ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4/2019

 

Πρόεδρος: Μ. Χαρίση, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Α. Τίγκας, Ε. Νεύρα, Ν. Κανελλιάς

 

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του κάθε τι που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα. σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 του ΑΚ. Η σύμβαση εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς, λόγω, δε, του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 380 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι η πρόκληση βλάβης στην περιουσία προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελίωσης της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των ως άνω διατάξεων. Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 283 του ΑΚ.

Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα.

Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1394, που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται, ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει κυρίως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Η διάταξη του άρθρου 8 του Ν 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης αστικής ευθύνης διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται από αυτόν κατά τρόπο ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής του σχετικού βάρους απόδειξης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν 2251/1994, όπως ισχύει, η αντίστροφη αυτή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως και στο μέγεθος της παρανομίας, διότι παραλλήλων των εννοιολογικών διακρίσεων μεταξύ αυτής και του πταίσματος, που δεν αμφισβητούνται και εξακολουθούν να υφίστανται, η προσέγγιση των σχετικών όρων θεμελίωσης της ευθύνης από την οπτική της αμέλειας επιδρά στη συγκρότηση του περιεχομένου της τελευταίας, κατά τρόπο ώστε, μέσω της χρήσης της συγκεκριμένης έννοιας, να αποτυπώνεται και η εκδήλωση μιας μορφής παράνομης συμπεριφοράς.

Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης, στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του.

Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β500/11.4.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν 2396/1896 (τα άρθρα 1-31 του οποίου, καταργήθηκαν ήδη από 1.11.2007, με το άρθρο 85 Ν 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.» ...Τρίτη αρχή: «Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.» Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς.» Έβδομη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς». Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγηοης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογο κατανοητό και με τη μεγίστη σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει vα προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος ..εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, λοιπόν, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, εάν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων «επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων» (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του Ν 2396/1996 καθορίζονται οι κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες. Η λήψη, η διαβίβαση και η εκτέλεση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα καθοριζόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι κινητές αξίας, τα μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και οι τίτλοι της χρηματαγοράς, αποτελεί κύρια επενδυτική υπηρεσία. Τέτοια υπηρεσία αποτελεί και η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων στα πλαίσια της εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν (η προβλέπεται να συμπεριλάβουν) έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους παραπάνω τίτλους. Η φύλαξη ή και διακίνηση ενός ή περισσοτέρων των παραπάνω τίτλων αποτελεί παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή κύριων επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις Ε.Π.Ε.Υ. (Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστώ παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Εξάλλου, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009 με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004 39 ΤΚ. η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93 22 ΕΟΚ (ΜΕφΑθ 4254/2017, ΝΟΜΟΣ).

II. Περαιτέρω, το ομόλογο δεν είναι παρά ένα είδος δανείου. Με το ομόλογο ο δανειζόμενος «ομολογεί» ότι οφείλει στον δανειστή (τον αγοραστή του ομολόγου) το κεφάλαιο που δανείσθηκε, ενώ ο καταβαλλόμενος τόκος (είτε καταβάλλεται περιοδικά είτε στη λήξη του ομολόγου, δηλαδή της περιόδου δανεισμού) αντιπροσώπευα το κόστος του δανείου για τον οφειλέτη. Ομόλογο με κυμαινόμενο τοκομερίδιο (Floating Rate Bond ή Floating Rate Note - FRN), είναι ένα ομόλογο με τοκομερίδιο, το οποίο κυμαίνεται σύμφωνα με κάποιο καθορισμένο επιτόκιο αναφοράς, επιτόκιο ενός ομολόγου με κυμαινόμενο τοκομερίδιο, καθορίζεται ως ένα ποσοστό επί ενός δείκτη της διατραπεζικής αγοράς. Τα δομημένα ομόλογα (structured bonds) αποτελούν μια ειδική παραλλαγή των ομολόγων κυμαινόμενου εισοδήματος. Το δομημένο ομόλογο αποτελεί κατ' ουσία μία διασταύρωση μεταξύ του παραδοσιακού χρηματοοικονομικού προϊόντος «ομόλογο» και ενός ενσωματωμένου στοιχείου παραγώγου, του οποίου η εξέλιξη εξαρτάται από το προφίλ απόδοσης - κινδύνου του (συνήθως υψηλής απόδοσης) χρηματοοικονομικού προϊόντος. Η απόδοση ενός δομημένου ομολόγου ακολουθεί την απόδοση του υποκείμενου ομολόγου χρέους και του ενσωματωμένου παραγώγου. Πρόκειται λοιπόν για υβριδικό χρηματοοικονομικό προϊόν, που συνδυάζει στοιχεία άλλων προϊόντων, δηλαδή ομολόγων και «παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων» (ΕφΑθ 3253/2016 ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Τέλος, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγάμενα «perpetual bonds», δηλαδή «ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας», άλλως, «διηνεκή» ή «αιώνια» ή «αόριστης διάρκειας» ομόλογα συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεώγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος, παρέχοντα στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα τόκων. Οι τίτλοι αυτοί παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απολήψεων των ανωτέρω τόκων, όχι όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, όποτε αυτός θελήσει. Έτσι, η αναφερόμενη στους τίτλους αυτούς ως «ημερομηνία ανάκλησης» νοείται η ημερομηνία κατά την οποία ο εκδότης προσφέρεται ενδεικτικά να ζητήσει από τον κομιστή επιστροφή του ομολόγου έναντι καταβολής της ονομαστικής του αξίας, χωρίς, όμως, να υποχρεούται προς τούτο. Ανάλογα με το οικονομικό του συμφέρον, μπορεί να επαναπροσδιορίσει την ημερομηνία ανάκλησης σε απώτερο χρόνο και μάλιστα επανειλημμένα, χωρίς τέλος (εξ ου και η ονομασία των εν λόγω ομολόγων). Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων (ομολογιακού δανείου), αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε. ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΕφΑθ 4370/2015, ΝΟΜΟΣ).

