ΑΡΙΘΜΟΣ 389/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘’ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ’’, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Ζ. – Σ., το γένος Χ. Π., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 1/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ. και 2) Μ. Ζ. – Σ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 3/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Ζ. - Σ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με τις από 7-1-2011 και 17-2-2012 αγωγές του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και των Β. Φ. και Α. Φ., αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2016 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ', του ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του «Επικουρικού Κεφαλαίου», βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του «Επικουρικού Κεφαλαίου», εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωση του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του «Επικουρικού Κεφαλαίου», χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ' παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το «Επικουρικό Κεφάλαιο» για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας. Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. 6' του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της «ΕΣΔΑ» (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017 και 3/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 742/2016 απόφασης του, δικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, επί της από 12-2-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../6-3-2014 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία «…», ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας «….», της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, κατά της πρωτόδικης 15/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση αυτή (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 12-10-2010, αγωγή, από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και του δικαιοπαρόχου τους Α. Ζ. - Σ. (συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα) που πέθανε, μετά την άσκηση της αγωγής, στις 13-11-2011 και επιδίκασε σε αυτούς, με τον νόμιμο τόκο, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον τραυματισμό τους κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της 28-9-2008, συνολικού ποσού 4.619,60 ευρώ και 15.058,80 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Αρνήθηκε, όμως, να εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4092/2012, χωρίς, πάντως, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, απορρίπτοντας, ως αβάσιμους, τους σχετικούς αντίθετους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να μην εφαρμόσει τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 4092/2012, που τροποποίησαν το άρθρο 19 του ν. 489/1976, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσειον για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους ίδιους, δεύτερο και τρίτο, λόγους της αναίρεσης, προσάπτονται στην πληττόμενη απόφαση και αιτιάσεις, επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με την απόφαση του αυτή, παραβίασε, ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, χωρίς να παραθέσει καθόλου αιτιολογίες, κατά το μέρος που περιορίζεται η αποζημίωση, την οποία το αναιρεσείον είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει ασφαλιστικές ζημίες που προκλήθηκαν από ασφαλισμένο σ' αυτήν αυτοκίνητο, σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης του παθόντος, κυμαινόμενο σε ποσοστό από 70% έως 90%. Το ζήτημα αυτό, αν, δηλαδή, η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του αναιρεσείοντος ως προς το ύψος της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που πρέπει να καταβάλει στον παθόντα, κατά τα προαναφερόμενα, είναι ή όχι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της «ΕΣΔΑ» και 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη 1780/1-11-2017 απόφαση του παρόντος Δ' πολιτικού τμήματος αυτού που ήταν γνωστή, όταν έγινε η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση. Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού, αναφορικά με τους λόγους αυτούς, κατά τα κρινόμενα τώρα σκέλη τους, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση, για το ζήτημα αυτό, από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκαση της.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοί, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1150/ 2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του που προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα και στη δευτεροβάθμια δίκη, με τους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης του, για τον ποσοτικό και ποσοστιαίο περιορισμό της ευθύνης του στα ποσά που επιδικάζονται σε βάρος του ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για то οφειλόμενο ποσοστό 6% των τόκων, κατά τη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012 που καταλαμβάνει και την επίδικη υπόθεση. Ανεξάρτητα, όμως, από το αν οι επίμαχοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, νόμιμοι ή όχι, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί που θεμελιώνουν τους παραπάνω λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, σε κάθε περίπτωση, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, έστω εκ του πράγματος, αφού οι σχετικοί έκτος και έβδομος λόγοι της έφεσης απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως προς τον πρώτο λόγο της καθ' ολοκληρία και ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κατά τα σχετικά πιο πάνω σκέλη τους (ως προς τον περιορισμό του ποσοστού των τόκων). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, καθώς και για τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα μέρη των δεύτερου και τρίτου λόγων της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../15-12-2016 αίτηση του «…» για αναίρεση της 742/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Και

Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 1780/2017 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 20 Φεβρουαρίου 2018.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