ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 371/2019

ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Αποτελούμενο από το Δικαστή   Αθανάσιο Θεοφάνη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ. Δ..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  15 Νοεμβρίου 2018, για

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Μονομελές Εφετείο Πειραιώς – Ναυτικό Τμήμα) ασκήθηκε η από 11.09.2015 (γεν. αριθμ. καταθ. …./14.09.2015, αριθμ. καταθ. …./14.09.2015) προσφυγή των ………..… κατά των …………. με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ΄ αριθμ. 3461/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς – Ναυτικό Τμήμα δια της οποίας έγινε δεκτή η από 07.01.2015 (γεν. αριθμ. καταθ. …./07.01.2015, αριθμ. καταθ. …./07.01.2015) αίτηση των καθών η προσφυγή και απορρίφθηκε η από 05.02.2015 (γεν. αριθμ. καταθ. …./05.02.2015, αριθμ. καταθ. …./05.02.2015 – εξαίρεση … κύρια παρέμβαση αυτών Η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της ανωτέρω αναφερόμενης δικαστικής αποφάσεως επιδόθηκε νομότυπα στους προσφεύγοντες στις 21.08.2015, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 585§1, 215§1 εδάφ. α΄ Κ.Πολ.Δ και 43§5 αριθμ. 44/2001 Κανονισμού. Συνεπώς, η προσφυγή, αφού διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η συνεκδίκασή της με τις περιέχουσες πρόσθετους λόγους από 20.09.2017 (γεν. αριθμ. καταθ. ../21.09.2017, ειδ. αριθμ. καταθ. …/21.09.2017) και 02.05.2018 (γεν. αριθμ. καταθ. …/03.05.2018, ειδ. αριθμ. καταθ. …./03.05.2018) προσφυγές, εφόσον υπάγονται στην αυτή διαδικασία και, με τον τρόπο αυτό, επιταχύνεται και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246, 524§1 εδάφ. α΄ Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των (κύριων και πρόσθετων) λόγων της.

Με την από 07.01.2015 αίτησή τους που απευθύνθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι καθών η προσφυγή ζήτησαν να κηρυχθούν εκτελεστές στην Ελλάδα μία δικαστική απόφαση και δύο δικαστικές διαταγές αλλοδαπών δικαστικών οργάνων που είναι οι εξής: 1. Η υπό στοιχεία φακέλου ….. από 26.09.2014 απόφαση του Δικαστή …. του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Λονδίνου Αγγλίας, εκδοθείσα επί των υπό στοιχεία …. Φάκελος …, … Φάκελος …, … Φάκελος …, … Φάκελος … και … Φάκελος … ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ασκηθεισών αγωγών, δια της οποίας αναγνωρίζεται ότι: i. §39 αποφ.: «Εφόσον ο Όρος ρητώς συμβιβάζει τις απαιτήσεις κατά των προστηθέντων ή αντιπροσώπων της ….., οι στην Ελλάδα (ασκηθείσες) αγωγές καθ΄ οιουδήποτε των κ. ….. ή των διαδίκων HD ή των διαδίκων CTa, οι οποίοι ενάγονται ως προστηθέντες ή αντιπρόσωποι της ……., έχουν συμβιβαστεί και η συνεχιζόμενη επίσπευση των εν λόγω αγωγών συνιστά παραβίαση της συμβάσεως συμβιβασμού …..». ii. 63 αποφ. «Οι εντασσόμενοι στον συμβιβασμό προστηθέντες και αντιπρόσωποι νοείται από ερμηνευτική άποψη ότι περιλαμβάνουν επίσης τους διαδίκους CTa. … Παρέπεται ότι, κατά τον χρόνο των συμβάσεων συμβιβασμού, αμφότεροι οι πρωταγωνιστές, όπως έθεσε το θέμα ο κ. ………, διατείνονταν ότι οι διάδικου CTa ήσαν αντιπρόσωποι των ασφαλιστών του σκάφους, οπότε, ως ήδη έκρινα, η λέξη «Ασφαλιστές» στις ρήτρες συμβιβασμού εντός των συμβάσεων συμβιβασμού CMI και LMI περιλαμβάνει προστηθέντες και αντιπρόσωπους, οι