ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 371/2020

 

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Ελένη Νικολακοπούλου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες: α) από 3.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………/4.10.2018 και προσδιορισμού στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……../4.10.2018 και β) από 12.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……../15.10.2018 και προσδιορισμού στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……/15.10.2018, εφέσεις, αφενός των εναγόντων-εκκαλούντων και αφετέρου της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων-εκκαλούντων, που στρέφονται κατά της υπ ’αριθμ.3217/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621, 622 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ) και απέρριψε, κατ’ουσίαν, ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο, ενώ δέχθηκε εν μέρει, ως και ουσιαστικά βάσιμη, αναφορικά με τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι, την από 20.7.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../20.7.2017 αγωγή των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, ασκήθηκαν  νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 495, 496, 498, 499, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ.α, 518 § 2 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατ’ άρθρον ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και 520 § 1  ΚΠολΔ,   δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε διετία από την δημοσίευση της, αρμοδίως δε φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011). Πρέπει, επομένως, οι ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 ΚΠολΔ, να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ. Σημειωτέον ότι, αν και οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται για το παραδεκτό τους η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς, ως εργατικής.

II. Οι εκκαλούντες – εφεσίβλητοι, με την προαναφερθείσα αγωγή τους, εξέθεσαν ότι ο ………., υιός της πρώτης, αδελφός του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων-εκκαλούντων και εγγονός της πέμπτης ενάγουσας-τέταρτης εκκαλούσας και του ήδη αποβιώσαντος, τέταρτου ενάγοντος, …….., κληρονομούμενου εξ αδιαθέτου από την τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του, ……….. και από τα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων, που νομότυπα συνέχισαν την διακοπείσα, λόγω του θανάτου του, δίκη, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκε στις 1.7.2010 μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης, η οποία έχει, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο δραστηριότητας, την τεχνική υποστήριξη, συντήρηση και επισκευή σκαφών και νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της τυγχάνουν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, παρείχε τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν, ως ανειδίκευτος εργάτης και ότι στις 28.1.2014, υπέστη θανατηφόρο ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας διακυβέρνησης σκάφους, που του ανατέθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, για την μεταφορά του στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Λαυρίου, υπό τις συνθήκες που επαρκώς περιγράφονται, το οποίο οφείλεται στις υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων εκπροσώπων της εργοδότριας εναγομένης, που συνίσταντο στην παράβαση των αναφερομένων διατάξεων περί της προστασίας της ζωής και της υγείας των εργαζομένων τους και εφαρμογής των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας. Ακολούθως, ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος των τριών πρώτων εναγόντων κατά το ποσό των 50 ευρώ εκάστου, που ζήτησαν και έλαβαν από το ποινικό Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγοντες, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα, να τους καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν, το ποσό των 199.950 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 149.950 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη και 150.000 ευρώ σε καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

III. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων οφείλεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου εκπροσώπου της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας και το συντρέχον πταίσμα του θανόντος κατά ποσοστό 30%, ακολούθως απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο και την έκανε μερικά δεκτή, κατ’ουσίαν, ως προς την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, τους οποίους υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης, το ποσό των 69.950 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα, το ποσό των 34.950 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων, το ποσό των 15.000 ευρώ στους υπεισελθέντες στην θέση του τέταρτου ενάγοντος, κληρονόμους του, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας, που αναλογεί στον καθένα και συγκεκριμένα το ποσό των 3.750 ευρώ στην τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του και το ποσό των 2.812,50 ευρώ σε καθένα από τα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων και το ποσό των 15.000 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα-τέταρτη των εκκαλούντων, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραπονούνται οι μεν ενάγοντες-εκκαλούντες, οι δε ηττηθέντες εναγόμενοι-εκκαλούντες, με τις ένδικες εφέσεις αντίστοιχα, για τους αναφερομένους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζητούν την τυπική και ουσιαστική παραδοχή τους, την εξαφάνιση άλλως μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την αναδίκαση της αγωγής από το Δικαστήριο τούτο και την εν συνόλω παραδοχή και απόρριψη της αντιστοίχως.

ΙV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 και 26 του Α.Κ., 1, 2, 3 και 8 του Κανονισμού 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), 914 Α.Κ., 1 και 16 του ν. 551/1915 και 66 Κ.Ι.Ν.Δ., συνάγεται ότι η ευθύνη από ναυτεργατικό ατύχημα, που είναι διάφορη και δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία, έχει δε ως προϋπόθεση το βίαιο συμβάν, που αποτελεί τον πυρήνα της εννοίας του εν λόγω ατυχήματος και λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της εργασίας, δεν ρυθμίζεται από το κατά το άρθρο 26 Α.Κ. εφαρμοστέο δίκαιο επί των ενοχών που απορρέουν από αδίκημα, αλλά από το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτικής εργασίας, δηλαδή εκείνο που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 25 Α.Κ. και είναι το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υπεβλήθησαν και εν ελλείψει τούτου το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον ή επί συμβάσεων ναυτικής εργασίας, που καταρτίσθηκαν μετά τις 17-12-2009, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω Κανονισμού, εκείνο που ορίζεται από αυτόν και είναι επίσης προεχόντως, κατ` άρθρον 8 παρ. 1 τούτου το δίκαιο, που επιλέγουν τα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 3 τούτου, η΄ ελλείψει αυτού, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατά την εκτέλεση της σύμβασης (παρ.2), η΄ από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης, που προσέλαβε τον εργαζόμενο (παρ.3), η΄ της χώρας που η σύμβαση συνδέεται στενότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων (παρ.4). Επίσης, συναφώς με τα ανωτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι «Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή υπερισχυουσών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του δικαίου του δικάζοντος δικαστή». Έπεται ότι αν συμφωνήθηκε ως διέπον την σύμβαση ναυτικής εργασίας δίκαιο το Ελληνικό ή αυτό καθορίζεται εφαρμοστέο κατά τα ανωτέρω, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα εκ του ναυτεργατικού ατυχήματος προκύπτοντα ζητήματα, όπως τόσο η υπαιτιότητα για την πρόκληση του, όσο και οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις και δη ποία τα δικαιούμενα αποζημιώσεως και ποία τα ενεχόμενα σε καταβολή αυτής πρόσωπα ως και η έκταση αυτής. Μάλιστα, αυτό δεν αναιρείται από τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών που κυρώθηκε με το ν. 2321/1995, που καθιερώνει μεν τη διοικητική εξουσία επί του πλοίου, του κράτους που εκείνο φέρει τη σημαία του και κατά το χρόνο που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα, δεν ιδρύει όμως και αξίωση του κράτους αυτού, όπως εφαρμόζεται το δίκαιο του επί των ιδιωτικού δικαίου διαφορών από τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στο πλοίο. (ΑΠ 356/2002 ΕΝΔ 2002 97, ΕφΠειρ 220/2010 ΕΝαυτΔ 2010 429, ΕφΠειρ 745/2008 ΕΝαυτΔ 2009 208, ΕφΠειρ 710/2008 ΕΝαυτΔ 2009 215, ΕφΠειρ 752/2007 ΕΝαυτΔ 2007 312,  ΕφΠειρ 77/2006 ΠειρΝ 2006 195).

Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 24-7/25-8-1920 «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη υπηρεσία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ’ άρθρον 38 του ΕισΝΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και επί ναυτικής εργασίας, κατ’ άρθρον 2 του ίδιου νόμου και 66 περ. β’ του ΚΙΝΔ (ν.3816/1958), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής σε ναυτικό και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 35 160, ΑΠ 1424/2015, ΑΠ 1690/2013 δημ.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1602/2012 ΕΝαυτΔ 2013 17, ΑΠ 1616/2003 ΕλΔνη 2004 767, ΕφΠειρ 23/2013 ΠειρΝ 2013 164, ΕφΠειρ 764/2012 ΕΝαυτΔ 2013 22). Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι ο παθών από εργατικό ατύχημα ή σε περίπτωση θανάτου οι κατά τον νόμο συγγενείς και σύζυγος του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 Α.Κ., πλήρη περιουσιακή αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών, διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να αξιώσει την κατ’αποκοπή αποζημίωση, του ν. 551/1915. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ’ αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 ΑΚ, που αφορά την διαζευκτική ενοχή, χωρίς όμως να αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997 ΕλΔνη 40 621, ΑΠ 600/1996 ΕλΔνη 40 117, ΕφΠειρ 281/2011 ΕΝαυτΔ 2011, 304, Ι. Ληξιουριώτη «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις» σελ. 578-579). Πέραν όμως της περιουσιακής αποζημιώσεως τα μέλη της οικογενείας του θανόντος μπορούν σε κάθε περίπτωση να απαιτήσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, η αξίωση για την οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (914, 922, 932 ΑΚ), κατά τρόπο ώστε για την θεμελίωση της δεν απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας, αλλά αρκεί το κατά το κοινό δίκαιο πταίσμα του εργοδότη ή του από αυτόν προστηθέντος (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕλΔνη 28, 113, ΑΠ 356/2002 ΕΝΔ 2002 97), ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά το Ν.551/1915 δεν επεκτείνεται και στην χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γι’ αυτήν απαιτείται υπαιτιότητα, που κρίνεται κατά τις περί αδικοπραξίας διατάξεις (ΑΠ 274/2000 ΕΝΔ 29, 105). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 § 2 και 60 § 3 του Α.Ν.1846/1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων» σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 16 §§ 1 και 3 του Ν. 551/1915, συνάγεται, ότι όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα, που έγινε ύστερα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτή, υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού. Δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση του σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, όσο και από την προβλεπόμενη κατά τις διατάξεις του νόμου 551/1915 ειδική αποζημίωση. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα την από το παραπάνω άρθρο 34§2 του α.ν.1846/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που, λόγω του ατυχήματος, χορηγεί στον παθόντα το ΙΚΑ. Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή των προστηθέντων απ` αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Εξάλλου, με τον Ν.1045/1980 κυρώθηκε η διεθνής σύμβαση του Λονδίνου “περί ασφαλείας της ανθρωπίνης ζωής εν θαλάσση 1974″ (S.O.L.A.S) και με τον Ν.1159/1981 το Πρωτόκολλο του Λονδίνου 1978 μετά του παραρτήματος τροποποιήσεων και προσθηκών στην διεθνή αυτή σύμβαση. Συνεπώς, οι αναφερόμενοι στην σύμβαση αυτή και το πρωτόκολλο μετά του παραρτήματος όροι ασφαλείας των εργαζομένων στα πλοία, έχουν εφαρμογή και επί ναυτεργατικού ατυχήματος, επισυμβάντος κατά την εκτέλεση συμβάσεως εργασίας, που διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο. Με τη διεθνή αυτή σύμβαση προβλέπονται τα της επιθεωρήσεως των επιβατηγών και φορτηγών πλοίων, ως και οι όροι και προϋποθέσεις αναφερόμενοι στην κατασκευή και ευστάθεια των πλοίων, στεγανότητα και άντληση υδάτων, στα μηχανήματα και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, στα μέσα αναποδίσεως αυτών, στην κατασκευή – προστασία κατά της πυρκαϊάς (ανίχνευση και κατάσβεση), στα καταστρώματα, διαφράγματα και μέσα διαφυγής, στην προστασία κλιμάκων και ανελκυστήρων στους χώρους ενδιαιτήσεως και υπηρετικούς, στην προστασία χώρων φορτίου, στα σωστικά μέσα, στην πραγματοποίηση γυμνασίων λέμβων και πυρκαϊάς, στα ραδιοτηλεγραφικά και ραδιοτηλεφωνικά μέσα και στην παροχή βοήθειας και διάσωσης, προς εξασφάλιση της αξιοπλοϊας του πλοίου και αποτροπή έτσι κινδύνων για τους επιβάτες και το πλήρωμα. Επίσης, ειδικά μέτρα ασφαλείας καθορίζονται με το Π.Δ.395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ» το οποίο ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Το παρόν προεδρικό διάταγμα καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους …. 2. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στην οποία κατατάσσονται», στο άρθρο 3 ότι: «1. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2. Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ` όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3. Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο» και στο άρθρο 4 ότι: «1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος: α) Εάν τίθεται για πρώτη φορά στην διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση μετά τη δημοσίευση του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα I του άρθρου 9 του παρόντος, εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλες σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, ή ισχύουν εν μέρει. β) Εάν έχει ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση πριν τη δημοσίευση του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα I του άρθρου 9 του παρόντος το αργότερο μέχρι και την 31/12/1996 … 3. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε, ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καθ’ όλη τη διάρκεια της χρησιμοποίησης του. 4. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε κατά την χρήση των εξοπλισμών εργασίας, να επιτυγχάνεται βαθμός ασφάλειας αντίστοιχος προς τους στόχους που θέτουν οι διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος”.». Σύμφωνα με το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.7 Π.Δ. 89/1999  και ειδικότερα με τη διάταξη 1.1. «Οι εξοπλισμοί εργασίας πρέπει να εγκαθίστανται, να διευθετούνται και να χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος για τους χρήστες του εξοπλισμού εργασίας και τους λοιπούς εργαζόμενους, π.χ. φροντίζοντας να υπάρχει αρκετός ελεύθερος χώρος μεταξύ των κινητών τους στοιχείων και των σταθερών ή κινητών στοιχείων που τα περιβάλλουν και όλες οι μορφές ενέργειας ή οι ουσίες που χρησιμοποιούνται ή παράγονται να μπορούν να διοχετεύονται ή/και να απομακρύνονται με ασφάλεια”. Περαιτέρω,  στο άρθρο 6 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, που επιγράφεται «Ενημέρωση των εργαζομένων», ορίζεται ότι: “1. Στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεσή τους τις επαρκείς πληροφορίες και, όταν απαιτείται, γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό  εργασίας, που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2. Οι ανωτέρω πληροφορίες και γραπτές οδηγίες πρέπει να περιέχουν κατ` ελάχιστον κατάλληλες πληροφορίες σε θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σχετικά με: α) Τις συνθήκες χρήσης του εξοπλισμού εργασίας. β) Τις προβλεπτέες έκτακτες καταστάσεις. γ) Τα συμπεράσματα που συνάγονται, ενδεχομένως, από την πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας. Πρέπει να εφιστάται η προσοχή των εργαζομένων στους κινδύνους που τους αφορούν, σχετικά με: α. τον εξοπλισμό εργασίας που υπάρχει στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον και β. τις τροποποιήσεις που τους αφορούν, στο μέτρο που αυτές επιδρούν στον εξοπλισμό εργασίας που βρίσκεται στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον, έστω και αν δεν χρησιμοποιείται άμεσα από αυτούς.”. Σημειωτέον, οι προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ.395/1994 οι οποίες αφορούν ειδικούς κανόνες ασφαλείας και των απασχολουμένων στο πλοίο ναυτικών, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αφού η εφαρμογή τους δεν μπορεί να παρακαμφθεί με σχετική συμφωνία του εργοδότη με τον εργαζόμενο και αποτελούν κανόνες αμέσου εφαρμογής στο πλαίσιο του Κανονισμού 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17-6-2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές – Ρώμη Ι, καθόσον αποσκοπούν στην ασφάλεια στην εργασία, που είναι ιδιαιτέρως σημαντικός θεσμός στο δικαιϊκό σύστημα της Ελλάδας.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως «η επιλήψιμη ψυχική στάση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του», προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του  είτε των προστηθέντων από αυτό προσώπων (υπαλλήλων, εργατών κ.λπ.). Συνεπώς, όταν ενάγεται νομικό πρόσωπο με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, τούτο θα ευθύνεται είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, το νομικό πρόσωπο έχει αδικοπρακτική ευθύνη στην περίπτωση πράξης ή παράλειψης των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, που έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ως όργανα του νομικού προσώπου νοούνται όχι μόνον τα πρόσωπα που το διοικούν κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου, όπως λ.χ. είναι ο διευθυντής υποκαταστήματος (ΑΠ 1615/1999 ΕλλΔ/νη 41.429). Επίσης, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων παρέπεται ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 641/2011, ΕφΠειρ 5/2015, ΕφΠειρ 1761/2014, ΤΝΠ «Νόμος»). Ως υπαίτιο πρόσωπο ευθυνόμενο εις ολόκληρο νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με πράξη ή παράλειψη που μπορεί να καταλογισθεί στο ίδιο, δημιούργησε για το νομικό πρόσωπο την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 370/2018, ΑΠ472/2018, ΤΝΠ «Νόμος»).

Σημειωτέον ότι αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια ορισμένη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής βάσει των ειδικότερων περιστατικών, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τούτο δε διότι η κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ απαγόρευση της μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 483/2001 ΕλΔνη 43.382).