IV. Δυνάμει του άρθρου 197 ΑΚ, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 198 παρ. 1 ΑΚ, όποιος στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαιτίως ζημία στον άλλον υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη κι αν η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Οι προϋποθέσεις της εν λόγω προσυμβατικής ευθύνης συνίστανται, λοιπόν, στην ύπαρξη 1 σταδίου διαπραγματεύσεων, την αντισυναλλακτική συμπεριφορά του διαπραγματευομένου, την υπαιτιότητα αυτού, την επέλευση ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας. Ως διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, δια των οποίων επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών τους θέσεων σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωση αυτών ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ευθύνης απ’ αυτές διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Δεν περατώνεται με τη σύναψη άκυρης σύμβασης. Η προειρημένη ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, διακρινόμενη από την ενδοσυμβατική ευθύνη, αλλά και την αδικοπρακτική. Η οφειλόμενη από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται εκείνος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της σύμβασης διαφέρον) - (ΑΠ 1435/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 554/2011 ΧρΙΔ 2012, 29, ΑΠ 1302/2010 ΕφΑΔ 2011, 51).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, όπως τα περιεχόμενο αυτής εκτιμάται από το Δικαστήριο, εκθέτουν τα εξής: Ότι ο πρώτος εξ αυτών, ηλικίας 60 ετών, είναι αγρότης και συμμετέχει και στην επιχείρηση εμπορίας λευκών ειδών που διατηρεί ο τρίτος εξ αυτών, ηλικίας 64 ετών και απόφοιτος δημοτικού σχολείου, στον … Καρδίτσας. Ότι αμφότεροι είναι οι κυρίως αντισυμβαλλόμενοι με τις εναγόμενες, ενώ η δεύτερη και τέταρτη εξ αυτών, ηλικίας 49 και 52 ετών αντίστοιχα, οικοκυρές και σύζυγοι του πρώτου και τρίτου εξ αυτών αντίστοιχα είναι συνδικαιούχοι του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. Ότι αποτελούν σταθερούς πελάτες της πρώτης εναγόμενης από το έτος 1990, διατηρώντας καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς και τοποθετώντας χρήματα σε αποταμιευτικά προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου, καθώς είναι άτομα συντηρητικά αποστρεφόμενα τον οιοδήποτε επενδυτικό κίνδυνο. Ότι στις αρχές του έτους 2005, κατόπιν προτροπής του τότε διευθυντή του υποκαταστήματος Καρδίτσας της α΄ εναγομένης, …, με τον οποίο είχαν αποκτήσει σχέσεις εμπιστοσύνης, συναντήθηκαν με κλιμάκιο της α’ εναγόμενης από το οποίο ενημερώθηκαν ότι η Τράπεζα είχε δημιουργήσει και προσέφερε προνομιακά σ' αυτούς και άλλους πελάτες, που είχαν υψηλή καταθετική ικανότητα και συντηρητικό συναλλακτικό προφίλ, ένα «αποταμιευτικό πρόγραμμα» τα χαρακτηριστικά του οποίου προσιδίαζαν σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, ήτοι ότι ήταν εγγυημένου κεφαλαίου και άμεσα ρευστοποιήσιμο. Ότι ο α' και γ’ εξ αυτών, αφού πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων της α' εναγόμενης υπέγραψαν αντιστοίχως, την υπ' αριθ. … και … Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, θεωρώντας ότι πρόκειται για την εγγραφή τους στο αποταμιευτικό πρόγραμμα που τους είχε υποδειχθεί. Ότι τον Μάιο του έτους 2005, πεισθέντες απολύτως στις διαβεβαιώσεις του προστηθέντος της α' και β’ εναγόμενης. …, αλλά και των υπόλοιπων υπαλλήλων της α΄ εναγόμενης - ότι η επένδυση αυτή ήταν μηδενικού ρίσκου και προσομοίαζε στις συντηρητικότερες μορφές επενδύσεων, ήτοι σε αυτές των προθεσμιακών καταθέσεων στις οποίες οι ίδιοι απέβλεπαν, ότι θα τους απέφερε σημαντική απόδοση χρημάτων, με απολύτως εξασφαλισμένο κεφάλαιο και με δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησής του και επιπλέον ότι εγγυήτρια του ομολόγου ήταν η πρώτη εναγόμενη - δέχτηκαν την πρόταση τους για την εγγραφή στο «αποταμιευτικό πρόγραμμα» της α’ εναγόμενης, ωστόσο στην πραγματικότητα προέβησαν στην αγορά του ομολόγου «…», με κωδικό ομολόγου ΙSIN …, ο μεν πρώτος και η δεύτερη εξ αυτών ονομαστικής αξίας 242.000 ευρώ, ο δε τρίτος και η τέταρτη εξ αυτών ονομαστικής αξίας 241.000 ευρώ, καταβάλλοντας το 96,50% της αξίας τους. Ότι το έτος 2007 ο γ΄ εξ αυτών επιχείρησε να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων του, πλην όμως αυτή ήταν «προσωρινά αδύνατη» και ότι για να λάβει περισσότερες πληροφορίες έπρεπε ν' απευθυνθεί στο ευρισκόμενο στο Βόλο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής της α΄ εναγόμενης, που επρόκειτο για τη β΄ εναγόμενη και όπου τους επιβεβαίωσαν αφενός ότι δεν ήταν δυνατή η ανάληψη των χρημάτων τους λόγω προσωρινής «αναστάτωσης στις αγορές» και αφετέρου ότι θα λάβουν το κεφάλαιό τους ακέραιο με τη λήξη του «προγράμματος» στις 18.02.2015 (που στην πραγματικότητα ήταν η ημερομηνία ανάκλησης του ομολόγου και όχι λήξης του), καθησυχάζοντάς τους ότι σε κάθε περίπτωση το κεφάλαιό τους δεν διέτρεχε κίνδυνο καθώς εγγυήτρια του ομολόγου ήταν η πρώτη εναγομένη.

