ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 407/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Χροναίου, Προεδρεύων Εφέτης

Δικηγόροι: Γ. Παπαστύλος, Γ. Παπαγεωργίου

 

[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248, 1254 του ΑΚ, συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως, γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστού, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στο δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή, αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ, αρχικά με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει του πρώτου, κατά το ότι: α) το περί σύστασης του ενεχύρου έγγραφο μπορεί να είναι και απλό, δηλαδή να μη φέρει βέβαιη χρονολογία, β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο οφειλέτη της ενεχυραζόμενης απαίτησης, από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλόμενων στη σύμβαση ενεχύρου και όχι μόνο από τον ενεχυραστή, γ) η γνωστοποίηση αυτή, ως αναγγελία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 480 του ΑΚ, συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης, ή με άλλο ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η αναγγελία σε πλειστηριασμό, αλλά και η επίδοση της αγωγής της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά του τρίτου οφειλέτη του ενεχυραστή για την ενεχυρασθείσα απαίτηση χωρίς να είναι αναγκαίο να αναγράφεται στο δικόγραφο της εν λόγω αγωγής και ότι η επίδοσή της συνιστά την κατά νόμο αναγκαία γνωστοποίηση της ενεχύρασης, για την οποία γίνεται μνεία στην αγωγή και δ) από της επίδοσης του πιο πάνω αντιγράφου ή της επίδοσης της αγωγής, ως ισοδύναμου τρόπου γνωστοποίησης της ενεχύρασης, επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασθείσης απαίτησης στον ενεχυρούχο δανειστή τραπεζίτη, πράγμα που σημαίνει ότι έκτοτε, μετά δηλαδή την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, η οποία είναι ένα είδος καταπιστευτικής (εξασφαλιστικής) εκχώρησης, αποκόπτεται κάθε δεσμός του ενεχυραστή πιστούχου με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, ο τελευταίος δεν μπορεί ούτε να την εισπράξει (αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση) αλλά μόνο ο ενεχυρούχος δανειστής, ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω (ΑΠ 512/2008, ΑΠ 1431/2007, ΑΠ 1991/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ). Έτσι, ο εκχωρητής αποξενώνεται εντελώς και δεν μπορεί να αναμειχθεί στην απαίτηση, την οποία έκτοτε αποκτά η πιστώτρια ανώνυμη εταιρία (εκδοχέας) στην οποία εκχωρείται η απαίτηση και μόνο αυτή νομιμοποιείται έκτοτε να εγείρει τη σχετική αγωγή για την απαίτηση να την εισπράξει, για την εξόφληση της ασφαλιζόμενης απαίτησής της, ανεξάρτητα του αν αυτή έχει λήξει ή όχι και να αποδώσει στον ενεχυριαστή το τυχόν υπόλοιπο (ΑΠ 857/2004, ΑΠ 1136/2000 ΕλλΔνη 42, 1350, ΑΠ 1048/1998 ΕλλΔνη 39, 1571, ΕφΑθ 6180/2002 ΕλλΔνη 44, 831). Σύμφωνα δε με το άρθρο 460 του ΑΚ, ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση οφειλέτη ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του, επί δε νομικών προσώπων στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό τους (ΕφΛαμ 212/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ). [...]

Αποδεικνύονται, σε σχέση με τα αγόμενα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με τους λόγους της ενδίκου εφέσεως θέματα, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, προκειμένου να προβεί σε εργασίες επισκευής της οικίας της, ήτοι του υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου μίας οικοδομής, κειμένης επί της οδού ..., του Δήμου ... Αττικής, απευθύνθηκε στην πρώτη των εναγομένων ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «...» και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «...», για να δανειοδοτηθεί από εκείνη με στεγαστικό δάνειο. Ως προϋπόθεση για την ανάληψη του ποσού, του δανείου, τέθηκε, μεταξύ άλλων, η σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης (ζωής) υπέρ της οφειλέτριας, με όρους που η Τράπεζα έκρινε απαραίτητους για τούς σκοπούς της σύμβασης, επιπρόσθετα δε συμφωνήθηκε να εκχωρηθούν στην τελευταία, λόγω ενεχύρου, όλες οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα της δικαιούχου στο ασφάλισμα. [...]