δε συμβαλλόμενοι των εν λόγω συμβάσεων και οι νομικοί τους παραστάτες πρέπει να θεωρηθεί ότι είχαν την πρόθεση να συμπεριληφθούν οι διάδικοι CTa μεταξύ των αντιπροσώπων.». iii. §64 αποφ.: «… δοθέντος ότι η πραγματική βάση των ασκηθεισών στην Ελλάδα αγωγών ως προς τους διάδικους CTα είναι ότι αυτοί υπήρξαν αντιπρόσωποι των ασφαλιστών, δηλαδή των ασφαλιστών σκάφους και μηχανημάτων, εάν, όπως ήδη δέχτηκα, ο ορισμός του (όρου) «Ασφαλιστές» στις συμβάσεις συμβιβασμού περιλαμβάνει τους προστηθέντες ή αντιπρόσωπους αυτών, οι … και …. έχουν συμβιβάσει τις αξιώσεις τους καθ΄ οιουδήποτε αυτές ισχυρίζονται ότι τυγχάνει αντιπρόσωπος των ασφαλιστών, και μάλιστα κατά των διαδίκων CTa.». iv. §66 αποφ.: «Με βάση το συμπέρασμά μου ως προς την ορθή ερμηνεία των συμβάσεων συμβιβασμού CMI και LMI, και δεδομένου ότι η σύμβαση συμβιβασμού της ….. ρητώς αναφέρεται στους προστηθέντες ή αντιπρόσωπους, δεδομένης δε επίσης της αποφάσεως του Δικαστή ….. και του Εφετείου περί του ότι η συνέχιση των δικών στην Ελλάδα συνιστά παραβίαση των συμβάσεων συμβιβασμού και ότι οι CMI και LMI δικαιούνταν αναγνωριστικής θεραπείας και αποζημιώσεως, αναγκαίως παρέπεται ότι συνεπεία της ορθής ερμηνείας τριών συμβάσεων συμβιβασμού, οι εγερθείσες στην Ελλάδα αγωγές κατά των ατόμων CMI,των ατόμων LMI, της ….. και του κ. ….., των διαδίκων HD και των διαδίκων CTa παραβιάζουν όλες ανεξαιρέτως τις συμβάσεις συμβιβασμού. Τα άτομα CMI, τα άτομα LMI, η …. και ο κ. ….., οι διάδικοι HD και οι διάδικοι CTa δικαιούνται όλοι ανεξαιρέτως της αναγνωριστικής θεραπείας, την οποία επιδιώκου.». v. §67 αποφ.: «Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της ερμηνείας των συμβάσεων συμβιβασμού, από την άποψη του Αγγλικού δικαίου, το οποίο αποτελεί το δίκαιο των συμβάσεων συμβιβασμού, τα αποτελέσματα των συμβιβασμών κατά των …, των …. και της …., που όλοι ανεξαιρέτως αποτέλεσαν στόχους των ισχυρισμών στις Αγγλικές δίκες και στην διαιτησία σύμφωνα με τους οποίους (ισχυρισμούς) είχαν συμμετοχή μαζί με τους προστηθέντες και τους αντιπροσώπους τους σε αδικοπραξία από κοινού, είναι ότι κάθε δυνατή αξίωση κατά των εν λόγω προστηθέντων ή αντιπροσώπων τους ως αδικοπραγησάντων από κοινού (ισχυρισμοί που αποτελούν την βάση των κατ΄ αυτών αγωγών στην Ελλάδα) έχει συμβιβαστεί δια των συμβάσεων συμβιβασμού σχετικά με την βάση της εφαρμογής του κανόνα των από κοινού αδικοπραγησάντων.». vi. §83 αποφ.: «Οι διάδικοι …. επιδιώκουν επίσης αξίωση αποζημιώσεως, ο δε κ. …….υιοθέτησε τα επιχειρήματα του κ. ……… Οι δαπάνες τις οποίες έχουν αυτοί υποστεί έως σήμερα ελάχιστα υπολείπονται των £163.000. Η προσωρινή πληρωμή, η οποία επιδιώκεται με την πέμπτη μαρτυρική κατάθεση του κ. …… των ………, οι οποίοι είναι δικηγόροι τους, ανέρχεται σε £150.000 ή σε οποιοδήποτε άλλο ποσό αποφασίσει το Δικαστήριο σύμφωνα με την διακριτική του ευχέρεια.». vii. §94 αποφ. «Ωστόσο, όπως ήδη έκρινα, φρονώ ότι οι διάδικοι HD δικαιούνται δυνάμει των προβλέψεων του νόμου του 1999, στο ποσό το οποίο θα προσδιοριστεί και δικαιούνται να εισπράξουν το ποσό των £225.000, το οποίο αξιούν με την μορφή της προσωρινής καταβολής έναντι της εν λόγω αποζημιώσεως. Θεωρώ ότι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διάδικοι CTa θα δικαιούνται όπως διεκδικήσουν αποζημίωση, στο ποσό που πρέπει να προσδιοριστεί