ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4029/2020

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Άννα Τσόρμπα Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννη Αγγελόπουλο Πρωτόδικη - Εισηγητή, Παντελή Μποροδήμο Πρωτόδικη και από τη γραμματέα Κωνσταντία Μπαζιάκου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 4/11/2019, για να δικάσει τη με ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ............/15-3-2019 αγωγή μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «....................Ε.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, οδός .......... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ................), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου ....................... (AM …………………..), που προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, άνευ αυτοπρόσωπης παρουσίας του στο ακροατήριο.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «................. της .....................», που εδρεύει στην ...................... Θεσσαλονίκης, οδός ................. και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ................), το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ........................ (AM ………….), που προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, άνευ αυτοπρόσωπης παρουσίας του στο ακροατήριο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η προαναφερόμενη αγωγή της, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Την απόρριψη της αγωγής ζητεί το εναγόμενο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία δεν προβλέπεται ρητά από τον Αστικό Κώδικα, είναι όμως δυνατή σύμφωνα με τη γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται στο άρθρο 361 ΑΚ. Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ιδίου Κώδικα αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται καταρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (εφόσον σε αυτό αποσκοπούν οι συμβαλλόμενοι και δεν αποβλέπουν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την οφειλή του από ορισμένη αιτία, να μην μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία. Σε περίπτωση εξάλλου που σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ζήτημα αυτό, αφού το ύψος του χρέους που αναγνωρίσθηκε με τη συγκεκριμένη σύμβαση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Αιτία αναγνώρισης υπάρχοντος χρέους μπορεί να είναι και ο συμβιβασμός, προϋπόθεση του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 871 ΑΚ, η ύπαρξη έριδας ή αβεβαιότητας αναφορικά με κάποια έννομη σχέση και η διάλυσή της με αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων. Έριδα, κατά την έννοια του νόμου, υπάρχει όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την ύπαρξη της απαίτησης του άλλου, έστω και αν η βασιμότητα αυτής είναι βέβαιη, αμφισβήτηση που μπορεί να οφείλεται και σε απλή κακοβουλία. Αμοιβαίες υποχωρήσεις αποτελούν κάθε είδους αμοιβαίες θυσίες, όπως όταν συμφωνείται ο οφειλέτης θα εξοφλήσει το χρέος του τμηματικά ή σε μεταγενέστερο χρόνο. Αν όμως δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύνεται με υποχώρηση μόνο του ενός από τα μέρη, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως αναγνώριση απαίτησης, άφεση χρέους, παραίτηση ή δωρεά (ΑΠ 598/2017, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 1663/2013, ΕφΛαρ 21/2012 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, ήτοι όχι μεμονωμένα από την αιτία που ώθησε τους συμβαλλόμενους να προβούν στη σύναψή της ή τον σκοπό στον όποιο αποβλέπουν, αλλά με βάση το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 179 του ίδιου κώδικα, που αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου: «άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή ενός μόνο από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, τις τιμές και τις συναλλαγές, κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Εξάλλου, εκμετάλλευση των ανωτέρω καταστάσεων υπάρχει όταν ο αντισυμβαλλόμενος που τελεί σε γνώση τους, επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ακόμη, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη του λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ένα πρόσωπο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του αντισυμβαλλομένου του. Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται βάσει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά τον χρόνο της κατάρτισής της, δηλαδή με συνεκτίμηση του περιεχομένου, του σκοπού, της αξίας και των εκατέρωθεν παροχών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις και επιθυμίες των μερών (ΑΠ 1380/2017, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 1441/2014 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 675/2014 ΕλλΔνη 2016,811). Δεν αποκλείεται βέβαια να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προσδίδουν σε αυτήν ανήθικο χαρακτήρα, ώστε να είναι αυτοδικαίως άκυρη κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ. Μόνη όμως η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν καθιστά τη σύμβαση ανήθικη κατά την τελευταία αυτή διάταξη, εφόσον δε συντρέχουν και άλλοι συγκεκριμένοι παράγοντες, όπως ιδιοτελή κίνητρα ή ανήθικοι σκοποί, ώστε σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της σύμβασης, να προσδίδεται ανήθικος χαρακτήρας στο σύνολό της (ΕφΑΘ 7841/2005 ΝοΒ 2007,69, βλ. και Γεωργιάδη - Σταθόπουλο Ερμ ΑΚ, άρθρο 179 αρ. 1). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα υπό εκκαθάριση εταιρία, η οποία από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ως ομόρρυθμη, αφού στην πραγματικότητα είναι ετερόρρυθμη (βλ. και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ίδια, από 9/11/2015, βεβαίωση διακοπής εργασιών μη φυσικού προσώπου της Στ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που παραδεκτά επισκοπείται προς τον σκοπό αυτόν), χωρίς όμως να ανακύπτει ουδεμία

αμφιβολία για την ταυτότητά της ενόψει και της ακριβούς αναγραφής του ΑΦΜ της σε αυτό (βλ. ΕφΑΘ 2564/1992 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ), ιστορεί με την κρινόμενη αγωγή, κατόπιν παραδεκτής διευκρίνησης του περιεχομένου της με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), ότι μέχρι τη λύση της το 2015 είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία και εγκατάσταση φωτιστικών, ηλεκτρολογικών και ηχητικών συστημάτων και ότι τον Σεπτέμβριο του 2001 ανέλαβε το έργο της προμήθειας και εγκατάστασης τέτοιων συστημάτων σε υπό κατασκευή συνεδριακό κέντρο στην Πυλαία Θεσσαλονίκης ιδιοκτησίας του εναγομένου ιδρύματος, που πλέον τελεί επίσης υπό εκκαθάριση και είχε ως καταστατικό σκοπό την προώθηση του ορθόδοξου προσκυνηματικού τουρισμού και της μελέτης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ότι μετά την προσήκουσα από πλευράς της εκτέλεση και παράδοση του έργου τον Μάιο του 2002, το εναγόμενο αναγνώρισε με το, από 1/5/2002, έγγραφό του την οφειλόμενη σε αυτήν αμοιβή, που υπολογίστηκε βάσει των προβλεπομένων για τα δημόσια έργα πινάκων αναλυτικών τιμών και ανήλθε σε 358.811.189 δρχ, χωρίς να διενεργηθούν, με υπαιτιότητα του εναγομένου, οι προβλεπόμενες από τη μεταξύ τους σύμβαση τελικές επιμετρήσεις του έργου για την επιβεβαίωση του κόστους των εργασιών. Ότι από το ποσό αυτό το εναγόμενο της κατέβαλε άμεσα 66.200.000 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο ύψους 292.611.187 δρχ, ήτοι 858.726,89 Ευρώ. Ότι προς αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής του το εναγόμενο εξέδωσε σε διαταγή της την αναφερόμενη σε αυτήν ισόποση επιταγή, που όμως δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Ότι στη συνέχεια εξέδωσε σε βάρος του την υπ’ αριθμ. ............../2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό της επιταγής και ότι η ανακοπή που άσκησε κατ’ αυτής το εναγόμενο απορρίφθηκε αμετάκλητα. Ότι κατά τα έτη που ακολούθησαν το εναγόμενο της έδινε συνεχείς υποσχέσεις περί σύντομης αποπληρωμής της οφειλής του, τις οποίες όμως δεν τήρησε και ότι το 2008 διενεργήθηκε σε βάρος της, κατόπιν δικής του καταγγελίας, φορολογικός έλεγχος σε σχέση με το επίδικο έργο, που κατέληξε στην έκδοση της υπ’ αριθμ. ............./2008 απόφασης επιβολής προστίμου ποσού 705.360,00 Ευρώ λόγω μη έκδοσης όλων των απαιτουμένων παραστατικών κατά τις χρήσεις 2001 και 2002, καθώς και των υπ’ αριθμ. .............../2010 και .............../2010 αντιστοίχως πράξεων καταλογισμού ποσού 656.449,73 Ευρώ για διαφορά εισοδήματος και 154.570,84 Ευρώ για οφειλόμενο ΦΠΑ χρήσης 2002. Ότι εξαιτίας των ποσών που κλήθηκε να καταβάλει για τις φορολογικές αυτές παραβάσεις, για τις οποίες όμως υπαίτιο ήταν το εναγόμενο, αφού δεν είχε μέχρι τότε διενεργήσει τις τελικές επιμετρήσεις των εργασιών για τον προσδιορισμό του επακριβούς κόστους του έργου ούτε της είχε καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής της ώστε να είναι σε θέση να αποδώσει τον αναλογούντα ΦΠΑ, περιήλθε σε δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση, έχοντας άμεση ανάγκη οριστικού διακανονισμού της απαίτησής της σε βάρος του. Ότι ενόψει της εξέλιξης αυτής κατήρτισε με το εναγόμενο, που ήδη τελούσε σε εκκαθάριση, την από 19/7/2010 σύμβαση, υπό τον τίτλο «ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους - υπόσχεση πληρωμής», με την οποία ανέθεσαν από κοινού σε πολιτικό μηχανικό της επιλογής του εναγομένου, ως πραγματογνώμονα, την τελική επιμέτρηση του έργου για την επαλήθευση του κόστους των υλικών που τοποθετήθηκαν και των εργασιών που εκτελέσθηκαν. Ότι παρά τον τίτλο του, το ανωτέρω συμφωνητικό αποτελούσε στην πραγματικότητα σύμβαση συμβιβασμού, δεδομένου ότι η ίδια αποδέχθηκε τη μείωση της απαίτησής της στο ποσό που θα προσδιόριζε με την έκθεσή του ο ανωτέρω μηχανικός, ώστε μετά την καταβολή του να μην έχει πλέον καμία απαίτηση σε βάρος του εναγομένου από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και τη διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος του, κατά κεφάλαιο, τόκους ή έξοδα, παραιτούμενη παράλληλα και από τον πλειστηριασμό που στο μεταξύ είχε επισπεύσει επί του ακινήτου όπου βρίσκεται το επίδικο συνεδριακό κέντρο και οι λοιπές εγκαταστάσεις του, ενώ το εναγόμενο συμφώνησε να αναγνωρίσει το πόρισμα της έκθεσης χωρίς να εγείρει στο μέλλον αμφισβήτηση επί της απαίτησης της και παράλληλα κατέβαλε σε αυτήν άμεσα, έναντι της οφειλής του, το ποσό των 200.000,00 Ευρώ. Ότι με την, από 10/11/2010, έκθεση διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης ο ανωτέρω μηχανικός, αφού ανέφερε ότι καταρχήν έχουν εκτελεσθεί προσηκόντως όλες οι εργασίες και έχουν τοποθετηθεί οι συμφωνηθείσες ποσότητες υλικών στο έργο, στη συνέχεια, παντελώς αυθαίρετα, αβάσιμα και αντίθετα προς τους κανόνες της επιστήμης, αφαίρεσε σειρά ποσών που αυτή δικαιούταν λόγω δήθεν κακών υπολογισμών από πλευράς της, όπως τα παραπάνω αναλυτικά εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το τελικό εύλογο κόστος κατασκευής του έργου, συμπεριλαμβανομένης της δικής της αμοιβής, ανήλθε μόλις σε 280.000,00 Ευρώ, ώστε να απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 80.000,00 Ευρώ, το οποίο το εναγόμενο της κατέβαλε σταδιακά έως τις 31/12/2012. Και ότι το εναγόμενο, ενεργώντας δολίως και αντίθετα προς τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, την παρέπεισε να προβεί στην κατάρτιση του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού εκμεταλλευόμενο την οικονομική της ανάγκη, την οποία το ίδιο είχε προκαλέσει, ενώ εξαρχής σκόπευε να επηρεάσει τον ορισθέντα μηχανικό υπέρ των δικών του συμφερόντων, απομειώνοντας αυθαίρετα την οφειλόμενη αμοιβή της. