ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3526/2018

 

Πρόεδρος : Μαρία Χατζηανδρέα

Εισηγητής : Γεώργιος Λαζαρίδης, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Οδυσ. Καραγιαννακίδης, Στυλ. Λαζούδη

 

Με τις διατάξεις των άρθρ. 43 επ. του ν. 4072/2012 θεσμοθετήθηκε νέος εταιρικός τύπος, ήτοι αυτός της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας (εφεξής IKE), με σκοπό να καλυφθούν οι ανάγκες μικρομεσαίων ιδίως επιχειρήσεων για άσκηση της επιχειρηματικής τους δράσης μέσω ενός εταιρικού σχήματος, που θα κυμαι­νόταν μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και προσωπικών εται­ριών και θα ήταν απαλλαγμένο από δύσκαμπτες ρυθ­μίσεις του νόμου περί ΕΠΕ και από το σύμφυτο με την τελευταία σύστημα της διπλής πλειοψηφίας στη λήψη των αποφάσεων (βλ. σχετικώς Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών, β έκδ., 2016, Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, ζ έκδ., 2012, Αντωνό­πουλος, Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, δ εκδ., 2016). Θεσπίζοντας την ως άνω ευέλικτη και κατάλληλη για μικρομεσαίες ιδίως επιχειρήσεις εταιρική μορφή, ο νομοθέτης επιχείρησε, συνεπώς, να συνδυάσει στοιχεία από το δίκαιο των προσωπικών εταιριών (π.χ. το μη επι­βεβλημένο της ύπαρξης εταιρικού κεφαλαίου ιδία μετά την τροποποίηση του άρθρ. 43 παρ. 3 εδ. α του ν. 4072/2012 από τον ν. 4155/2013, και την έλλειψη διατυπώσεων) και από το δίκαιο των κεφαλαιουχικών εταιριών (π.χ. ελεύ­θερη μεταβίβαση εταιρικής συμμετοχής, έλλειψη ευθύνης για εταιρικά χρέη κ.α. - βλ. Αλεξανδρίου, ό.π., στον αρ. περ. 2). Πρόκειται για εταιρία με νομική προσωπικότητα, την οποία αποκτά με την καταχώρισή της στο ΓΕΜΗ, και με σωματειακή δομή, η οποία είναι εμπορική κατά το τυπικό σύστημα και ανήκει κατά βάση στις κεφα­λαιουχικές εταιρίες, ευθυνόμενη κατ αρχάς για τα χρέη της μόνο αυτή με την περιουσία της, εξαιρουμένης της περίπτωσης εταίρων με εγγυητικές εισφορές, οι οποίοι υπέχουν περιορισμένη ευθύνη για τα εταιρικά χρέη (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., Ρόκα, ό.π.). Οι βασικοί μηχανισμοί προστασίας των εταιρικών δανειστών, που θεσπίζονται στις κεφαλαιουχι­κές εταιρίες, απαντώνται και στην IKE. Κατά την αρχική πρόβλεψη, η IKE έπρεπε κατά τη σύστασή της να έχει κεφάλαιο τουλάχιστον ενός ευρώ, μετά την τροποποίηση του άρθρ. 43 παρ. 3 εδ. α του ν. 4072/2012 από τον ν. 4155/2013, ωστόσο, μπορεί αυτή να ιδρυθεί σήμερα και χωρίς κεφάλαιο, στοιχείο που συμβαδίζει με την κοινή πλέον διαπίστωση ότι ο μηχανισμός προστασίας των εταιρικών δανειστών μέσω του κεφαλαίου σχετική μόνον αξία έχει και ελάχιστα διασφαλίζει κατ ουσίαν τη φερεγ­γυότητα της εταιρίας (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., στον αρ. περ. 5). Οι εισφορές διακρίνονται σε κεφαλαια­κές, εξωκεφαλαιακές και εγγυητικές, χωρίς να είναι ανα­γκαίο άπαντα τα ως άνω είδη εισφορών να συνδυάζονται στην αυτή εταιρία. Κάθε εταίρος μπορεί να έχει εταιρικά μερίδια, που εκπροσωπούν διαφορετικά είδη εισφο­ρών, ενώ κάθε εταιρικό μερίδιο μπορεί να εκπροσωπεί ένα μόνο είδος εισφοράς. Οι κεφαλαιακές εισφορές, που αποτελούν εισφορές σε μετρητά ή σε είδος, σχηματί­ζουν το κεφάλαιο της IKE, το σύνολο δε της ονομαστικής αξίας των εισφορών του εν λόγω είδους σχηματίζουν το κεφάλαιο της εταιρίας, που εμφανίζεται και στον σχετικό λογαριασμό των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας (βλ. Ρόκα, ό.