επί της επί της αυτής βάσεως ή βάσεων όπως οι διάδικοι HD. Φρονώ ότι η κατάλληλη προσωρινή πληρωμή έναντι της εν λόγω αποζημιώσεως ανέρχεται σε £100.000.». viii. §95 αποφ.: «Κατά συνέπεια, συμπέρανα ότι: (i) άπαντες οι αιτούντες δικαιούνται σε αναγνωριστική προστασία, την οποία επιζητούν, (ii) οι LMI και τα άτομα LMI δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος αυτούσιας αποκαταστάσεως, (iii) και οι διάδικοι CTa δικαιούνται σε αποζημίωση δυνάμει του νόμου του 1999. … .». 2. Η από 26.09.2014 πρώτη διαταγή του αυτού Δικαστή ……., εκδοθείσα επί της υπό στοιχεία … Φάκελος …. αγωγής ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίζεται ότι: α. i §1 διαταγής: «Ο όρος 2 της συμβάσεως συμβιβασμού CMI και ο όρος 3 της συμβάσεως συμβιβασμού LMI απαλλάσσουν τους διάδικους CTa οι ……. και OME (και καθεμία από αυτές) ενδέχεται να διαθέτουν σε σχέση με την απώλεια του πλοίου, από την ευθύνη σε σχέση προς οποιεσδήποτε αξιώσεις, τις οποίες  (και καθεμια από αυτές) ενδέχεται να διαθέτουν σε σχέση με την απώλεια του πλοίου, περιλαμβανομένης και κάθε ευθύνης σε σχέση με τις αξιώσεις τις προβληθείσες με τις Ελληνικές αγωγές.». ii. §2 διαταγής: «Η έναρξη και η συνέχιση των Ελληνικών αγωγών από τις ……. και OME (και καθεμίας από αυτές) κατά των διαδίκων CTa συνιστά παραβίαση του όρου 2 της συμβάσεως συμβιβασμού CMI και του όρου 3 της συμβάσεως συμβιβασμού LMI, οι οποίες αφορούσαν πλήρη και οριστικό συμβιβασμό, συνιστά δε επίσης παράβαση του όρου περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας, ο οποίος περιέχεται υπό τον όρο 6 της συμβάσεως συμβιβασμού CMI και τον όρο 5 της συμβάσεως συμβιβασμού LMI.». Περαιτέρω, με την διαταγή αυτή οι καθών υποχρεώθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλουν στους αιτούντες αποζημίωση ποσού 220.000£. 3. Η από 26.09.2014 δεύτερη διαταγή του αυτού Δικαστή …… εκδοθείσα επί της υπό στοιχεία … Φάκελος …. αγωγής ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίζεται ότι: i. §2 διαταγής: «Ο όρος 2 της συμβάσεως συμβιβασμού ……. απαλλάσσει τους διαδίκους CTa από την ευθύνη σε σχέση με οποιεσδήποτε αξιώσεις, τις οποίες οι …….και  OME (και καθεμία από αυτές) ενδέχεται να διαθέτουν σε σχέση με την απώλεια του πλοίου, περιλαμβανομένης κάθε ευθύνης για τις αξιώσεις που προβλήθηκαν με τις Ελληνικές αγωγές.». ii. §3 διαταγής: «Η έναρξη και η συνέχιση των Ελληνικών αγωγών από τις ……. και OME (και καθεμίας από αυτές) κατά των διαδίκων CTa  συνιστά παράβαση του όρου 2 της συμβάσεως συμβιβασμού ……., η οποία αφορούσε πλήρη και οριστικό συμβιβασμό, συνιστά δε παράβαση του όρου περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας, ο οποίος περιέχεται στον όρο 6 της συμβάσεως συμβιβασμού ……..». Περαιτέρω, με την διαταγή αυτή οι καθών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους αιτούντες αποζημίωση ποσού 30.000£. Με την ως άνω έχουσα αίτηση συνεκδικάστηκε η από 05.02.2015 κύρια παρέμβαση των νυν προσφευγόντων, με την οποία (κυρίως) ζητήθηκε η απόρριψη της αιτήσεως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε την αίτηση, κήρυξε εκτελεστές στην Ελλάδα τις απόφαση και διαταγές που μνημονεύονται ανωτέρω, απέρριψε την κύρια παρέμβαση και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των καθών αυτή εις βάρος των κυρίως παρεμβάντων.