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητεί κατ’ εκτίμηση των αγωγικών της αιτημάτων και ύστερα από παραδεκτή, με τις έγγραφες προτάσεις της, ολική τροπή όσων είναι αποτιμητά σε χρήμα από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η ακυρότητα της, από 19/7/2010, σύμβασης που συνήψε με το εναγόμενο ως ανήθικης και αισχροκερδούς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, τις οποίες ευθέως επικαλείται και περαιτέρω, η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 578.726,89 Ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που της επιδικάστηκε αμετάκλητα με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής και εκείνου που της καταβλήθηκε βάσει της εν λόγω σύμβασης, άλλως το ποσό των 500.323,74 Ευρώ, στο οποίο ανέρχονται αθροιζόμενα τα επιμέρους ποσά που αυθαίρετα αφαίρεσε ο ανωτέρω μηχανικός από τη δικαιούμενη αμοιβή της. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 18, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι πρέπει να απορριφθεί ως μη ασκηθείσα, κατ’ άρθρον 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω αιφνίδιου θανάτου στις 15/12/2015 του εκκαθαριστή του, ......................., χωρίς έκτοτε να ορισθεί άλλος εκκαθαριστής, με συνέπεια η επίδοση της αγωγής στο .... Θεσσαλονίκης, ως νόμιμο εκπρόσωπό του, να μην είναι σύννομη (βλ. την υπ’ αριθμ. ................/8-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ...............). Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή προς τον σκοπό αυτό επισκόπηση των εγγράφων που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο για την υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, αυτό συστήθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την υπ’ αριθμ. ........../......../22-1-1998 απόφαση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος ... Β/24-2-1998 ΦΕΚ μαζί με τον Κανονισμό Λειτουργίας του, επέχοντος θέση καταστατικού. Στο άρθρο 13 του Κανονισμού ορίζονται επί λέξει τα εξής: «Το ίδρυμα καταργείται δι’ αποφάσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης όταν δεν συμπληρώνει τας εκκλησιολογικάς προϋποθέσεις αυτού, όταν παρεκκλίνει του σκοπού αυτού, ή όταν καθίσταται ανέφικτος η λειτουργία αυτού. Παν κινητόν και ακίνητον περιουσιακόν στοιχείον ακόμη και οικονομικόν περιέρχεται εις το Νομικόν Πρόσωπον της Ιερός Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης». Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ..../2-9-2005 απόφασή της, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος ..../Β/22-11-2005 ΦΕΚ, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συνέστησε στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης άλλο μορφωτικό και πολιτιστικό ίδρυμα καταργώντας ταυτόχρονα την ιδρυτική πράξη και τον κανονισμό λειτουργίας του εναγομένου ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού του και συγκεκριμένα διότι η λειτουργία του κατέστη ανέφικτη (βλ. άρθρο 1 αρ. 6 της απόφασης αυτής). Παρέπεται από τα παραπάνω, ότι έκτοτε το εναγόμενο, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, περιήλθε αναγκαστικά σε εκκαθάριση, πλην όμως με εκκαθαριστή όχι το προαναφερόμενο φυσικό πρόσωπο, αλλά το νομικό πρόσωπο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, αφού σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 13 