ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 424/2019

 

Δικαστής : Ε. Κατινιώτη Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Ο. Πολίτη, Ν. Ξενογιάννης, Χ. Παναγουλέα, Γ. Χαλβατζής, Ε. Μπάγια

 

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των καθ ων ... και την ανωμοτί κατάθεση του 1ου αιτούντος ..., οι οποίοι εξετάσθηκαν νομοτύπως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη των καθ ων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...», είναι εταιρεία εισηγμένη στο Χ.Α. και υπόκειται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έχοντας ως πρόεδρο του Δ.Σ το δεύτερο των καθ ων ..., Διευθύνοντα Σύμβουλο και μέλος του ΔΣ τον τρίτο των καθ ων ..., Αντιπρόεδρο του ΔΣ την τέταρτη των καθ ων ..., Οικονομικό Διευθυντή τον πέμπτο εξ αυτών ... και μέλος του ΔΣ την έκτη των καθ ων .... Το αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, σύμφωνα με το καταστατικό της, είναι ιδιαιτέρως εκτεταμένο και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή χρυσών και αργυρών κοσμημάτων και ωρολογίων, την κατασκευή, επεξεργασία, εμπορία, εισαγωγή, εξαγωγή και αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού κοσμημάτων, ωρολογίων, οπτικών ειδών, ενδυμάτων, υποδημάτων, αξεσουάρ ενδύσεως (...). Η εταιρεία αυτή, επί σειρά ετών, παρουσιαζόταν προς το επενδυτικό κοινό ως μια οικονομικώς εύρωστη εταιρεία με ισχυρή παρουσία, μεγάλο κύκλο πωλήσεων και κερδών και με μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης, δεδομένου ότι δραστηριοποιείτο εμπορικά και εκτός Ελλάδος σε μεγάλες πρωτεύουσες, όπως η Νέα Υόρκη και το Τόκιο, μέχρι και τις 4.5.2018, οπότε το αμερικάνικο επενδυτικό σχήμα ... ανήρτησε στο διαδίκτυο έκθεση, η οποία αμφισβητούσε την ορθότητα και την ειλικρίνεια των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεών της για το έτος 2017 (στις ενοποιημένες αυτές καταστάσεις περιλαμβάνονται και τα οικονομικά αποτελέσματα του Ομίλου Εταιρειών, που διατηρεί η πρώτη καθ ης στην Ασία), όπως και τα ταμειακά διαθέσιμα αυτής για την αντίστοιχη χρήση. Ενόψει του ανωτέρω γεγονότος και στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να καθησυχάσει το επενδυτικό κοινό, η εταιρεία ... ανακοίνωσε ότι το δημοσίευμα της ... είναι ψευδές, ανυπόστατο, συκοφαντικό και παραπλανητικό, καθώς και ότι επιφυλάσσεται να επανέλθει με νεώτερη ανακοίνωση προς το επενδυτικό κοινό με αναλυτικά στοιχεία διάψευσης των κατ ίδιαν ψευδών πληροφοριών και στοιχείων, που αναφέρονταν στο εν λόγω δημοσίευμα. Πλην όμως, τελικά, και παρά τις διαψεύσεις της εταιρείας, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στην κλήση της Κεφαλαιαγοράς να προσκομίσει οικονομικά στοιχεία για τη χρήση του 2017 και για τα ταμειακά της διαθέσιμα, με αποτέλεσμα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αφενός να επιβάλει διοικητικά πρόσημα, μεταξύ άλλων, και στους καθ ων η αίτηση και αφετέρου να υποβάλει μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατά την έρευνα της οποίας προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι καθ ων, με την ως άνω ιδιότητά τους, τέλεσαν, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της