π., Αλεξανδρίδου, ό.π., και αναλυτικά Αντωνόπουλο, ό.π., βλ. σχετικώς άρθρ. 76-80 του ν. 4072/2012). Οι κεφαλαιακές εισφορές σε είδος απαιτείται να είναι δεκτικές χρηματικής απο­τίμησης και να μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο του ενεργητικού. Η αποτίμηση γίνεται κατ αρχάς σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρ. 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920 και υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ, δεν απαι­τείται, ωστόσο, να λάβει χώρα, όταν η αξία της εισφο­ράς κατά το καταστατικό ή, σε περίπτωση αύξησης κεφα­λαίου, κατά την απόφαση που αυξάνει το κεφάλαιο, δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. σχετικώς Αντω­νόπουλο, ό.π., Αλεξανδρίδου, ό.π.). Οι κεφαλαιακές εισφορές πρέπει να καταβληθούν ολο­σχερώς κατά την ίδρυση της εταιρίας ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου, ο δε διαχειριστής οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη σύσταση ή την αύξηση του κεφαλαίου να βεβαιώσει την ολοσχερή καταβολή με πράξη, που κατα­χωρίζεται στο ΓΕΜΗ. Επί μη ολοσχερούς καταβολής, ο διαχειριστής οφείλει υα προβεί σε μείωση του κεφα­λαίου και ακύρωση των εταιρικών μεριδίων, που δεν εξο­φλήθηκαν (βλ. άρθρ. 77 παρ. 4 του ν. 4072/2012). Αύξηση ή μείωση των εταιρικών μεριδίων, που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές, μπορεί να γίνει μόνο με αύξηση ή μείωση του κεφαλαίου (βλ. άρθρ. 77 παρ. 3 του ν. 4072/2012, καθώς και Αλεξανδρίδου, ό.π.). Οι εξωκεφαλαιακές εισφορές, που προσδιορίζονται στον νόμο αρνητικά ως εισφορές, που δεν μπορούν να αποτε­λέσουν αντικείμενο κεφαλαιακής εισφοράς, συνίστανται σε παροχή εργασίας ή έργου. Οι εισφορές αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στο καταστατικό και πρέπει να αναλαμ­βάνονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ο οποίος πρέ­πει ομοίως να αναφέρεται στο καταστατικό. Επιπλέον, στο καταστατικό αναφέρεται και η αξία των εισφορών αυτών, χωρίς να προβλέπεται διαδικασία αποτίμησης, δεδομένου ότι η ως άνω αξία δεν προστίθεται στο κεφά­λαιο, το οποίο συγκροτείται κατά τα προεκτεθέντα απο­κλειστικά από τις κεφαλαιακές εισφορές (βλ. Αλεξανδρί­δου, ό.π., και αναλυτικά Αντωνόπουλο, ό.π.). Τούτο σημαίνει, βέβαια, ότι το σύνολο των κεφαλαιακών εισφορών μπορεί να ανέρχεται π.χ. σε 100.000 ευρώ, που αποτελούν και το κεφάλαιο της εταιρίας, στην τελευταία, όμως, να έχουν εκδοθεί 15.000 εταιρικά μερίδια, αξίας εκάστου 10 ευρώ, με αποτέλεσμα το σύνολο της αξίας των εταιρικών μερι­δίων να ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 50.000 ευρώ μπορεί να αντιστοι­χεί στην αξία των εξωκεφαλαιακών εισφορών (π.