του κανονισμού λειτουργίας του, κατ’ εφαρμογή του οποίου αποφασίστηκε η κατάργησή του, το σύνολο της περιουσίας του περιήλθε στην ανωτέρω Ιερά Μητρόπολη. Μόνο δε το γεγονός ότι ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, ανέθεσε περαιτέρω τα συγκεκριμένα καθήκοντα στον μετέπειτα θανόντα πρωτοπρεσβύτερο .................... και δη ατύπως, αφού το εναγόμενο δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει συγκεκριμένη απόφαση περί ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων εκκαθαριστή, παρά μόνο έξι επιταγές με ημερομηνία έκδοσης 19/7/2010, που οπισθογραφήθηκαν προς αυτό εκπροσωπούμενο από τον ανωτέρω πρωτοπρεσβύτερο, δεν αναιρεί την ιδιότητα της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης ως εκκαθαρίστριας και σε κάθε περίπτωση δε συνεπάγεται ότι το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο διατήρησε τα παραπάνω καθήκοντα έως τον θάνατό του. Συνεπώς, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης είναι αρμόδιος να εκπροσωπεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και η αγωγή σύννομα επιδόθηκε σε αυτόν. Υπό το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά δεν καθιστούν την επίδικη σύμβαση ούτε ανήθικη ούτε καταπλεονεκτική ή αισχροκερδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Ειδικότερα, η εν λόγω σύμβαση δε συνιστά συμβιβασμό κατά την έννοια του άρθρου 871 ΑΚ, δεδομένου ότι με βάση τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, μόνο η ενάγουσα προέβη σε παραχωρήσεις, δεχόμενη τον περιορισμό της αμετακλήτως επιδικασθείσας απαίτησής της αναλόγως του πορίσματος της έκθεσης του ορισθέντος πραγματογνώμονα μηχανικού, αφού ακόμη και αν αυτός κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το κόστος του έργου ήταν ίσο με το ποσό της επιταγής βάσει της οποίας εξεδόθη στη συνέχεια διαταγή πληρωμής σε βάρος του εναγομένου και πάλι θα παραιτούνταν τόσο από τις αξιώσεις της για τόκους και δικαστικά έξοδα που είχαν επιδικαστεί με την εν λόγω διαταγή, όσο και από τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου. Αντιθέτως, το εναγόμενο σε ουδεμία παραχώρηση προέβη, αφού, όπως διευκρινίζει και η ενάγουσα με τις προτάσεις της (βλ. σελ. 3 αυτών), η έκθεση που ανέλαβε να συντάξει ο ορισθείς πολιτικός μηχανικός ως προς το κόστος του έργου συνίστατο στην πραγματικότητα στη διενέργεια της τελικής επιμέτρησης που έπρεπε να είχε διεξαχθεί με επιμέλειά του ήδη κατά την παραλαβή του έργου και βεβαίως δε θα μπορούσε να καταλήξει στην επιβολή υποχρέωσης για καταβολή ποσού μεγαλύτερου από εκείνο που είχε αμετάκλητα επιδικασθεί σε βάρος του, ώστε μόνο επωφελής να παρίσταται για το ίδιο. Η δε αορίστως επικαλούμενη παραίτηση του εναγομένου από αξιώσεις του σε βάρος της ενάγουσας απορρέουσες από την αρχική σύμβαση έργου δε δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, καθόσον δε διευκρινίζεται ούτε το είδος των αξιώσεων αυτών ούτε εάν θα μπορούσαν βάσιμα να προβληθούν έναντι της ενάγουσας, ενόψει της ιστορούμενης αμετάκλητης απόρριψης της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής που είχε προηγουμένως ασκήσει το εναγόμενο και σε κάθε περίπτωση της επελθούσας παραγραφής των τυχόν αξιώσεών του, οκτώ και πλέον έτη μετά την παράδοση του έργου. Συνεπώς, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δεν προέβησαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη για το κύρος της σύμβασης συμβιβασμού, η σύμβαση αυτή συνιστά αιτιώδη αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου του χρέους που επρόκειτο να προκύψει από την τελικές επιμετρήσεις του πραγματογνώμονα μηχανικού (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηρισμός άλλωστε που ιστορείται ότι προσδόθηκε σε αυτήν