Ότι όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν το επίδικο ομόλογο ήταν πολύ χαμηλής επενδυτικής ποιότητας και είχε χειριστή προοπτική, με αποτέλεσμα στις 18 Φεβρουαρίου του 2012 να παύσει η καταβολή των τόκων, ενώ τον Απρίλιο του 2013 η α΄ εναγόμενη τους απηύθυνε επιστολή που περιείχε πρόταση επαναγοράς του ομολόγου με την καταβολή τοις μετρητοίς της τιμής επαναγοράς, η οποία ανερχόταν στο 35% της αρχικής του αξίας. Ότι φοβούμενοι ότι θα απωλέσουν το σύνολο των αποταμιεύσεών τους, στις 26.4.2013 αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την πρόταση που τους απηύθυνε η α' εναγομένη για εξαγορά των ομολόγων, λαμβάνοντας ο μεν πρώτος και η δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 84.700 ευρώ, ο δε τρίτος και η τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 84.530 ευρώ, με τη ρητή επιφύλαξη εκ μέρους τους για διεκδίκηση του υπόλοιπου ποσού. Όπ αποτέλεσμα της αποδοχής της προτάσεως επαναγοράς ήταν να υποστούν ζημία ο μεν πρώτος και η δεύτερη εξ αυτών ύψους εκατόν πενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων (157.300) ευρώ (242.000 ευρώ - 84.700 ευρώ), ο δε τρίτος και η τέταρτη ύψους εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα (156.470) ευρώ (241.000 ευρώ - 84.530 ευρώ).

Ότι οι εναγόμενες, ως ιδιαίτερη κατηγορία προμηθευτών υπηρεσιών, με τις οποίες οι ίδιοι ως καταναλωτές, κατά την έννοια του Ν 2251/1994, συμβλήθηκαν, δια των προστηθέντων τους εκμεταλλεύτηκαν την εύλογη εμπιστοσύνη τους προς αυτές και τη μειονεκτική τους θέση και επιπλέον παρέβησαν την απορρέουσα από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο εκείνο Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, αλλά και από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών υποχρέωσή τους να τους παράσχουν εξειδικευμένες, σαφείς, ορθές και πλήρεις συμβουλές σχετικά με την ανωτέρω επένδυση, ότι παρότι γνώριζαν το συντηρητικό τους επενδυτικό προφίλ παρέλειψαν να τους παράσχουν επενδυτικές συμβουλές προσαρμοσμένες σε αυτό, και επιπλέον παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου. Ότι θα είχαν αρνηθεί να επενδύσουν τα χρήματά τους στο εν λόγω ομόλογο, αν γνώριζαν τα πραγματικά χαρακτηριστικά αυτού. Ότι με την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους οι εναγόμενες τους προκάλεσαν περιουσιακή ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται αποζημίωση, ίση με τα ποσά που αναλύονται κατωτέρω, καθώς και ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασαν ένεκα της απώλειας των αποταμιεύσεών τους μετά από χρόνια εργασίας και διάψευσης της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και των εναγομένων, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, επικαλούμενοι ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, και κατόπιν παραδεκτού, με δήλωση στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 294 και 297 ΚΠολΔ), μερικού περιορισμού του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε (εν μέρει) έντοκο αναγνωριστικό, αναφορικά με όλα τα κονδύλια της αγωγής, όπως αυτά εξειδικεύονται κατωτέρω, ζητούν: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν σε έκαστο του πρώτου και δεύτερης εξ αυτών το ποσό των 39.325 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 39.325 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, συνιστάμενη στη ζημία που υπέστησαν από τη μείωση της αξίας των ομολόγων που κατείχαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν σε έκαστο του τρίτου και τέταρτης εξ αυτών το ποσό των 39.117,5 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 39.117,5 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, συνιστάμενη στη ζημία που υπέστησαν από τη μείωση της αξίας των ομολόγων που κατείχαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης γ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο του πρώτου και δεύτερης εξ αυτών το ποσό των 29.040 ευρώ, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη τους, του χρονικού διαστήματος από 18.2.2011 έως 13.2.2015, που αντιστοιχεί στους προσδοκώμενους τόκους που θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν η εκδότρια του ομολόγου εταιρία εκτελούσε προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις δ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο του τρίτου και τέταρτης εξ αυτών το ποσό των 28.920 ευρώ, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη τους, του χρονικού διαστήματος από 18.2.2011 έως 18.2.2015, που αντιστοιχεί στους προσδοκώμενους τόκους που θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν η εκδότρια του ομολόγου εταιρία εκτελούσε προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις ε) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο εξ αυτών, το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και ε) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά τους έξοδα.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, που περιέχει συρροή νομίμων βάσεων της ένδικης αξίωσης, καθώς οι ενάγοντες στηρίζουν την ένδικη αξίωσή τους προς αποζημίωση τόσο στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης ουσιαστικές διατάξεις με βάση την επικαλούμενη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στην οποία και συνεβλήθησαν με την ιδιότητα του καταναλωτή, όσο και σε αυτές περί αδικοπραξιών του ΑΚ, παραδεκτώς εισάγεται να συζητηθεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9 εδ. δ', 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, 33 και 35 ΚΠολΔ), κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, και είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον σε αυτή εκτίθεται το σύνολο των απαιτούμενων, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν το δικαίωμα των εναγόντων να στραφούν κατά των εναγομένων και να ζητήσουν την επιδίκαση και την αναγνώριση σε αυτούς των αιτούμενων με την αγωγή χρηματικών ποσών, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού των εναγομένων. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στους αναφερόμενους στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας κανόνες και αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, στα άρθρα 2 παρ. 1α, 2στ, 6, 3 παρ. 1, 13, 16, 17 παρ. 1,5, 22 του Ν 2396/1996 «Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άυλες μετοχές», που εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την κατάργησή του από το Ν 3606/2007 σε πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νεότερου αυτού νόμου την 01.11.2007 (άρθρα 71 και 85 του Ν 3606/2007), στην ΠΤΔ με αριθμό 250/31.10.2002 «Ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους», στα άρθρα 1 παρ. 3, 4, 8 παρ. 1, 2 εδ. β, 4 του Ν 2251/1994, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους από το Ν 3587/2007 (ΦΕΚ Α΄ 152/10.07.2007) και σύμφωνα με τα άρθρα 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ ρυθμίζουν την επίδικη ενοχή (συμβατική και από αδικοπραξία), αφού τα παραγωγικά της γεγονότα έλαβαν χώρα πριν από την ισχύ του νέου αυτού νόμου, που δεν ισχύει αναδρομικά (ΑΠ 181/2000, ΑΠ 292/1992 σε ΝΟΜΟΣ), στα άρθρα 281, 288, 297, 298, 299, 330, 334, 341, 346, 361, 480, 481, 713, 714, 718, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην: i) του σκέλους της αγωγικής βάσης, που αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων από προσυμβατικό πταίσμα των προστηθέντων αυτών κατά τις διεξαχθείσες ανάμεσα τους διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, δοθέντος ότι υπό τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη, σε περίπτωση σύναψης έγκυρης σύμβασης, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, παύει το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση αυτής και δε γεννιέται εφεξής προσυμβατική ευθύνη κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, ii) του κονδυλίου περί διαφυγόντων κερδών, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, δεδομένου, ότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός, όπως προϋποθέτει το άρθρο 298 ΑΚ (βλ. σχετικά ΑΠ 698/1992 ΕλλΔνη 1994, 1503, ΕφΔωδ 59/2007 σε ΝΟΜΟΣ, Περάκη σε Aπ. Γεωργιάδη. ΣΕΑΚ Τόμος I, υπό άρθρο 298 πλαγιαρ. 5, σελ. 583), ήτοι την επικαλούμενη αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν, εάν εξέλιπε η τελευταία, ουδέποτε θα προέβαιναν σε επένδυση στο επίδικο ομόλογο και ως εκ τούτου ουδέποτε θα ελάμβαναν και τα αντίστοιχα τοκομερίδια από την εκδότρια αυτού εταιρία, τα οποία ζητούν εν προκειμένω, iii) του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής στην έκταση που αφορά το αγωγικό αίτημα που έχει περιοριστεί από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, διότι ως προς αυτό η απόφαση που θα εκδοθεί δεν επιδέχεται εκτέλεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 907, 908 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εφαρμογή των οποίων προϋποθέτει καταψηφιστικό αίτημα (ΑΠ 491/1995, ΕφΠειρ 766/2005 σε ΝΟΜΟΣ), είναι δε νόμιμο το αίτημα περί προσωρινής εκτελεστότητας μόνο στην έκταση που αφορά το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. Ως εκ τούτου, πρέπει αύτη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθόσον προσκομίζεται το ανάλογο για το (καταψηφιστικό) αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με κωδικό … e-παράβολο σε συνδυασμό με την από 4.7.2017 και με κωδικό συναλλαγής … απόδειξη της Τράπεζας ...).