V. Aπό την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, …….. και ………, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, την υπ’ αριθ. …./11.10.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκε επιμελεία των εναγόντων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, μετά από νομότυπη, κατ’ άρθρο κατ’άρθρο 422παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015, κλήτευση των αντιδίκων (υπ’αριθμ…. και …./06.10.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …….), τις υπ’ αριθμ…., ….. και …./11.10.2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκαν επιμελεία των εναγομένων – εκκαλούντων – εφεσιβλήτων, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης των εναγόντων, κατ’άρθρο 422παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015 (υπ’αριθμ…../5.10.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………..), καθώς και από όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που καταρτίσθηκαν από τους πραγματογνώμονες, οι οποίοι διορίσθηκαν από την αρμόδια Λιμενική Αρχή, στο πλαίσιο της προανάκρισης για τη διακρίβωση των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ναυαγίου, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004,723) και σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον Άλιμο στις 1.7.2010, μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «………….», με αντικείμενο δραστηριότητας την τεχνική υποστήριξη, συντήρηση και επισκευή σκαφών και του ………, υιού της πρώτης, αδελφού του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων-εκκαλούντων και εγγονού της πέμπτης ενάγουσας-τέταρτης εκκαλούσας και του ήδη αποβιώσαντος, τέταρτου ενάγοντος, ………., κληρονομούμενου εξ αδιαθέτου από την τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του, ………….. και από τα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων, που νομότυπα συνέχισαν την διακοπείσα, λόγω του θανάτου του, δίκη, ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων-εκκαλούντων, γεννηθείς το έτος 1985, προσλήφθηκε, ως ανειδίκευτος εργάτης και απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης από τον ανωτέρω χρόνο, εκτελώντας με την ιδιότητα αυτή τεχνικές εργασίες, καθώς και εργασίες συντήρησης-επισκευής, κυρίως επαγγελματικών, αλλά και ιδιωτικών σκαφών αναψυχής. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία ανέθετε περιστασιακά στους υπαλλήλους της, που διέθεταν δίπλωμα κυβερνήτου ιστιοπλοϊκού σκάφους, πέραν των καθηκόντων τους, τον πλου μεταφοράς των σκαφών των πελατών της από το λιμάνι στο οποίο παραλαμβάνονταν προς συντήρηση, επισκευή ή/και φύλαξη, προς τις εγκαταστάσεις της στον Άλιμο ή την ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Λαυρίου, αντί επιπρόσθετου, του συμφωνηθέντος μισθού τους, ανταλλάγματος, που κυμαινόταν περί τα 100 €, η ανάθεση δε αυτή, λόγω της πρόσθετης αμοιβής που συνεπάγετο, γινόταν, για λόγους ίσης μεταχείρισης, εκ περιτροπής σε καθέναν εκ των τριών υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και ο συγγενής των εναγόντων-εκκαλούντων, που διέθεταν τέτοιο δίπλωμα. Ειδικότερα, αυτός ήταν κάτοχος διπλώματος κυβερνήτη ιστιοπλοϊκού, το οποίο έλαβε από τον Ναυτικό Αθλητικό Όμιλο Βούλας, αφού είχε παρακολουθήσει τα μαθήματα της Σχολής Ιστιοπλοΐας Ανοιχτής Θαλάσσης για χρονικό διάστημα ενάμιση μήνα, από 16.1.2011 έως 1.3.2011, επιπλέον δε ήταν κάτοχος διπλώματος – πιστοποίησης δύτη PADI ανοιχτής θαλάσσης, ενώ είχε υπηρετήσει κατά τα έτη 2004 – 2005 στις Ειδικές Δυνάμεις, στην 32η Ταξιαρχία Πεζοναυτών. Δυνάμει της από 26.1.2014 σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρείας νομίμως εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και του ………., πλοιοκτήτη του υπό σημαία Ολλανδίας ιστιοφόρου σκάφους με το όνομα «....», με αριθμό νηολογίου ……….., τύπου Bavaria 42, έτους κατασκευής 2006, ολικού μήκους 13 μέτρων, εφοδιασμένου με ντιζελομηχανή ιπποδυνάμεως 40 ΗΡ, ανατέθηκε στην πρώτη η τακτική, ετήσια συντήρηση του εν λόγω σκάφους και η φύλαξη του κατά τους χειμερινούς μήνες. Προγενέστερα και δη στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2013, η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει επίσης τη συντήρηση του ανωτέρω σκάφους, στο πλαίσιο της οποίας είχε πραγματοποιηθεί και συντήρηση της μηχανής αυτού, έκτοτε δε και έως τον Νοέμβριο του 2013 το σκάφος εκτελούσε πλόες, ακολούθως δε βρισκόταν ελλιμενισμένο στη Μαρίνα της Ζέας. Στις 26.1.2014 το σκάφος μεταφέρθηκε από τον ιδιοκτήτη του (με χρήση τόσο της μηχανής όσο και των ιστίων του) στη μαρίνα του Αλίμου, όπου βρίσκεται η έδρα της εναγόμενης εταιρείας, αφού δε διενεργήθηκαν εκεί κάποιες εργασίες (τοποθέτηση σιλικόνης σε ένα φινιστρίνι και βίδωμα κάποιων ξύλων της κρεβατοκάμαρας), το σκάφος θα μεταφερόταν στο Λαύριο, καθώς οι λοιπές εργασίες συντήρησης – επισκευής αυτού θα εκτελούνταν από την εναγομένη στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Λαυρίου. Τη μεταφορά του σκάφους από τον Άλιμο στον λιμένα του Λαυρίου αρχικά είχε συμφωνηθεί να εκτελέσει ο ίδιος ο πλοιοκτήτης, αργότερα όμως αυτός ενημέρωσε τον δεύτερο εναγόμενο, …………, ότι δεν διέθετε τον απαραίτητο προς τούτο χρόνο και έτσι ανέθεσε τη μεταφορά στην εναγόμενη εταιρεία συντάσσοντας προς τούτο την από 27.1.2014 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία εξουσιοδοτούσε τον δεύτερο εναγόμενο να προβεί σε όλες τις ενέργειες για τον απόπλου, κατάπλου την ανέλκυση και καθέλκυση του εν λόγω σκάφους. Ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε περαιτέρω στον εργαζόμενο του, ………., να μεταφέρει το σκάφος από τον Άλιμο στο Λαύριο, στις 28.1.2014, παραδίδοντας του προς τούτο τα κλειδιά τούτου από την προηγουμένη, ενώ πριν τον απόπλου αυτού, ο ίδιος ο εναγόμενος πραγματοποίησε έλεγχο στο σκάφος και ειδικότερα, όπως αναφέρει στην συμπληρωματική από 11.4.2014 προανακριτική κατάθεση του, έλεγξε τα λάδια και το παραφλού (αντιψυκτικό) της μηχανής και έθεσε αυτή σε λειτουργία για να βεβαιωθεί ότι λειτουργεί κανονικά. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις 28.1.2014 ο δεύτερος εναγόμενος, μαζί με τον υπάλληλο του ……….., αναχώρησαν οδικώς, περί τις 09.30 – 10.00, από τον Άλιμο προς το Λαύριο, όπου θα εκτελούσαν κάποιες εργασίες, αναμένοντας παράλληλα και τον …………….., ο οποίος απέπλευσε με το σκάφος από τον Άλιμο περί τις 11.00΄, την άφιξη αυτού δε στο Λαύριο υπολόγιζαν περί τις 16.00. Κατά τον πλου από την αναχώρηση του από τον Άλιμο, ο …………, ως μέσο πρόωσης, χρησιμοποιούσε την μηχανή, σύμφωνα με τις οδηγίες του δευτέρου εναγομένου και έτσι θα έφθανε στο Λαύριο. Άλλωστε με τον ίδιο τρόπο μηχανικής πρόωσης ο εν λόγω εργαζόμενος είχε εκτελέσει και τις υπόλοιπες θαλάσσιες μεταφορές σκαφών, που του είχε αναθέσει η εργοδότρια εταιρεία, καθώς ο χειρισμός του σκάφους με τον τρόπο αυτόν ήταν απλούστερος και ευχερέστερος και δεν απαιτούσε γνώσεις ιστιοπλοϊας και ιδιαίτερες ικανότητες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού υπήρχε συνεχής τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του …….. και του δεύτερου εναγομένου, κατά την οποία ο τελευταίος ενημερωνόταν από τον πρώτο για την πορεία του σκάφους, η οποία, αν και με κάποια καθυστέρηση, εμφανιζόταν ομαλή. Στις 15.06΄, ωστόσο, ο κυβερνήτης του σκάφους, …. ., κάλεσε τον δεύτερο εναγόμενο και τον ενημέρωσε ότι βρίσκεται νοτίως της νήσου Πάτροκλος, πολύ κοντά στο νησί και ότι η μηχανή του σκάφους είχε παρουσιάσει κάποια βλάβη και έσβησε, ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε να τη θέσει σε λειτουργία, ο τελευταίος δε τον συμβούλεψε να ασφαλίσει το σκάφος, να ανοίξει τα πανιά και ακολούθως να επικοινωνήσει ξανά μαζί του. Μετά από δέκα λεπτά και αφού δεν υπήρχε επικοινωνία εκ μέρους του εργαζομένου του, ο δεύτερος εναγόμενος αποπειράθηκε να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά αρκετές φορές, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό κι έτσι αποφάσισε να μεταβεί με το αυτοκίνητο του στην περιοχή του αρχαιολογικού χώρου του Σουνίου, προκειμένου να εντοπίσει το σκάφος αγναντεύοντας τη  θαλάσσια περιοχή, μέχρι την απέναντι της νήσου Πάτροκλος ακτή, πλην όμως δεν κατάφερε να το εντοπίσει, λόγω και της μειωμένης ορατότητας, συνεπεία της διαρκούς επιδείνωσης του καιρού. Ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος επέστρεψε στο Λαύριο συνεχίζοντας την αναζήτηση του σκάφους δια ξηράς με το αυτοκίνητο του, μετέβη δε μετά την πάροδο περίπου δυόμιση ωρών στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Λαυρίου, περί ώρα 17.30, όπου ανέφερε ότι το εν λόγω σκάφος με τον μοναδικό κυβερνήτη του αγνοούνταν στην περιοχή νότια της νήσου Πατρόκλου Σουνίου, προς την οποία άμεσα απέπλευσαν τα σκάφη ΠΛΣ …. και ….. προς έρευνα και διάσωση, παράλληλα δε ειδοποιήθηκαν από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Λαυρίου, με έντυπο σήμα, μέσω ….. RADIO, όλα τα παραπλέοντα πλοία για τυχόν παροχή βοήθειας στο αγνοούμενο σκάφος και όλες οι αρμόδιες Δημόσιες Υπηρεσίες, ωστόσο όλες οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Στις 13.2.2014, περί ώρα 09.15, εντοπίσθηκε από παραπλέον σκάφος και ανασύρθηκε η σωρός αγνώστου άνδρα, σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης, στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή βόρεια του Φάρου Σπετσών, σε απόσταση περί των 45 ναυτικών μιλίων από τη νήσο Πάτροκλο, κατόπιν δε εξέτασης ανάλυσης DNA από το Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, αναγνωρίστηκε ότι ανήκε στον αγνοούμενο ………. Την 16.02.2014, περί ώρα 10.30, εντοπίσθηκε τυχαία, από αλιέα που εκτελούσε υποβρύχιο ψάρεμα, το ιστιοφόρο σκάφος «........» βυθισμένο στη θαλάσσια περιοχή νοτίως της νήσου Πάτροκλος, σε απόσταση περί των 20 μέτρων από τη βραχώδη ακτή και σε βάθος 11,90 μέτρων. Το σκάφος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο δυνάμει του υπ’ αριθ. …../.............. ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» κατά των θαλασσίων κινδύνων, είχε υποστεί ρήγμα στο πρωραίο τμήμα του, το οποίο είχε διαστάσεις, στον πυθμένα αυτού 2,6 μέτρων μήκος και 1,1 μέτρων πλάτος και στο κατάστρωμα αυτού 0,8 μέτρου μήκος και 1 μέτρου πλάτος, ενώ διαπιστώθηκε απουσία πετρελαίου στη δεξαμενή καυσίμου. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι τα ιστία του σκάφους ήταν «ξαπλωμένα» η δε μαΐστρα (πρυμναίο ιστίο) ήταν ανοιγμένη κατά το ένα τέταρτο περίπου και δεμένο στο πανί και στον ιστό ένα μπαλόνι. Περαιτέρω, από την υπ’αριθ.πρωτ../…/29.9.2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του Ιατροδικαστή ……….., αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του …………. επήλθε συνεπεία πνιγμού εντός ύδατος. Δεν διαπιστώθηκαν κακώσεις στο κεφάλι, τον τράχηλο, τον θώρακα, την κοιλία, τα όργανα και το μυοσκελετικό σύστημα, που να τον καθιστούσαν ανίκανο να κολυμπήσει, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του και της άρτιας σωματικής του διάπλασης, χωρίς παθολογικά ευρήματα, ο πνιγμός του προήλθε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, συνεπεία υποθερμίας του σώματος, που προκαλεί καταβολή των δυνάμεων και απώλεια αισθήσεων.

Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η πρόκληση του εν λόγω θανατηφόρου ατυχήματος για τον συγγενή των εναγόντων-εκκαλούντων οφείλεται σε υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου, οργάνου της πρώτης εναγομένης, εργοδότριας του θανόντος, που, αν και υποχρεούνταν στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας για την προστασία της ζωής και της υγείας του εργαζομένου της, κατά την εκτέλεση του πλου που του ανατέθηκε, δεν επέδειξε δια του ανωτέρω εκπροσώπου της την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε το σκάφος και ο εξοπλισμός του, που τέθηκε στη διάθεση του εργαζομένου σ’αυτό, να ανταποκρίνεται στις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και να είναι κατάλληλα για την προς εκτέλεση εργασία, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία του εργαζομένου κατά τη χρησιμοποίηση του. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος με την ιδιότητα του εκπροσώπου της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας, έχοντας την διεύθυνση και την εποπτεία της μεταφοράς δια θαλάσσης του εν λόγω σκάφους, παρέχοντας στον εργαζόμενο του δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εκπλήρωσης της εργασίας του, την πιστή τήρηση των οποίων ήλεγχε διαρκώς με τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης εργασίας, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο πρωτοβουλίας και αυτονομίας εκ μέρους του εργαζομένου του, δεν έλαβε υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, που αυτός θα υποβαλλόταν, την έλλειψη επαρκούς ικανότητας και εμπειρίας του στην διακυβέρνηση σκάφους και τους κινδύνους που υπήρχαν για την ασφάλεια και την υγεία του εργαζομένου στην θέση αυτή εργασίας, καθώς και τους ιδιαίτερους κινδύνους, που με βάσιμη πιθανότητα θα προστίθεντο, λόγω της εκτέλεσης της εν λόγω εργασίας, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που ήταν διαγνωστέες, ώστε κατά την εκτέλεση της να επιτευχθεί βαθμός ασφάλειας τέτοιος, που να αποκλειστεί ή να μειωθεί ο κίνδυνος για τον εργαζόμενο και σε περίπτωση αναπόφευκτου κινδύνου, να μπορεί αυτός να εγκαταλείψει το σκάφος με ασφάλεια χρησιμοποιώντας τα σωστικά μέσα. Αντίθετα, αφενός, αν και ο δεύτερος των εναγομένων είχε ενημερωθεί για την πρόβλεψη του καιρού από την προηγούμενη του ταξιδιού ημέρα, όπως ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά και είχε εκδοθεί από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία έκτακτο δελτίο επιδείνωσης καιρού, σύμφωνα με το οποίο «…πρόσκαιρη επιδείνωση αναμένεται να παρουσιάσει ο καιρός αύριο Τρίτη 28/01/2014, με βροχές και καταιγίδες κατά τόπους ισχυρές, αρχικά στα δυτικά και στη συνέχεια στην υπόλοιπη χώρα, ενώ θυελλώδεις θα πνέουν οι άνεμοι στα πελάγη……..Από τις πρωινές ώρες της Τρίτης 28/01, βροχές και καταιγίδες θα επηρεάσουν τη Δυτική Ελλάδα, με κατά τόπους ισχυρά φαινόμενα στη Δυτική Στερεά και Πελοπόννησο, καθώς επίσης και τα νησιά του Κεντρικού Ιονίου,……βαθμιαία τα φαινόμενα θα επεκταθούν ανατολικότερα και θα είναι κατά τόπους ισχυρά στην Ανατολική Στερεά (συμπεριλαμβανομένης της Αττικής), την Εύβοια και το Βόρειο Αιγαίο…..», ενώ παράλληλα, από τις 27.1.2014 η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας συνιστούσε στους πολίτες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τις επόμενες ημέρες, μεριμνώντας για τη λήψη αυτοπροστασίας από κινδύνους που προέρχονται από την εκδήλωση των έντονων καιρικών φαινομένων και, μεταξύ άλλων, να αποφεύγουν τις εργασίες υπαίθρου και δραστηριότητες σε θαλάσσιες και παράκτιες περιοχές κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των επικίνδυνων καιρικών φαινομένων, εντούτοις δεν ανέβαλε την εκτέλεση του πλου, όπως όφειλε να πράξει προτάσσοντας την ασφάλεια του εργαζομένου του, που γνώριζε ότι ήταν ερασιτέχνης κυβερνήτης, με ενάμιση μήνα εκπαίδευση και έλλειψη εμπειρίας σε τέτοιες συνθήκες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπειρία του εξαντλείτο στις περιορισμένες σε αριθμό και με μηχανικό χειρισμό πλοηγήσεις σκαφών για λογαριασμό της εναγομένης, μήτε ανέθεσε σε έτερο άτομο και δη επαγγελματία κυβερνήτη την εκτέλεση του συγκεκριμένου πλου, καθώς η δυσκολία διακυβέρνησης ενός ιστιοφόρου σκάφους αυξάνεται με την επιδείνωση των καιρικών συνθηκών και προκειμένου αυτό να κυβερνηθεί ασφαλώς και να μην κινδυνεύσει να παρασυρθεί από τους ισχυρούς ανέμους και την τρικυμία και να προσκρούσει σε βράχια ή ύφαλο, απαιτείται ο κυβερνήτης του να διαθέτει σημαντική εμπειρία, ιδιαίτερη ικανότητα και επαρκή βοήθεια από έτερο μέλος του πληρώματος, περιστάσεις που δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση. Εν προκειμένω, οι άνεμοι, σύμφωνα με την πρόγνωση του καιρού από την Ε.Μ.Υ., για την περιοχή της Αττικής, έπνεαν από νότιες διευθύνσεις, με ένταση 4 έως 6, βαθμιαία 7 και πρόσκαιρα 8 μποφόρ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. Πρωτ. .................................../ΕΜΥ/Ε1 πιστοποιητικό του Τμήματος Αξ/σης – Μεθόδων Πρόγνωσης της Ε.Μ.Υ., στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού Κόλπου νοτίως Νήσου Πατρόκλου, στις 28.1.2014, από ώρα 10.00 έως 23.59, οι καιρικές συνθήκες ήταν, ως εξής: καιρός: νεφοσκεπής με βροχές και καταιγίδες, κυρίως τις νυχτερινές ώρες. Άνεμοι: μεταβλητοί ασθενείς μέχρι σχεδόν μέτριοι (3-4) και κατά τη διάρκεια των καταιγίδων, έπνεαν ριπαίοι ενισχυμένοι, με ριπές η ένταση των οποίων έφτανε τους θυελλώδεις (8). Ορατότητα: 1-3 ν.μ. και κατά τη διάρκεια των καταιγίδων λιγότερο από 1 ν.μ.. Κατά τον χρόνο, που ο συγγενής των εναγόντων ειδοποίησε τον εργοδότη του για τη διακοπή της λειτουργίας της μηχανής του σκάφους, ήτοι περί ώρα 15.00, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις περιεχόμενες στην από 5.6.2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού ………….., πληροφορίες σχετικά με την πραγματική κατάσταση της θάλασσας, όπως εμφανίζονταν στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών, οι άνεμοι στην περιοχή που έπλεε ο ………. ήταν εντάσεως 8 μποφόρ και στη θάλασσα υπήρχε μεγάλος κυματισμός, ενώ σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του δεύτερου εναγόμενου, την ώρα που ο ίδιος κατέφτασε στην περιοχή του Σουνίου ξεκίνησε και έντονη βροχόπτωση. Με βάση λοιπόν τις, ως άνω, καιρικές συνθήκες και την έλλειψη της απαιτούμενης ικανότητας και εμπειρίας του ανωτέρω εργαζομένου, γεγονότα γνωστά στον δεύτερο εναγόμενο, θα έπρεπε αυτός να αναβάλει τον συγκεκριμένο πλου, μιας και από την πλευρά του ο εργαζόμενος δεν είχε την ευχέρεια  προγραμματισμού του ταξιδιού και αναβολής αυτού, ή να μεριμνήσει, προκειμένου να διασφαλίσει την ασφαλή εκτέλεση αυτού από έμπειρο επαγγελματία κυβερνήτη και σε κάθε περίπτωση τον ορισμό και δεύτερου ατόμου με επαρκή ικανότητα και εμπειρία, ως πλήρωμα του σκάφους.

Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος παρέλειψε να διενεργήσει τον απαιτούμενο έλεγχο για την επάρκεια καυσίμων στην δεξαμενή του σκάφους, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η συνεχής λειτουργία της μηχανής του, καθ’όλη την διάρκεια του πλου, ενόψει, αφενός του ότι, ως μέσο πρόωσης, επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί η μηχανή και όχι τα ιστία του και αφετέρου, των αναμενόμενων δυσμενών καιρικών συνθηκών, που αναγκαστικά επιβράδυναν την ταχύτητα πλεύσης. Ειδικότερα, η θαλάσσια διαδρομή μεταξύ Αλίμου και Λαυρίου ήταν περίπου 32 ν.μ., ο δε αναμενόμενος χρόνος του ταξιδιού πέντε (5) ώρες και η αναμενόμενη ταχύτητα του σκάφους 6,40 κόμβοι (32 ν.μ. : 5 ώρες). Δεδομένου ότι η ειδική κατανάλωση καυσίμου της μηχανής του επίδικου σκάφους ήταν 7,5 λίτρα ανά ώρα, απαιτούνταν εφοδιασμός του με ποσότητα καυσίμου 45 λίτρα, λαμβανομένου υπόψη και του επιπλέον απαιτούμενου περιθωρίου τουλάχιστον 20%. Μέχρι το χρονικό σημείο, που σταμάτησε να λειτουργεί η μηχανή, είχε διανύσει απόσταση 20 ν.μ. περίπου, σε 4 περίπου ώρες, με μέση ταχύτητα του σκάφους τους 5 κόμβους, αντί της αναμενόμενης 6,4 κόμβους, εξαιτίας των δυσμενέστερων καιρικών συνθηκών, που συνάντησε και επομένως, είχε καταναλώσει ποσότητα καυσίμων ίση με 30 λίτρα (4 Χ 7,5λ.). Από την έρευνα στο σκάφος μετά την ανέλκυση του διαπιστώθηκε ότι στην δεξαμενή καυσίμου δεν υπήρχαν καθόλου καύσιμα. Εξάλλου, όπως προκύπτει ιδίως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ναυπηγού Μηχανολόγου – Μηχανικού …………, η μηχανή του σκάφους, βάσει της μακροσκοπικής ανάλυσης που ενήργησε ο ίδιος σε αυτήν, βρέθηκε σε πολύ καλή κατάσταση και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αποξήλωση στα ηλεκτρολογικά της συστήματα ή τις σωληνώσεις για την τροφοδοσία καυσίμου και την ψύξη της, ούτε σημάδια και «λεκέδες» από προϋπάρχουσες διαρροές ή πρόχειρες ενώσεις σε ηλεκτρολογικά ή σωληνουργικά δίκτυα της μηχανής ή κάποιο σπάσιμο, ρήγμα ή άλλο στοιχείο που να έδειχνε την καταπόνηση της μηχανής και κάποια συνεπαγόμενη μηχανική βλάβη σε αυτή, περαιτέρω δε ανάλυση από αυτόν, καθώς και τον έτερο πραγματογνώμονα, ………….., μέσω εργαστηριακών αναλύσεων από το Γενικό Χημείο του Κράτους, ανέδειξε την απουσία καυσίμου τόσο στην δεξαμενή καυσίμου, όσο και στα επιμέρους φίλτρα καυσίμου. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η διακοπή της μηχανής του σκάφους συνέβη, λόγω εξάντλησης της περιεχόμενης στην δεξαμενή ποσότητας καυσίμου, που σημαίνει ότι το σκάφος απέπλευσε με πολύ λιγότερα καύσιμα από τα απαιτούμενα για την διεκπεραίωση του συγκεκριμένου ταξιδιού και τούτο οφείλεται σε αμέλεια του υπεύθυνου για τον σχεδιασμό του, δευτέρου εναγομένου, που όφειλε και μπορούσε να διενεργήσει τον αναγκαίο έλεγχο των περιεχόμενων καυσίμων και να επιμεληθεί την επάρκεια τους, ενόψει και των δυσμενών καιρικών συνθηκών, που επιβράδυναν την πορεία του σκάφους αυξάνοντας την κατανάλωση καυσίμων κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Ο ισχυρισμός του Ολλανδού πλοιοκτήτη του σκάφους στην προανακριτική του κατάθεση, τον οποίον επικαλούνται οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τον οποίον η δεξαμενή του καυσίμου ήταν πλήρης κατά τα ¾, ήτοι υπήρχε πετρέλαιο περί τα 150 λίτρα, δεδομένης της συνολικής χωρητικότητας της δεξαμενής 200 λίτρων, έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με τα ανωτέρω ευρήματα των πραγματογνωμόνων, αλλά και με το γεγονός ότι από το επίδικο ναυάγιο δεν προκλήθηκε θαλάσσια ρύπανση, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχε διαρρεύσει στη θάλασσα σημαντική ποσότητα  πετρελαίου, περί των 120 λίτρων, η οποία τυγχάνει ανιχνεύσιμη και σε περίπτωση έντονου κυματισμού της θάλασσας. Στο πρυμναίο τμήμα του σκάφους βρέθηκαν δύο μπιτόνια καυσίμου και συγκεκριμένα ένα μπιτόνι χωρητικότητας 20 λίτρων πετρελαίου για την κύρια μηχανή του και ένα μπιτόνι χωρητικότητας 167 λίτρων βενζίνης για την εξωλέμβια μηχανή ανάγκης, η οποία ωστόσο δεν βρέθηκε πάνω στο σκάφος κατά την ανέλκυση του ναυαγίου. Τα εν λόγω καύσιμα, δεν κατέστη δυνατό να χρησιμοποιηθούν από τον θανόντα για την τροφοδοσία της μηχανής, καθόσον αφενός αγνοούσε την ύπαρξη τους και την ανάγκη ανεφοδιασμού της δεξαμενής καυσίμων και αφετέρου, δεν του καταδείχθηκε η χρησιμοποίηση τους από τον δεύτερο εναγόμενο στην τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία τους, καθόσον στις συνθήκες έντονης θαλασσοταραχής, που έσβησε η μηχανή, κλυδωνισμών του σκάφους και άμεσου κινδύνου να καταστεί τούτο έρμαιο των ανέμων και των κυμάτων, προτεραιότητα ήταν η άμεση ανάκτηση της διακυβέρνησης του με το άνοιγα των ιστίων, ως μέσο πρόωσης, όπως αυτός τον συμβούλεψε. Πράγματι, ο εργαζόμενος συμμορφώθηκε με την υπόδειξη του εργοδότη του και προσπάθησε να ανοίξει την μαϊστρα, που αποτελεί το βασικό πανί του ιστιοφόρου, πλην όμως υπό τις επικρατούσες εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες καταιγίδας και ισχυρών ανέμων με αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία του σκάφους και όντας μόνος του, χωρίς την αναγκαία συνδρομή έτερου ατόμου στην θέση πλοήγησης ή στο άνοιγμα των πανιών, δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρώσει την προσπάθεια του, παρά μόνο να αναπτύξει μέρος της μαϊστρας, με αποτέλεσμα το σκάφος να περιέλθει σε κατάσταση διαρκούς ακυβερνησίας, να παρασυρθεί και να προσκρούσει στις βραχώδεις ακτές της νήσου Πάτροκλος και ο ίδιος να καταλήξει στην θάλασσα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο θανών δεν κατάφερε να αναπτύξει τα ιστία του σκάφους, διότι δεν τηρούσε εξαρχής την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από την ακτή, ήτοι 1 – 1,5 ν.μ., αλλά έπλεε πλησίον αυτής και για τον λόγο αυτόν δεν είχε τον απαιτούμενο χώρο και χρόνο να διενεργήσει τους ενδεδειγμένους ελιγμούς του σκάφους, δεν αποδείχθηκε, καθώς αφενός ενδεχομένως να έπεσε στη θάλασσα πριν ακόμη το σκάφος προσκρούσει στην ακτή της ως άνω βραχονησίδας, ενώ βρισκόταν σε ικανή απόσταση από την ξηρά, κατά την προσπάθεια του να ανοίξει το βασικό πανί, που γι’αυτό έμεινε ημιτελής, αφετέρου δε, στην περίπτωση που ο θανών έπεσε στη θάλασσα μετά την πρόσκρουση του σκάφους και την εισροή υδάτων σε αυτό, αποδεικνύεται ότι το σκάφος, ένεκα της διακοπής λειτουργίας της μηχανής και αδυναμίας ανοίγματος των πανιών, ευρισκόμενο σε κατάσταση ακυβερνησίας είχε καταστεί έρμαιο και παρασυρόταν βίαια από τους ισχυρούς νότιους ανέμους, που έπνεαν στην περιοχή, προς τις βραχώδεις ακτές, με αποτέλεσμα ο θανών, ανεξαρτήτως της απειρίας του, χωρίς την συνδρομή έτερου ικανού συνεπιβάτη, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, να μην έχει αντικειμενικά τη δυνατότητα και τον απαιτούμενο χρόνο να διενεργήσει τους αναγκαίους για τον έλεγχο του χειρισμούς, ώστε να αποτρέψει την ακυβερνησία του και την συνεπεία αυτής πρόσκρουση στα βράχια, εντεύθεν δε την βύθιση του από το ρήγμα, που προκλήθηκε στο πρωραίο μέρος του.  Ενόψει των ανωτέρω, ο ανεπαρκής εφοδιασμός του σκάφους με την απαιτούμενη ποσότητα καυσίμων για την διεξαγωγή του ταξιδιού, συνιστά σοβαρή υπαίτια παράλειψη του υπόχρεου προς τούτο δεύτερου εναγομένου, που συνδέεται ουσιωδώς με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Επιπλέον, αν και σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, τα σωστικά μέσα του σκάφους πρέπει να είναι λειτουργικά και έτοιμα προς χρήση, ο δεύτερος εναγόμενος, ως όφειλε, δεν επιμελήθηκε τα σωστικά μέσα του σκάφους να είναι διαθέσιμα προς χρήση και συγκεκριμένα η σωσίβια πνευστή σχεδία τούτου χωρητικότητας έξι ατόμων, ήταν κλειδωμένη με λουκέτο επί του καταστρώματος, όπως διαπιστώθηκε μετά την ανέλκυση του σκάφους, με συνέπεια να αποκλειστεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης της από τον εργαζόμενο προς διάσωση του, καθόσον, αν δεν ήταν κλειδωμένη, ως έδει, με την βύθιση του σκάφους θα απελευθερωνόταν, θα άνοιγε και θα επέπλεε στην επιφάνεια της θάλασσας, οπότε θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια για την ζωή του εργαζομένου ναυαγού.