απάτης, αφού προέβησαν σε μια μεθοδευμένη και σχεδιασμένη, τουλάχιστον από το έτος 2007, εξαπάτηση των επενδυτών, που εμπιστεύτηκαν την ειλικρίνεια των δημοσιευμένων ισολογισμών της εταιρείας, προχώρησαν σε αγορά μετοχών της και σήμερα έχουν καταγράψει τεράστια οικονομική ζημία, αφού η τιμή της μετοχής μετά την αποκάλυψη της απάτης έχει υποστεί οικονομική απαξίωση. Πιο συγκεκριμένα και εν συνάψει αναφέρεται ότι κατά την ποινική διερεύνηση της υποθέσεως προέκυψε ότι κάποιες θυγατρικές εταιρείες της πρώτης των καθ ων στην Ασία, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής του υποομίλου Ασίας (...), είχαν καταχωρήσει σημαντικό όγκο και αξία εικονικών αγορών και πωλήσεων εμπορευμάτων με τρεις τουλάχιστον μεθόδους καταχώρησης εικονικών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων ήταν και το ότι το «...» καταχωρούσε και δήλωνε εικονικά τραπεζικά υπόλοιπα αναφορικά με υπαρκτούς τραπεζικούς λογαριασμούς, δήλωνε εικονικά τραπεζικά υπόλοιπα αναφορικά με ανύπαρκτους ή εικονικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και δημιουργούσε πλαστά bankstatements, για να υποστηρίζουν τα εν λόγω υπόλοιπα. Η αξιολόγηση δε των ευρημάτων οδήγησε στη διαπίστωση ότι οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για σειρά ετών δεν ήταν ορθές, αλλά αντιθέτως ψευδείς και παραπλανητικές (βλ. και το υπ αριθ. .../2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τίτλοι, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και θυρίδες των καθ ων η αίτηση). Ακολούθως, πιθανολογήθηκε ότι οι τρεις πρώτοι των αιτούντων τυγχάνουν μικροεπενδυτές, οι οποίοι έχοντας εμπιστοσύνη στη φήμη της πρώτης των καθ ων επένδυσαν στην τελευταία μέσω συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης παραγώγων και μέσω αγοράς μετοχών τοις μετρητοίς στις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών «...», «...» και «...», έχοντας έτσι υποστεί ζημία, καθ όσον εάν γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν θα επένδυαν τις οικονομίες τους στην εταιρεία ... Τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι καθ ων, δηλαδή ότι οι αιτούντες δεν μπορούν να διατηρούν εις βάρος τους αξιώσεις, ούτε να επικαλούνται ζημία, καθ όσον τα παράγωγα είναι μια απρόβλεπτη και επισφαλής επένδυση και ενέχουν από τη φύση τους τεράστιο ρίσκο, αφού πρόκειται στην ουσία για στοιχηματικά προϊόντα και, επομένως, η όποια ζημία υπέστησαν οι αιτούντες οφείλεται σε δική τους επιλογή να μην προβούν στην πώληση ή και να καθυστερήσουν τις κινήσεις τους, κρίνονται απορριπτέα. Και αυτό, διότι είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση για τους επενδυτές η επιλογή τους να επενδύσουν τα χρήματά τους στην εταιρεία «...» δεν ήταν απλώς μια επιζήμια επένδυση στο Χρηματιστήριο, εντός των αποδεκτών νομίμων και καθορισμένων ορίων και κανόνων, αλλά το αποτέλεσμα μιας μεθοδευμένης και σχεδιασμένης επί σειρά ετών ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι καθ ων, με σκοπό την εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού ως προς την οικονομική θέση και κατάσταση της εισηγμένης εταιρείας (πρώτης των καθ ων), με