ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 384/2020

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την εξής σύνθεση: Ε. Νίκα, Aντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α. Χλαμπέα, Ι. Σπερελάκης, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ρίπη.

Για να δικάσει την από 18 Ιανουαρίου 2019 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Χατζηϊωάννου (Α.Μ. ....), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Υπουργού Οικονομικών και 2. Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, οι οποίοι παρέστησαν με την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1886/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου ..../16.1.2019).

2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1886/2018 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, δια της οποίας απερρίφθη προσφυγή της ήδη αναιρεσειούσης εταιρείας, αναδόχου του έργου “...., Τμήμα Ι: Βελτίωση 36ης Ε.Ο. κατά τμήματα από διακλάδωση ... μέχρι ... και Τμήμα ΙΙ: Βελτίωση τμήματος 36ης Ε.Ο. από διακλάδωση παρακάμψεως ... έως διακλάδωση 1ης Επαρχιακής Οδού (...)”, επί διαφοράς ανακυψάσης κατά την εκτέλεση της συμβάσεως και, ειδικώτερον, κατά την υποβολή σχεδίου τελικής επιμετρήσεως, περιέχοντος αίτημα αποζημιώσεως ύψους 1.068.692,86 ευρώ.

3. Επειδή, στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213) και στην συνέχεια η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 240), προβλέπονται τα εξής: “ 3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,… Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ…”.

4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα υπό το καθεστώς του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, επί συμβατικής διαφοράς με χρηματικό αντικείμενο πρέπει σωρευτικώς, αφ’ ενός μεν το ποσό να υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ, αφ’ ετέρου δε με το εισαγωγικό δικόγραφο να προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο της προαναφερθείσης διατάξεως. Ειδικώτερον, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται πλέον παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με ειδικούς, αυτοτελείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρισίμου δια την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι οι κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία δια τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή, πάντως, μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού και όχι απλώς παρομοίου νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας δια την επίλυση των αντιστοίχων διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, ή, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Εφ’ όσον δε με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται περισσότερες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή τίθενται πλείονα νομικά ζητήματα, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να προβάλει ειδικούς, αυτοτελείς και συγκεκριμένους, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμούς για την θεμελίωση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως για καθένα από τους προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως. Στην περίπτωση, εξ άλλου, που ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς υφισταμένη κατά τ΄ ανωτέρω νομολογία, οι δικαστικές αποφάσεις, των οποίων γίνεται επίκληση ως προς το ζήτημα της αντιθέσεως, πρέπει να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αιτήσεως, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, οπότε, κατ΄ εξαίρεση, αρκεί να προσδιορίζονται ειδικώς στο εισαγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο που να επιτρέπει την εξατομίκευσή τους και την, κατά τα προεκτεθέντα, σύνδεσή τους με το παραδεκτό της αιτήσεως, χωρίς να αρκεί προς τούτο μόνη η επίκληση αποφάσεων, η οποία γίνεται στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας για τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως. Τέλος, δεν συνιστούν παραδεκτή, κατά τ’ ανωτέρω, επίκληση νομικού ζητήματος ισχυρισμοί (περί ελλείψεως νομολογίας ή αντιθέσεως σε νομολογία) οι οποίοι, περιοριζόμενοι σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως, δεν αναφέρονται στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, η οποία (ερμηνεία), ανεξαρτήτως εάν διατυπώνεται στην μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή των λοιπών αποφάσεων προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση, είναι δεκτική γενικότερης εφαρμογής (ΣτΕ 1375/2019, 2403/2016 κ.ά.). Τέλος, έχει παγίως κριθεί ότι οι διατάξεις του ν. 3900/2010, με τις οποίες θεσπίζονται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Σ.τ.Ε. 1375/2018, 711/2018, 2905/2017, 1703/2017, 1487/2016, 4016/2015 κ.ά. βλ. σχετικώς και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 2ας Ιουνίου 2016, αριθμ. προσφυγής 18880/2015, Παπαϊωάννου κατά Ελλάδας και της 25ης Οκτωβρίου 2018, αριθμ. προσφυγής 3714/2016, Αιγαίον Όϊλ κατά Ελλάδος).

5. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δυνάμει της από 28.12.2007 συμβάσεως, συναφθείσης μεταξύ του Δημοσίου και της ήδη αναιρεσειούσης εταιρείας, η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου “...., Τμήμα Ι: Βελτίωση 36ης Ε.Ο. κατά τμήματα από διακλάδωση ... μέχρι ... και Τμήμα ΙΙ: Βελτίωση τμήματος 36ης Ε.Ο. από διακλάδωση παρακάμψεως ... έως διακλάδωση 1ης Επαρχιακής Οδού (...)”. Η συμβατική προθεσμία περαιώσεως του έργου ήταν είκοσι μήνες, ύστερα, όμως, από την υποβολή σχετικών αιτήσεων της αναδόχου, παρετάθη εν τέλει έως την 31.10.2014 (βλ. τις από 26.8.2009, 6.2.2011, 1.2.2012, 29.7.2013 και 26.5.2014 αιτήσεις της αναδόχου εταιρείας, οι οποίες έγιναν δεκτές δια των υπ’ αριθμ. .... αποφάσεων της Υπηρεσίας). Μετά την περαίωση των εργασιών στις 29.10.2014, η ανάδοχος δια του υπ’ αριθμ. ....2014 εγγράφου της υπέβαλε την τελική επιμέτρηση του έργου, καθώς και αίτημα καταβολής θετικών ζημιών, λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου, συνολικού ποσού 1.068.692,86 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλυόταν στο ως άνω έγγραφο κατά κατηγορία ζημίας. Το αίτημά της αυτό απερρίφθη δια της υπ’ αριθμ. ΑΦ....2015 αποφάσεως του Τμήματος Κατασκευής Έργων Αθηνών της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, με την αιτιολογία ότι: α) δεν είχε υποβληθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 36 παρ. 11 του ν. 3669/2008 όχληση, β) μολονότι κατά διαστήματα η ανάδοχος απειλούσε ότι θα προέβαινε σε διακοπή των εργασιών, αυτό δεν συνέβη ποτέ και γ) ουδέποτε προσεβλήθησαν οι αποφάσεις εγκρίσεως της παρατάσεως της συμβατικής προθεσμίας, μολονότι προέβλεπαν μόνον την νόμιμη αναθεώρηση. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την υπ’ αριθμ. .....2015 ένσταση, η οποία απερρίφθη δια της υπ’ αριθμ. .....2012 αποφάσεως του Τμήματος Εποπτείας και Κατασκευών του προαναφερθέντος Υπουργείου, με την πρόσθετη αιτιολογία ότι από τα άρθρα Α-2, Α-3 και Α-4 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων προβλέπεται ότι (άρθρο Α-2) ο ανάδοχος δεν δικαιούται καμμία αποζημίωση λόγω καθυστερήσεως κατά την σύνταξη συμπληρωματικών κτηματολογίων και απαλλοτρίωση εκτάσεων, (άρθρο Α-3) ο ανάδοχος πρέπει κατά τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος κατασκευής του έργου να λάβει υπ’ όψη τους χρονικούς περιορισμούς λόγω απαλλοτριώσεων και εργασιών των λοιπών εμπλεκομένων φορέων (αρχαιολογία, Ο.Κ.Ω. κλπ.) και (άρθρο Α-4) ο ανάδοχος, σε περίπτωση καθυστερήσεως παραδόσεως της συμπληρωματικής ζώνης καταλήψεως, δεν δικαιούται να ζητήσει την διάλυση της συμβάσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ’ αριθμ. ....2015 αίτηση θεραπείας, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς. Κατά δε της σιωπηράς απορρίψεως αυτής άσκησε προσφυγή η οποία απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δια της προσφυγής της η ανάδοχος είχε προβάλλει ότι: α) η αναζήτηση ζημίας, κατ' άρθρον 36 παρ. 11 του ν. 3669/2008, δεν αποκλείεται ούτε σε περίπτωση μη υποβολής οχλήσεως, εφ’ όσον είναι πρόδηλη, ούτε σε περίπτωση μη διακοπής των εργασιών, ούτε σε περίπτωση εγκρίσεως της παρατάσεως της συμβατικής προθεσμίας του έργου με αναθεώρηση, β) η προβλεπομένη όχληση δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένο τύπο, με συνέπεια να αποτελούν οχλήσεις οι εκάστοτε υποβληθείσες διαμαρτυρίες για καθυστερήσεις κατά την εκτέλεση του έργου και γ) μολονότι, κατά το άρθρο Α-4 της Ε.Σ.Υ., ο κύριος του έργου ήταν υποχρεωμένος να της παραδώσει τους υπό απαλλοτρίωση χώρους σταδιακώς εντός προθεσμίας 6 μηνών, εν τέλει η περαίωση του έργου καθυστέρησε κατά 62 μήνες. Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, λαμβάνοντας υπ’ όψη α) ότι οι προβαλλόμενες από την ανάδοχο αιτίες καθυστερήσεων (όπως η μη παράδοση των υπό απαλλοτρίωση χώρων εντός προθεσμίας 6 μηνών) είχαν εξαιρεθεί, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων Α-2, Α-3 και Α-4 της Ε.Σ.Υ., από την τυχόν υποχρέωση του κυρίου του έργου για καταβολή αποζημιώσεως λόγω καθυστερήσεως και β) ότι η ανάδοχος εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε κάποιο έγγραφο - όχληση, με το απαιτούμενο από το άρθρο 36 παρ. 11 του ν. 3669/2008 περιεχόμενο, δηλαδή να περιέχει τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά και τις προκαλούμενες από αυτά στον ανάδοχο θετικές ζημίες, αφού, όπως δέχθηκε - ανελέγκτως κατ’ αναίρεση - στην προσκομισθείσα αλληλογραφία με τον κύριο του έργου επισημαίνονται διάφορες καθυστερήσεις λόγω αρχαιολογικών ευρημάτων, λόγω επιτάξεων - απαλλοτριώσεων, λόγω Ο.Κ.Ω, κοπής δένδρων κλπ., χωρίς όμως να αναφέρονται σε αυτήν οι κατηγορίες θετικών ζημιών που προκαλούνται σε αυτήν ως ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες επρόκειτο να ζητήσει στο μέλλον αποζημίωση, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 3669/2008, έκρινε ότι ορθώς και νομίμως δια τους λόγους αυτούς προεχόντως απερρίφθη το αίτημα της αναδόχου περί καταβολής των ενδίκων θετικών ζημιών, τα δε δια της προσφυγής προβληθέντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθ’ όσον οι υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, εν περιπτώσει υπερημερίας του, ρυθμίζονται δεσμευτικώς και αποκλειστικώς από το προαναφερθέν άρθρο.