Η αποζημίωση έχει ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας του ζημιωθέντος και όχι τον πλουτισμό του, επομένως εκ πρώτης όψεως φαίνεται ορθό από τη ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς να αφαιρείται το τυχόν κέρδος, το οποίο αυτός αποκόμισε από το ζημιογόνο γεγονός. Το κέρδος, δηλαδή, πρέπει να συνυπολογίζεται στην προκληθείσα ζημία, έτσι ώστε ο ζημιώσας να υποχρεούται να καταβάλει μόνο τον πραγματική ζημία του ζημιωθέντος (ΑΠ 244/2016, ΕφΑθ 4841/2014 σε ΝΟΜΟΣ). Ο συνυπολογισμός επιβάλλεται από την ίδια την έννοια της ζημίας, σύμφωνα με τη θεωρία της διαφοράς, κατά την οποία ζημία αποτελεί η διαφορά μεταξύ της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και της περιουσιακής του κατάστασης, εάν δεν είχε συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί ένσταση του εναγομένου και για να είναι νόμιμη θα πρέπει: α) να υπάρχει μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους αιτιώδης σύνδεσμος, να ήταν δηλαδή το γεγονός αυτό πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (298 ΑΚ). Η προϋπόθεση αυτή ελλείπει όταν το όφελος προέκυψε από την παρεμβολή έκτακτων περιστατικών και β) ο καταλογισμός του οφέλους να μην αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Αντίκειται δε στην καλή πίστη ο καταλογισμός, όταν το όφελος απορρέει από έκτακτη προσπάθεια του ζημιωθέντος λ.χ. από ενεργητικότητα η οποία υπερτείνει το μέτρο κατά το οποίο αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ, να περιορίσει τη ζημία. Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν στοιχείο της βάσης της ένστασης καταλογισμού του οφέλους (ΑΠ 523/1995 ΝοΒ 45, 966, ΕφΑθ 4841/2014, ό.π., ΜΕφΘεσ 990/2014 ΕλλΔνη 2014, 1489, ΕφΠατρ 739/2006 σε ΝΟΜΟΣ, Μ. Σταθόπουλος, ΕνοχΔ αρθρ. 297- 298 αρ. 90 επ.).

Με τις προτάσεις τους οι εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και ισχυρίζονται ότι μεταξύ αυτών και των εναγόντων είχε συναφθεί σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συνιστάμενων απλώς στη λήψη και διαβίβαση εντολών και όχι στην εκ μέρους τους παροχή επενδυτικών συμβουλών και ότι δυνάμει όρων της μεταξύ τους σύμβασης ουδέποτε εγγυήθηκαν οποιοδήποτε αποτέλεσμα και δεν υπείχαν ευθύνη για την περίπτωση που προκαλείτο συναφής προς τις επενδυτικές επιλογές τους περιουσιακή ζημία στους ενάγοντες, οι οποίοι ανέλαβαν και τον επενδυτικό κίνδυνο που θα επερχόταν σε περίπτωση που οι εκδότριες των ομολόγων αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις έναντι αυτών υποχρεώσεις τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ενημέρωσαν τους ενάγοντες πλήρως και απολύτως διαφανώς για τα επίδικα ομόλογα, που ταίριαζαν στο επενδυτικό τους προφίλ, χωρίς να της αποκρύψουν ή να παρασιωπήσουν κρίσιμες ιδιότητές τους και ότι η επιλογή των συγκεκριμένων επενδύσεων ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησής τους, οι οποίοι ήταν επενδυτές με γνώσεις και προηγούμενη εμπειρία, σε κάθε δε περίπτωση η ζημία τους επήλθε από την αιφνίδια και απρόβλεπτη παγκόσμια οικονομική κρίση που έπληξε και την εν λόγω Τράπεζα, ήτοι από αιφνίδια και αντικειμενικά απρόβλεπτα γεγονότα που διακόπτουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της επικαλούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ιδίων (εναγομένων) και της επελθούσσς σ' αυτούς (ενάγοντες) ζημίας. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση όλων των συρρεουσών αγωγικών νομικών βάσεων, πλην αυτής, που κατά ένα σκέλος της στηρίζεται στον Ν 2251/1994, ως προς την οποία αποτελεί νόμιμη ένσταση, η οποία είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 8 του Ν 2251/1994, η ουσιαστική βασιμότητα της οποίας θα κριθεί κατωτέρω. Επικουρικά, δε, για την περίπτωση ευδοκίμησης της εναντίον τους αγωγής, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι από το χρηματικό ποσό της ζημίας των εναγόντων, πρέπει να αφαιρεθούν και να μη συνυπολογιστούν στη ζημία των εναγόντων τα ποσά που εισέπραξαν ως τοκομερίδια για το χρονικό διάστημα κατοχής των ομολόγων, ανερχόμενα για τον 1ο και 2η των εναγόντων στο ποσό των 83.396,91 ευρώ και για τον 3° και 4η στο ποσό των 83.052,29 ευρώ.

Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να επιστηριχθεί στις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α΄, 914 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον ναι μεν τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος των εναγόντων από τον ένδικο τίτλο, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, αλλά από την παραχώρηση αυτού στην εκδότρια εταιρία του ομολόγου, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτήν τρόπο, αποδίδοντας σε αυτούς τους συμφωνηθέντες τόκους. Επίσης επικουρικά ισχυρίζονται ότι παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν εξοικειωμένο με επενδυτικά προϊόντα, ασχολούνταν με την αγορά και είχαν πλήρη γνώση και ενημέρωση για τη φύση και τους κινδύνους που ενείχαν τα συγκεκριμένα προϊόντα, εντούτοις δεν προέβησαν εγκαίρως στη ρευστοποίησή τους το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005, ήτοι όταν συντελέστηκε πτώση της αξίας του επίδικου ομολόγου, ή αργότερα στις 31.12.2007, οπότε σε κάθε περίπτωση η ζημία τους θα περιοριζόταν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις προτάσεις τους, με αποτέλεσμα να έχουν συντελέσει με δικό τους πταίσμα, σε ποσοστό 99%, στην επέλευση και στη μη αποτροπή της επαύξησης της ζημίας τους. Ο ισχυρισμός τούτος συνιστά ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στην έκταση της ζημίας τους, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδ. β΄ ΑΚ και 6 παρ. 11 του Ν 2251/1994, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

[...] Η πρώτη εναγόμενη αποτελεί ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, που διατηρεί υποκαταστήματα σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και στην Καρδίτσα, ενώ η δεύτερη εναγόμενη τυγχάνει καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της θυγατρικής της πρώτης εναγόμενης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «… ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ». Ο πρώτος των εναγόντων, ηλικίας 60 ετών, είναι αγρότης και συμμετέχει και στην επιχείρηση εμπορίας λευκών ειδών που διατηρεί ο αδελφός του, τρίτος των εναγόντων. Είναι σύζυγοι με τη δεύτερη των εναγόντων, ηλικίας 49 ετών, οικοκυρά και κατοικούν στον … Καρδίτσας. Ο τρίτος των εναγόντων, ηλικίας 64 ετών και απόφοιτος δημοτικού σχολείου, διατηρεί την προαναφερθείσα επιχείρηση λευκών ειδών στον … Καρδίτσας και είναι σύζυγοι με την τέταρτη των εναγόντων, ηλικίας 52 ετών, οικοκυρά, με την οποία κατοικούν στον … Καρδίτσας. Άπαντες οι ενάγοντες αποτελούσαν σταθερούς πελάτες της πρώτης εναγόμενης, στην οποία διατηρούσαν καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς, με σημαντικό ύψος καταθέσεων, ήτοι τις αποταμιεύσεις της μέχρι τότε οικονομικής τους δραστηριότητας. Ήδη από τις αρχές του έτους 2005 τυγχάνουν πελάτες του τμήματος ιδιωτικής τραπεζικής (Private Banking) της α' εναγόμενης, κατόπιν προηγούμενης σχετικής προτροπής και σύστασης από τους προστηθέντες υπαλλήλους της α’ εναγόμενης - …, …, …, … και … - οι οποίοι συνάντησαν τον πρώτο και τρίτο των εναγόντων στο εμπορικό κατάστημα που διατηρεί ο τελευταίος και τους πρότειναν να μεταφέρουν τις αποταμιεύσεις τους από τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις σε καινούργια, αποταμιευτικού χαρακτήρα και εγγυημένης απόδοσης προϊόντα. Στη συνάντησή τους αυτή ο πρώτος και τρίτος των εναγόντων τόνισαν ότι αφενός δεν επιθυμούσαν καμία διακινδύνευση του κεφαλαίου τους - όπως άλλωστε ήταν ήδη γνωστό στους προστηθέντες της α’ εναγόμενης, από τις επί χρόνια συναλλαγές τους με την εν λόγω Τράπεζα- αφετέρου ότι επιθυμούσαν να έχουν τη δυνατότητα να αποσύρουν τις αποταμιεύσεις τους, όποτε το επιθυμούσαν (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από την υπ’ αριθ. …/2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …). Κατόπιν αυτής της εκδήλωσης ενδιαφέροντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης να συνεργασθεί με τους ίδιους ως επενδυτές, συστήνοντας τους την τοποθέτηση των χρημάτων τους σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα μηδενικής διακινδύνευσης και με καλή απόδοση, ο πρώτος και τρίτος των εναγόντων πείσθηκαν και προέβησαν στην υπογραφή των συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες απεστάλησαν διατυπωμένες από το κείμενο στο Βόλο τμήμα «Private Banking» στο υποκατάστημα της α΄ εναγόμενης στην Καρδίτσα. [...]. Στα ανωτέρω συμβατικά κείμενα, που συνυπέγραψαν οι διάδικοι περιλαμβάνονταν προδιατυπωμένοι όροι στους οποίους αναφέρονταν ότι οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων εταιρίες ανέλαβαν την υποχρέωση της κατάρτισης συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου τους επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων, που προβλέπονταν στο Ν 2396/1996, σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβαναν από εκείνους, ότι αυτές δεν εγγυούνταν οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων, ούτε ευθύνονταν για οποιαδήποτε συναφή ζημία της, ότι δεν αναλάμβαναν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, την οποία τυχόν θα υφίσταντο εκείνοι ως επενδυτές, από συναλλαγή που θα καταρτιζόταν ως αποτέλεσμα εκτέλεσης των εντολών τους, ενώ οι ενάγοντες δήλωσαν ρητά ότι οποιαδήποτε εντολή τους δινόταν προς αυτές ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των αντισυμβαλλομένων εταιριών.