πληροφορίες (όπως ανακοίνωση αριθμού καταστημάτων, που στην πραγματικότητα δεν λειτουργούσαν, δημοσίευση ισολογισμών, που ήταν εικονικοί και απολύτως ανακριβείς κλπ.), που ήταν πρόσφορες να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό και στις εποπτικές αρχές, συμπεριφορά, που στοιχειοθετεί το αδίκημα της απάτης (άρθρ. 386 ΠΚ) και συνιστά, φυσικά, αδικοπραξία. Υπαίτιοι ήταν οι καθ ων, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας και μέλη του Δ.Σ, οι οποίοι και εκπόνησαν και έθεσαν σε λειτουργία το σχέδιο εξαπάτησης, με σκοπό να αποκομίσουν (παράνομα) κέρδη. Οι ισχυρισμοί τους δε ότι δεν γνώριζαν και δεν φέρουν ευθύνη για την εξαπάτηση αυτή -πλην του δεύτερου εξ αυτών ..., ο οποίος προΐστατο του υποομίλου της Ασίας απ όπου ξεκίνησε και το θέμα, και ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, αναλαμβάνοντας την «αντικειμενική» ευθύνη ως εκ της ιδιότητάς του- δεν κρίνονται πειστικοί, αφού όλοι συμμετείχαν στη διοίκηση της εταιρείας και στις συνεδριάσεις του ΔΣ και γνώριζαν την οικονομική πορεία της εταιρείας, της οποίας είχαν και την ευθύνη λειτουργίας της. (...). Ακολούθως, πιθανολογήθηκε ότι ο πρώτος αιτών κατά το διάστημα από 10.4 έως 4.5. 2018 προέβη μέσω της «... ΑΧΕΠΕΥ» στην αγορά 58 συμβολαίων των 100 μετοχών έκαστο, ήτοι 5.800 μετοχές με μέση τιμή αγοράς έκαστης μετοχής 10,44 ευρώ, συνολικής αξίας 60.552 ευρώ, ενώ κατά το διάστημα από 4.5 έως 25.5.2018 προέβη στην πώληση 44 συμβολαίων των 100 μετοχών έκαστο, ήτοι 4.400 μετοχές με μέση τιμή πώλησης εκάστης μετοχής 8,31 ευρώ, συνολικής αξίας 36.564 ευρώ. Τα υπόλοιπα συμβόλαια δεν κατάφερε να τα πωλήσει, αφού εν τω μεταξύ η διαπραγμάτευση της μετοχής της καθ ης ανεστάλη και τελικά στις 21.9.2018, έπειτα από απόφαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, πραγματοποιήθηκε η διαγραφή των συμβολαίων επί των μετοχών της πρώτης καθ ης, με αποτέλεσμα όλες οι ανοικτές θέσεις να λήξουν αναγκαστικά την ημέρα της διαγραφής κατά τρόπο αυτοδίκαιο. Οι όποιες δε μετοχές έχει στην κατοχή του επί της ουσίας έχουν απαξιωθεί οικονομικά. Επομένως, η ζημία του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των (60.552-36.564) 23.983 ευρώ. Εξάλλου, ο ίδιος αιτών κατά το χρονικό διάστημα από 10.4 έως 4.5.2018 μέσω της ... προέβη στην αγορά 23 συμβολαίων των 100 ευρώ μετοχών έκαστο, ήτοι 2.300 μετοχές με μέση τιμή αγοράς εκάστης μετοχής 7,2586 ευρώ, συνολικής αξίας 16.694,78 ευρώ, συμβόλαια, τα οποία δεν κατάφερε να πωλήσει με ισόποση ζημία του. Δηλαδή ο αιτών αυτός πιθανολογείται ότι έχει υποστεί ζημία συνολικού ύψους (23.988 + 16.694,78) 40.682,78 ευρώ. Ο δεύτερος αιτών στις 2.5.2018 προέβη μέσω της ... ΑΧΕΠΕΥ στην αγορά 12 συμβολαίων των 100 μετοχών, ήτοι 1.200 μετοχές με μέση τιμή αγοράς εκάστης μετοχής 7,073 ευρώ συνολικής αξίας 8.487,60 ευρώ συμβόλαια, που δεν κατάφερε να πωλήσει για τους ίδιους ως άνω λόγους, ήτοι λόγω αρχικά της αναστολής της διαπραγμάτευσης της μετοχής και εν συνεχεία της διαγραφής και, συνεπώς, η ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 8.487,60 ευρώ. Ο τρίτος των αιτούντων στις 30.4. 