χ. προ­σφορά εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών για 5 έτη στην εταιρία από τον εταίρο). Ο εισφέρων στην ανωτέρω περίπτωση δεν δικαιούται μισθό και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που ο εταίρος δεν παρέχει την εργασία, που αποτελεί την εξωκεφαλαιακή εισφορά, η εταιρία μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την εκπλήρωσή της ή την ακύρωση των μεριδίων, που αντιστοιχούν στην εισφορά, ενώ σε περί­πτωση ζημίας, δεν αποκλείεται η προβολή περαιτέρω αξίωσης αποζημίωσης (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., στους αρ. περ. 6 και 7). Τα εταιρικά μερίδια που αντιστοι­χούν σε εξωκεφαλαιακές εισφορές παρέχουν κατ αρχάς τα ίδια δικαιώματα με τα μερίδια από τα άλλα δύο είδη εισφορών, ενώ για ορισμένα ζητήματα υφίστανται και ειδικότερες προβλέψεις (βλ. ενδεικτικά άρθρ. 75 παρ. 4, 83 παρ. 3,106 παρ. 3 και 107 παρ. 1 του ν. 4072/2012). Στις εγγυητικές εισφορές, εξάλλου, πρόκειται για ανάληψη ευθύνης από τον εταίρο έναντι όλων των εταιρικών δανειστών μέχρι ενός ορισμένου ποσού, που ορίζεται στο καταστατικό. Πρόκειται, πάντως, για ευθύνη πρωτογενή και άμεση έναντι όλων των δανειστών, όπως στην περίπτωση του ομορρύθμου εταίρου και όχι για ευθύνη, όπως αυτή που υπέχει ο εγγυητής (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., Αντωνόπουλο, ό.π.). Η συμμετοχή στην IKE πάντως προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση την από­κτηση ενός έστω εταιρικού μεριδίου, ο δε αριθμός των μεριδίων εκάστου εταίρου είναι ανάλογος προς την αξία της εισφοράς του. Τα εταιρικά μερίδια, τα οποία σημειω­τέον δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε αξιόγραφο, είναι πάντοτε ονομαστικά και η ονομαστική αξία ενός εκάστου είναι ίδια για όλα τα μερίδια ανεξαρτήτως του είδους της εισφοράς (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π., Ρόκα, ό.π., Αντωνόπουλο, ό.π.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 89 του ν. 4072/2012, εξάλλου: «1. Αν δεν προβλέπει κάτι άλλο το καταστατικό για την είσοδο νέου εταίρου ή την ανάληψη νέων εισφο­ρών από υπάρχοντες εταίρους, απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων. Η απόφαση αυτή πρέπει να μνη­μονεύει τον αριθμό των αποκτώμενων μεριδίων και την εισφορά που πρόκειται να αναληφθεί. Αν η απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί λόγω αντιρρήσεων εταίρου ή εταί­ρων, των οποίων μειώνονται τα ποσοστά, το δικαστήριο μπορεί μετά από αίτηση της εταιρείας να επιτρέψει την είσοδο του εταίρου ή την ανάληψη εισφορών από υπάρ­χοντες εταίρους, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, που επιβάλλεται από το συμφέρον της εταιρείας. 2. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι μεταβολές στη σύνθεση της εταιρίας είναι δυνατό να επέλθουν τόσο λόγω της εισόδου νέου εταίρου στην εται­ρία, όσο και λόγω της ανάληψης νέων εισφορών από υπάρχοντες εταίρους. Ως δεδομένο, εξάλλου, λαμβάνεται ότι ο νέος εταίρος, στην ανωτέρω περίπτωση, θα απο­κτήσει εταιρικά μερίδια που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά, αφού σε περίπτωση κεφα­λαιακής εισφοράς (σε χρήμα ή είδος), τούτο έχει ως συνέπεια την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η σχετική διάταξη του άρθρ. 89 του ν. 4072/2012, αλλά η σχετική διάταξη του άρθρ. 90 του ιδίου ως άνω νόμου (βλ. σχετικώς Αλεξαν­δρίδου, ό.