αφού προσελήφθησαν, με συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, από την εταιρία «* Α.Ε.», τοποθετήθηκαν, κατόπιν, στην εναγομένη - έμμεση εργοδότρια ν. 4254/2014 - εταιρία, για να απασχοληθούν προσωρινά σε αυτήν, υποκείμενοι στο διευθυντικό δικαίωμά της, με αντίστοιχα καθήκοντα και τις ίδιες ακριβώς συνθήκες εργασίας με το τακτικό προσωπικό της, από το οποίο ουδείς λόγος διαφοροποίησής τους συνέτρεχε, και έπρεπε, κατά τις διατάξεις του ν. 4254/2014 περί της εργασίας μέσω επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης -όπως ήταν, εν τοις πράγμασι, η άνω άμεση εργοδότριά τους-, να εφαρμόζονται και σε αυτούς, τους «δανεικούς» εργαζομένους -όπως η ενάγουσα-, οι εφαρμοζόμενοι στους συναδέλφους τους, μόνιμους υπαλλήλους, βασικοί όροι εργασίας, μεταξύ των οποίων οι αποδοχές.

Παρά ταύτα, η ενάγουσα, κατά τον χρόνο τοποθέτησής της στην εναγομένη, δεν ελάμβανε τις αποδοχές που καταβάλλονταν στους υπόλοιπους μισθωτούς, κατά τις ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά αυτές που είχε συμφωνήσει με την εταιρία «* Α.Ε.», και άρα πρέπει η εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 5.12.2014, να υποχρεωθεί να της καταβάλει διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, συνολικού ποσού 8.951,93 ευρώ, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την παραπάνω άμεση εργοδότρια, έναντι της ενάγουσας, για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων της, κατ άρθρο 124 παρ. 4 α) ν. 4254/2014.

Σημειωτέον ότι η εναγομένη δεν αμφισβήτησε τα ποσά στα οποία ανέρχονταν, κατά το ως ανωτέρω διάστημα, αφενός, οι αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων της και, αφετέρου, οι συμβατικές αποδοχές της ενάγουσας, ούτε άλλωστε τον υπολογισμό των διαφορών των δεδουλευμένων αποδοχών της τελευταίας, ισχυριζόμενη, μόνο, εν σχέσει με την υπ όψιν αξίωση, πως συνδεόταν με την ενάγουσα με απλή σχέση και όχι με σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, οι αποδοχές που της οφείλει πρέπει να υπολογιστούν βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ισχυρισμός που όμως τυγχάνει αβάσιμος, κατά τα προεκτεθέντα, μάλιστα δε, εκτός από την ως άνω ευθύνη της εναγομένης για την ικανοποίηση όλων των μισθολογικών απαιτήσεων της ενάγουσας, διαπιστώνεται η σύνδεσή της με αυτήν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά το άρθρο 117 παρ. 3 ν. 4254/2014, από 12.4.2013, που συμπληρώθηκαν τριάντα έξι μήνες από την αρχική τοποθέτηση της ενάγουσας στην εναγομένη, οπότε η επίδικη σύμβαση της πρώτης με την εταιρία «* Α.Ε.» μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη, έμμεση εργοδότριά της, καταγγελθείσα, τελικώς, από αυτήν στις 5.12.2014, άνευ αποζημιώσεως και έγγραφου τύπου, ήτοι ακύρως, πλην όμως το σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά απαράδεκτο, επειδή παρήλθε άπρακτη η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης (υπό στοιχείο III).

VI. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε, κατά τα προδιαληφθέντα, δεκτού γενομένου, ως βασίμου, του σχετικού (πρώτου) λόγου της υπό κρίση εφέσεως, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και κατ ουσίαν -καθώς και οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της εκκαλούσας- και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση.

Εν συνεχεία, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, προς εκδίκαση κατ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει η αγωγή, απορριπτομένου του αιτήματος που αφορά στην ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας, να γίνει δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη -καθώς και οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της ενάγουσας, να απορριφθεί δε η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης- και να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την εταιρία «* Α.Ε.» μετατράπηκε, από 12.4.2013, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη εταιρία, επίσης να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.951,93 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).