Σημειωτέον, ότι οι ανωτέρω παραλείψεις, τόσο του ελέγχου επάρκειας των αναγκαίων καυσίμων και πλήρωσης τους, όσο και της διαθεσιμότητας των σωστικών μέσων, δεν μπορούν να αποδοθούν σε αμέλεια του θανόντος εργαζομένου, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση αυτός ενεργούσε με την ιδιότητα του προστηθέντος εργαζομένου, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης της εργοδότριας του εναγομένης εταιρείας μεταφοράς του σκάφους, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες του δεύτερου εναγομένου εκπροσώπου της, υπεύθυνου για την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του εν λόγω πλου και όχι αυτοβούλως με την ιδιότητα, τις εξουσίες και τα συναφή καθήκοντα του κυβερνήτη του ιστιοφόρου και επομένως, δεν αναγόταν στις δικές του υποχρεώσεις ο έλεγχος και η πλήρωση των καυσίμων, μήτε ο έλεγχος της λειτουργικότητας και ετοιμότητας των σωστικών μέσων, εφόσον δεν του είχαν ανατεθεί τέτοιες αρμοδιότητες από την εργοδότρια του, που όφειλε η ίδια να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας και της ζωής του εργαζομένου της και να τον ενημερώσει για τις ειδικότερες συνθήκες και τις προβλεπτέες επικίνδυνες καταστάσεις.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος αν και είχε υποχρέωση να αναγγείλει άμεσα το συμβάν στην Λιμενική Αρχή, αντίθετα καθυστέρησε σημαντικά να το πράξει, αφού, παρά το γεγονός ότι είχε διακοπεί η τηλεφωνική επικοινωνία του με τον εργαζόμενο του ήδη από τις 15.06, που ο τελευταίος τον είχε ενημερώσει για την διακοπή λειτουργίας της μηχανής του σκάφους και ενώ είχε διαπιστώσει φτάνοντας οδικώς στην περιοχή του Σουνίου την επιδείνωση των καιρικών συνθηκών, οι οποίες μάλιστα επηρέαζαν σημαντικά και την ορατότητα στην περιοχή, με αποτέλεσμα να αποβούν άκαρπες οι προσπάθειες εκ μέρους του εντοπισμού του σκάφους από ξηράς, που ούτως ή άλλως δεν ήταν ο κατάλληλος και αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης του κινδύνου, που γνώριζε ότι διέτρεχε ο εργαζόμενος του, αφού και να τον διέκρινε από μακριά, δεν θα μπορούσε να τον σώσει, η δε κατάσταση ακυβερνησίας του σκάφους με την παύση της μηχανής και οι προσπάθειες ανάκτησης της διακυβέρνησης του με το άνοιγμα των πανιών, υπό έντονη καταιγίδα και ισχυρούς νότιους ανέμους, που το παρέσερναν, από τον μοναδικό επιβαίνοντα σ’ αυτό εργαζόμενο του, καθιστούσαν το εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο και εξαιρετικά επικίνδυνο για την ζωή του, ενόψει και του ότι, του είχε αποκλείσει την δυνατότητα χρήσης των σωστικών μέσων, εντούτοις ειδοποίησε το Κεντρικό Λιμεναρχείο Λαυρίου με καθυστέρηση περίπου δυόμιση ωρών στις 17.30, με αποτέλεσμα να παρέλθει ιδιαίτερα σημαντικό χρονικό διάστημα μέχρι την άμεση κινητοποίηση των Αρχών προς έρευνα και διάσωση του αγνοούμενου εργαζομένου του, η δε σημαντική αυτή καθυστέρηση της οφειλομένης ενέργειας άμεσης ειδοποίησης της αρμόδιας λιμενικής αρχής, τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο θανών όταν έπεσε στην θάλασσα ήταν ζωντανός και δεν είχε τραυματιστεί σε κάποιο μέρος του σώματος, ώστε να εμποδίζεται να κολυμπήσει, διέθετε δε την ανάλογη ρώμη, λόγω της άρτιας σωματικής του διάπλασης και της νεαρής ηλικίας του, που σημαίνει ότι πάλεψε ικανό χρόνο κολυμπώντας για να κρατηθεί στην ζωή μέχρι να επέλθει καταβολή των δυνάμεων του και απώλεια των αισθήσεων του, ένεκα υποθερμίας του σώματος, που δεν θα μπορούσε να αποτραπεί με την χρήση σωσιβίου και συνεπώς, η έγκαιρη ενεργοποίηση των λιμενικών αρχών για τον εντοπισμό του, δια της άμεσης αναγγελίας του συμβάντος, μπορούσε να αποβεί σωτήρια για τη ζωή του και να αποσοβηθεί ο κίνδυνος πνιγμού του, η δε παράλειψη χρήσης του ατομικού σωσιβίου, που διέθετε το σκάφος, δεν αποδεικνύεται ότι συνετέλεσε ουσιωδώς στον θάνατο του, άλλωστε υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις δεν συνάγεται ότι είχε την δυνατότητα και τον χρόνο να το φορέσει πριν την πτώση του στην θάλασσα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του επίκουρου καθηγητή τοξικολογίας στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, …………, που συντάχθηκε σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. ………./14.02.2014 εντολής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά, σε συνδυασμό με τις επισυναπτόμενες σε αυτήν έγγραφες διευκρινίσεις, δεν αποδεικνύεται η χρήση φαρμάκων ή άλλων χημικών ουσιών από τον θανόντα, ενώ κατά την ειδική αναζήτηση «εξαρτησιογόνων ουσιών» το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό για ψευδαισθησιογόνα-παραισθησιογόνα (κανναβοειδή), βενζοδιαζεπίνες και οπιούχα, ενώ ανιχνεύθηκαν στα ούρα του οι ουσίες μεθυλεστέρας της εκγονίνης και βενζοϋλεκγονίνη, που είναι μεταβολίτες της κοκαΐνης, η ανίχνευση των οποίων υποδηλώνει προγενέστερη χρήση κοκαΐνης, ο ακριβής χρόνος λήψης της οποίας βέβαια δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί, πλην όμως το γεγονός ότι οι μεταβολίτες της κοκαϊνης ανευρέθησαν στα ούρα, δηλαδή κατά την αποδρομή τους από τον οργανισμό και όχι στο αίμα του θανόντος, σημαίνει ότι δεν είχε γίνει χρήση κοκαϊνης από τον θανόντα την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, αλλά κάποια από τις προηγούμενες ημέρες, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη, η κοκαΐνη στο σώμα μετατρέπεται ταχέως σε μεταβολίτες, οι οποίοι απεκκρίνονται με τα ούρα. Μόνο ένα μικρό κλάσμα κοκαΐνης αποβάλλεται στα ούρα και ο χρόνος ανίχνευσης μετά τη χρήση είναι μικρός σε σύγκριση με τους μεταβολίτες της κοκαΐνης, που μπορεί να ανιχνευθούν στα ούρα για χρονικό διάστημα 2-5 ημερών μετά τη χρήση. Εξάλλου, όσον αφορά την συγκέντρωση οινοπνεύματος 0,74g/lt στο εξετασθέν δείγμα πτωματικών υγρών, σύμφωνα με τον διενεργήσαντα την τοξικολογική εξέταση ανωτέρω πανεπιστημιακό καθηγητή, δεν μπορεί να αξιολογηθεί, διότι ένα ποσοστό οινοπνεύματος μπορεί να έχει παραχθεί κατά τη σήψη. Ενόψει τούτων, δεν αποδεικνύεται ότι ο θανών, κατά τον κρίσιμο χρόνο, βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ή οινοπνεύματος, που να επηρέαζαν την ικανότητα του να αντιληφθεί και να διενεργήσει τους απαραίτητους χειρισμούς και συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η χρήση της κοκαϊνης από τον θανόντα, προκάλεσε το επελθόν αποτέλεσμα άλλως συντέλεσε στην επέλευση τούτου, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, που είχε σαν συνέπεια τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων-εκκαλούντων, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου, οργάνου της εργοδότριας πρώτης εναγομένης, ο οποίος, αν και ήταν ιδιαίτερα νομικά υπόχρεος για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας της ζωής και της υγείας του εργαζομένου στο επίδικο σκάφος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν επέδειξε την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει και εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντα του, παρέλειψε, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα, να λάβει τα αναγκαία μέτρα στο εργασιακό περιβάλλον ώστε να επιτευχθεί ο απαιτούμενος βαθμός ασφαλείας για τον εργαζόμενο και συγκεκριμένα οι μεν συνθήκες εργασίας να μην καταστούν ιδιαίτερα δύσκολες και επικίνδυνες γι’αυτόν, ο δε εξοπλισμός του σκάφους, που ετέθη στη διάθεση του εργαζομένου, να είναι κατάλληλος και επαρκής για την προς εκτέλεση εργασία και την ασφάλεια του, καθώς επίσης παρέλειψε να του χορηγήσει μέσα για την προσωπική προστασία του και να ενημερώσει έγκαιρα τις αρμόδιες αρχές για την κατάσταση κινδύνου, που βρισκόταν, όπως και να του παρέχει επαρκείς πληροφορίες για την χρήση του εξοπλισμού και τις προβλεπτέες έκτακτες καταστάσεις, μη λαμβάνοντας υπ’όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, που του ανέθεσε, πέραν των εργασιακών του καθηκόντων, τις ανεπαρκείς ναυτικές ικανότητες και εμπειρία του, τους κινδύνους που υπήρχαν στην θέση αυτή εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία του εργαζομένου, καθώς και τους κινδύνους που αναμενόταν να προστεθούν, προκειμένου να επιτύχει την κατά το δυνατόν ασφαλή εκτέλεση της ανατιθεμένης σ’αυτόν εργασίας και τον περιορισμό των κινδύνων, ενεργώντας κατά παράβαση των οικείων κανόνων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, που προβλέπονται στις διατάξεις των Κανονισμών 14, 19 και 20 του Κεφαλαίου III της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στην Θάλασσα 1974 (S.O.L.A.S) και του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου 1978, καθώς επίσης στα άρθρα 42 παρ. 1, 5, 6 περ.γ΄ και δ΄, 7 περ.δ΄ και 8 περ. β΄, 45 παρ.1 περ.β΄ και 3 περ.γ΄ Ν.3850/2010, 32 Α 1, 3, 5 Ν.1568/1985, 7 παρ.1, 6 περ.γ΄ και δ΄ και 8 περ.β΄, 9 παρ.1 περ.β΄ και 3 περ.γ΄ Π.Δ.17/1996  και 3, 4 και 6 Π.Δ.395/1994, με αποτέλεσμα να επισυμβεί στον συγγενή των εναγόντων-εκκαλούντων, το περιγραφόμενο θανατηφόρο ατύχημα, που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους, ενώ δεν στοιχειοθετείται αμελής συμπεριφορά του θανόντος, που να προκάλεσε ή να συνετέλεσε στον θάνατο του, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγομένων, που παραδεκτά προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται με την έφεση τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως συνυπαιτιότητας του κατά ποσοστό 95%, που συνίστατο στην μη ασφαλή πλοήγηση πλησίον των ακτών της νήσου Πατρόκλου και την περιαγωγή του σε κατάσταση ανικανότητας, μειωμένου καταλογισμού και διατάραξης συνείδησης από την χρήση κοκαϊνης, ως ουσιαστικά αβασίμων. Επίσης, απορριπτέος κρίνεται και ο πρωτοδίκως προβαλλόμενος ισχυρισμός των εναγομένων, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, ότι ο θανών είχε αναλάβει την μεταφορά του εν λόγω σκάφους, όχι στα πλαίσια της εξηρτημένης εργασίας του, αλλά βάσει πρόσθετης και ανεξάρτητης μ’αυτήν σύμβασης έργου, ως κυβερνήτης σκάφους, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος καταβαλλόμενου από τον πλοιοκτήτη τούτου και δεν υπόκειτο στις εντολές και οδηγίες του δεύτερου εναγομένου, αλλά ενεργούσε ανεξάρτητα, ως ουσιαστικά αβασίμου.