π., Αντωνόπουλο, ό.π.). Στη διάταξη του άρθρ. 90 του ν. 4072/2012, εξάλλου, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η αύξηση κεφαλαίου γίνεται με αύξηση του αριθμού των εταιρικών μεριδίων. 2. Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου που δεν γίνεται με εισφορά σε είδος, όλοι οι εταίροι έχουν δικαίωμα προτί­μησης στο νέο κεφάλαιο, ανάλογα με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων που έχει καθένας. Το δικαίωμα προ­τίμησης ασκείται με δήλωση προς την εταιρεία μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την καταχώριση της απόφασης των εταίρων στο ΓΕΜΗ. Το καταστατικό μπορεί να προ­βλέπει ότι το δικαίωμα προτίμησης το έχουν μόνο οι εταί­ροι με μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφο­ρές. Το δικαίωμα προτίμησης μπορεί να καταργείται ή να περιορίζεται με απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται κατά το άρθρο 72 παρ. 5. Αν η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί λόγω αντιρρήσεων εταίρου ή εταίρων, των οποίων μειώνονται τα ποσοστά, εφαρμόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 89. 3. Το κατα­στατικό της εταιρείας μπορεί να προβλέπει ότι το κεφά­λαιο θα αυξηθεί σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο με νέες εισφορές ορισμένου ποσού («εγκεκριμένο κεφάλαιο»). Το χρονικό σημείο μπορεί να προσδιορίζεται με μορφή αίρεσης ή προθεσμίας ή με λήψη απόφασης από το δια­χειριστή ή τους εταίρους. Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από το καταστατικό, υποχρέωση καταβολής των εισφο­ρών αυτών έχουν όλοι οι εταίροι, ανάλογα με το ποσό των εταιρικών μεριδίων που κατέχει ο καθένας. Σε περί­πτωση αύξησης του κεφαλαίου με τον τρόπο αυτόν ο δια­χειριστής υποχρεούται να αναπροσαρμόσει το κεφάλαιο της εταιρείας με σχετική δήλωση στο ΓΕΜΗ. Αν δεν ανα­φέρεται κάτι άλλο, οι νέες εισφορές είναι σε μετρητά». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αύξηση του κεφαλαίου στην IKE μπορεί να γίνει με αύξηση του αριθμού των εταιρικών μεριδίων και όχι με αύξηση της ονομαστικής αξίας των υφισταμένων μερι­δίων (βλ. Αντωνόπουλο, ό.π.). Η αύξηση κεφαλαίου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με μερίδια, που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακή εισφορά και δύναται ως εκ τούτου να πραγματοποιηθεί είτε με κατα­βολή μετρητών, είτε με εισφορές σε είδος, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άμεσα καταβλητέες (βλ. Αντωνό­πουλο, ό.π.). Η αρμοδιότητα λήψης απόφασης για την αύξηση του κεφα­λαίου απονέμεται κατ αρχάς στη συνέλευση των εταί­ρων, τούτο δε είναι συνεπές με το ότι η αύξηση πρέπει να γίνει με τροποποίηση του καταστατικού. Η απόφαση των εταίρων λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων, το καταστα­τικό, όμως, μπορεί είτε να προβλέπει ακόμα μεγαλύτερη πλειοψηφία, είτε να αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα λήψης της απόφασης στον διαχειριστή. Ενόψει του χαρακτήρα της ως τροποποίησης καταστατικού, η σχε­τική απόφαση πρέπει να καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ και τον διαδικτυακό αυτού τόπο, η δε καταχώριση έχει συστα­τικό χαρακτήρα (βλ. Αντωνόπουλο, ό.