ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 411/2018

 

Δικαστής : Μιχ.-Άγγελος Γιαννακάκος, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Νικόλαος Σίνος - Παναγιώτα Κατσιρούμπα

 

I. Κατά το άρθρο 672 του Α.Κ. «Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία». Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Αρκεί δε ακόμη και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει (Α.Π. 308/2011). Ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος, με ποινή ακυρότητας, να εκθέσει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αφού η παραπάνω διάταξη δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση (Α.Π. 1111/2015 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1263/2012, 824/2005, 82/2005).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και τον χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κ.λπ.), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ αρχήν μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, Ολ.Α.Π. 33/2002, Ολ.Α.Π. 34/2002, Ολ.Α.Π. 35/2002, Ολ.Α.Π. 4/1998, Α.Π. 1783/2012 «ΝΟΜΟΣ»), Η συνδρομή περιστατικών τα οποία, κατ εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (Ολ,Α.Π. 5/2014, Ολ.Α.Π. 6/2014 «ΝΟΜΟΣ»),

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ. Α.Π. 3/2006, 23/2004, 11/2003). Επιπλέον, από την αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) αλλά και την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.), συνάγεται και η συνταγματικής περιωπής αρχή της αξιοκρατίας.

IV. Τα συνταγματικά δικαιώματα, όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ... τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί... πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο ... και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από τον νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Τέλος, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, «τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν». Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου (ΟλΑΠ. 1/2017 «ΝΟΜΟΣ»). Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας αναλύεται σε τρεις μερικότερες αρχές: α) την αρχή της καταλληλότητας ή προσφορότητας, με την έννοια ότι η λήψη ενός μέτρου κατά την άσκηση του δικαιώματος την καθιστά καταχρηστική όταν το μέτρο δεν είναι πρόσφορο για τον επιδιωκόμενο σκοπό, β) την αρχή της αναγκαιότητας, που έχει την έννοια ότι στην περίπτωση που υπάρχουν διάφορα μέσα για να επιδιωχθεί ο σκοπός, η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική όταν δεν επιλεγεί το λιγότερο επαχθές. Αυτό σημαίνει ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση (ultima ratio). Και γ) την αρχή της αναλογικότητας σχέσης με ζημίας ή άλλως της αναλογικότητας με τη στενή του όρου έννοια (Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, 2014). Πλέον, μετά από την απόφαση υπ αριθμ. 9/2015 της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (δημοσιευμένη στην Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», βλ. και Α.Π. 76/2016 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»), γίνεται δεκτό ότι αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. [Σημειωτέον ότι πριν από την ΟλΑΠ. 9/2015 γινόταν δεκτό από τον Άρειο Πάγο ότι η μη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις εργατικές διαφορές δεν ιδρύει λόγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση νόμου (Α.Π. 50/2011 ΕΕργΔ 2011, 943, Α.Π. 673/2009 ΕΕργΔ 2011, 1186)].

V. Τέλος στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α 256) και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον δηλαδή υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007). Επίσης, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αποτελεί και η υπόσταση μιας σύμβασης εργασίας, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες γι αυτό υπό του νόμου προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π. 5/2011, Ολ.ΣτΕ 668/2012, επ.).

Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21.2.1986, Ν. 8793/79, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου της 20.11.1995, Saarinen κατά Φινλανδίας της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος της 8.7.2004, Adrejeva κατά Λετονίας της 18.2.2009). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του ότι στις 6.5.2014 προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία τότε ονομαζόταν «……» με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών, με την αμοιβή και τους όρους που αναφέρει στην αγωγή του. Ότι η πρόσληψή του πληρούσε τους όρους της τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας και έγινε με απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια, όπως αναλυτικά εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του, και εργάσθηκε με ζήλο και ευσυνειδησία. Ότι στις 29 Απριλίου 2015 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο νόμος 4324/2015, στο άρθρο 16Α παρ. 4 του οποίου προβλέπεται αζήμια λύση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών της ... Ότι με την από 5.5.2015 εξώδικη δήλωσή του απευθυνόμενη προς την εργοδότριά του και κοινοποιούμενη σε αυτήν στις 6.6.2015 ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για τη διαφαινόμενη πρόωρη και μη νόμιμη λύση της σύμβασης εργασίας του, κάλεσε αυτήν να τηρήσει τους όρους της εργασιακής του σύμβασης και δήλωσε ότι εμμένει σε αυτήν. Ότι η εναγομένη, στη συνέχεια, με απόφαση του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής ανέθεσε προσωρινώς καθήκοντα Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών στην υπάλληλο ..., για το χρονικό διάστημα έως τις οριστικές τοποθετήσεις στις θέσεις ευθύνης, η απόφαση δε αυτή κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με την από 9.6.2015 επιστολή του Διευθύνοντος Συμβούλου και κλήθηκε αυτός προφορικώς να παραδώσει στην αντικαταστάτριά του ..., τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και να εγκαταλείψει τη θέση εργασίας του. Ότι την ίδια ως άνω ημερομηνία δόθηκε σε αυτόν προς υπογραφή η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία αυτός υπέγραψε με επιφύλαξη. Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε την προβλεφθείσα στο άρθρο 3 παρ. 2 της εργασιακής σύμβασης αποζημίωση για την περίπτωση της πρόωρης και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας, όπως εν προκειμένω, ούτε του κατέβαλε αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας για τα έτη 2014 και 2015. Ότι έκτοτε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ότι η ως άνω πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου υπό την απλή επίκληση της διάταξης του άρθρου 16Α παρ. 4 του ν. 4173/2013 έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας, που απορρέουν τόσο από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και αυτή του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τη Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών. Ότι μετά ταύτα, η επίμαχη καταγγελία είναι άκυρη. Ότι η εναγομένη του οφείλει βάσει σχετικού όρου της συμβάσεως τους μισθούς από τις 8.6.2015 (ημερομηνία έγκυρης καταγγελίας) μέχρι τις 5.5.2017 (ημερομηνία που θα έληγε η επίδικη σύμβαση). Ότι το ποσό που του οφείλεται για την ως άνω αιτία ανέρχεται σε 54.188 ευρώ, και έχει το χαρακτήρα αποζημίωσης. Ότι σε κάθε περίπτωση το ως άνω ποσό του οφείλεται ως μισθοί υπερημερίας, καθώς η εργοδότρια κατέστη υπερήμερη εργοδότρια από την ημερομηνία της άκυρης καταγγελίας μέχρι την ημερομηνία που θα έληγε κανονικά η σύμβαση. Ότι, εκτός του ανωτέρω ποσού, η εργοδότρια εταιρεία του οφείλει και το ποσό των 2.261,76 ευρώ που αφορά στην αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας για τα έτη 2014 και 2015. Ότι η πρόωρη και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης επέφερε σοβαρό πλήγμα στην προσωπικότητά του και την επαγγελματική του εικόνα και του προξένησε ηθική βλάβη, αποτιμώμενη στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Με βάση το ως άνω ιστορικό ο ενάγων ζητεί μετά από παραδεκτή μετατροπή (περιορισμό) (βλ. Ολ.Α.Π. 30/2007 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 971/2013 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 32/2013 «ΝΟΜΟΣ») από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά: α) του ποσού των 35.340 ευρώ που αφορά στο υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης για το διάστημα από 10.2.2016 έως 5.5.2017, β) του ποσού των 2.261,76 ευρώ, που αφορά στην αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας για τα έτη 2014 και 2015 και γ) του αιτήματος των 20.000 ευρώ που αφορά στο αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, (μετατροπή) που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του ενάγοντος, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της [άρθρα 295 παρ. 1 εδ. β, 297, 223, 224, και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ] [βλ. και Α.Π. 491/2015 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 315/2010 «ΝΟΜΟΣ»] - (ζητεί) Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 18.848 ευρώ που αφορά στην αποζημίωση λόγω πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας άλλως την οφειλή της εναγομένης σύμφωνα με την III. 3 για το χρονικό διάστημα από 9.6.2015 έως 9.2.2016 νομιμοτόκως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 8η.6ου.2015 άλλως από την κοινοποίηση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, Β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 35.340 ευρώ που αφορά στην αποζημίωση λόγω πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, άλλως την οφειλή της εναγομένης σύμφωνα με την για το χρονικό διάστημα από 10.2.2016 έως 5.5.2017 νομιμοτόκως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 8η.6ου.2015, άλλως από την κοινοποίηση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, Γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 2.261,76 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας νομιμότοκα από την κοινοποίηση της αγωγής, άλλως από την 1.1.2016 μέχρις πλήρους εξοφλήσεως, και Δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης. Τέλος, ο ενάγων ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα. […………………]

[Α]ποδεικνύονται τ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε με τον ν. 4173/2013 μετά από την κατάργηση που έλαβε χώρα στις 11.6.2013 της εταιρείας με την επωνυμία «………» (η οποία είχε ιδρυθεί με το ν. 1730/1987). Η αρχική επωνυμία της εναγόμενης εταιρείας ήταν «…» (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4173/2013, όπως ίσχυε αρχικά). Ήδη, με το ν. 4324/2015 (άρθρο 1 παρ. 2) μετονομάσθηκε και έλαβε την επωνυμία «…».

Με την από 30.12.2013 Πρόσκληση εκδήλωση ενδιαφέροντος, της οποίας προηγήθηκε η υπ αριθμ. 11/27.12.2013 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρείας, προκηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, και η πλήρωση εννέα (9) θέσεων Διευθυντών και δύο (2) θέσεων Συντονιστών της …, προκειμένου να προσληφθούν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας και να απασχοληθούν στις αντίστοιχες θέσεις. Στην εν λόγω Πρόσκληση καθορίζονταν αναλυτικά τα προσόντα που έπρεπε να διαθέτουν οι υποψήφιοι προκειμένου να διεκδικήσουν την αντίστοιχη θέση. Μεταξύ των θέσεων προς πλήρωση ήταν και αυτή του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών, για την οποία ο ενάγων εκδήλωσε ενδιαφέρον, με την υποβολή σχετικής αιτήσεως και του βιογραφικού σημειώματος του. Στη συνέχεια, η εναγομένη προέβη στην αξιολόγηση των τυπικών ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων με τη συμβολή της εταιρείας συμβούλων «…». Μετά την αξιολόγηση ακολούθησε και προσωπική συνέντευξη των υποψηφίων που είχαν καταρχήν επιλεγεί, ενώπιον τριμελούς Επιτροπής. Μετά ταύτα αποφασίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ αριθμ. 331/8.5.2014 απόφασή του (αρ. πρακτικού 28, θέμα 3°) η πρόσληψη του ενάγοντος ως Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης.