Ενόψει των προαναφερθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται σύμβαση έργου, αλλά σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων, ως ουσιαστικά αβασίμου. Περαιτέρω όμως, κρίνοντας τον θανόντα συνυπαίτιο του ένδικου ατυχήματος με τον υπαίτιο δεύτερο εναγόμενο, κατά ποσοστό 30%, με την αιτιολογία ότι αυτός παρέλειψε να ελέγξει την επάρκεια των καυσίμων και την διαθεσιμότητα των σωστικών μέσων του σκάφους, κατά μερική παραδοχή  της ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγομένων, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων, κατά το πρώτο σκέλος, ως ουσιαστικά βάσιμου και απορριπτομένων των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου συναφών λόγων της έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Περαιτέρω, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του …………. προκάλεσε στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα μητέρα του, στα αδέλφια του, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων, στην γιαγιά του, πέμπτη των εναγόντων-τέταρτη των εκκαλούντων και τον παππού του, ήδη αποβιώσαντα, τέταρτο των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούσαν με αυτόν ισχυρό οικογενειακό και ψυχολογικό δεσμό και έτρεφαν ιδιαίτερα αισθήματα αμοιβαίας αγάπης,  βαθύτατη θλίψη και οδύνη και, συνεπώς για την απάμβλυνση τούτων, την ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση τους, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης. Ενόψει των ως άνω συνθηκών, που προκλήθηκε ο θάνατος του οικείου τους προσώπου, της εκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εργοδότριας πρώτης εναγομένης δια του οργάνου της, δεύτερου εναγομένου, της φύσεως και του βαθμού υπαιτιότητας του υπαιτίου αυτού προσώπου, της έλλειψης οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας εκ μέρους του θανόντος εργαζομένου στην πρόκληση του εν λόγω θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος,  της νεαρής ηλικίας  του,  της ηλικίας των εναγόντων και του βαθμού συγγενείας που συνέδεε κάθε ενάγοντα με τον θανόντα, καθώς και της μετέπειτα κατάστασης τους, εξαιτίας της απώλειας του, λαμβανομένου υπόψη ότι ο θανών μέχρι το ένδικο ατύχημα συμβίωνε αρμονικά στην ίδια οικογενειακή στέγη με τη μητέρα του και τον αδελφό του και αποτελούσε το οικονομικό στήριγμα της οικογενείας του, δεδομένου ότι ο αδελφός του ήταν άνεργος, η αδελφή του φοιτήτρια και ο πατέρας τους ήταν ανίκανος προς εργασία, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, ενώ κατέληξε ένα σχεδόν έτος μετά τον θάνατο του γιου του, η δε τρίτη ενάγουσα βίωσε την απώλεια του αδελφού της, ενόσω διήνυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της, αναγκάσθηκε δε λόγω του ισχυρού ψυχολογικού σοκ που υπέστη και της ακατάσχετης αιμορραγίας που παρουσίασε, να μείνει κλινήρης και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση μέχρι τον τοκετό, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, η χρηματική ικανοποίηση τους πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 120.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα, στο ποσό των 80.000 ευρώ για καθέναν από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων και στο ποσό των 40.000 ευρώ για καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, που κρίνονται εύλογα στην συγκεκριμένη περίπτωση. Από τα ανωτέρω ποσά, που πρέπει να επιδικαστούν σε έκαστο των τριών πρώτων εναγόντων, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 50 ευρώ, που καθένας τους έχει ζητήσει και του επιδικάστηκε από το ποινικό Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγων, απομένοντος υπολοίπου προς απόληψη, 119.950 ευρώ, 79.950 ευρώ και 79.950 ευρώ αντιστοίχως, το δε δικαιούμενο ποσό από τον τέταρτο ενάγοντα, ήδη αποβιώσαντα, κατανέμεται στους κληρονόμους του, που συνεχίζουν την παρούσα δίκη, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι κατά ¼ στην πέμπτη των εναγόντων-τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του, που αντιστοιχεί σε 10.000 ευρώ και κατά ¾ ισομερώς στα τέσσερα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων, που αντιστοιχεί σε 7.500 ευρώ στο καθένα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 69.950 ευρώ η πρώτη αυτών, το ποσό των 34.950 ευρώ καθένας από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων και το ποσό των 15.000 ευρώ καθένας από τους τέταρτο και πέμπτη τούτων, έσφαλε κατά το σχετικό βάσιμο μερικώς δεύτερο λόγο της έφεσης τους, κατά το δεύτερο σκέλος και απορριπτομένου του συναφούς πέμπτου λόγου της έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων, περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και του ευλόγου της χρηματικής ικανοποίησης, ερειδομένου επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, άλλως συνυπαιτιότητας του κατά ποσοστό 95%, ως αβασίμου.