π., Αλεξαν­δρίδου, ό.π.). Επί μη ολοσχε­ρούς καταβολής, μάλιστα, ο διαχειριστής οφείλει να προ­βεί και σε μείωση του κεφαλαίου, κατά τα προαναφερθέ­ντα, ακυρώνοντας τα αντίστοιχα μερίδια. Όταν η αύξηση πραγματοποιείται με μετρητά και όχι με εισφορά σε είδος, τότε όλοι οι εταίροι έχουν δικαίωμα προτίμησης, ανεξαρτήτως του είδους των εισφορών τους, εκτός αν στο καταστατικό διαλαμβάνεται αντίθετη πρόβλεψη. Δικαί­ωμα προτίμησης δεν αναγνωρίζεται, όταν η αύξηση κεφαλαίου γίνεται με εισφορές εις είδος εξαιτίας των πρακτικών δυσκολιών, που συνδέονται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού, παρόλο που με την απαγόρευση αυτή παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εταίρων (βλ. σχετικώς Αντωνόπουλο). Το δικαίωμα προτίμησης εν γένει, εξάλλου, μπορεί να καταργηθεί ή να περιοριστεί υπό προϋποθέσεις. Ο νόμος προβλέπει, μάλιστα, και μία περίπτωση αυτόμα­της αύξησης κεφαλαίου, ήτοι την περίπτωση που στο καταστατικό προβλέπεται ότι το κεφάλαιο θα αυξηθεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή με νέες εισφορές συγκεκρι­μένου ποσού, οπότε και γίνεται λόγος για εγκεκριμένο κεφάλαιο (βλ. άρθρ. 90 παρ. 3 του ν. 4072/2012). Στην περί­πτωση αυτή τελεί απλώς υπό αναβλητική αίρεση ή προ­θεσμία το χρονικό σημείο ολοκλήρωσης της αύξησης κεφαλαίου, η οποία κατά τα λοιπά έχει οριοθετηθεί ως προς τις λοιπές παραμέτρους της και πραγματοποιείται με καταβολή μετρητών από όλους τους εταίρους, αναλό­γως του ποσοστού συμμετοχής τους στην εταιρία, εκτός αν υφίσταται αντίθετη πρόβλεψη στο καταστατικό (βλ. σχετικώς Αλεξανδρίδου, ό.π.). Όταν πραγματοποιηθεί η σχετική αυτόματη αύξηση κεφαλαίου (π.χ. ληφθεί και η τυχόν αναγκαία απόφαση της συνέλευσης των εταίρων ή του διαχειριστή ως προς τον χρόνο πραγματοποίησης της προβλεφθείσας στο καταστατικό αύξησης), ο διαχειριστής προβαίνει στη σχετική διαπίστωση και καταχωρεί με δήλωσή του την αναπροσαρμογή του κεφαλαίου στο ΓΕΜΗ. Κατά τα λοιπά, οι εταίροι υπέχουν την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς τους και τις τυχόν υποχρεώσεις που απορ­ρέουν από το είδος της εισφοράς τους, συνάγεται ότι έχουν υποχρέωση πίστης, ενώ το καταστατικό μπορεί να προβλέπει και πρόσθετες υποχρεώσεις. Υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με συμφωνία μεταξύ των εταίρων, πάντως, θεωρούνται εταιρικές υποχρεώσεις, ενώ σε περιπτώσεις εταιριών εκ των λοιπών εταιρικών τύπων οι υποχρεώσεις αυτές θα θεωρούνταν ως προερχόμενες από εξωεταιρική συμφωνία (βλ. Αλεξανδρίδου, ό.π.). Φαινόμενο που απαντάται συχνά στην περίπτωση της αύξησης κεφα­λαίου ανώνυμης εταιρίας, εγείροντας σχετικούς νομικούς προβληματισμούς, είναι η περίπτωση της προκαταβολής εισφοράς ενόψει επικείμενης αύξησης κεφαλαίου (ή ίδρυσης εταιρίας), οι σχετικές δε με το ανωτέρω φαινό­μενο διατυπωθείσες παρατηρήσεις ισχύουν απαράλλα­κτα και στην περίπτωση της αύξησης κεφαλαίου στην IKE, που στο σημείο αυτό δεν εμφανίζει ουσιώδεις δια­φοροποιήσεις έναντι της ανώνυμης εταιρίας (βλ. σχετι­κώς Ρόκα, ό.