Περαιτέρω, αναφερόταν η βασική αρχή ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου, που αναλαμβάνουν, επιπλέον, δε, ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενέχουν από τη φύση τους κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενες τους εταιρίες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες τους είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιό τους, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση/εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου επίδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολό του υπόκειται στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια λειτουργίας των υπ’ αριθ. … και … συμβάσεων και μέσω των υπ' αριθ. … και … κοινών επενδυτικών λογαριασμών - των οποίων συνδικαιούχοι ήταν, αντιστοίχως, ο πρώτος και δεύτερη των εναγόντων και τρίτος και τέταρτη εξ αυτών - ο πρώτος και τρίτος των εναγόντων απέκτησαν, στις 24/5/2005 το ομόλογο … PERP/CALL (ISIN: …) καταθέτοντας κεφάλαιο ονομαστικής αξίας 242.000 ευρώ και 241.000 ευρώ αντίστοιχα, με τα διακριτικά του γνωρίσματα να είναι αντιστοίχως τα εξής: α) «Εκδότης: …, Ονομαστική Αξία: 242.000,00. Καθαρή Τιμή: 96,50 Ποσό Διακανονισμού: 237.402.00, Παρατηρήσεις: Κουπόνι Μεταβαλλόμενο ως ακολούθως: Έτος 1 έως 5 6,00% και μετά ως συνημμένο», β) «Εκδότης: …, Ονομαστική Αξία: 241.000.00. Καθαρή Τιμή: 96,50 Ποσό Διακανονισμού: 236.421.00, Παρατηρήσεις: Κουπόνι Μεταβαλλόμενο ως ακολούθως: Έτος 1 έως 5 6,00% και μετά ως συνημμένο» Για την αγορά του ανωτέρω προϊόντος ο πρώτος των εναγόντων κατέβαλε το ποσό των 237.402.00 ευρώ, ενώ ο τρίτος εξ αυτών κατέβαλε το ποσό των 236.421.00 ευρώ. Τα ομόλογα αυτά τα απέκτησαν κατόπιν πρότασης των υπαλλήλων του Private Banking της α’ εναγόμενης, … και … . Το εν λόγω ομόλογο …, εκδόσεως την 5.2.2002 και λήξεως την 18.2.2049 και συνολικού ποσού 600.000.000 ευρώ, ήταν ένα υβριδικό προϊόν εκδόσεως της πρώτης εναγόμενης μέσω της θυγατρικής της, υπεράκτιας εταιρείας με την επωνυμία …, με έδρα τη νήσο/κράτος Jersey, η οποία συστάθηκε με αποκλειστικό στόχο την ενίσχυση των εποχικών κεφαλαίων της πρώτης εναγόμενης.

Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, αποτελούσε δομημένο, υβριδικό ομόλογο παρουσιάζοντας ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς όμως να ταυτίζεται με κανένα εκ των δύο. Επιπλέον το εν λόγω ομόλογο ήταν αόριστης διάρκειας (perpetual bond), πράγμα που σημαίνει ότι ο εκδότης και μόνον αυτός μπορεί, σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, να αποφασίσει να ανακαλέσει το ομόλογο, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν επιλέξει τούτο ο εκδότης, η επένδυση του εκάστοτε επενδυτή να παραμένει δεσμευμένη, επί της ουσίας, εις το διηνεκές. Οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να έχουν πληροφορίες για τη συγκεκριμένη επένδυση, καθόσον για το ομόλογο … δεν είχε εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, προκειμένου το τελευταίο να εγκριθεί και έτσι να τηρηθούν οι απαραίτητες διατυπώσεις δημοσιότητας τόσο απέναντι στους επενδυτές όσο και απέναντι στην Κεφαλαιαγορά (βλ. και την υπ' αριθ. πρωτ. …/3-8-2016 έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε αίτηση του πρώτου ενάγοντας).

Άλλωστε, οι ενάγοντες γι’ αυτό εμπιστεύθηκαν τις εναγόμενες τραπεζικές εταιρίες, αφού είχαν την εδραία και εύλογη πεποίθηση ότι οι υπάλληλοί της ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμεναν απ’ αυτούς ότι θα τους ενημέρωναν και θα τους προστάτευαν από τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη επιλογή.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα μεταξύ των εναγόντων και των αντισυμβαλλομένων τους εναγόμενων εταιριών, καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών, δεδομένου ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της επιλογής των εναγόντων. Ήτοι, η σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από τους εναγόμενους των εντολών των εναγόντων για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν απόφασης στην οποία είχαν καταλήξει αποκλειστικά και μόνο οι ίδιοι, μετά από απλή ενημέρωση εκ μέρους τους για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του αντίστοιχου ισχυρισμού των εναγόμενων ότι η σχέση που τους συνέδεε με τους ενάγοντες ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών τους, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξή τους στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής τους.

 

Στη συνέχεια περί τα τέλη του έτους 2007 ο τρίτος ενάγουν μετέβη στο υποκατάστημα της α΄ εναγόμενης στην Καρδίτσα και επιχείρησε να προβεί στην ανάληψη των χρημάτων του, πλην όμως πληροφορήθηκε από τον προστηθέντα υπάλληλό της Τράπεζας ότι η ανάληψη των χρημάτων ήταν «προσωρινά αδύνατη» και ότι για να λάβει περισσότερες πληροφορίες έπρεπε ν’ απευθυνθεί στο ευρισκόμενο στο Βόλο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής της α’ εναγόμενης. Ακολούθως μετέβη μαζί με τον πρώτο ενάγοντα στο εν λόγω τμήμα στο Βόλο, όπου οι προστηθέντες υπάλληλοι του τμήματος αυτού τους επιβεβαίωσαν αφενός ότι δεν ήταν δυνατή η ανάληψη των χρημάτων τους λόγω προσωρινής «αναστάτωσης στις αγορές» και αφετέρου ότι θα λάβουν το κεφάλαιό τους ακέραιο με τη λήξη του «προγράμματος» στις 18.02.2015, καθησυχάζοντας τους ότι σε κάθε περίπτωση το κεφάλαιό τους δεν διέτρεχε κίνδυνο καθώς εγγυήτρια του ομολόγου ήταν η πρώτη εναγομένη. Έπειτα από τις 18 Φεβρουαρίου του 2012 έπαυσε και η καταβολή των τόκων. Στη συνέχεια, στις 22.4.2013 ο πρώτος και τρίτος των εναγόντων έλαβαν επιστολή της πρώτης των εναγόμενων, η οποία περιείχε ανακοίνωση αναγκαστικής εξαγοράς του ομολόγου … στο 35% της ονομαστικής του αξίας.