Οι κυρίως παρεμβαίνοντες ζητούν με το ένδικο μέσο – προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και συμπλήρωσαν με δύο πρόσθετους λόγους να απορριφθεί η αίτηση που υπέβαλαν οι καθών η κύρια παρέμβαση και το ένδικο μέσο – προσφυγή, άλλως να γίνουν δεκτά επικουρικά αιτήματα που υποβλήθηκαν με την κύρια παρέμβαση πρωτοδίκως.

Σύμφωνα με το άρθρο 288 της Σ.Λ.Ε.Ε. (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως), πρώην άρθρο 249 της Σ.Ε.Κ. (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα Σ.Ε.Ο.Κ. (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), ο κανονισμός που εκδίδεται από τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου (της Ευρωπαϊκής Ενώσεως) και ότι έχει άμεση εφαρμογή, τιθέμενος σε ισχύ από την έκδοση και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αποτελώντας πλέον μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ΄ αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές (ΑΠ 93/2017 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος, 7/2009 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Εξάλλου, από την 01.03.2002, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, τέθηκε σε εφαρμογή ο αριθμ. 44/2001 Κανονισμός του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αριθμ. L012, της 16.01.2001. Ο εν λόγω Κανονισμός αντικατέστησε την από 27.09.1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της από τη Σύμβαση του Σαν Σεμπάστιαν της 26.05.1989, που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 1814/1988 και 2004/1992, αντίστοιχα (ΑΠ 1028/2009 ΕΠολΔ 2010.51 όπου και παρατηρήσεις Φ. Τριανταφύλλου – Αλμπανίδου = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος) και έχει, όπως προαναφέρθηκε, αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1027/2011 ΕΠολΔ 2011.606 όπου και παρατηρήσεις Π. Αρβανιτακη = ΕφΑΔ 2011.1195 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Ειδικότερα δε, ο κανονισμός (Ε.Κ.) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Ε.Ε.) της 20ης Δεκεμβρίου 2000 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» ισχύει, όπως ήδη σημειώθηκε, στην Ελλάδα, όπως και σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε., από την 1η Μαρτίου 2002. Η διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας που προβλέπεται στον κανονισμό περιλαμβάνει δύο στάδια, κατά το πρότυπο της προϊσχύσασας κοινοτικής συμβάσεως των Βρυξελλών. Το πρώτο στάδιο αφορά την κήρυξη της εκτελεστότητας και ρυθμίζεται από τα άρθρα 38 έως 42 του κανονισμού. Η απόφαση που κηρύσσει εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση γνωστοποιείται στον καθού η εκτέλεση, ο οποίος μπορεί να αμφισβητήσει την διαδικασία και το κύρος της κατά το δεύτερο στάδιο, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 43 έως 47 του κανονισμού, αν θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους λόγους μη εκτελέσεως, που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35. Έτσι, θεραπεύεται ο αποκλεισμός του κατά το πρώτο στάδιο, με αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματός του προς υπεράσπιση, αφού μπορεί, κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, να προκαλέσει, με το ένδικο μέσο που του παρέχεται, το οποίο ασκείται, κατά το παράρτημα III του κανονισμού, ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπον εφετείου και δικάζεται κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (άρθρο 43§3). Το ένδικο αυτό μέσο, που παρέχεται στον καθού η εκτέλεση, δεν αποτελεί έφεση με την τεχνική έννοια του όρου. Ειδικότερα, η απόφαση που εκδίδεται κατά το πρώτο στάδιο και δέχεται κατ’ ουσίαν την αίτηση, δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, που υπόκειται από τον καθού η εκτέλεση σε προσφυγή. Αυτό ήταν γνωστό στους συντάκτες του κανονισμού και γι’ αυτό απέφυγαν να ονομάσουν το εν λόγω ένδικο μέσο έφεση. Άλλωστε, αν έκαναν κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν δογματικά ανεκτό, αφού η μεν διαταγή του μονομελούς πρωτοδικείου εκδίδεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δε ένδικο μέσο (προσφυγή) εισάγει στο εφετείο γνήσια ιδιωτική διαφορά, που δικάζεται κατά τους κανόνες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Το εφετείο, δικάζοντας την προσφυγή αυτή, δεν ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν δικάζει έφεση, αλλά ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 12§2 Κ.