π., Λιακόπουλο, Από την αστική στην κεφαλαιουχική εταιρία, 2000, και αναλυτικά Περάκη, Η προκαταβολή κεφαλαίου ανώ­νυμης εταιρίας, ΔΕΕ 2011. 871 επ.). Στην περίπτωση της προκαταβολής κεφαλαίου, η καταβολή λαμβάνει χώρα, πριν να επέλθει ο κανονικός χρόνος καταβολής και υπό την έννοια αυτή δεν πρόκειται για προεξόφληση, σύμ­φωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρ. 324 ΑΚ, αφού η απαίτηση της εταιρίας (για την καταβολή της εισφοράς) δεν τελεί απλώς υπό προθεσμία, όπως συμ­βαίνει στην περίπτωση της διάταξης του άρθρ. 324 ΑΚ, αλλά δεν έχει καν γεννηθεί η απαίτηση, κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται η καταβολή της εισφοράς (βλ. σχετικώς Περάκη, ό.π.). Η κατάθεση χρημάτων στο ταμείο της εταιρίας ενόψει αύξησης κεφαλαίου, άλλωστε, είναι ευεργετική για την εταιρία, αν η τελευταία αντιμετωπίζει πιεστικές οικονομικές ανάγκες, ενώ τυγχά­νει και νόμιμη, όπως ακριβώς και η καταβολή κεφαλαίου, πριν από την ίδρυση της εταιρίας, που δεν αμφισβητεί­ται, πολλώ δε μάλλον που γίνεται δεκτό ότι στο καταστα­τικό δύναται να ορισθεί χρόνος καταβολής προγενέστε­ρος της ίδρυσης, οπότε και η καταβολή γίνεται υπό την αναβλητική αίρεση ότι η εταιρία θα ιδρυθεί (βλ. Περάκη, ό.π.). Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η προ­καταβολή του κεφαλαίου είναι υποχρεωτική, όπως συμ­βαίνει π.χ. στην περίπτωση των ΑΕΠΕΥ (βλ. άρθρ. 10 παρ. 5 του ν. 3606/2007 και ήδη άρθρ. 5 παρ. 7 του ν. 4514/2018), ενώ η καταβολή προηγείται της ίδρυσης και σε περί­πτωση δημόσιας εγγραφής επί ανωνύμων εταιριών. Η πρακτική της προκαταβολής του κεφαλαίου ενόψει αύξη­σης κεφαλαίου, βέβαια, δεν γίνεται ανενδοίαστα δεκτή, αντιθέτως δε, εγείρονται προβληματισμοί ως προς το ζήτημα της εξόφλησης μίας υποχρέωσης, που δεν έχει ακόμη γεννηθεί (με αποτέλεσμα να αξιώνεται κατά μία άποψη η αύξηση κεφαλαίου να έχει τουλάχιστον αποφα­σισθεί), αλλά και ως προς το ότι η προπληρωμή της αύξησης φέρνει την εταιρία προ τετελεσμένων γεγονό­των, αφού προδικάζει την κατανομή των νέων μετοχών (επί ανώνυμης εταιρίας), εξουδετερώνοντας το δικαίωμα προτίμησης (βλ. αναλυτικά Περάκη, ό.π.). Ωστόσο, στις ανωτέρω επιφυλάξεις μπορούν ευχερώς να αντιταχθούν τα ακόλουθα: Στην ανωτέρω περίπτωση πρόκειται κατ ουσίαν για μη αποδοκιμαζόμενη από το αστικό δίκαιο περίπτωση εκπλήρωσης, υπό την αναβλη­τική αίρεση της γένεσης του χρέους (βλ. Λιακόπουλο, ό.π., Λιναρίτη σε ΔικΑΕ, επιμ. Περάκη, υπό το άρθρ. 11, στον αριθ. 8, Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2008, Αυγητίδης σε ΣΕΑΚ, επιμ. Γεωργιάδη, υπό τα άρθρ. 806-809, στον αριθ. 17) και για τον λόγο αυτό δεν είναι αναγκαία για την έγκυρη προκατα­βολή του κεφαλαίου να έχει λάβει ήδη απόφαση η γενική συνέλευση (ή η συνέλευση των εταίρων στην περίπτωση της IKE) για την αύξηση κεφαλαίου ή έστω να έχει συγκληθεί προς τούτο σχετική γενική συνέλευση. Η εκ των πραγμάτων κατάργηση του δικαιώματος προτίμη­σης, άλλωστε, όπως σχετικώς παρατηρείται, δεν αποτε­λεί ενδεχόμενο, που χρήζει ειδικής και αυστηρής αντιμε­τώπισης, αφενός μεν διότι ο