ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 393/2020

 

Πρόεδρος: Μ. Καραγκιοζίδου, Εφέτης

Δικηγόροι: Α. Λαχανάς, Β. Δημηνίκος

 

[...] Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας απευθυνόμενη και εναντίον της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης στρεφόμενη από 21.6.2016 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι στις 7.7.1993 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη, άμισθη υποθηκοφύλακα του υποθηκοφυλακείου ... νομού ..., προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, εργαζόμενη υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, με μηνιαίες αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τον Κανονισμό των Υποθηκοφυλακείων και των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ότι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 η εναγόμενη επιχείρησε να της επιβάλει μονομερώς εκ περιτροπής εργασία για τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες απασχόλησης, την οποία η ίδια (ενάγουσα) δεν αποδέχθηκε, αλλά παρείχε τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση εργασίας της και με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης. Ότι η εναγόμενη δεν της κατέβαλε το σύνολο των αποδοχών της, όπως αυτές προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους εργαζόμενους στα άμισθα υποθηκοφυλακεία, αλλά μέρος μόνο αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να διατηρεί σε βάρος της αξιώσεις για καταβολή (α) των διαφορών μεταξύ καταβαλλόμενων και νόμιμων δεδουλευμένων (καθαρών) αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο του 2011 έως Απρίλιο του 2012, του μηνός Δεκεμβρίου του 2012 και των μηνών Μαΐου και Ιουνίου του 2013 και (β) των διαφορών μεταξύ καταβαλλόμενων και νόμιμων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων των ετών 2011 και 2012, όπως οι επιμέρους οφειλές εξειδικεύονταν σ’ αυτή κατ’ είδος, ποσό και χρόνο γένεσής τους.