Πολ.Δ. Στην λειτουργική αυτή θέση του εφετείου δεν είναι αντίθετη η διάταξη του άρθρου 44 του κανονισμού, κατά την οποία προβλέπεται η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του, που θα εκδοθεί επί της προσφυγής. Η λειτουργική αυτή ιδιότητα του εφετείου έχει και αξιολογική πρακτική σημασία, που εκδηλώνεται στο θέμα του τρόπου ασκήσεως της προσφυγής. Έτσι, για την άσκηση της προσφυγής αυτής, που δεν είναι ένδικο μέσο αλλά ανακοπή, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 495 επόμ. Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ρυθμίζεται ο τρόπος ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αλλά εκείνες του άρθρου 585§1 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ορίζεται ότι οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και την συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή. Άρα, η προσφυγή ασκείται, κατά το άρθρο 215§1 Κ.Πολ.Δ., με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με εμπρόθεσμη επίδοση αντιγράφου της στον καθού απευθύνεται. Το έγγραφο αυτής (προσφυγής) πρέπει να περιέχει, κατά το άρθρο 585§2 εδάφ. α΄ Κ.Πολ.Δ. και τους λόγους της (ΕΑ 93/2017 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος, ΕΘ 434/2010  Αρμ 2011.79 = ΕΠολΔ 2011.199 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος  ΕΑ 7701/2004 ΔΕΕ 2005.441 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Αναφορικά δε, με την έρευνα των λόγων της προσφυγής, ο δικαστής ελέγχει αν πρόκειται για δικαστική απόφαση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, αν προσκομίστηκαν τα σχετικά δικαιολογητικά, αν είναι αρμόδιος και αν νομιμοποιούνται ο αιτών και ο καθού. Οι λόγοι αρνήσεως της εκτελεστότητας, που μπορεί να προβάλει ο καθού με την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως που κήρυξε την εκτελεστότητα, διαγράφονται -κατά τα ανωτέρω- στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (βλ. ΔΕΕ C-139/10, δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος, ΕΘ 434/2010 οπ. π. , ΕΠ 617/2004 ΠειρΝομ 2004.351 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Εκτός, όμως, από τα προβλεπόμενα στα παραπάνω άρθρα κωλύματα κηρύξεως της εκτελεστότητας, μπορεί ο καθού να προβάλει ως λόγους της προσφυγής του, την απουσία των τυπικών όρων και των θετικών προϋποθέσεων για την κήρυξη της εκτελεστότητας (π.χ. την μη υπαγωγή της αποφάσεως στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, την έλλειψη των απαιτούμενων κατά τα άρθρα 53-54 εγγράφων, την έλλειψη εκτελεστότητας του τίτλου ή το εκπρόθεσμο της προσφυγής, ΕΑ 93/2017 οπ. π. ). Περαιτέρω, στο άρθρο 34§1 του αριθμ. 44/2001 ορίζονται τα ακόλουθα: «Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως» ενώ στο ουσιωδώς όμοιας διατυπώσεως άρθρο 27§1 της από 27.09.1968 Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων που κυρώθηκε με τον ν. 1817/1988 και τροποποιήθηκε με την από 26.05.1989 Σύμβαση του Σαν Σεμπαστιάν που κυρώθηκε με τον ν. 2004/1992, ορίζονταν τα ακόλουθα: «Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1. Αν η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως».  