Ειδικότερα, αναφερόταν ότι η Τράπεζα … BANK, διαμέσου της θυγατρικής εταιρίας της με την επωνυμία «… Group Limited», ανακοίνωσε προς τους κατόχους του επίδικου προϊόντος, το οποίο είχε εκδοθεί από άλλη θυγατρική της εταιρία με την επωνυμία «…». «ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΞΑΓΟΡΑΣ ΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ», με την καταβολή τοις μετρητοίς της τιμής επαναγοράς, η οποία ανερχόταν στο 35% της ονομαστικής αξίας του ομολόγου και καταληκτική ημερομηνία αποδοχής ή μη της πρότασης λίγες ημέρες αργότερα. Έτσι, οι ενάγοντες υπό τον φόβο ότι θα απωλέσουν το σύνολο των αποταμιεύσεών τους, στις 26.4.2013 αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την πρόταση που τους απηύθυνε η α' εναγομένη για εξαγορά των ομολόγων έναντι ποσοστού 35% επί της ονομαστικής αξίας αρχικής τους κτήσης, με αποτέλεσμα να απωλέσουν ο μεν πρώτος και δεύτερη των εναγόντων από το ποσό των 242.000 ευρώ το ποσό των 157.300 ευρώ (δοθέντος ότι έλαβαν το ποσό των 84.700 ευρώ), ο δε τρίτος και η τέταρτη εξ αυτών να απωλέσουν από το ποσό των 241.000 ευρώ το ποσό των 156.470 ευρώ (δοθέντος ότι έλαβαν το ποσό των 84.530 ευρώ), ενώ οι ενάγοντες επιφυλάχθηκαν για τη διεκδίκηση των απωλεσθέντων ποσών.

 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, πριν προβούν στην αγορά του ομολόγου, δεν είχαν λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, για τη φύση και λειτουργία του, την εκδότρια του ομολόγου, την εγγυήτρια αυτού, την επισφάλεια ως προς την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου και εν γένει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να κατανοήσουν τους κινδύνους, που η επιλογή τους περιέκλειε για το κεφάλαιό τους. Επίσης ας σημειωθεί ότι το επίδικο ομόλογο αποτελεί ομόλογο αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία III νομική σκέψη, και δεν αποτελεί απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες, όπως εν προκειμένω οι εναγόμενες, δια των προστηθέντων από εκείνες υπαλλήλων, να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή ως προς την νομική φύση και τη λειτουργία τους.

Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μια υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζαν υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα. Αντίθετα, ενδιαφέρονταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο θα διασφάλιζε πρωτίστου την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και μακροπρόθεσμα θα τους απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία τους, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεών τους σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς λογαριασμούς της πρώτης εναγόμενης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η τοποθέτηση των χρημάτων τους σε έτερα τραπεζικά προϊόντα ενείχε υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο, προκειμένου να καταταγούν σε αντίστοιχης κατηγορίας επενδυτές. Ωστόσο το επίδικο ομόλογο δεν ήταν συμβατό με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων, δεδομένου ότι η προληπτική διαβάθμισή του, για την οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχαν ενημερωθεί κατά την αγορά του, ήταν ιδιαιτέρως χαμηλή, που σημαίνει ότι ενείχε στοιχεία κερδοσκοπίας, δηλαδή ότι περιλάμβανε την ανάληψη κινδύνου (ρίσκου), όχι όμως με την έννοια του περιστασιακού στοιχείου που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, όπως τούτο συμβαίνει και στην επένδυση, αλλά με την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός αποτελεί την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και συνδυάζεται με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυπρόθεσμων προβλέψεων. Τούτο, όμως, δεν περιλαμβανόταν στους στόχους των εναγόντων, δεδομένου ότι το κεφάλαιό τους αποτελούταν από τις αποταμιεύσεις από την εργασία τους, οι οποίες προορίζονταν για τη μελλοντική εξασφάλιση των ιδίων και της οικογένειάς τους, γεγονός που ήταν γνωστό στις εναγόμενες.

Η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, ορθής παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των εναγόντων, αναφορικά κυρίως με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, το οποίο κατόπιν προτροπών τους επέλεξαν να τοποθετήσουν σε επενδυτικά προϊόντα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της προθεσμιακής κατάθεσης, στα οποία προσέβλεπαν οι ενάγοντες. και εξεταζόμενη (η συμπεριφορά) υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν 2396/1996, συνιστά υπαίτια εκ μέρους των εναγόμενων πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από τη σιωπηρά συναφθείσα, μεταξύ αυτών και των εναγόντων, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών.

Σημειώνεται, δε, ότι οι προστηθέντες των εναγομένων, κατά το χρονικό διάστημα που συμβούλεψαν τους ενάγοντες να αγοράσουν τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα, δεν ήταν εφοδιασμένοι με το απαραίτητο πιστοποιητικό της αρμόδιας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έτσι ώστε να έχουν τα τυπικά προσόντα ως προς τις παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, γεγονός που ενισχύει την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τους ενάγοντες των εναγόμενων, οι οποίες μη σύννομα τους ανέθεσαν καθήκοντα συμβούλων επενδύσεων (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. …/28-7-2016 έγγραφη απάντηση της επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε αίτηση του πρώτου ενάγοντος).

Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων, οι οποίοι εξυπηρέτησαν τους ενάγοντες, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία (I) νομική σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με τις οποίες (αρχές) δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, ενδεικτικά, εάν δεν εφιστούν εγγράφως αλλά και προφορικά την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για ένα προϊόν πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, εάν δεν πραγματοποιούν, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, εάν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή, κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων, το σύνολο, δε, των ανωτέρω, αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και προς το συμφέρον του επενδυτή, η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. ΕΓ αριθ. 4 περ. γ' της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αριθ. 2501/2002 (ΠΔ/ΓΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α' 277) «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσόμενων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (πχ. συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσόμενων, είτε αυτή προκύπτει από τις καταθέσεις είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα».