Συγκεκριμένα, βάσει των ανωτέρω συμφωνηθέντων και ως εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, την ίδια ημέρα με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η με ημερομηνία 30.9.1999 σύμβαση, που τιτλοφορείται «Σύμβαση Ενεχυρίασης και Εκχώρησης Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου σε Ασφάλεια Στεγαστικού Δανείου», με τους ειδικότερους όρους που η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει και τους οποίους επικαλούνται αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και συνακόλουθα θεωρείται ότι δεσμεύονται από αυτούς. Σύμφωνα με τον 2ο όρο της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα, προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της Τράπεζας από το επίδικο δάνειο, για κεφάλαιο, τόκους κ.λπ., συνέστησε εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της Τράπεζας, επί της απαιτήσεώς της, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας «...», που προερχόταν από το παραπάνω υπ’ αριθμ. .../16.9.1999 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο, κατά την υπογραφή της σύμβασης ενεχυρίασης παρέδωσε η ενεχυράστρια, λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα και συμφωνήθηκε ότι εκχωρεί σ’ αυτήν και όλα τα σχετικά δικαιώματά της προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας. Στον 4ο όρο δε της παραπάνω σύμβασης προβλέπεται ότι: «Η Τράπεζα, ως δικαιούχος της ενεχυριαζομένης απαίτησης δικαιούται να ασκεί τα εκ του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου απορρέονται δικαιώματα και να προβαίνει κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και άνευ συμπράξεως του Ενεχυριαστή και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεων της που προκύπτουν από τη Σύμβαση, στη λήψη του ασφαλιζόμενου ποσού ...», ενώ στον 8ο όρο αυτής, γίνεται μνεία, ότι: «Η Τράπεζα δεν κωλύεται από το ενέχυρο που συνιστάται επί του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων της που ασφαλίζονται με την παρούσα σύμβαση ...».

Την εκχώρηση αυτή η εναγομένη Τράπεζα ανήγγειλε στην ασφαλιστική εταιρία (βλ. την υπ’ αριθμ. .../7.10.1999 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών ...) και έκτοτε κατέστη νομέας της ενεχυρασθείσας απαιτήσεώς και εδικαιούτο, κατά τους όρους της, να την εισπράξει μέχρις εξοφλήσεως του στεγαστικού δανείου, τυχόν δε μετά την εξόφληση αυτή υφιστάμενο υπόλοιπο της ενεχυρασθείσας απαιτήσεως όφειλε να το αποδώσει στον ενεχυραστή (πρβλ. ΑΠ 1168/2015, ΑΠ 480/2006, ΑΠ 1362/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ). Παράλληλα, με την υπ’ αριθμ. 32236/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών μέτρων, ενεγράφη συναινετική προσημείωση υποθήκης υπέρ της εναγομένης Τράπεζας, ποσού είκοσι μίας χιλιάδων τριακοσίων δέκα (21.310,00) ευρώ, επί του ως άνω ακινήτου, για την επισκευή του οποίου ελήφθη το επίδικο δάνειο,

Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στη σχετική θέση της παρούσας απόφασης, προέκυψε ότι σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, η ενάγουσα εκπλήρωνε με συνέπεια τις υποχρεώσεις της και η έννομη σχέση αυτής με τη δανείστρια Τράπεζα εξελίσσονταν ομαλά, αφού η πρώτη κατέβαλε περιοδικώς τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του κεφαλαίου του χορηγηθέντος δανείου, το οποίο παρέμενε άληκτο καθόλη τη δεκαετή διάρκεια της δανειακής σύμβασης και πλήρωνε τα ετήσια ασφάλιστρα του υπ’ αριθμ. ... Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Έτσι, εντός της προβλεπόμενης από τη σύμβαση δεκαετίας (ήτοι από 16.9.1999 έως 16.9.2009) είχε καταβάλει στην δανείστρια Τραπεζική εταιρία το σύνολο των δεδουλευμένων τόκων επί του Κεφαλαίου του δανείου και στην ασφαλιστική εταιρία «...», το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων εξήντα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (18.060,82) διά δέκα (10) ετησίων δόσεων, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του με ημερομηνία 13.10.2014 εγγράφου του Εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρίας.