6. Επειδή, η παρούσα αίτηση, κατατεθείσα στις 21.1.2019, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, το δε αντικείμενο της διαφοράς που άγεται με αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ανώτερο των 200.000 ευρώ. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα εταιρεία κατά πρώτο λόγο προβάλλει ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική, διότι, ενώ δέχεται ότι δεν απαιτείται η όχληση να είναι ειδική, αλλ’ αρκεί να αναφέρονται εις αυτήν τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά και οι εξ αυτών προκαλούμενες στον ανάδοχο θετικές ζημίες, έκρινε τελικώς ότι ουδέποτε η ανάδοχος υπέβαλε κάποιο έγγραφο με το περιεχόμενο αυτό, καθώς όλα τα υπό της αναδόχου υποβληθέντα έγγραφα δεν ανέφεραν τις κατηγορίες ζημιών οι οποίες είχαν προκληθεί. Επίσης, προβάλλει (δ΄ λόγος) ότι η συλλήβδην απόρριψη του συνόλου των ισχυρισμών της αναδόχου συνιστούν όλως πλημμελή αιτιολόγηση, αφού σε παρόμοια υπόθεση είχε κριθεί ότι είναι δυνατόν έγγραφες διαμαρτυρίες για καθυστερήσεις περί την εκτέλεση δημοσίου έργου να θεωρηθούν οχλήσεις. Δια την θεμελίωση του παραδεκτού των λόγων αυτών αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η σχετική κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίκειται στις υπ’ αριθμ. 331/2015 και 1680/2017 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια των οποίων εκρίθη ότι έγγραφα υποβληθέντα με ανάλογο περιεχόμενο και υπό παρόμοιες πραγματικές περιστάσεις συνιστούσαν την κατ’ άρθρον 36 παρ. 11 του ν. 3669/2008 όχληση. Δια των ανωτέρω, όμως, λόγων αναιρέσεως δεν πλήσσεται κάποια μείζων σκέψη, αφού η προσβαλλομένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου υιοθετεί την παγία νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της οχλήσεως, αλλ’ αμφισβητούνται ευθέως οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εν σχέσει προς την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση της περί της συνδρομής των προϋποθέσεων δια να θεωρηθεί ένα έγγραφο της αναδόχου ως όχληση, δηλαδή κρίση διατυπωθείσα εν όψει συγκεκριμένης υποθέσεως (ΣτΕ 1170/2018). Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