Σημειωτέον ότι ο ενάγων είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα να προσληφθεί, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη. Ειδικότερα, ο ενάγων είναι κάτοχος Πτυχίου Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων με ειδίκευση στη Λογιστική και στη Φορολογία από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς και κάτοχος Executive MBA από το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν από την πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγόμενη εταιρεία, αυτός είχε προϋπηρεσία σε μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, κατέχοντας επί εικοσαετία διευθυντικές θέσεις στις Οικονομικές Διευθύνσεις Εταιρείας.

Μετά ταύτα, καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας με την επωνυμία «…» όπως νομίμως εκπροσωπείται, η με ημερομηνία 6.5.2014 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, προκειμένου ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών. Ως αποδοχές του συμφωνήθηκε να του καταβάλλεται μεικτός μηνιαίος μισθός κατά τους όρους του ενιαίου μισθολογίου για τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι δε αποδοχές του ανέρχονταν από την πρόσληψή του στο ποσό των 2.356 ευρώ μηνιαία μεικτά, ως εγγάμου, με ένα ανήλικο τέκνο στην κατηγορία ΠΕ. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων ως διευθυντικό στέλεχος δεν θα υπαγόταν στις περί ωραρίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 4.1 της σύμβασης), πλην όμως συμφωνήθηκε ρητώς ότι δικαιούται ετήσιας αδείας μετ αποδοχών σύμφωνα με τα ισχύοντα στο νόμο (άρθρο 4.1 της σύμβασης). Επίσης, ορίστηκε στο άρθρο 3.1 της επίδικης σύμβασης ότι η εν λόγω σύμβαση θα ήταν τριετούς διάρκειας λήγουσα στις 5 Μαΐου 2017 και στο άρθρο 3.2 ορίστηκε ρητώς ότι «Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας από την εταιρεία πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου ισχύος της χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, η εταιρεία οφείλει να αποζημιώσει τον Διευθυντή, καταβάλλοντος του το ποσό που αντιστοιχεί στους μη δεδουλευμένους κατά την ημερομηνία της καταγγελίας μισθούς, μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας ισχύος της παρούσας».

Ο ενάγων από της προσλήψεώς του παρείχε προσηκόντως και επιμελώς τις υπηρεσίες του. Διαρκούσης της συμβάσεως, και δη στις 29 Απριλίου 2015, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 4324/2015, με τον οποίον αντικαταστάθηκε ο τίτλος του ν. 4173/2013 και η εργοδότρια εταιρεία «...» μετονομάσθηκε σε «...», στο δε άρθρο 16 Α παρ. 4 του ως άνω νόμου, το οποίο προστέθηκε στον ως άνω νόμο με το άρθρο 14 του ν. 4324/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 44/29.4.2015), ορίσθηκε ότι: «Οι συμβάσεις αορίστου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη …… εργαζομένων που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος παραμένουν σε ισχύ. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της …… και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών λύονται αζημίως από τη θέση σε ισχύ του παρόντος. Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της … παύει αυτοδικαίως και αζημίως από τη θέση σε ισχύ του παρόντος. Μέχρι την καθ οιονδήποτε τρόπο αντικατάσταση των προσώπων της παρούσας παραγράφου, εξακολουθούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμειβόμενοι σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεών τους».

Λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου ο ενάγων με την από 5 Μαΐου 2015 εξώδικη δήλωσή του απευθυνόμενη προς την εργοδότριά του και ήδη εναγόμενη εταιρεία, που κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 6 Μαΐου 2015, διαμαρτυρήθηκε για τη διαφαινόμενη πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας του ισχυριζόμενος ότι είναι μη νόμιμη διότι δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος που να ανάγεται στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον και κάλεσε την εναγομένη να τηρήσει τους όρους της εργασιακής σύμβασης. Η εναγομένη ουδέποτε απάντησε στην ως άνω εξώδικη δήλωση. Στη συνέχεια, η εναγομένη, και δη ο Διευθύνων Σύμβουλος της, έλαβε στις 8.6.2015 την υπ αριθμ. .../8.6.2015 απόφαση με την οποία, επικαλούμενος τις διατάξεις του ν. 4173/2013 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, ιδίως δε τη διάταξη της δεύτερης περίπτωσης της παραγράφου 11 του άρθρου 9, τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού και την έκτακτη ανάγκη συντονισμού των υπηρεσιών της (εναγομένης), αποφάσισε να ανατεθούν προσωρινώς καθήκοντα Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών στην υπάλληλο ... για το χρονικό διάστημα έως τις οριστικές τοποθετήσεις στις θέσεις ευθύνης. Στη συνέχεια, με την υπ αριθμ. 240/9.6.2015 επιστολή του ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης κοινοποίησε στον ενάγοντα την υπ αριθμ…/8.6.2015 προαναφερόμενη απόφασή του, στην οποία αναφέρει, εκτός άλλων, ότι ο ενάγων με την ως άνω απόφαση αντικαταστάθηκε στα καθήκοντα του Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών και ότι κατόπιν της απόφασης αυτής λύθηκε από την ίδια ως άνω ημερομηνία (8.6.2015) η επίμαχη εργασιακή σχέση. Στη συνέχεια, ο ενάγων κλήθηκε προφορικά να παραδώσει στη αντικαταστάτριά του ... τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και να εγκαταλείψει τη θέση εργασίας του. Την ίδια ως άνω ημερομηνία, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και ο ενάγων υπέγραψε το σχετικό έντυπο με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος του. Η εναγομένη κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση χωρίς να καταβάλει στον ενάγοντα οιουδήποτε είδους αποζημιώσεως.