Ωστόσο, η εκχωρηθείσα απαίτησή της κατά της άνω ασφαλιστικής εταιρίας δεν πληρώθηκε, διότι στις 21.9.2009, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/16.9.2009 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠΕΙΑ), η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε οριστικά και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, όπως προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις του ΝΔ 400/1970 (ΦΕΚ 11292/21.9.2009 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Έτσι, η δανείστρια Τράπεζα, σε εκτέλεση των προαναφερομένων όρων της δανειακής σύμβασης και ιδίως αυτού που προέβλεπε την δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της εξόφλησης της απαίτησης σε περίπτωση που καθίσταντο αμφίβολες οι προσφερόμενες ασφάλειες, αλλά και του 8ου όρου της σύμβασης ενεχυρίασης, κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 7.1.2010 εξώδικη Όχληση, με την οποία την καλούσε να εξοφλήσει το σύνολο του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου, που ανερχόταν στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (15.478,31), το οποίο αναλύεται σε: α) τόκους υπερημερίας, ποσού εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (189,43), β) ληξιπρόθεσμους τόκους, ποσού πενήντα τριών ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (53,38), γ) ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο, ποσού δέκα πέντε χιλιάδων διακοσίων είκοσι (15.220,00) ευρώ και δ) ασφάλιστρα και λοιπά έξοδα, ποσού δέκα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (15,50), ενώ ακολούθως την 11.3.2010 της κοινοποίησε εξώδικη Πρόσκληση, με την οποία της έταξε δεκαήμερη προθεσμία εξόφλησης της ως άνω οφειλής της.

Οι ανωτέρω εξώδικες προσκλήσεις της εναγομένης Τράπεζας προκάλεσαν τη Διαμαρτυρία της ενάγουσας, η οποία, με την από 27.5.2010 εξώδικη Διαμαρτυρία - Όχληση - Πρόσκληση και Δήλωση, που απηύθυνε τόσο κατά της Τραπεζικής εταιρίας, όσο και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, ζήτησε από μεν την πρώτη να προβεί στην εξάλειψη της προσημειώσεως υποθήκης, που σύννομα είχε εγγράψει στο ακίνητό της, αφού, όπως υποστήριζε, είχε εξοφλήσει πλήρως το στεγαστικό δάνειο, από δε την δεύτερη να της καταβάλει όσα νόμιμα εδικαιούτο από το υπόλοιπο της ασφαλιστικής σύμβασης με συμμετοχή στα κέρδη, το ύψος των οποίων υπολόγισε στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ.

Από τον συνδυασμό και την συνεκτίμηση των παραπάνω όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, της δανειακής σύμβασης και του Παραρτήματος της, συνάγεται ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών συμβάσεων (χορηγήσεως δανείου και ασφάλειας ζωής, με συμμετοχή στα κέρδη) ήταν συμφερότερος για την ενάγουσα από ένα απλό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, αφού με τον τρόπο αυτό, αντί να υποχρεούται να αποπληρώσει στην Τράπεζα και τους τόκους και το κεφάλαιο του δανείου σε μηνιαίες δόσεις, χωρίς κανένα επιπλέον κέρδος μετά την ολοσχερή εξόφληση, να πληρώνει μεν τους τόκους στην Τράπεζα, αλλά να πληρώνει το αντίστοιχο του κεφαλαίου ποσό, με την μορφή ασφαλίστρου, στην ασφαλιστική εταιρία, αποκομίζοντας ταυτόχρονα κέρδος, αφού, λόγω του επενδυτικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού προϊόντος, καθίστατο πιθανή η αποκόμιση επιπλέον χρηματικού κέρδους από τις επενδύσεις των ασφαλίστρων που θα κατέβαλε, ενώ επιπλέον απολάμβανε, καθ’ όλη τη διάρκειά του, ασφάλεια για κινδύνους κατά της ζωής και για μόνιμη ολική ανικανότητα για εργασία. Αντίστοιχα, η Τράπεζα δέχθηκε να λαμβάνει κατά τη διάρκεια του δανείου μόνο τους τόκους αυτού σε μηνιαίες δόσεις, ενώ το κεφάλαιο με εφάπαξ καταβολή κατά τη λήξη του δανείου, όταν θα είχε λήξει και η διάρκεια της ασφάλισης, με την επιστροφή στην ασφαλισμένη του ασφαλίσματος, ίσου με το κεφάλαιο του δανείου. Ταυτόχρονα, όμως, για εξασφάλισή της, πέρα από την εγγραφή συναινετικής προσημείωσης υποθήκης, που ενέγραψε στο ως άνω ακίνητο, όπως θα έπραττε και για κάθε άλλο δάνειο που θα χορηγούσε για να εξασφαλιστεί έναντι του δανειολήπτη, λόγω της παρεμβολής στην όλη συμβατική σχέση και της ασφαλιστικής εταιρίας και της εντεύθεν ιδιαιτερότητας της σχέσης, έλαβε ως ενέχυρο το Ασφαλιστήριο, για την περίπτωση που η δανειολήπτρια δεν ήταν συνεπής απέναντι της κατά την είσπραξη του ασφαλίσματος, ίσου με το κεφάλαιο του δανείου, από την ασφαλιστική εταιρία και την απόδοσή του στην ίδια την Τράπεζα. Ομοίως, για τον ίδιο λόγο και ένεκα της ιδιαιτερότητας της όλης συμβατικής σχέσης, με την παρεμβολή της ασφαλιστικής εταιρίας, η δανειολήπτρια εκχώρησε στην Τράπεζα την απαίτησή της για την καταβολή του ασφαλίσματος κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας.

