ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 412/2020

 

Ειρηνοδίκης : Μαρία Κατουρτζίδου

Δικηγόροι : Μαρία Σκορδαλού - ερήμην εναγομένης

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και η παράγραφος 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ν.δ. 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα) οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια» για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας) (Ολ.Α.Π. 7/2019 δημ. Νόμος, ΧρΙΔ 2019, 626).

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του α.ν. 539/1945, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης ο οποίος λαμβάνεται υπόψη προς εξεύρεση του αριθμού των ημερών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει ως κανονική άδεια δεν αφαιρούνται τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία αυτός απείχε από την εργασία του στην υπόχρεη επιχείρηση επειδή αντιμετώπισε σχετικώς βραχείας διαρκείας ασθένεια (ή στράτευση, απεργία, ανταπεργία ή ανώτερη βία, που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα).

Και σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, ως βραχείας διαρκείας ασθένεια θεωρείται εκείνη που διαρκεί έναν μήνα για υπαλλήλους που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, τρεις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των τεσσάρων ετών, τέσσερις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των δέκα ετών και έξι μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των δεκαπέντε ετών.

Επίσης, το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ αποδοχών του εργαζομένου προβλέπεται στο ενωσιακό δίκαιο από την Οδηγία 2003/88/Ε.Κ., η οποία κωδικοποίησε τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104, την οποία κατάργησε. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104, έχει ως έξης: «Τα κράτη-μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους πού προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης».

Το άρθρο 17 της Οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση όσον αφορά το άρθρο 7.

Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου-Δ.Ε.Κ. (απόφαση 6.11.2018 Δ.Ε.Κ. C-684/16, Δ.Ε.Κ. C-619/16), η εν λόγω διάταξη απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές οι οποίες προβλέπουν ότι, κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας, ουδεμία χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ αποδοχών καταβάλλεται στον εργαζόμενο ο οποίος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ αποδοχών, ιδίως επειδή ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς και/ή μιας περιόδου μεταφοράς (αποφάσεις της 20ης Ιανουάριου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ., C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, της 20ής Ιουλίου 2016, Maschek, C-341/15, EU:C:2016:576, καθώς και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King, C-214/16, EU:C:2017:914). Το Δικαστήριο (Δ.Ε.Κ.) έχει ιδίως διευκρινίσει ότι το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2003/88 δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ αποδοχών που απονέμεται ρητώς από την ως άνω Οδηγία, οι οποίοι περιλαμβάνουν ακόμη και την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος κατά τη λήξη μιας περιόδου αναφοράς ή μιας περιόδου μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο εργαζόμενος του οποίου το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ αποδοχών αποσβέσθηκε είχε πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα που του απονέμει η εν λόγω Οδηγία (απόφαση C-350/06 και C-520/06, ως ανωτέρω).

Στο ως άνω πλαίσιο, υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ αποδοχών, που επίσης κατοχυρώνεται με το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, επιτρέπεται να περιοριστεί μόνον εφόσον τηρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη και, ιδίως, εφόσον δεν θίγεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος. Συνεπώς, τα κράτη-μέλη δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από την αρχή που απορρέει από το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν είναι δυνατή ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 παρ. 2 του Χάρτη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/ 1983, «αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες που ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. σκέψη αρ. 2), συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταβολή αποδοχών αδείας στον εργαζόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χορήγηση της άδειας, δηλαδή με τη θεμελίωση δικαιώματος εκ μέρους του τελευταίου να λάβει άδεια αναψυχής κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους (Α.Π. 1050/2018 δημ. Νόμος). Συνεπώς, ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας, δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως (in natura) το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση, και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών (Ολ.Α.Π. 7/2019 δημ. Νόμος).

Ακολούθως, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, διάταξη εθνικού δικαίου η οποία δεν προβλέπει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης αποζημίωση για τον εργαζόμενο που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς ή (και) της περιόδου μεταφοράς και για το λόγο αυτό δεν έκανε χρήση του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ αποδοχών, αντιβαίνει στο άρθρο 7 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας (Δ.Ε.Ε. 3.5.2012, C-337/12).

Ακόμη και σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης λόγω θανάτου του εργαζόμενου το δικαίωμα για άδεια, σύμφωνα με το Δ.Ε.Ε. (Δ.Ε.Ε. 12.6.2014, C-118/13), δεν απόλλυται, αλλά μετατρέπεται σε χρηματική αποζημίωση και καταβάλλεται στους κληρονόμους του θανόντος, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν είχε υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας (Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδ. 2019, παρ. 24 «Η άδεια αναψυχής»).

Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι κληρονόμοι της * του ... και της ..., που απεβίωσε στις 15 Ιουνίου 2018, ο πρώτος ως σύζυγος αυτής, ο δεύτερος ως ανιψιός της, τέκνο της προαποβιωσάσης αδερφής της, και ή τρίτη ως αμφιθαλής αδελφή της. Ότι η αποβιώσασα εργάστηκε ως φαρμακοποιός από την 13.2.1985 μέχρι και 6.6.1994 στον ... και από 8.6.1994 μέχρι 15.6.2018 στην εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διευθύντρια αυτής, με μικτές μηνιαίες αποδοχές 5.928,00 ευρώ. Ότι το έτος 2016 εργάστηκε κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο και από τον Απρίλιο του 2018 βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια μέχρι 15.6.2018, ότε και απεβίωσε. Ότι η αποβιώσασα δεν πρόλαβε να λάβει την κανονική της άδεια του έτους 2018, την οποία εδικαιούτο, καθόσον οι ημέρες της αναρρωτικής άδειας δεν καταλογίζονται στις ημέρες της άδειας αναψυχής και σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο πριν από τη λήψη της άδειας ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας που θα ελάμβανε εάν του είχε χορηγηθεί κανονική άδεια. Ότι η θανούσα κατέλιπε την από 19.10.2016 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ αριθμ. .../16.11.2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ αριθμ. .../5.2.2019 πράξη της Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η θανούσα διέθεσε μόνο την ακίνητη περιουσία της και όχι και τις απαιτήσεις της κατά της εναγόμενης από την εργασιακή της σχέση. Ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας δικαιούνται να λάβουν κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας το ποσό των 5.298,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής κατά το έτος 2018 και το ποσό των 2.964,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθέν επίδομα αδείας του έτους 2018 και συνολικά το ποσό των 8.892,00 ευρώ, και δη κατά ποσοστό 1/2 ο πρώτος ενάγων, ήτοι 4.446,00 ευρώ (2.964,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής κατά το έτος 2018 και 1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση, για μη ληφθέν επίδομα αδείας του έτους 2018), και κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, ήτοι ποσό 2.223,00 ευρώ έκαστος εξ αυτών (1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια, αναψυχής κατά το έτος 2018 και 741,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθέν επίδομα αδείας του έτους 2018).

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη με απόφαση του δικαστηρίου τούτου να καταβάλει για τις αναφερόμενες αιτίες στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 4.446,00 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη το ποσό των 2.223,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη του θανάτου της δικαιοπαρόχου τους (16η Ιουνίου 2018), άλλως από την κοινοποίηση της υπό κρίση αγωγής, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων και στην αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ ύλην και κατά τόπο (κατ άρθρα 9, 14 παρ. 1, 16 περ. 2, 22 Κ.Πολ.Δ.) εισάγεται να συζητηθεί ως περιουσιακή-εργατική διαφορά των άρθρων 614 παρ. 3, 621 Κ.Πολ.Δ., είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάζεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 340, 341, 345, 346 Α.Κ., άρθρο 5 παρ. 5 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983, 614 παρ. 3, 621 και 176 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το παραδεκτό της συζητήσεως της δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου σύμφωνα με το άρθρο 71 Εισ.Ν.ΚΠολ.Δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997.

[Α]ποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η * του ... και της ..., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, θεία του δεύτερου και αμφιθαλής αδελφή της τρίτης, απεβίωσε στον Πειραιά στις 15 Ιουνίου 2018. Η ως άνω αναφερόμενη εργάστηκε ως φαρμακοποιός από την 13.2.1985 μέχρι και 6.6.1994 στον ... (Όμιλος ...) και από 8.6.1994 μέχρι 15.6.2018 στην εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διευθύντρια αυτής με μικτές μηνιαίες αποδοχές 5.928.00 ευρώ. Το έτος 2018 εργάστηκε κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο και από τον Απρίλιο του 2018 έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι 15.6.2018, ότε και απεβίωσε και συνεπώς η εργασιακή σχέση που τη συνέδεε με την εναγόμενη λόγω του θανάτου της λύθηκε χωρίς να έχει λάβει την κανονική της άδεια του έτους 2018.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας ακόμη και σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης λόγω θανάτου του εργαζόμενου το δικαίωμα για άδεια δεν απόλλυται αλλά μετατρέπεται σε χρηματική αποζημίωση και καταβάλλεται στους κληρονόμους του θανόντος, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν είχε υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας (Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδ. 2019, παρ. 24 «Η άδεια αναψυχής»). Συνεπώς οι κληρονόμοι της αποβιωσάσης δικαιούνται να λάβουν χρηματική αποζημίωση για τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του 2018.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, η ως άνω αποβιώσασα κατέλιπε ως πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς της κατά το χρόνο του θανάτου της τον εκ του πρώτου νόμιμου γάμου της σύζυγο της ... του ... και της ... (πρώτο ενάγοντα), με τον οποίο δεν απέκτησε τέκνα, τον ανιψιό της ... του ... και της ..., τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής της ... (δεύτερο ενάγοντα) και την αμφιθαλή αδελφή της ... του ... και της ... (τρίτη ενάγουσα).