Ενόψει των ανωτέρω, υπόχρεοι για την καταβολή των επιδικαζόμενων ποσών στους δικαιούχους είναι η πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, που ευθύνεται για τις εκτιθέμενες παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις του οργάνου της, δευτέρου εναγομένου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που γεννούν υποχρέωση αποζημίωσης των εναγόντων εκκαλούντων και επιπλέον ευθύνεται εις ολόκληρον ο δεύτερος εναγόμενος, ως υπαίτιο πρόσωπο, εφόσον με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, που συνίστατο στις, ως άνω, παράνομες παραλείψεις, που καταλογίζονται σε δική του αμέλεια, καθόσον ο θανών εργαζόμενος τελούσε υπό τις εντολές και την εποπτεία του κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης εργασίας, δημιούργησε στο νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης την υποχρέωση αποζημίωσης των εναγόντων, αντίθετα δε, όπως αποδείχθηκε, ο τρίτος εναγόμενος, …………., δεν ήταν προσωπικώς υπαίτιος για την τελεσθείσα αδικοπραξία σε βάρος του ……….., καθώς ουδεμία ανάμιξη είχε στην ανάθεση της εργασίας στον τελευταίο, ούτε στην προσήκουσα εκτέλεση της, αφού ο δεύτερος εναγόμενος ήταν εκείνος, που ασχολείτο στην πραγματικότητα αποκλειστικά και διαχειριζόταν την διεκπεραίωση των εργασιών επισκευής και συντήρησης, που αναλάμβανε η εναγόμενη εταιρεία κατανέμοντας αυτές στους εργαζομένους της επιχείρησης, στους οποίους έδινε τις σχετικές εντολές και οδηγίες και επόπτευε την εκτέλεση τους, όπως συνέβη και εν προκειμένω, οι δε ζημιογόνες παραλείψεις τούτου στην τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων και μέσων ασφαλείας του θανόντος εργαζομένου της επιχείρησης, δεν μπορούν να καταλογιστούν στον συνδιαχειριστή της πρώτης εναγομένης, τρίτο εναγόμενο εκ μόνης της ιδιότητας του αυτής, καθόσον δεν νοείται αντικειμενική ευθύνη του, αλλά απαιτείται πταίσμα του, που δεν αποδείχθηκε, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγόντων-εκκαλούντων, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, ως ουσιαστικά αβασίμων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν έχει προσωπική ευθύνη προς αποζημίωση των εναγόντων και ακολούθως απέρριψε κατ’ουσίαν, ως προς αυτόν, την αγωγή, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσης των εναγόντων, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Παρέπεται ότι, ο έκτος λόγος της έφεσης της εναγομένων-εκκαλούντων περί εσφαλμένης επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων των ενάγοντος σε βάρος των ηττηθέντων εναγομένων, συνεπεία εσφαλμένης μερικής παραδοχής της αγωγής τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντί απόρριψης της καθ’ ολοκληρίαν, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

VI. Κατ’ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι έφεσης, η έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν και να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τους προαναφερόμενους αντίστοιχα λόγους και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαια της, για την ενότητα της εκτέλεσης, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στην προκειμένη κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1279/2004 ΕλλΔνη 2005.141, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26, 642, ΕφΠειρ 602/2011, ΕφΛαμ 18 και 15/2011, ΕφΠειρ 587/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 44/2006 ΕλλΔνη 48, 1507, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2009, σελ. 447 επ.), αφού δε η εν λόγω υπόθεση κρατηθεί προς εκδίκαση κατ’ ουσίαν στο Δικαστήριο αυτό, πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή να απορριφθεί ως προς τον τρίτο εναγόμενο και να γίνει μερικώς δεκτή, ως και ουσιαστικώς βάσιμη, αναφορικά με την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων και να υποχρεωθούν αυτοί, εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα το ποσό των 119.950 ευρώ, σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων, το ποσό των 79.950 ευρώ, στην τέταρτη των εκκαλούντων-πέμπτη των εναγόντων, το ποσό των 40.000 ευρώ και στους κληρονόμους του τέταρτου ενάγοντος, το ποσό των 40.000 ευρώ, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι το ποσό των 10.000 ευρώ στην πέμπτη των εναγόντων-τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του και το ποσό των 7.500 ευρώ σε καθένα από τα τέσσερα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, απορριπτομένου του αιτήματος των εναγομένων-εκκαλούντων, που προβάλλεται για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για, κατ’εξαίρεση, μη επιδίκαση τόκων επιδικίας, αλλά των νόμιμων τόκων υπερημερίας, λόγω εύλογης αντιδικίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, προεχόντως ως απαραδέκτου (άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 ΦΕΚ Α΄87/23.7.2015). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας αναφορικά με τη έφεση που απορρίφθηκε, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των ηττηθέντων εκκαλούντων, ενώ σχετικά με την έφεση, που έγινε εν μέρει δεκτή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρο 178 § 1 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων – εκκαλούντων, κατόπιν σχετικού αιτήματος του (άρθρα 183, 189παρ.1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), σε βάρος της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων – εφεσιβλήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων τις ένδικες εφέσεις.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.

Απορρίπτει την από 12.10.2018 έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επιβάλει τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων-εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος των εναγομένων-εκκαλούντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δέχεται την από 3.10.2018 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων εν μέρει κατ’ ουσίαν.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.3217/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την από 20.7.2017 αγωγή.

Απορρίπτει αυτήν, κατ’ ουσίαν, ως προς τον τρίτο εναγόμενο.

Δέχεται αυτήν εν μέρει, ως προς τους λοιπούς.

Υποχρεώνει την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων – εφεσιβλήτων εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα – εκκαλούσα, το ποσό των εκατό δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (119.950) ευρώ, σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων-εκκαλούντων, το ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (79.950) ευρώ, στην τέταρτη των εκκαλούντων-πέμπτη των εναγόντων, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και στους κληρονόμους του τέταρτου ενάγοντος, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ στην πέμπτη των εναγόντων-τέταρτη των εκκαλούντων, σύζυγο του και το ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ σε καθένα από τα τέσσερα τέκνα του, πρώτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εκκαλούντων, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη επίδοσης της αγωγής.

Επιβάλλει στους εναγομένους – εφεσιβλήτους μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων – εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων οκτακοσίων (10.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, στις 15 Μαίου 2020.

 

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                        Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