προκαταβάλλων το κεφά­λαιο μπορεί να είναι (και συχνά θα είναι) ακριβώς εκεί­νος, που ούτως ή αλλιώς θα έχει το δικαίωμα να αναλά­βει τις νέες μετοχές (ή επί IKE τα νέα εταιρικά μερίδια), αφετέρου δε, διότι στην περίπτωση που το δικαίωμα προτίμησης έχει άλλος, τίποτε δεν εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης από τον δικαιούχο και τη ματαίωση των σχεδίων του καταβαλόντος, ο οποίος προ­καταβάλλοντας φέρει τον σχετικό κίνδυνο, χωρίς να είναι αναγκαίο για την αποτροπή του κινδύνου αυτού, να απο­κλεισθεί η πρώιμη εισροή μετρητών στην εταιρία, τα οποία, συνήθως, θα έχει και άμεση ανάγκη. Η προκατα­βολή του κεφαλαίου, εξάλλου, αποτελεί κατά κανόνα στρατηγικό σχεδιασμό της εταιρίας, με αποτέλεσμα να παρίσταται ως αντιφατική και πιθανώς καταχρηστική, η συμπεριφορά εκείνου του μετόχου/εταίρου, που ενώ προκατέβαλε το ποσό που αντιστοιχεί στην αύξηση, στη συνέχεια δεν ασκεί το δικαίωμα προτίμησης. Οι αυτές παρατηρήσεις ισχύουν και για την περίπτωση της άσκη­σης του δικαιώματος από μέτοχο/εταίρο, που συγκατατέ­θηκε στην προκαταβολή του κεφαλαίου από τρίτο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, άλλωστε, το απολύτως αναμενό­μενο είναι η σύγκληση της γενικής συνέλευσης (ή της συνέλευσης των εταίρων), προκειμένου να ληφθεί από­φαση για τον αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης (βλ. αναλυτικά Περάκη, ό.π.). Ρητή ένδειξη στο νόμο για τη νομιμότητα της προκαταβολής εισφοράς, ενόψει επικείμενης αύξησης κεφαλαίου, υφίσταται και στο άρθρ. 11 παρ. 6 του κ.ν. 2190/1920, όπου και επιβάλλεται η πραγματοποίηση σε «ειδικό λογαριασμό» καταθέσεων «... μετόχων με προορισμό την μελλοντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου...» (πρβλ. για έτερες σχετικές ενδεί­ξεις στους φορολογικούς νόμους Περάκη, ό.π.). Στην ανωτέρω περίπτωση, η αιτία της προκαταβολής της εισφοράς εντοπίζεται στην καταβολή του κεφαλαίου (ΑΚ 416) και δεν αποτελεί (κατ ανάγκη) δάνειο ή πίστωση προς την εταιρία. Στο μεν δάνειο, άλλωστε, υφίσταται συμβατική υποχρέωση του οφειλέτη να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και αξίας, ενώ επί προκα­ταβολής δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση και μπορεί απλώς να δημιουργηθεί υποχρέωση προς απόδοση/επι­στροφή του ληφθέντος από τον λήπτη της παροχής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. κατω­τέρω αναλυτικά). Τα ποσά, συνεπώς, που καταβάλλονται ως προκαταβολή εισφοράς ενόψει επικείμενης αύξησης κεφαλαίου, χωρίς ειδικότερη πρόβλεψη αναφορικά με την ανωτέρω καταβολή, καταβάλλονται causa solvendi και καταλογίζονται κατ αρχάς ως εισφορά στην εταιρία, υπό την αναβλητική απλώς αίρεση της πραγματοποίη­σης της αύξησης του κεφαλαίου (βλ. Περάκη, ό.π.). Για το λόγο, άλλωστε, αυτό αποτελούν λογιστικώς και τμήμα των ιδίων και όχι των ξένων κεφαλαίων στο παθητικό. Ο καταβαλών, που μετέχει εν συνεχεία στην αύξηση κεφαλαίου και εξοφλεί με τα χρήματα αυτά τις μετοχές/εταιρικά μερίδια που ανέλαβε, ούτε πρόθεση ούτε νομική δυνατότητα έχει να ανακτήσει τα καταβληθέ­ντα, πριν χρησιμοποιηθούν για το λόγο αυτό. Σε περί­πτωση, εξάλλου, που η αύξηση κεφαλαίου τελικώς μαται­ωθεί ή και δεν αποφασισθεί καν (όπως και στην περί­πτωση που η γενόμενη προκαταβολή αναλώθηκε και δεν μπορεί πλέον να χρησιμεύσει ως καταβολή του νέου κεφαλαίου), ο καταβαλών δικαιούται να αναλάβει τα προκαταβληθέντα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα για μη επακολουθήσασα αιτία (βλ. έτσι Περάκη, ό.