Κατά το χρόνο του θανάτου της η ως άνω αποβιώσασα κατέλιπε την από 19.10.2016 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε στις 16.11.2018 με το υπ αριθμ. .../16.11.2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στον τόμο ... με α.α.... και κηρύχθηκε κυρία στις 5.2.2019 με την υπ αριθμ. .../5.2.2019 πράξη του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη αυτή η αποβιώσασα δήλωσε ότι εγκαθιστά κληρονόμους της τους ως άνω αναφερόμενους στην ακίνητη περιουσία της, πλην όμως στη διαθήκη αυτή δεν περιλήφθηκε το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, και συγκεκριμένα οι αξιώσεις της κατά της εναγόμενης για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2018, και επομένως για τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην ως άνω διαθήκη επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, καθόσον από το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης δεν συνάγεται βούληση της κληρονομούμενης σχετικά με το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της που να αποκλείει την εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς αυτό και την κλήση των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων.

Ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι καλούνται εκ του νόμου (1814 Α.Κ.) οι αδελφοί, καθώς και τα τέκνα και εγγονοί αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από την κληρονομούμενη που ανήκουν στη δεύτερη τάξη, εφόσον δεν υπάρχουν κατιόντες που ανήκουν στην πρώτη τάξη (1813 Α.Κ.) μαζί με το σύζυγο που επιζεί (1820 Α.Κ.), ο οποίος καλείται στο μισό της κληρονομιάς.

Εν προκειμένω, για το αδιάθετο μέρος της προαναφερόμενης κληρονομιαίας περιουσίας επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή με μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιωσάσης: α) τον σύζυγο της ...του ... και της ... (πρώτο ενάγοντα) σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, β) τον ανιψιό της ... του ... και της ..., τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής της ... (δεύτερο ενάγοντα) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και γ) την αμφιθαλή αδελφή της ...του ... και της ... (τρίτη ενάγουσα) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.

Πλην της προαναφερόμενης διαθήκης δεν δημοσιεύτηκε άλλη διαθήκη [...], ούτε υπάρχει εκκρεμής δίκη που να αφορά στην κληρονομιά με διάδικους τους ενάγοντες (βλ. το υπ αριθμ. .../27.2.2020 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει εγερθεί ή δεν εκκρεμεί αγωγή, σχετικά με την αμφισβήτηση, του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων στην κληρονομιά της θανούσης), οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά (βλ. το υπ αριθμ. .../19.2.2020 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης της κληρονομιάς από τους ενάγοντες).

Επομένως, η κληρονομούμενη κατέλιπε μοναδικούς εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της στην κληρονομιαία περιουσία τους ενάγοντες. Επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν από την εναγόμενη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης *, χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας από τη θανούσα άδειας του έτους 2018 ύψους 5.928,00 ευρώ, καθώς και χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθέντος επιδόματος αδείας έτους 2018 ύψους 2.964,00 ευρώ, και συνολικά 8.892,00 ευρώ κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, και δη ο πρώτος ενάγων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ήτοι 2.964,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας από τη θανούσα άδειας αναψυχής του έτους 2018 (5.928,00 ευρώ χ 1/2 = 2.964,00 ευρώ) και 1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθέντος από τη θανούσα επιδόματος αδείας έτους 2018 (2.964 x 1/2 =1.482,00 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 4.446.00 ευρώ, και καθένας από τους δεύτερο και τρίτη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ήτοι το ποσό των 1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας από τη θανούσα άδειας αναψυχής του έτους 2018 (5.928,00 ευρώ x 1/4 = 1.482,00 ευρώ) και το ποσό των 741,00 ευρώ (2.964,00 χ 1/4 = 741,00 ευρώ) ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθέντος από τη θανούσα επιδόματος αδείας έτους 2018 και συνολικά το ποσό των 2.223,00 ευρώ (1.482,00 + 741,00) έκαστος.

Κατ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.446,00 ευρώ, και συγκεκριμένα το ποσό των 2.964,06 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας από τη θανούσα άδειας αναψυχής του έτους 2018 και το ποσό των 1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθέντος από τη θανούσα επιδόματος αδείας έτους 2018, και β) σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 2.223,00 ευρώ, και ειδικότερα το ποσό των 1.482,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας από τη θανούσα άδειας αναψυχής του έτους 2018 και το ποσό των 741,00 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω μη ληφθέντος από τη θανούσα επιδόματος αδείας έτους 2018, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, έως πλήρους εξοφλήσεως.

Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος τους, στην εναγόμενη λόγω της ήττας της και λόγω της ερημοδικίας της εναγόμενης πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. συνδ. 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα (άρθρα 176, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).