Ότι στις 5.9.2013 η εναγόμενη της κοινοποίησε αίτηση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία όμως απορρίφθηκε με την αναφερόμενη απόφαση της αρμόδιας επιτροπής. Ότι στις 8.10.2013 η εναγόμενη της κοινοποίησε εκ νέου εξώδικη δήλωση επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, απαγορεύοντάς της μέχρι τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου του 2013, πλην μιας ημέρας απασχόλησης, την πρόσβαση στα βιβλία εκθέσεων, πιστοποιητικών και τελών, καθώς και στην έκδοση των πιστοποιητικών. Ότι για την πιο πάνω συμπεριφορά της εναγόμενης, ασκήθηκε σε βάρος της πειθαρχική αγωγή, στα πλαίσια της οποίας της επιβλήθηκε αρμοδίως η πειθαρχική ποινή της επίπληξης, ενώ στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, για την οποία και καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της κατά της πρωτόδικης απόφασης η υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση. Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγόμενης εξακολούθησε και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, χωρίς να της καταβάλει τις δεδουλευμένες (καθαρές) αποδοχές της ή καταβάλλοντάς της τις αναφερόμενες στην αγωγή, για κάθε μήνα απασχόλησης, μειωμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Μάιο του 2014 έως Δεκέμβριο του 2014 και από Φεβρουάριο του 2015 έως 21.9.2015, ενώ δεν της κατέβαλε και το επίδομα αδείας ετών 2014 και 2015, όπως επίσης οι επιμέρους οφειλές εξειδικεύονταν σ’ αυτή κατ’ είδος, ποσό και χρόνο γένεσής τους.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, το ποσό των 32.362,84 ευρώ συνολικά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την πλήρη εξόφληση. Επικουρικά δε, στην περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, ζήτησε να της επιδικασθεί το ανωτέρω συνολικό ποσό εντόκως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι η εναγόμενη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το συνολικό αυτό ποσό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο μισθωτό απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τα ίδια προσόντα και τους ίδιους όρους εργασίας, όπως η ίδια (ενάγουσα). Ζήτησε, επίσης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός της στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες, κύρια και επικουρική, νομικές βάσεις της ως παθητικά ανομιμοποίητη, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αυτής διαλαμβανόμενα. Ήδη, κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, άσκησε την κρινόμενη έφεσή της, αποδίδοντας στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούμενη την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 και 56 του ΚΔ της 19/23.7.1941 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των ΑΝ 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2352/1940 περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους» (ΦΕΚ Α’ 244) και άρθρο 1 του ΝΔ 811/1971, όπως κατά τις παρ. 2 και 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Ν 325/1976 (σε συνδυασμό με το άρθρο 25 αυτού) προκύπτουν τα ακόλουθα: Το προσωπικό εκάστου ειδικού άμισθου υποθηκοφυλακείου αποτελείται από έναν υποθηκοφύλακα, ο οποίος δύναται να βοηθείται από έναν ή περισσότερους υπαλλήλους, οι οποίοι προσλαμβάνονται και αμείβονται από αυτόν. Ο άμισθος υποθηκοφύλακας εκ των εισπραττομένων κατά νόμο για τις εργασίες και τις πράξεις του υποθηκοφυλακείου του, παρακρατεί τα ποσά που απαιτούνται, α) για την από το νόμο ορισμένη τελική αμοιβή του (έσοδα υποθηκοφύλακα), β) για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, γ) για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές και δ) για τις δαπάνες μισθοδοσίας των απασχολούμενων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών, ενώ το υπόλοιπο έχει υποχρέωση να το καταθέσει στην αρμόδια ΔΟΥ και να το αποδώσει στο Δημόσιο ως επιγενόμενο δημόσιο έσοδο. Ο αριθμός, δε, των απαραίτητων για την κανονική λειτουργία εκάστου άμισθου υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων, καθορίζεται με αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που εκδίδονται κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης γνωμοδότησης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, επί τη βάσει του αριθμού των εισαγόμενων κάθε φύσης αιτήσεων και κατ’ αναλογία ενός υπαλλήλου προς χίλιες (1.000) τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ’ έτος υποβαλλόμενων. Δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση για την περίπτωση που τα εισπραττόμενα κατά νόμο δεν επαρκούν για την κάλυψη μίας ή περισσοτέρων εκ των παραπάνω υποχρεώσεων.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 4 και 5 του Συντάγματος, τις διατάξεις ΚΔ της 19/23.7.1941 «περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους», τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Ν 2664/1998 «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις», καθώς και αυτές του άρθρου μόνο της ΚΥΑ 37480/2012 «Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ΝΔ 811/1971, όπως ισχύει» (ΦΕΚ Β’ 1532/2012), τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς Δημόσιες Υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργικά υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ ο άμισθος υποθηκοφύλακας «έχει την ιδιότητα δικαστικού υπαλλήλου». Εξ αυτού συνάγεται ότι ο υποθηκοφύλακας «προΐσταται» ή «διευθύνει» τα υποθηκοφυλακεία ως εκπρόσωπος δημόσιας αρχής και δεν έχει την ιδιότητα απλού επιχειρηματία, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα για ίδιο λογαριασμό και για ίδιο κέρδος, παρότι από φορολογικής απόψεως το εισόδημά του θεωρείται ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων, κατ’ άρθρο 48 παρ. 1 του Ν 2238/1994 (βλ. ΑΠ 286/2019, ΑΠ 203/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 56 του ΚΔ της 19/23.7.1941 «περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους», όπως το άρθρο 56 ισχύει μετά το άρθρο 1 του ΚΔ 811/1971, το άρθρο 22 του Ν 1868/1989 και το άρθρο 108 παρ. 5 του Ν 4055/2012, ο υποθηκοφύλακας δεν διαχειρίζεται ως ίδια «κέρδη» τα εισπραττόμενα για τις διενεργούμενες πράξεις δικαιώματα, ούτε δύναται να διαθέτει αυτά κατά βούληση δίδοντας, ελεύθερα, δυνάμει διευθυντικού δικαιώματός του, στους υπαλλήλους οποι­εσδήποτε παροχές. Αντιθέτως, τα εισπραττόμενα ως άνω δικαιώματα αποτελούν χρήματα του Δημοσίου και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 ΚΔ της 19/23.07.1941, οφείλει να τα αποδώσει σ’ αυτό, αφού παρακρατήσει τα ποσά που απαιτούνται, κατά τα ανωτέρω, για την αμοιβή του, για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές, για τις δαπάνες μισθοδοσίας των από αυτόν απασχολούμενων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη το άρθρου 56 ΚΔ της 19/23.7.1941, οι παρακρατούμενες δαπάνες μισθοδοσίας δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα όρια που ορίζονται από τις οικείες ΣΣΕ. Επομένως, ο υποθηκοφύλακας οφείλει να εφαρμόζει τους όρους των εν λόγω συλλογικών συμβάσεων με τρόπο που να μη διασπαθίζει τα εισπραχθέντα δικαιώματα, ζημιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο (βλ. ΑΠ 203/2015 ό.π.).

Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη λειτουργία των υποθηκοφυλακείων, συνάγεται ότι ο νομοθέτης, λόγω της σπουδαιότητας του λειτουργήματος του άμισθου υποθηκοφύλακα από απόψεως δημοσίου συμφέροντος (βλ. αναλυτικά σε Ι. Ληξουριώτη, Υπαγωγή υπαλλήλων άμισθων υποθηκοφυλακείων στην ελεγκτική αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, ΔΕΝ 2013, 1585 επ.), που συνιστάται στην εξασφάλιση της αναγκαίας δημοσιότητας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα ακίνητα, υπέβαλε την άσκηση αυτού σε έντονη κανονιστική ρύθμιση, όπου η εργασιακή σχέση του προσωπικού των άμισθων υποθηκοφυλακείων, μολονότι τυπικώς εμφανίζεται ως σύμβαση εργασίας μεταξύ άμισθου υποθηκοφύλακα και των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του προσώπου του υποθηκοφύλακα, που δεν αποτελεί έναν κοινό «εργοδότη», ασκούντα ιδιωτική επιχείρηση και των ισχυρών στοιχείων δημοσίου δικαίου, που διέπουν την όλη λειτουργία των υποθηκοφυλακείων, δεν είναι δυνατόν αυτή να αντιμετωπιστεί ως μία συνήθης σχέση εξαρτημένης εργασία ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, η κοινή εργατική νομοθεσία δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλο το εύρος της στο προσωπικό τους και ιδίως σε θέματα, που συνάπτονται με την οργάνωση του χρόνου εργασίας και την αμοιβή αυτών (ο ίδιος, ό.π., σελ. 1595).