Στην Ελλάδα θα θεωρηθεί ότι η αλλοδαπή απόφαση αντίκειται στην δημόσια τάξη, «εάν δια της εκτελέσεως αυτής πρόκειται να πραγματοποιηθούν εις την περιοχήν της Ελληνικής Πολιτείας καταστάσεις, απροσάρμοστοι προς την κρατούσαν εις την Ελλάδα ηθικήν, δικαιολογικήν, πολιτειακήν, οικονομικήν τάξιν, την θεμελιούσαν τον κρατούντα βιοτικόν ρυθμόν» (ΕΠ 110/2004 ΠειρΝομ 2004.92 όπου και παρατηρήσεις Χάρη Μεϊδάνη = Δ 2005.831 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος, Μαριδάκη, Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφάσεων, κατά το ισχύον εις την Ελλάδα δίκαιον, έκδοση 1970, σελ. 65). Η κήρυξη αποφάσεως αλλοδαπού Δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται, όταν εξαιτίας του περιεχομένου της, η εκτέλεσή της θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στην Χώρα. Μόνο το γεγονός ότι το Ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο Ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη. Δεν επιτρέπεται, όμως, να εκτελεστεί στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν από την εκτέλεσή της πρόκειται, λόγω της αντιθέσεως που ενυπάρχει σ΄ αυτήν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που κρατεί στη χώρα (ΟλΑΠ 17/1999 Ελλ Δνη 40.1288 = ΔΕΕ 2000.181 όπου και παρατηρήσεις Ιω. Καράκωστα και Χρυς. Μιχαηλίδου = ΕΔΚΑ 1999.785 = ΕΕΝ 2000.20 = ΝοΒ 2000.461 = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 8§1 του Συντάγματος, «κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το Δικαστήριο που του έχει ορίσει ο νόμος», κατά δε την διάταξη του άρθρου 20§1 του ίδιου (Ελληνικού Συντάγματος), «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ΄ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών του Συντάγματος κατοχυρώνεται πλήρως για τον καθένα το δικαίωμα προσβάσεως στα Ελληνικά δικαστήρια και της παροχής πλήρους έννομης προστασίας από αυτά (ΟλΑΠ 8/2003 ΕλλΔνη 44.690 = ΧρΙΔ 2003.458 = ΔΕΕ 2003.1332 = ΝοΒ 2003.1407 όπου και ενημερωτικό σημείωμα Κ.Α.Χριστακάκου = ΕΕμπΔ 2003.902 = Δ 2004.621 όπου και παρατηρήσεις Κ.Ε.Μπέη = δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Τέλος, η αντιαγωγική διαταγή («anti – suit injuction») είναι διαταγή δικαστηρίου που απαγορεύει σε ένα πρόσωπο να ξεκινήσει ή να συνεχίσει δικαστική ή διαιτητική διαδικασία σε αλλοδαπό forum ή διαιτητικό δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή μπορεί να εκδοθεί είτε πριν από την έναρξη της δίκης σε τρίτο κράτος ή σε διαιτητικό δικαστήριο (με στόχο να μην αρχίσει η διαδικασία) είτε μετά από την έναρξή της με στόχο την διακοπή της. Με άλλα λόγια, με την αντιαγωγική διαταγή διατάσσεται  πρόσωπο να απέχει από την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου αλλοδαπού forum, ή, σε περίπτωση που έχει ήδη ασκηθεί αγωγή και εκκρεμεί, διατάσσεται να διακοπεί ή να ανασταλεί η διαδικασία. Στην περίπτωση που υπάρχει ρήτρα διαιτητικής επιλύσεως των διαφορών, απαγορεύεται (με την αντιαγωγική διαταγή) σε πρόσωπο να ξεκινήσει ή συνεχίσει τις νομικές διαδικασίες ενώπιον πολιτειακού ή διαιτητικού δικαστηρίου, ανάλογα με το αν στρέφεται (η αντιαγωγική διαταγή) υπέρ ή κατά της διαιτησίας. Αρχικά, το περιεχόμενό τους συνίστατο στην απαγόρευση ενάρξεως ή συνεχίσεως της διαδικασίας ενώπιον μόνο των Αγγλικών δικαστηρίων. Αργότερα, επιβίωσε η διασυνοριακή μορφή της αντιαγωγικής διαταγής, καθώς η χορήγηση του μέτρου περιορίστηκε στις περιπτώσεις διαδικασιών που εκκρεμούσαν στην αλλοδαπή. Οι αντιαγωγικές διαταγές εκδίδονται με την δικαιολογία ότι η άσκηση αγωγής ή η συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους, η οποία ασκείται ενάντια στην καλή πίστη ή καταχρηστικά, θα ήταν βλαπτική για τον αιτούντα. Είναι γεγονός ότι αρκετές φορές παρατηρείται το φαινόμενο της δέσμης δικών, υπό την έννοια ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν προβάλλουν τα αιτήματά τους με ανταγωγή ή κατ΄ ένσταση, αλλά προσφεύγουν σε διάφορα δικαστήρια, ούτως ώστε να πιέσουν για συνολικό συμβιβασμό των διαφορών τους. Με το ένδικο αυτό βοήθημα ζητείται, κατά κάποιο τρόπο, από το δικαστήριο ενός κράτους να επέμβει σε διαδικασία ενώπιον άλλου κράτους. Με αυτό τον τρόπο, επομένως, το δικαστήριο δεν αποφαίνεται μόνο επί της δικής του δικαιοδοσίας, αλλά και επί της δικαιοδοσίας αλλοδαπού εθνικού δικαστηρίου. Σε τελική ανάλυση, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η έκδοση αντιαγωγικών διαταγών, επιδιώκει την εξασφάλιση αποκλειστικής δικαιοδοσίας ημεδαπών δικαστηρίων (Παραθύρα, Το ένδικο βοήθημα της αντιαγωγικής διαταγής (anti – suit injuction), ΕφΑΔ 2013.207 επόμ.).