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή και όχι του θεσμικού επενδυτή ή επαγγελματία κερδοσκόπου επενδυτή, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή. Δεν διαθέτουν καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά και δεν παρουσιάζουν συστηματική ενασχόληση με προϊόντα ούτε συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες τυγχάνουν της προβλεπόμενης στον Ν 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των παρεχουσών σε αυτούς επενδυτικών υπηρεσιών εναγόμενων, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων περί εμπειρίας των εναγόντων στην αγοραπωλησία επενδυτικών προϊόντων.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εναγόμενες δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από την καταρτισθείσα με τους ενάγοντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, υποχρέωσή τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτών για τη φύση και λειτουργία των υποδειχθέντων επενδυτικών προϊόντων, τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης αυτών περί τις οικονομικές επενδύσεις. Η υποχρέωσή τους αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αποτελεί σύμβαση εντολής προς εκτέλεση συναλλαγών χρηματοπιστωτικών μέσων και περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξαρτήτως της εγκυρότατος ή όχι των επικαλούμενων απαλλακτικών ρητρών, ως αντικειμένων στην από τα άρθρα 332, 729 του ΑΚ και 6 παρ. 12 του Ν. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα, «κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντας υπηρεσίες από την ευθύνη», στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν περιορίσθηκαν στην εκτέλεση της εντολής για αγορά των εν θέματι ομολόγων, αλλά προηγουμένως, δια των προστηθέντων αυτών, υπέδειξαν στους ενάγοντες ως επωφελείς και ασφαλείς τις εν λόγω επενδύσεις και με τις σχετικές διαβεβαιώσεις τους, τους έπεισαν να τις επιλέξουν.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες πριν την υπογραφή των ανωτέρω έγγραφων συμβάσεων, ενημερώθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων, αφενός μεν περί των ειδών των συμβάσεων που μπορούσαν να καταρτισθούν, αφετέρου δε περί των όρων των ανωτέρω συμβάσεων που υπέγραψαν. Έτσι, οι εναγόμενες όχι μόνο παρέλειψαν να προβούν στη δέουσα ενημέρωση των εναγόντων για την επισφάλεια των συγκεκριμένων επενδύσεων, αλλά αντιθέτως τους διαβεβαίωσαν ανακριβώς ότι δεν υφίσταται κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους.

Με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι εναγόμενες, δια των πράξεων και παραλείψεων των προστηθέντων υπαλλήλων τους, παρέβησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ ταυτοχρόνως, δε, παρέβησαν υπαιτίως, επιδεικνύοντας αμέλεια, τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και τις διατάξεις του Ν 2251/1994, ενόψει της ιδιότητας των εναγόντων ως καταναλωτών. Η υπαίτια δε παράβαση των ανωτέρω διατάξεων συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, συμπεριφορά και οι εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτές υπαλλήλων (άρθρο 922 ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από αυτές.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγόμενων, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, καθόσον εκείνοι προέβησαν στην εν λόγω επένδυση αγνοώντας τα ανωτέρω χαρακτηριστικά των ομολόγων, για την οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγόμενων ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Αν όμως είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή τα επίδικα ομόλογα ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε ο κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τις συγκεκριμένες επενδύσεις. Επομένως, η ανωτέρω ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτεθείσα συμπεριφορά των εναγόμενων, οι οποίοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ισόποση αποζημίωση για την αποκατάστασή της.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η προβαλλόμενη ένσταση των εναγόμενων περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων σε ποσοστό 99% στη ζημία που υπέστησαν, για το λόγο ότι δεν πώλησαν το επίδικο ομόλογο, είτε τον Δεκέμβριο του έτους 2005 ήτοι όταν συντελέστηκε πτώση της αξίας του επίδικου ομολόγου, ή αργότερα στις 31.12.2007, καθόσον οι ενάγοντες λόγω έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων δεν θα μπορούσαν να κρίνουν τη μελλοντική πορεία της επένδυσής τους, την οποία όμως γνώση διέθεταν επαρκώς οι εναγόμενοι. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν συνετέλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση της ζημίας τους ή στην έκταση αυτής, ούτε η ζημία τους ήταν απόρροια της γενικότερης χρηματοπιστωτικής κρίσης ή απρόοπτης μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, καθόσον από το 2008 μέχρι και τα έτη 2012-2013 μεσολάβησε ικανό χρονικό διάστημα, προκειμένου οι εναγόμενοι να βρουν έναν τρόπο προστασίας των κεφαλαίων των εναγόντων, πλην όμως δεν το έπραξαν, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων, οι οποίοι είναι και οι αποκλειστικά υπαίτιοι της ζημίας των εναγόντων.

Εξάλλου, οι ενάγοντες συνεπεία της προπεριγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων των εναγομένων, για τις οποίες ευθύνονται αντικειμενικά οι τελευταίες, υπέστησαν και ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 3.000 ευρώ, ποσό το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της προσβολής, την έκταση της ταραχής και τον ψυχικό πόνο που βίωσαν οι ενάγοντες, κυρίως από το γεγονός ότι τα χρήματα που απώλεσαν ήταν αποταμιεύσεις που προορίζονταν για την ασφάλεια τη δική τους αλλά και των μελών της οικογένειάς τους, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η σε βάρος τους αδικοπραξία, το γεγονός ότι οι εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, n κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, για τις ανωτέρω αιτίες να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων το ποσό των 39.325 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και σε έκαστο του τρίτου και τέταρτης εξ αυτών το ποσό των 39.117.5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επίσης πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, σε έκαστο του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων το ποσό των (39.325 + 3.000) 42.325 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και σε έκαστο του τρίτου και τέταρτης εξ αυτών το ποσό των (39.117,5 + 3.000) 42.117,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό κατά το ποσό των 10.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων από το συνολικά ανωτέρω επιδικασθέν σε έκαστο εξ αυτών ποσό, και τούτο διότι, λόγω του γεγονότος ότι τα χρήματα που απώλεσαν οι ενάγοντες αποτελούσαν τις αποταμιεύσεις τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής κατά το ανωτέρω ποσό και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεσή της θα επιφέρει σημαντική οικονομική ζημία σε αυτούς. Τέλος, λόγω της εν μέρει ήττας των εναγόμενων και της εν μέρει νίκης των εναγόντων, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στην εις ολόκληρο καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων (άρθρα 178 παρ. 1, 180 παρ. 3 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 63 και 68 του Ν 4194/2013) κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.