Από όλα τα ανωτέρω, καθώς και από τη συνεκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανωτέρω περιγραφόμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, κατά την έννοια του άρθρου 672 του Α.Κ. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 14 του νόμου 4324/2015, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της «...» (ήδη εναγομένης) και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών λύονται αζημίως από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου, αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση με γνήσια αναδρομική δύναμη, η οποία δεν δικαιολογείται ούτε κατ εξαίρεση (βλ. Ολ.Α,Π. 33/2002, Ολ.Α.Π. 34/2002, Ολ.Α.Π. 35/2002 «ΝΟΜΟΣ»). Πρόκειται για μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη στη σύμβαση εργασίας, η οποία προσβάλλει το ατομικό δικαίωμα των συμβαλλομένων μερών στην ελευθερία της σύμβασης εργασίας καταργούσα τη δυνατότητα διαμόρφωσης του περιεχομένου αυτής. Πράγματι, με την πρόωρη μονομερή λύση της (ιδιωτικής) συμβάσεως των ήδη προσληφθέντων, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της ... (ήδη εναγομένης) και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε χρηματικής αποζημιώσεως, η οποία σε περίπτωση πρόωρης λύσης είχε οριστεί στο μέρος του συνολικού ποσού της όλης αμοιβής τους, προσβάλλεται η κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα οικονομική ελευθερία των ανωτέρω προσώπων, εφόσον ούτε προβλήθηκαν ούτε συντρέχουν λόγοι που επέβαλαν τη ρύθμιση αυτή (προσβολή δικαιωμάτων άλλων, παραβίαση του Συντάγματος, προσβολή των χρηστών ηθών, ή βλάβη της Εθνικής Οικονομίας).

Εν προκειμένω, η εν λόγω θέση που κατέλαβε ο ενάγων αποτελεί θέση για την οποία είχαν τηρηθεί οι αξιοκρατικές διαγωνιστικές διαδικασίες (γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη), το αντικείμενο δε αυτής αφορούσε τις λειτουργικές ανάγκες της εναγομένης χωρίς παράλληλα να αποδεικνύεται ότι η κατάργηση της εργασιακής σχέσης, δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου, δικαιολογείται από το γεγονός ότι η κατάργηση των αναφερόμενων στο νόμο συμβάσεων υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από λόγους ιδιαίτερης πολιτικής εμπιστοσύνης της Κυβέρνησης και για την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής (βλ. τη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας), καθότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του αφορούσαν αποκλειστικά τη λειτουργία της εναγομένης και υπαγορεύονταν από τη σύμβαση εργασίας του και τον Κανονισμό Λειτουργίας της ενώ ο ίδιος δεν ασκούσε κυβερνητική πολιτική.

Περαιτέρω, η εν λόγω επέμβαση του νομοθέτη δεν κρίνεται στην παρούσα περίπτωση δικαιολογημένη, καθότι η συμβατική ελευθερία των μερών δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, ούτε προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ούτε αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας.

Επισημαίνεται ότι πριν από την ως άνω απόλυση του ενάγοντος η εναγομένη είχε ήδη αποφασίσει να αναθέσει τα καθήκοντα που μέχρι τότε ασκούσε αυτός, ήτοι τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, στην υπάλληλο ..., η οποία και αντικατέστησε τον ενάγοντα. Το γεγονός της αντικατάστασης του ενάγοντος από την ανωτέρω υπάλληλο (για την οποία αντικατάσταση η εναγομένη είχε αποφασίσει πριν από την απόλυση του ενάγοντος) ενισχύει έτι περαιτέρω την άποψη του Δικαστηρίου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν έλαβε χώρα για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγομένη ουδέν λόγο ή μνεία κάνει για τα προσόντα της ανωτέρω υπαλλήλου η οποία αντικατέστησε τον ενάγοντα. Σημειωτέον ότι ο ενάγων ως διευθυντικό στέλεχος έχει όσες αρμοδιότητες του δίδονταν από τον εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της εργοδότριάς του (άρθρο 22) και σε καμία περίπτωση δεν είχε εξουσία διοίκησης ή έκφρασης της πολιτικής της εταιρείας, αλλά στο πλαίσιο άσκησης των ανατεθειμένων καθηκόντων του εκτελούσε κάθε έργο που του ανατίθετο από τη Διοίκηση της εταιρείας και ενημέρωνε πλήρως τον Προϊστάμενο του, Γενικό Διευθυντή, παρέχοντας τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης.