Από το σύνολο, όλων ανεξαρτήτως, των εγγράφων που προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση στην δίκη αυτή αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στο πλαίσιο χρονισάσης ιδιωτικής διαφοράς ήχθησαν ενώπιον του Δικαστή ……… του Εμποροδικείου του Τμήματος Βασιλίσσης του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Λονδίνου οι αγωγές … Φάκελος .., .. Φάκελος .., … Φάκελος … και .. Φάκελος …. Διάδικοι στις ως άνω υποθέσεις υπήρξαν οι εξής: .. Φάκελος . ……. …… (ενάγουσα – πρώτη καθής) – ………. (εναχθείσα ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου …. των LIoyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), ……. (εναχθείς ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου .. των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), ……… (εναχθείσα ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου … των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), ………. (εναγόμενοι – αιτούντες), ……. (τρίτη καθής – ενάγουσα – αιτούσα), ……. (σκοπούμενοι ενάγοντες), ……. ……… (εναγόμενοι – καθών), .. Φάκελος … …….. (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου … των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), . … (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου .. των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), ……. (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου … των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006) (ενάγοντες – αιτούντες), ……. ………(εναγόμενοι – καθών), … Φάκελος … ……. (ενάγοντες – αιτούντες), ………(σκοπούμενοι ενάγοντες – αιτούντες), ………. (εναγόμενοι – καθών), … Φάκελος .. ……. …… (σκοπούμενοι ενάγοντες), ……. …….(εναγόμενοι – καθών), .. Φάκελος … ……. (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου … των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), …… (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου … των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006), …….. (ατομικώς και για λογαριασμό όλων των ασφαλιζόντων μελών του Συνδικάτου …. των Lloyd΄s και για το λογιστικό έτος 2006) (ενάγοντες – αιτούντες), …….. (εναγόμενοι – καθών). Επί των ως άνω αγωγών εκδόθηκε η με στοιχεία 20141EWHC 3068 (Comm) απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστή …….. Περαιτέρω, ο αυτός Δικαστής εξέδωσε την από 26.09.2014 διαταγή επί της αγωγής υπ΄ αριθμ. … Φάκελος …. μεταξύ των ……. …… (ενάγουσας), ……… (ατομικώς και για λογαριασμό όλων ανεξαιρέτως των ασφαλιζόντων μελών του Lloyd΄s Syndicate … για το λογιστικό έτος 2006), ……. (ατομικώς και για λογαριασμό όλων ανεξαιρέτως των ασφαλιζόντων μελών του Lloyd΄s Syndicate …. για το λογιστικό έτος 2006), ……… (εναγόμενοι), ……….. (τρίτη) και την με αυτή ημερομηνία διαταγή επί της αγωγής υπ΄ αριθμ. … Φάκελος … μεταξύ των ……. ….. (ενάγουσας), ……… (σκοπούμενοι ενάγοντες), ……. …….. (εναγόμενες). Εξάλλου, από την μελέτη των κειμένων της αποφάσεως και των διαταγών, οι οποίες συνιστούν κρίσεις επί  αιτήσεων αναγνωριστικής θεραπεία και αποζημιώσεως και των οποίων τα κείμενα δεν είναι δυνατό να παρατεθούν στην απόφαση αυτή για λόγους πρακτικούς, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι εναχθέντες από τους ασκούντες το ένδικο μέσο – προσφεύγοντες ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων – ενάγοντες ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου ζήτησαν δικαστική προστασία από το τελευταίο θεωρώντας ότι  οι  συμβάσεις διαιτησίας και συμβιβασμού που υπεγράφησαν στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου για την υπόθεση του πλοίου «AT», πλοιοκτησίας