7. Επειδή, εξ άλλου, προβάλλεται ότι, εφ’ όσον δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι χορηγηθείσες παρατάσεις με αναθεωρήσεις συμβατικών τιμών αποκλείουν το δικαίωμα αναζητήσεως οιασδήποτε άλλης αποζημιώσεως, πλημμελώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 11 περί οχλήσεως, 48 παρ. 8 περί παρατάσεως και 54 παρ. 15 του ν. 3669/2008 περί αναθεωρήσεως τιμών. Δια την θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίκειται στην υπ’ αρ. 4434/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την υπ’ αριθμ. 1284/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δεν διέλαβε κρίση με αυτό το περιεχόμενο.

8. Επειδή, επίσης, προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο πλημμελώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων Α-2, Α-3 και Α-4 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, καθ’ όσον εκ των ανωτέρω διατάξεων δεν προκύπτει απαγόρευση αποζημιώσεως του αναδόχου δια καθυστερήσεις μεγαλύτερες των έξι μηνών από της υπογραφής της συμβάσεως, ούτε θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο λόγω του άρθρου 3 του Α.Κ. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ερμηνεία όρων συμβατικού κειμένου, ερμηνεία που εναπόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (πρβλ. ΣτΕ 623/206, 271/2018 κ.ά).

9. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι οι λιτώς διατυπούμενες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, δια των οποίων ετέθησαν περιορισμοί στο δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, ερμηνευόμενες και εφαρμοζόμενες κατά τρόπον οδηγούντα σε κρίση περί απαραδέκτου ασκήσεως της παρούσης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω μη επικλήσεως ή λόγω μη ορθής επικλήσεως των αντιθέτων με την βαλλομένη αποφάσεων ή λόγω προβολής, εν σχέσει προς το παραδεκτό αυτής, των ίδιων λόγων που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως, αντίκεινται στο Σύνταγμα και της Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφού, ως προελέχθη, κατά παγία νομολογία οι επίμαχες διατάξεις είναι σύμφωνες και με το Ελληνικό Σύνταγμα όσο και με την ΕΣΔΑ.

10. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσειούσης εταιρείας την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Ε. Νίκα Αικ. Ρίπη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2020.

Ο Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος Η Γραμματέας

Ι. Β. Γράβαρης Αικ. Ρίπη