Εξάλλου, με τη νομοθετική κατάλυση της εργασιακής σχέσης και συνακόλουθα της υλικής βάσης της ύπαρξης του εργαζομένου, προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Συντάγματος «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας, ελέγχοντας την συνταγματικότητα των μισθολογικών περικοπών που έγιναν στον στενό δημόσιο τομέα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, με σκοπό την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, συνήγαγε ότι οι επεμβάσεις του νομοθέτη που προκαλούν διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του εργαζομένου αντίκεινται στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ακόμη και όταν με αυτές επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος (Ολ.ΣτΕ 668/2012, σκ. 35, προς το τέλος). Με την κατάλυση των συμβάσεων εργασίας με μια εκ των υστέρων νομοθετική παρέμβαση, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στη σύμβαση εργασίας μερών, αλλά και χωρίς συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των απολυτέων, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξής του, και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πρακτικά αδύνατη. Έτσι όμως προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, η νομοθετική αυτή επέμβαση προσβάλλει και το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού». Τούτο διότι η προπεριγραφείσα νομοθετική παρέμβαση, διά της νομοθετικής επιβολής απολύσεων (και μάλιστα υπό τις παρούσες οικονομικές δυσμενείς συνθήκες), προδήλως λαμβάνει χώρα προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που επιτάσσει το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, από την συνταγματική αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) αλλά και την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.), συνάγεται και η, συνταγματικής περιωπής, αρχή της αξιοκρατίας. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 14 του νόμου 4324/2015, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της …… (ήδη εναγομένης) και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών λύονται αζημίως, αντίκειται και στην, συνταγματικής περιωπής, αρχή της αξιοκρατίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, πηγάζει από την αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) αλλά και τη δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.). Και τούτο, διότι με την ως άνω νομοθετική διάταξη προβλέπεται η λύση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών της εναγομένης, χωρίς οιαδήποτε προϋπόθεση και χωρίς την εξάρτηση της αζήμιας απόλυσης αυτών από την έλλειψη συγκεκριμένων προσόντων των ανωτέρω προσώπων.

Η ανωτέρω ρύθμιση προσβάλλει, και δη στον πυρήνα τους, και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του ενάγοντος καθώς και των προσώπων που θίγονται από αυτή (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1, 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την προστασία της εργασίας, και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας, διότι μεταβάλλει άρδην, και μάλιστα στον έσχατο βαθμό, τους όρους εργασίας του ενάγοντος, με την αζήμια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Η ανωτέρω παραβίαση καθίσταται εναργέστερη από το γεγονός ότι το επιβαλλόμενο ως άνω νομοθετικό μέτρο της απόλυσης αφορά μόνο εννέα εργαζόμενους Γενικούς Διευθυντές και Διευθυντές (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων) σε σύνολο χιλίων περίπου εργαζομένων που παρείχαν υπηρεσίες στην «…», καθιστώντας έτσι την εν λόγω διάταξη, κατά το μέρος που αφορά την αζήμια λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της … (ήδη εναγομένης) και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών της, «φωτογραφική».

Πέραν αυτών, η ως άνω νομοθετική διάταξη αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, καθώς αποτελεί επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό η οποία δεν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος. Όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, Vdho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007). Επίσης, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η υπόσταση μιας σύμβασης εργασίας, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες γι αυτό νόμιμες προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π. 5/2011, Ολ.ΣτΕ 668/2012, επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση και υπό τις ως άνω περιστάσεις, ουδείς λόγος συνέτρεχε από εκείνους που θα δικαιολογούσαν τη νομοθετική παρέμβαση που έλαβε χώρα, ούτε συντρέχει κάποιος λόγος γενικού δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει.

Επίσης, η ανωτέρω νομοθετική διάταξη αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τριτενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και κατ εξοχήν στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου. Ειδικότερα, ο τεθειμένος νομοθετικός περιορισμός της απόλυσης, και μάλιστα χωρίς καταβολή αποζημίωσης, δεν είναι πρόσφορος και αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και σε κάθε περίπτωση είναι δυσανάλογος σε σχέση με αυτόν. Εν προκειμένω, ο νομοθέτης, αντί για την απόλυση, θα μπορούσε να επιλέξει ηπιότερα μέσα, όπως π.χ. τη μετάταξη. Ειδικότερα, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της Πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, «τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν». Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου (ΟλΑΠ. 1/2017 «ΝΟΜΟΣ»),

Επομένως, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 14 του νόμου 4324/2015 (με την οποία προστέθηκε το άρθρο 16Α στον ν. 4173/2013), κατά το μέρος που αυτή (η διάταξη) αφορά την, άνευ αποζημιώσεως, λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της «…» και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών, κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) αντισυνταγματική και επομένως είναι ανεφάρμοστη.

Περαιτέρω, η εναγομένη εκτός από την επίκληση της προαναφερόμενης νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 14 του ν. 4324/2015 ουδέν άλλο πραγματικό περιστατικό επικαλείται το οποίο να συνιστά σπουδαίο λόγο απόλυσης της επίμαχης σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 672 του Α.Κ., σπουδαίο λόγο αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Αρκεί δε ακόμη και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει (Α.Π. 308/2011 www.areiospagos.gr).

Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να προσληφθεί στη θέση του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών (κάτι που δεν αμφισβητεί η εναγομένη), παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη προσηκόντως και ευσυνειδήτως και ουδέν περιστατικό συνέτρεξε, αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, το οποίο να καθιστούσε μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για την καταγγέλλουσα εναγόμενη εργοδότρια.

Εξάλλου, η εναγομένη, δεν επικαλείται ούτε και αποδείχθηκε οιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος, οιοδήποτε πταίσμα ή παράβαση εκ μέρους του ενάγοντος κατά την άσκηση των εργασιακών τους καθηκόντων, ούτε αποδείχθηκε οιαδήποτε ζημία της ενάγουσας από την παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος εργαζομένου προς αυτήν. Επομένως, στην επίδικη περίπτωση, το συμφέρον του ενάγοντος εργαζομένου για συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι τη λήξη της είναι περισσότερο άξιας προστασίας από το συμφέρον της καταγγέλλουσας εναγόμενης εργοδότριας για άμεση λύση της σύμβασης. Σημειωτέον ότι για τη στάθμιση των ως άνω συγκρουόμενων συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και για την κρίση ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω σπουδαίος λόγος λύσης της επίδικης συμβάσεως το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 14 του νόμου 4324/2015, καθώς, όπως προεκτέθηκε, η εν λόγω διάταξη είναι αντισυνταγματική κατά το μέρος που αφορά την άνευ αποζημιώσεως λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της «……» και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών και ως εκ τούτου ανεφάρμοστη.