της «……. .» και διαχειρίσεως της «…….» στερούν από τα επιληφθέντα των αγωγών Ελληνικά Δικαστήρια την σχετική δικαιοδοσία και, επιπλέον, κωλύεται ο έλεγχος της ουσίας των αγωγών ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετικό πεδίο, καθότι οι ρυθμίσεις των συμβάσεων συμβιβασμού είναι εξαντλητικές και αφορούν άπασες τις απαιτήσεις από την υπόθεση του ανωτέρω πλοίου. Το Αγγλικό Δικαστήριο με την απόφασή του και ο Δικαστής ….. με τις δύο διαταγές του, οι οποίες είναι επίδικες, είναι αλήθεια ότι δεν αποφάσισαν για την λήψη αντιαγωγικών διαταγών, όπως η έννοια της αντιαγωγικής διαταγής αναλύεται πιο πάνω. Ωστόσο, στην απόφαση και στις διαταγές περιλαμβάνονται κρίσεις που παρεμποδίζουν την πρόοδο των δικών που ανοίχτηκαν στην Ελλάδα, υποχρεώνουν σε αποζημιώσεις και προειδοποιούν για την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων τα πρόσωπα εκείνα τα οποία επιδιώκουν την ικανοποίηση αξιώσεών τους με διαδικασίες ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης (βλ. §§ 82, 93, 94 και  95 της αποφάσεως, ποινικές προειδοποιήσεις και διατακτικά αμφοτέρων των διαταγών του Δικαστή ….). Συνεπώς, τα ανωτέρω κείμενα περιέχουν «οιονεί» αντιαγωγικές διαταγές δια των οποίων τίθενται εμπόδια στην προσφυγή ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης, κατά παράβαση των προβλέψεων των άρθρων 6§1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 256 της 20.09.1974), 8§1 και 20 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001, τα οποία (άρθρα) εντάσσονται στον πυρήνα της έννοιας της δημοσίας τάξεως. Επομένως, η ένδικη προσφυγή, η οποία, όπως ήδη σημειώθηκε δεν λειτουργεί ως έφεση έχουσα αντικείμενο τον έλεγχο της πρωτόδικης αποφάσεως αναφορικά με σφάλματα που είτε εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο είτε αποδίδονται σε αυτή από τα διάδικα μέρη, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τις πρώτη και έβδομη των προσφευγόντων και να απορριφθεί, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, ως προς τους λοιπούς προσφεύγοντες, αδιαφόρως αν αυτοί υπήρξαν κυρίως παρεμβαίνοντες στην δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Περαιτέρω, ως προς τις πρώτη και έβδομη προσφεύγουσες πρέπει να απορριφθεί η από 07.01.2015 αίτηση.

Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας τα αφορώντα αμφότερες τις διατάξεις της αποφάσεως πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους για τον λόγο ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ.).

Γ  Ι  Α     Τ Ο  Υ  Σ     Λ  Ο  Γ  Ο  Υ  Σ     Α  Υ  Τ  Ο  Υ  Σ

Συνεκδικάζει κατ΄ αντιμωλίαν των διαδίκων την από 11.09.2015 (γεν. αριθμ. καταθ. …/14.09.2015, αριθμ. καταθ. …/14.09.2015) προσφυγή και τις περιέχουσες πρόσθετους λόγους από 20.09.2017 (γεν. αριθμ. καταθ. …/21.09.2017, ειδ. αριθμ. καταθ. ../21.09.2017) και 02.05.2018 (γεν. αριθμ. καταθ. …../03.05.2018, ειδ. αριθμ. καταθ. …../03.05.2018) προσφυγές.

Δέχεται την προσφυγή μετά των προσθέτων λόγων ως προς τις πρώτη και έβδομη των προσφευγουσών.

Ακυρώνει την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ΄ αριθμ. 3461/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς – Ναυτικό Τμήμα ως προς τις ανωτέρω προσφεύγουσες.

Απορρίπτει την από  07.01.2015 (γεν. αριθμ. καταθ. …/07.01.2015, αριθμ. καταθ. ……/07.01.2015) αίτηση των καθών η προσφυγή ως προς τις ανωτέρω προσφεύγουσες.

Απορρίπτει την προσφυγή ως προς τους λοιπούς προσφεύγοντες. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση,  την  1η   Ιουλίου  2019, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