ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 359/2019

 

Πρόεδρος: Γ. Ακτύπης, Εφέτης

Δικηγόροι: Δ. Ραζέλος, Δ. Πιττερός

 

[...] Κατά το άρθρο 1 Ν 2286/1995 οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών, που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το ΠΔ 118/2007, που αντικατέστησε το ΠΔ 394/1996. Από τη ρύθμιση αυτή δεν εξαιρούνται τα νοσοκομεία, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. Γ του ανωτέρω νόμου, από τις σχετικές διατάξεις εξαιρούνται, εκτός των άλλων, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, τέτοιοι δε οργανισμοί δεν είναι τα νοσοκομεία. Εξάλλου, στο άρθρο 41 ΝΔ 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», ορίζεται ότι: «Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευόμενων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι’ ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως».

Το παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε σε 150.000 δρχ. από την 9.7.1992 και σε 2.500 ευρώ από την 7.8.2002 με αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο, όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ. 1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αντίστοιχων εκείνης του άρθρου 80 του Ν 2362/1995 «περί κώδικος δημοσίου λογιστικού», που αντικατέστησε το ΝΔ 321/1969 «περί κώδικος δημοσίου λογιστικού», οι οποίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η πρόταση, όμως, για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση (ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015 Nomos). Έτσι, η ακυρότητα αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΑΠ Ολ 862/1984 Nomos). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για μεν τις συμβάσεις προμήθειας, που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλύτερου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως. Αν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011 Nomos). [...]

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία [...] η οποία συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεώς της από την κυρίως παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρία «...», σύναψε με την προμηθεύτρια εταιρία υπό την επωνυμία «[...] σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) με αναγωγή, με την οποία η προμηθεύτρια εταιρία ανέθεσε στην τράπεζα, με την ιδιότητα του πράκτορα, τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των εκχωρούμενων στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης απαιτήσεων υπό τους όρους, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που ορίζονται στη σύμβαση αυτή.

Με τη σύμβαση αυτή η προμηθεύτρια εταιρία εκχώρησε στην τράπεζα όλες τις απαιτήσεις της από την επιχειρηματική της δραστηριότητα, είτε υπάρχουσες κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, είτε επρόκειτο να γεννηθούν στο μέλλον κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, η οποία συνήφθη ως αόριστης διάρκειας. Μεταξύ των απαιτήσεων, που εκχωρήθηκαν δυνάμει της παραπάνω συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, ήταν και οι απαιτήσεις της ως άνω προμηθεύτριας εταιρίας κατά του πρώτου καθ’ ου η παρέμβαση ΝΠΔΔ υπό την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ...» από την πώληση σε αυτό ορθοπεδικού υλικού, με την έκδοση τιμολογίων με ημερομηνίες εκδόσεως αυτών από 14.5.2008 έως 28.5.2008, ως αναλυτικά παρατίθενται ... . Η σύμβαση δε αυτή πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και η συμφωνημένη εκχώρηση των απαιτήσεων της προμηθεύτριας αναγγέλθηκε, [...]. Με τον τρόπο αυτό, η τράπεζα κατέστη έκτοτε αποκλειστική δικαιούχος των απαιτήσεων όλων των ανωτέρω απαιτήσεων της προμηθεύτριας εταιρίας κατά του πρώτου καθ’ ου η παρέμβαση νοσοκομείου.

Η προμηθεύτρια εταιρία πώλησε και παρέδωσε στο εν λόγω νοσοκομείο ορθοπεδικό υλικό, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος αναγράφεται στα ακόλουθα φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής), κατόπιν έγγραφων εντολών χορήγησης υλικών του πρώτου καθ’ ου η παρέμβαση νοσοκομείου, τα οποία εκχωρήθηκαν από την προμηθεύτρια εταιρία στη δικαιοπάροχο της κυρίως παρεμβαίνουσας τράπεζα, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί και στα οποία ρητώς παραπέμπει η μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων: [...].

Από τις ανωτέρω συμβάσεις πώλησης έγκυρες είναι εκείνες για τις οποίες τα εκδοθέντα τιμολόγια δεν υπερβαίνουν το ποσό των 2.500 ευρώ, καθόσον γι’ αυτές δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου, καθώς και εκείνες που έχουν αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ και έχει τηρηθεί ο έγγραφος τύπος για τη σύναψή τους με την αποστολή έγγραφης αίτησης προμήθειας εξωσυμβατικού υλικού του νοσοκομείου. Τα περιγραφόμενα στα ως άνω τιμολόγια εμπορεύματα παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα από το εναγόμενο και χρησιμοποιήθηκαν [...].

Παρά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προμηθεύτριας εταιρίας και την παράδοση του εμπορεύματος, το πρώτο καθ’ ου η παρέμβαση δεν προέβη σε κάποια καταβολή ως προς τα επίδικα παραστατικά. Έτσι, η κυρίως παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρία, ως εκδοχέας, που ανήγγειλε νόμιμα τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων των ανωτέρω τιμολογίων στο πρώτο καθ’ ου η παρέμβαση νοσοκομείο, συνολικού ύψους 14.970,63 ευρώ, κατέστη αποκλειστικός δικαιούχος των εκχωρηθεισών αυτών απαιτήσεων. Ο λόγος έφεσης, με το οποίο το εκκαλούν νοσοκομείο προβάλλει την ένσταση της ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, ισχυριζόμενο ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρία δεν τήρησε τα όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 95 Ν 2362/1995 για την αναγγελία της εκχώρησης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προηγούμενη διάταξη εφαρμόζεται μόνο για εκχωρήσεις απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και όχι κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως είναι το εκκαλούν, όπου εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 53 ΝΔ 496/1974. Συνεπώς, πρέπει, η κύρια παρέμβαση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί το πρώτο καθ’ ου η παρέμβαση νοσοκομείο και ήδη εκκαλούν να καταβάλει στην κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη εφεσίβλητη το ποσό των 14.970,63 ευρώ, με το νόμιμο τόκο [...].

 

(Δέχεται την έφεση.)