Επομένως, η καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο.

Περαιτέρω, οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ανέρχονταν στο ποσό των 2.356 ευρώ. Στις 8.6.2014, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, υπολειπόταν χρονικό διάστημα 23 μηνών μέχρι τη συμβατική λήξη της σύμβασης (στις 5 Μαΐου 2017). Στον όρο 3.2 της επίμαχης σύμβασης εργασίας συμφωνήθηκε ότι «σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας από την Εταιρεία πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου ισχύος της χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, η Εταιρεία οφείλει να αποζημιώσει τον Διευθυντή, καταβάλλοντος του το ποσό που αντιστοιχεί στους μη δεδουλευμένους, κατά την ημερομηνία της καταγγελίας, μισθούς, μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας ισχύος της παρούσας».

Εν προκειμένω, εφόσον η εναγομένη κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο τη σύμβαση και σταμάτησε να μισθοδοτεί τον ενάγοντα από τις 8.6.2015 μέχρι τις 5.5.2017, οπότε θα έληγε η επίδικη σύμβαση εργασίας του, οφείλει σε αυτόν για το ως άνω διάστημα ως αποζημίωση βάσει του άρθρου 3.2 της συμβάσεως το συνολικό ποσό των (2.356 ευρώ μηνιαίες μεικτές αποδοχές x 23 μήνες =) 54.188 ευρώ, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βασίμου του σχετικού αγωγικού αιτήματος.

Αναφορικά με την παραδεκτώς προτεινόμενη (Ολ.Α.Π. 2/2005 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 243/2015 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1179/2015 «ΝΟΜΟΣ») με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της, ένσταση της εναγομένης περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων, και ειδικότερα της αφαίρεσης της ωφέλειας, από το προαναφερόμενο επιδικασθέν ποσό των 54.188 ευρώ, των ποσών που ο ενάγων τυχόν εισέπραξε από την εργασία του σε άλλους εργοδότες μετά την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, παρατηρητέα τυγχάνουν τ ακόλουθα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 του Α.Κ., που ρυθμίζει την περίπτωση της υπερημερίας του εργοδότη, και ειδικότερα σύμφωνα με την παράγραφο 2 εδ. β της ως άνω διατάξεως, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τους μισθούς καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από τη παροχή της αλλού. Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη αφορά στην περίπτωση επιδίκασης υπέρ του εργαζόμενου μισθών υπερημερίας, οπότε στην περίπτωση αυτή αφαιρείται από τους μισθούς υπερημερίας οποιαδήποτε ωφέλεια προκύπτει υπέρ του εργαζομένου από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που αυτός έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη (βλ. Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2015). Πλην όμως το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 54.188 ευρώ δεν έχει, όπως προαναφέρθηκε, το χαρακτήρα μισθών υπερημερίας, αλλά έχει το χαρακτήρα αποζημιώσεως, καθόσον δεν ερείδεται στο άρθρο 656 Α.Κ., αλλά εδράζεται στον όρο 3.3 της επίδικης συμβάσεως εργασίας (βλ. και τις διατάξεις των άρθρων 672, 673 και 674 του Α.Κ.) και έχει το χαρακτήρα αποζημίωσης λόγω της πρόωρης και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Εφόσον λοιπόν η προρρηθείσα ένσταση αφορά στην αφαίρεση ωφέλειας από μισθούς υπερημερίας και όχι αφαίρεση ωφέλειας από αποζημίωση απόλυσης, συνακόλουθα πρέπει η εν λόγω ένσταση να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Συνακόλουθα, αλυσιτελώς προβάλλεται και το αίτημα της εναγομένης περί επιδείξεως εγγράφων από τον ενάγοντα, τα οποία να αποδεικνύουν το ύψος των ποσών που έχει αυτός εισπράξει ως εργαζόμενος από την ημερομηνία της απόλυσής του και ύστερα, ώστε τα ποσά αυτά να αφαιρεθούν από το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 54.188 ευρώ, καθώς το ως άνω ποσό, όπως προεκτέθηκε, δεν έχει το χαρακτήρα μισθών υπερημερίας.

Αναφορικά με το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας παρατηρητέα τυγχάνουν τ ακόλουθα: Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ. 26/2004).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Α.Π. 338/2016 www. areiospagos.gr). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 396/2017 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1039/2015 www.areiospagos.gr).