από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτισή της. Περαιτέρω, η σύμβαση αυτή δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ώστε να είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 178 AK, καθόσον το ποσό που συμφωνήθηκε ότι τελικά θα οφείλεται δεν προσδιορίστηκε μονομερώς από το εναγόμενο, αλλά εξαρτήθηκε από το πόρισμα της έκθεσης του πολιτικού μηχανικού που ανέλαβε την τελική κοστολόγηση των εργασιών και των υλικών του επιδίκου έργου, η οποία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της αντικειμενικότητάς της, θα ήταν δυνατόν να καταλήξει σε κρίση ως προς το οφειλόμενο ποσό ίδια ή παραπλήσια με το ποσό για το οποίο εκτίθεται ότι εξεδόθη και η επιταγή σε διαταγή της ενάγουσας μετά την παράδοση του έργου. Η δε ενάγουσα ιστορείται ότι αποδέχθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης τον πιθανό περιορισμό της απαίτησής της βάσει της έκθεσης του πραγματογνώμονα μηχανικού προκειμένου να διευθετηθεί άμεσα η διαφορά, χωρίς την ανάγκη διενέργειας αναγκαστικής εκτέλεσης που είναι μακρόχρονη και πολυδάπανη, τον οποίο βεβαίως δε θα αμφισβητούσε εάν η παραπάνω έκθεση κατέληγε σε συμπέρασμα ευνοϊκό για την ίδια. Εξάλλου, η εν λόγω σύμβαση δε δύναται να θεωρηθεί άκυρη ούτε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ, πρωτίστως διότι η εφαρμογή της διάταξης αυτής αποκλείεται επί δικαιοπραξιών στις οποίες δεν υπάρχει ανταλλαγή παροχών και γενικότερα επί ετεροβαρών δικαιοπραξιών (ΑΠ 429/2015, ΑΠ 1121/2002, ΤρΕφΛαρ 54/2013 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ), όπως η προκειμένη που, όπως πιο πάνω εκτέθηκε, έχει χαρακτήρα αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (για το ότι η σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι ετεροβαρής, βλ. ΑΠ 294/2018 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ) και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι με τη σύμβαση αυτή δε συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό οφειλής ώστε να τεθεί ζήτημα σύγκρισής του με την ιστορούμενη αμετακλήτως επιδικασθείσα απαίτηση της ενάγουσας. Η δε εκτιθέμενη συμπεριφορά του εναγομένου, που δολίως παρέπεισε την ενάγουσα να καταρτίσει τη συγκεκριμένη σύμβαση με τη διαβεβαίωση ότι η πραγματογνωμοσύνη που θα διενεργηθεί θα είναι αντικειμενική και δίκαιη, ενώ στην πραγματικότητα είχε εξαρχής ειλημμένη την απόφαση να επηρεάσει υπέρ των δικών του συμφερόντων τον ορισθέντα ως διαιτητικό πραγματογνώμονα μηχανικό, ώστε να προβεί σε εσκεμμένα εσφαλμένες κρίσεις και παραλείψεις που μείωσαν αυθαίρετα το τελικό κόστος του έργου και τη συνακόλουθη αμοιβή της, συνιστά απάτη που δε συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα της επίδικης σύμβασης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη ή ως αισχροκερδούς, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα, αλλά, αληθής υποτιθέμενη, συνιστά αδικοπραξία και καθιστά αυτήν ακυρώσιμη με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 147 επ. ΑΚ, τις οποίες όμως δεν επικαλείται η ενάγουσα, αφού η αγωγή δεν περιλαμβάνει τέτοια βάση. Πρέπει επομένως η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη και να καταδικαστεί η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του εναγομένου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του (άρθρο 176 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1, 68 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων-Ν. 4194/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων (8.600,00) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 8/4/2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση το ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 13-4-2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]