ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 373/2018

 

Εφέτης: ΣΟΦΙΑΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Δικηγόροι: Νικ. Παπαπέτρος και Στέργιος Λυμπερδόπουλος (προσθ. παρεμβ.) - Χαρούλα Δαμοπούλου - Μουστακαλή

 

(...) 5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2224/94, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 παρ. 3 Ν. 4472/17, ( ΦΕΚ A 74/19-5-2017),(παρ. 24) και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση καθόσον ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης και καταλαμβάνουν (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ. ΑΠ 8/11, Ολ. ΑΠ 7/11,(παρ. 25) ΑΠ 476/14, ΑΠ 1421/10, Νόμος), χορηγούνται συνδικαλιστικές άδειες: α) ..., β)... γ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν από 1.501 - 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του. Οι ημέρες αυτές είναι «πληρωνόμενες». Στην έννοια «πληρωνόμενες» ημέρες εμπίπτουν οι πλήρεις αποδοχές και ειδικότερα ο νόμιμος -συμβατικός βασικός μισθός, με το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν οι συνδικαλιστές πριν την απαλλαγή τους από την υπηρεσία, για να απασχολούνται απερίσπαστοι στο συνδικαλιστικό τους έργο χωρίς το αντικίνητρο της περικοπής των αποδοχών τους, όχι όμως η αποζημίωση για απασχόληση κατά τις Κυριακές που είναι κατ’ αρχήν παράνομη και για την οποία οφείλεται αποζημίωση όταν πράγματι απασχολείται ο μισθωτός την Κυριακή. Ειδικώς για τα ξενοδοχεία η απασχόληση των μισθωτών την Κυριακή είναι επιτρεπτή, οφείλεται όμως υποχρεωτικώς (και εφόσον η απασχόληση υπερβαίνει τις 5 ώρες) μια άλλη ημέρα αναπαύσεως κατά την αμέσως επόμενη της Κυριακής εβδομάδα.(παρ. 26) Αν δεν χορηγηθεί αναπληρωματική ανάπαυση οφείλεται αμοιβή για την ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης η οποία έχει τον χαρακτήρα αποζημιώσεως. Επομένως στις πληρωνόμενες αποδοχές δεν συμπεριλαμβάνεται προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη στο νόμιμο ωρομίσθιο και οφειλόμενη για όσες ώρες απασχολήθηκε ο μισθωτός την Κυριακή, που αποτελεί αποζημίωση για τη στέρηση της αναπαύσεως την Κυριακή, εφόσον δεν παρείχε πραγματική απασχόληση την ημέρα αυτή (ΔΕΝ 2008, τομ. 64 σελ. 1324). Αποζημίωση την οποία δικαιούται να αξιώσει ο μισθωτός από τον εργοδότη σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του ΑΚ διατάξεις αποτελεί και η προσαύξηση των 25% για την απασχόληση μισθωτών κατά τις νυχτερινές ώρες ενώ τούτο δεν επιτρέπεται (ΑΠ 1046/07, ΕΕΔ 2008, 490). Λόγω του αποζημιωτικού τους αυτού χαρακτήρα που προϋποθέτουν πραγματική (παράνομη) απασχόληση του μισθωτού, οι ως άνω προσαυξήσεις δεν δύναται να συμπεριληφθούν στην έννοια «πληρωνόμενες» αποδοχές του χρόνου της συνδικαλιστικής άδειας η οποία μπορεί να είναι μακρόχρονη ( όπως εν προκειμένω επί επταετία) και δεν έχει σχέση με τις αποδοχές της κανονικής άδειας για την οποία ο νομοθέτης προέβλεψε ρητά στον ΑΝ 539/45 ότι υπολογίζονται στις «συνήθεις αποδοχές τις οποίες θα λάμβανε ο μισθωτός αν παρείχε εργασία κατά το διάστημα της άδειας», διάταξη η οποία δεν δύναται να εφαρμοστεί αναλογικά, και επομένως δεν δύναται ο συνδικαλιστής να απαιτήσει αυτές ακόμα και αν λάμβανε τέτοιες αποδοχές πριν την άδεια αυτή, απασχολούμενος παρανόμως (βλ. ΔΕΝ 2008 ό.π. και σχετικά με τις αποδοχές που δικαιούνται οι σε συνδικαλιστική άδεια ευρισκόμενοι υπάλληλοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τις ΑΠ 902/17,(παρ. 27) ΑΠ 718/13, ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα τούτων, η με το προεκτεθέν περιεχόμενο αγωγή και αίτημα είναι μη νόμιμη και ως τέτοια απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν πληρούται στο πρόσωπο του ενάγοντα η προϋπόθεση της πραγματικής παροχής εργασίας κατά την Κυριακή και τη νύχτα για τις οποίες να δύναται να ζητήσει αποζημίωση ως αποδοχές της συνδικαλιστικής του άδειας κατά την έννοια του άρθ. 6 παρ. 3 του Ν. 2224/94. Ούτε συνάγεται κάτι διαφορετικό από τη νεότερη ρύθμιση του αρθ. 19 του Ν. 4472/17 που ρυθμίζει το ζήτημα χορήγησης συνδικαλιστικών αδειών τις οποίες διακρίνει σε αμειβόμενες και μη αμειβόμενες και για τις αμειβόμενες ορίζει ότι «είναι με αποδοχές, που καταβάλλονται από τον εργοδότη», χωρίς περαιτέρω ερμηνευτική προσέγγιση. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος και των προσθέτως παρεμβαινουσών ότι η διάταξη του Ν. 4472/17 ερμηνεύει αυθεντικά την έννοια των πληρωνόμενων αδειών του άρθρου 6 του Ν. 2224/94 επιβεβαιώνοντας την ερμηνευτική τους προσέγγιση κατά την οποία στην έννοια των αποδοχών των συνδικαλιστικών αδειών περιλαμβάνονται οι συνήθεις αποδοχές στις οποίες περιλαμβάνονται π.χ. προσαυξήσεις για υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία ή παροχή εργασία την Κυριακή εφόσον αποτελούν τακτικά καταβαλλόμενες αποδοχές, δεν κρίνεται πειστική και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, ο μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει αυτή και η πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθούν ως αβάσιμες.

6. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 179, 182 και 183 ΚΠολΔ, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και οι οποίοι αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.