Στην προκειμένη περίπτωση, στον όρο 4.1 της επίμαχης σύμβασης εργασίας αναφέρεται πως: «ειδικώς συμφωνείται με την επιφύλαξη της νομοθεσίας που θα ισχύει κάθε φορά ότι οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες αφορούν στην άδεια, το ωράριο (ημερήσιο, εβδομαδιαίο, εργασία κατά Κυριακές, αργίες, Σάββατα, νύκτα κτ.λ.), την υπερεργασία, τις υπερωρίες (ιδιόρρυθμες, νόμιμες, παράνομες, κατ εξαίρεση κ.τ.λ.), την έδρα κ.τ.λ. δεν θα έχουν εφαρμογή στη σχέση των συμβαλλομένων μερών». Στη συνέχεια, σύμφωνα με ρητό όρο της επίδικης συμβάσεως εργασίας (όρος 4.2) «Ο Διευθυντής δικαιούται ετήσια αδείας μετ αποδοχών, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο νόμο». Ο όρος 4.2 λοιπόν προέβλεπε ρητά τη χορήγηση ετήσιας αδείας αναψυχής μετ αποδοχών και αντιδιαστέλλεται με τον όρο 4.1, σύμφωνα με τον οποίο οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν στο ωράριο, υπερεργασία, υπερωρίες κ.λπ. δεν θα έχουν εφαρμογή στη σχέση των συμβαλλομένων μερών. Εφόσον λοιπόν υπήρχε ρητή και ειδική πρόβλεψη παροχής στον ενάγοντα της ετήσιας άδειας μετ αποδοχών, αυτός τη δικαιούταν. Είναι βέβαια γεγονός ότι στον όρο 4.1 της επίμαχης συμβάσεως αναφέρεται ότι δεν θα έχουν εφαρμογή στη σχέση των συμβαλλομένων μερών οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες αφορούν στην άδεια, το ωράριο κ.λπ. Η εξαίρεση της άδειας από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας στον όρο 4.1 της συμβάσεως (σε αντιδιαστολή με τον όρο 4.2) δημιουργεί καταρχήν αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως σε σχέση με το εάν ο ενάγων συμβαλλόμενος δικαιούται ή όχι ετήσιας άδειας μετ αποδοχών. Σύμφωνα όμως με τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., η αμφιβολία αυτή αίρεται ενόψει της ρητής και αδιάστικτης διατύπωσης του υπ αριθμ. 4.2 όρου της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων-συμβαλλόμενος δικαιούται ετήσιας αδείας μετ αποδοχών. Εξάλλου, η έννοια της ετήσιας άδειας μετ αποδοχών που αναφέρεται στον όρο 4.2 είναι υποσύνολο της γενικής έννοιας της άδειας που αναφέρεται στον όρο 4.1 της συμβάσεως, καθόσον, εκτός από την ετήσια άδεια αναψυχής που αναφέρεται στον όρο 4.2, υπάρχουν και άλλα είδη αδείας, όπως η γονική άδεια, η εκπαιδευτική άδεια κλπ. Πέραν αυτών, η αρχή της προστασίας, ως συνταγματικά διασφαλισμένη αρχή (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22, 23, 25, 106 του Συντ.), αποτελεί κομβικό σημείο αναφοράς της ερμηνευτικής διαδικασίας στο εργατικό δίκαιο. Έτσι, τόσο οι δικαιοπραξίες όσο και οι κανόνες του εργατικού δικαίου ερμηνεύονται με γνώμονα την προαναφερθείσα αρχή της προστασίας του ασθενέστερου αντισυμβαλλομένου, η οποία αποτελεί φραγμό της ατομοκρατικής ελευθερίας των συμβάσεων (βλ. Δ. Τραυλό- Τζανετάτο, Συνδικαλιστική Δράση στην επιχείρηση και Σύνταγμα, Σάκκουλας, 1984). Τούτο σημαίνει ειδικότερα ότι σε περίπτωση σύγκρουσης των δικαιωμάτων του εργοδότη με εκείνα του εργαζόμενου (π.χ. ελευθερία εργασίας), τα δικαιώματα του δεύτερου κατά την πραγματοποιούμενη στάθμιση, στο πλαίσιο πάντοτε των αρχών της αναλογικότητας και της πρακτικής εναρμόνισης έχουν «εν αμφιβολία» αξίωση ή τεκμήριο προτίμησης (βλ. Δ. Τραυλό-Τζανετάτο, Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005 επ.). Σημειωτέον ότι ακόμη και εάν δεν υπήρχε ρητή πρόβλεψη στη σύμβαση περί χορήγησης άδειας αναψυχής στον ενάγοντα, κατά την άποψη που το Δικαστήριο τούτο θεωρεί πειστικότερη, οι Διευθύνοντες υπάλληλοι εξαιρούνται μόνο από την προστασία που παρέχουν οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας την απασχόληση κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (βλ. ν. 2269/1920 «περί κυρώσεως της συμβάσεως της Ουασιγκτώνος) και η, περί του αντιθέτου, θέση δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο. Εξάλλου, η εγγύτητα του διευθύνοντος υπαλλήλου προς τον εργοδότη δεν δικαιολογεί τη μη χορήγηση σε αυτόν άδειας αναψυχής, καθόσον και ο υπάλληλος αυτός αναλώνει στην υπηρεσία του εργοδότη τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις (βλ. Ζερδελή, ό.π.). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αποδοχές αδείας.

Στην επίδικη λοιπόν περίπτωση η εναγομένη δεν έχει καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές αδείας 2014 για την εξεύρεση των αποδοχών πρέπει να εξευρεθεί πρώτα το ημερομίσθιο του ενάγοντος, το οποίο ανέρχεται σε [2.356 ευρώ (μηνιαίος μισθός): 25 =] 94,24 ευρώ. Συνεπώς, οι δικαιούμενες από τον ενάγοντα αποδοχές αδείας ανέρχονται σε (24 ημέρες x 94,24 ευρώ) = 2.261,76 ευρώ. Σημειωτέον ότι το ως άνω κονδύλιο συνιστά, κατ ορθή εκτίμηση, αποδοχές αδείας και όχι αποζημίωση αδείας, όπως το χαρακτηρίζει ο ενάγων, καθώς στην περίπτωση αποζημίωσης αδείας επέρχεται προσαύξηση 100% στις αποδοχές αδείας, η οποία δεν ζητείται εν προκειμένω από τον ενάγοντα. Η αποζημίωση αδείας αποτελεί αστική κύρωση και συνίσταται στην υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100% (άρθρο 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957) (βλ. Ζερδελή, ό.π.).