Επισημαίνεται ωστόσο, ότι οι υπάλληλοι του άμισθου υποθηκοφυλακείου δεν συνδέονται με δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, αλλά μετά του άμισθου υποθηκοφύλακα με σύμβαση εργασίας, προσλαμβανόμενοι και μισθοδοτούμενοι από τον ίδιο, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις (βλ. ΑΠ 1864/2019, ΣτΕ 2573/2015, ΤρΕφΘεσ 2753/2017, ΤρΕφΘεσ 2753/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην εργασιακή αυτή σχέση, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από αυτήν, ουδόλως αναμειγνύεται το Δημόσιο, παρά μόνο ως προς τον καθορισμό του αριθμού των υπαλλήλων-βοηθών του άμισθου υποθηκοφύλακα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ούτε μάλιστα στο θέμα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης έχει οποιαδήποτε ανάμιξη το Δημόσιο. Έτσι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μεταξύ του άμισθου υποθηκοφύλακα και των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου γίνεται από αυτόν και μόνο (βλ.ΤρΕφΘεσ 2753/2017, ΤρΕφΘεσ 2753/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Ήδη, δε, με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ 37480/4.5.2012 «Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ΝΔ 811/1971, όπως ισχύει» (ΦΕΚ Β’ 1532/2012), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 56 παρ. 5 εδ. β’ του ΚΔ της 19/23.7.1941 και σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 108 παρ. 5 του Ν 4055/2012 (ΦΕΚ Α’ 51 της 12.3.2012), η πρόσληψη των υπαλλήλων των άμισθων υποθηκοφυλακείων υποβάλλεται στην εκεί αναφερόμενη ειδική διοικητική διαδικασία, που προσομοιάζει με τη διαδικασία της πρόσληψης των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα από τον ΑΣΕΠ, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας αφαιρούν από την εν λόγω υπαλληλική σχέση τον ελεύθερο χαρακτήρα που έχουν οι λοιπές εργασιακές σχέσεις εξαρτημένης εργασίας του ιδιωτικού τομέα, ενώ και η διαδικασία της καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσης υποβάλλεται στην εποπτική και ελεγκτική εξουσία των εισαγγελικών αρχών. Το αίτημα εξάλλου του απολυόμενου υπαλλήλου του υποθηκοφυλακείου για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή μισθών υπερημερίας ή της νόμιμης αποζημίωσής του, νομίμως απευθύνεται κατά του άμισθου υποθηκοφύλακα εργοδότη του και δεν είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως (όπως αντιθέτως δέχεται η ΕφΝαυπλ 121/2011), διότι αυτός είναι που παρακρατά από τον λογαριασμό των δικαιωμάτων του υποθηκοφυλακείου τη δαπάνη για τις αποδοχές και τη νόμιμη αποζημίωση του απολυόμενου υπαλλήλου. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο άμισθος υποθηκοφύλακας δεν νομιμοποιείται στις σχετικές αξιώσεις, παραγνωρίζει τον βασικό κανόνα του ενοχικού δικαίου ότι δεν υφίσταται ενοχή (καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εν προκειμένω) χωρίς ευθύνη (βλ. ΤρΕφΘεσ 2753/2017, ό.π.).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, η ένδικη αγωγή, έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, νομίμως απευθύνεται κατά της εναγόμενης άμισθης υποθηκοφύλακα, με την οποία η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνδεόταν με την αναφερόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσληφθείσα και μισθοδοτούμενη από αυτήν κατά τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις, ενώ στην εργασιακή αυτή σχέση ουδόλως αναμείχθηκε το Δημόσιο, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από αυτή. Κρίνοντας, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης και απορρίπτοντάς την για το λόγο αυτό, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Γι’ αυτό κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ψέγει την εκκαλούμενη απόφαση για την απόρριψη της αγωγής της, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

[...] Το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την ένδικη αγωγή, καθόσον οι διαφορές που αναφύονται από σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών, όπως η προκείμενη, είναι διαφορές ιδιωτικές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. ΑΠ 475/2018, ΑΠ 1325/2010 Nomos), το ίδιο δε συμβαίνει και για τις διαφορές από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν έχουν ως υπόβαθρο άκυρη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ το γεγονός ότι ο άμισθος υποθηκοφύλακας είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός δεν διαφοροποιεί την αμιγώς ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) που τον συνδέει με τους υπαλλήλους του, εργοδότης δε είναι ο ίδιος ο άμισθος υποθηκοφύλακας και όχι το Δημόσιο, με το οποίο ο εργαζόμενος δεν διατελεί σε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση (βλ. ΣτΕ 2573/2015 Nomos), και δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δημιουργεί ευθύνη του Δημοσίου κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. η’ του Ν 1406/1983), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ’ άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την παρ. 2 του αυτού άρθρου [...].

 

(Δέχεται την έφεση.)