2018 προέβη στην αγορά 500 εισηγμένων στο ΧΑΑ μετοχών της 1ης καθ ης με μέση τιμή αγοράς εκάστης μετοχής 15,66 ευρώ, συνολικής αξίας 7.830 ευρώ, οι οποίες παραμένουν στην κατοχή του για τους ίδιους ως άνω λόγους και οι οποίες πλέον δεν έχουν οικονομικό αντίκρυσμα. Συνεπώς, η ζημία του ανέρχεται στο ως άνω ποσό αγοράς. Περαιτέρω, η 4η αιτούσα στις 27.4.2018 μέσω της ... προέβη στην αγορά 21 συμβολαίων των 100 μετοχών έκαστο με μέση τιμή αγοράς εκάστης μετοχής 10.325 ευρώ, συνολικής αξίας (2.100 χ 10,325) 21.682,5 ευρώ, εκ των οποίων το χρονικό διάστημα από 4.5.2018 έως 8.5.2018 προέβη στην πώληση 13 τουλάχιστον συμβολαίων των 100 μετοχών έκαστο με μέση τιμή πώλησης εκάστης μετοχής 6,707 ευρώ, ήτοι (1300 χ 6,707) 8.719,1 ευρώ. Δηλαδή, η ζημία της ανέρχεται στο ποσό των (21.682,5- 8.719,1) 12.963,4 ευρώ (βλ. τα πινάκια αγοράς και πώλησης παραγώγων σχετικό 26). Αντιθέτως, οι λοιπές αξιώσεις της αιτούσας αυτής, που απορρέουν από την αγορά των 1.700 εισηγμένων στο ΧΑΑ μετοχών της 1ης καθ ης στις 11.5. 2018, καθώς και η αγορά των υπολοίπων 35 συμβολαίων των 100 μετοχών έκαστο, που έλαβε χώρα το χρονικό διάστημα από 21.5.2018 έως 23.5. 2018, δεν πιθανολογούνται βάσιμες, διότι οι αγορές αυτές των μετοχών και παραγωγών έλαβαν χώρα μετά την 4.5.2018, ήτοι μετά τη δημοσίευση της έκθεσης της ... και προφανώς οι αγορές αυτές δεν απέβλεπαν στα οικονομικά μεγέθη της πρώτης των καθ ων, αλλά η αιτούσα αποσκοπούσε στην κερδοσκοπία μέσω της συνεχόμενης διακύμανσης της τιμής της μετοχής την εν λόγω περίοδο, όπως βασίμως ως προς το σημείο αυτό ισχυρίζονται οι καθ ων. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες διατηρούν χρηματικές απαιτήσεις συνολικού ύψους 69.963,78 ευρώ από την αδικοπραξία, που τέλεσαν σε βάρος τους οι 2ος έως και 6η των καθ ων, για τις οποίες (απαιτήσεις), όπως αναφέρθηκε στην νομική σκέψη της απόφασης, βαρύνεται και η πρώτη καθ ης. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η περιουσιακή κατάσταση των καθ ων είναι επισφαλής, ενόψει των απαιτήσεων, που διατηρούν σε βάρος τους διάφοροι πιστωτές, οι οποίοι έχουν ήδη αρχίσει να προβαίνουν σε λήψη ασφαλιστικών μέτρων προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους (βλ. την υπ αριθ. .../2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εκεί απούσας ελβετικής εταιρείας με την επωνυμία «...» ύψους 36.450.000 ευρώ διατάχθηκε η προσημείωση υποθήκης κατά ακίνητης περιουσίας του 2ου και της 4ης των καθ ων), ενώ πιθανολογείται ότι η περιουσιακή κατάσταση της πρώτης καθ ης είναι ιδιαιτέρως επισφαλής λόγω των εικονικών ισολογισμών, γεγονός, που δημιουργεί κίνδυνο μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων των αιτούντων και, συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή αίτηση ως ουσιαστικώς βάσιμη, εφόσον πιθανολογήθηκε τόσο η ουσιαστική βασιμότητα των απαιτήσεων των αιτούντων όσο και ο επικείμενος κίνδυνος για την ικανοποίησή τους, και να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε ακίνητης περιουσίας των καθ ων μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ, ποσό, που πιθανολογείται ότι θα ανέλθει η συνολική απαίτηση των αιτούντων κατά το χρόνο ικανοποίησής της (...).