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ενάγων ζητεί (κατ ορθή εκτίμηση) τις αποδοχές αδείας όχι μόνο για το έτος 2014 αλλά και για το έτος 2015, χωρίς όμως για το έτος 2015 να ζητάει κάποιο συγκεκριμένο ποσό στο αιτητικό της αγωγής, ούτε και αναφέρει σχετικό ποσό στο ιστορικό της αγωγής. Το Δικαστήριο, όμως, πρέπει να επιδικάσει μόνο το προαναφερθέν ποσό των 2.261,76 ευρώ, που ζητεί ο ενάγων, το οποίο αφορά αποδοχές αδείας 2014, και ουδέν ποσό θα επιδικάσει για αποδοχές αδείας 2015, καθόσον δεν ζητείται συγκεκριμένο ποσό για το 2015 και δεν γίνεται να επιδικασθεί ποσό που δεν ζητείται [βλ. άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ., το οποίο καθιερώνει την αρχή της διάθεσης και συζήτησης, βλ. άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ άρθρο), τόμος Ε, έκδ. 1996].

Αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο επιδικάσεως 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παρατηρητέα τυγχάνουν τα ακόλουθα:

Μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 Α.Κ. δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου που προκαλούν μείωση της επαγγελματικής του υπόληψης και αξίας (Α.Π. 1540/2006 δημοσίευση σε Τ.Ν.Π. Νόμος, Εφ.Αθ. 5592/1999 ΕλλΔνη 2000, 1402, Μον.Πρωτ. Αθ. 1556/2017 «ΝΟΜΟΣ», Μον.Πρωτ.Αθ. 1325/2013 «ΝΟΜΟΣ»), Στην επίδικη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος κατά το άρθρο 57 Α.Κ. ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, καθόσον η επίμαχη καταγγελία δεν έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος (Α.Π. 1388/2015 «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 328/2003 «ΝΟΜΟΣ»), Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη προέβη στην απόλυση του ενάγοντος εφαρμόζοντας την προσφάτως ψηφισθείσα (σε σχέση με το χρόνο απόλυσης) νομοθετική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 4324/2015, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μεταξύ της «……» και των Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων) λύονται αζημίως. Η εναγομένη, εν προκειμένω, δεν είχε περιθώρια διακριτικής ευχέρειας, ούτε περιθώρια ανάπτυξης πρωτοβουλίας και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος ούτε έλαβε χώρα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η σχετική αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, η εναγομένη δεν είχε τη δυνατότητα ούτε την εξουσία, αυτοβούλως να θεωρήσει την ως άνω νομοθετική διάταξη αντισυνταγματική και να μην την εφάρμοζε στην επίμαχη περίπτωση. Και τούτο, διότι η συνταγματικότητα μιας νομοθετικής διάταξης ερευνάται μόνο από τα Δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (ΟλΑΠ. 5/2014, ΟλΑΠ. 6/2014 «ΝΟΜΟΣ»), Επομένως, εφόσον εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση τελέσεως αδικοπραξίας εκ μέρους της εναγομένης και παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν υπέστη ηθική βλάβη και το αγωγικό αίτημα περί καταβολής στον ενάγοντα του ποσού των 20.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Κατ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και περαιτέρω πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.848 ευρώ, που αφορά μέρος της αποζημίωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι από την 9η.6ου.2015 μέχρι την πλήρη εξόφληση, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.340 ευρώ, που αφορά μέρος της αποζημίωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι από την 9η.6ου.2015 μέχρι την πλήρη εξόφληση, και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.261,76 ευρώ, που αφορά στις αποδοχές αδείας 2014 νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε από την προσκομιζόμενη μετ επικλήσεως από 23.5.2017 βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Δ., και από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα απόδειξης ..., ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., κατά το διάστημα μετά από την προαναφερόμενη απόλυσή του δεν έχει καταφέρει να ανεύρει εργασιακή απασχόληση παρά τις προς τούτο προσπάθειές του, συνεκτιμώμενου και του γεγονότος ότι λόγω και της δυσμενούς γενικής οικονομικής συγκυρίας και της μεγάλης ανεργίας καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη η ανεύρεση εργασίας από τον ενάγοντα, ο οποίος, σημειωτέον, εργάστηκε στην υπηρεσία της εναγομένης ευσυνείδητα και με ζήλο από την αρχή της πρόσληψής του.

Μετά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει η παρούσα απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, κατά αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος (αναφορικά με το κύριο αγωγικό καταψηφιστικό αίτημα) ως και ουσιαστικά βάσιμου. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος θα επιβληθεί, κατόπιν αιτήματος του [191 παρ. 2, 106 Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 953/2006 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 100/2002 ΕλλΔνη 43 (2002), 1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων από αυτόν, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων, ήτοι σε βάρος της εναγομένης [άρθρα 178 παρ. 1, 189 αρ. 1, Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρα 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων ν. 4194/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 208/27.9.2013 ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.