Περαιτέρω και σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν έθεσε ως προϋπόθεση για τη λήψη του δανείου τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως με την συγκεκριμένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα, αλλά από την εκτίμηση του κειμένου της επίδικης σύμβασης προκύπτει ότι, ως προϋπόθεση λήψης του δανείου, με τους ευνοϊκούς για την ενάγουσα όρους, τέθηκε η παροχή επιπρόσθετης εξασφάλισης και συγκεκριμένα η εκχώρηση απαιτήσεων από σύμβαση ασφάλισης ζωής, συναφθείσα με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρία, στην επιλογή της οποίας προέβη η ίδια η ενάγουσα. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι υπάλληλοι της δανείστριας Τράπεζας πρότειναν προς την ενάγουσα το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα επιδιώκοντας τα ωφελήματα που της παρείχε ο συγκεκριμένος τύπος δανείου, επέλεξε την δανειοδότησή της με τον παραπάνω σύνθετο τρόπο, έναντι άλλων προγραμμάτων στεγαστικών δανείων, που δεν παρίσταντο εξίσου ευνοϊκά γι’ αυτήν.

Με βάση τα παραπάνω, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι ουδόλως εξοφλήθηκε το κεφάλαιο του δανείου, με την πληρωμή του ασφαλίστρου στην ασφαλιστική εταιρία και ουδόλως όρισε η Τράπεζα ως δεκτική καταβολής του κεφαλαίου του δανείου την ασφαλιστική εταιρία, αντίθετα διατήρησε ακέραιη την απαίτησή της για καταβολή του στην ίδια, με την διαφορά ότι, αντί να το λάβει σε μηνιαίες δόσεις, όπως συνηθίζεται σε ένα απλό δάνειο, θα το έπαιρνε εφάπαξ, κατά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας του δανείου, όταν θα εισέπραττε το ασφάλισμα η ενάγουσα και από το προϊόν του τελευταίου.

Περαιτέρω, η ενεχύραση και η εκχώρηση της ανωτέρω ασφαλιστικής απαίτησης στην Τράπεζα δεν έγινε αντί καταβολής, ώστε με μόνη την ενεχυρίαση και την εκχώρηση να επέλθει και απόσβεση της δανειακής οφειλής, ανεξάρτητα αν αυτή η απαίτηση εισπραχθεί ή όχι, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά χάριν καταβολής. Και τούτο διότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σύμφωνα με τον 8ο όρο της σύμβασης ενεχύρασης και εκχώρησης η Τράπεζα δεν κωλύεται από το συσταθέν επί της ασφαλιστικής απαίτησης ενέχυρο 5 να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των εκ του δανείου απαιτήσεών της, ήτοι ελλείψει διάκρισης κεφαλαίου, τόκων και εξόδων. Αν πράγματι η ενεχυρίαση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και η εκχώρηση της απαίτησης γινόταν αντί καταβολής και, επομένως, η οποιαδήποτε απαίτηση από την επίδικη δανειακή σύμβαση είχε αποσβεσθεί, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, η αντίδικός της δεν θα μπορούσε να ασκήσει τα νόμιμα μέσα κατά της οφειλέτριάς της, για την είσπραξη όλων αδιακρίτως των εκ της δανειακής σύμβασης απαιτήσεών της, παρά μόνο για την είσπραξη των τόκων, που δεν καλύπτονταν από το ενέχυρο και την εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης. Ούτε συνάγεται συμπέρασμα, αντίθετο με τα παραπάνω, από τον όρο του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ότι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και εξόφληση του κεφαλαίου του. Η συνάρτηση της επιστροφής του κεφαλαίου του δανείου στην Τράπεζα με την είσπραξη του ασφαλίσματος από την ασφαλιστική εταιρία, δεν σημαίνει ούτε ότι με την καταβολή του ασφαλίστρου αποσβένυτται η ενοχή προς επιστροφή του δανείου, ούτε ότι η Τράπεζα όρισε την ασφαλιστική εταιρία ως δεκτική καταβολής, αφού στην περίπτωση αυτή θα αναφερόταν ρητά και θα είχε συνομολογηθεί σχετικός όρος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. [...]

 

(Δέχεται την έφεση.)