π., Αντωνόπουλο, Δίκαιο ΑΕ και ΕΠΕ, 2009). Ήδη από τις διατάξεις των άρθρ. 201 και 904 ΑΚ, άλλωστε, συνάγεται ότι, αν με όρο κάποιας δικαιοπραξίας τα αποτελέσματα αυτής εξαρτή­θηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, ο μεν όρος αποκαλείται αναβλητική αίρεση, τα δε αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται μόλις πληρωθεί η αίρεση, δηλαδή μόλις επέλθει το ως άνω γεγονός, σε περίπτωση δε που, ηρτημένης της αιρέσεως, παροχή προβλεπόμενη από τη σχετική δικαιοπραξία καταβληθεί, η αίρεση, όμως, εν συνεχεία ματαιωθεί, ήτοι δεν συμβεί το ως άνω γεγονός, η δικαιοπραξία θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και η προαναφερόμενη παροχή αναζητείται ως ωφέλεια αδι­καιολογήτου πλουτισμού, ήτοι πλουτισμού που έχει επέλθει χωρίς νόμιμη αιτία και επελθόντος για αιτία μη επακολουθήσασα (ΑΠ 345/2004 ΤΝΠ-Νόμος, Εφ.Θεσ. 2743/2009 Αρμ 2010. 504, Εφ.Αθ. 3544/2006 ΔΕΕ 2007. 934, ΠΠρΑθ 1426/2013 ΤΝΠ-Νόμος, Φλάμπουρας σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Τ. I, υπό το άρθρ. 202, στον αρ. περ. 29, Βαρελά σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργι­άδη, υπό το άρθρ. 402, στον αρ. περ. 8, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, α έκδ.). Στην περίπτωση, συνεπώς, προκαταβολής χρηματικού ποσού ενόψει σχεδιαζόμενης αύξησης κεφαλαίου, η οποία εν συνεχεία ματαιώνεται ή δεν αποφασίζεται καν, ο καταβαλών δικαιούται να αναζητήσει τα καταβληθέντα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, μετά τη ματαίωση της σχετικής νομικής αιρέσεως (βλ. Περάκη, ό.π.). Όπως, όμως, ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, οι εισφορές δεν είναι αναγκαίο να είναι χρηματικές, αφού αρκεί και η εισφορά εις είδος χρηματικώς αποτιμητών πραγμάτων. Στην περίπτωση που η εισφορά σε είδος συνίσταται στη μεταβίβαση της κυριότητας επί ενός ενσώματου αντικειμένου ή στη μεταβίβαση μίας ενοχικής απαίτησης σε βάρος τρίτου, προκαταβολή της εν λόγω εισφοράς ενόψει της επικείμενης ή σχεδιαζόμενης αύξη­σης κεφαλαίου, θα σημαίνει κατά νομική αναγκαιότητα τη μεταβίβαση της κυριότητας του αντικειμένου ή την εκχώρηση της τυχόν ενοχικής απαίτησης προς την εται­ρία, πριν καν η αύξηση κεφαλαίου αποφασισθεί ή ολο­κληρωθεί. Τα σχετικά με την προκαταβολή ζητήματα καθίστανται ευχερέστερα κατανοητά εν συγκρίσει προς την καταβολή και τα έννομα αποτελέσματα αυτής. Η κατ άρθρο 416 ΑΚ καταβολή αποτελεί τον φυσιολογικό τρόπο απόσβεσης της ενοχής, αφού αποτελεί την προσήκουσα και σύμφωνη με τον νόμο και τη δικαιοπραξία εκπλή­ρωση της ενοχής. Υπό την έννοια αυτή η καταβολή είναι ταυτόσημη της εκπλήρωσης, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 288, 316-317, 323-325, 334- 339 και 477 ΑΚ. Όταν η ενοχή είναι χρηματική, άλλωστε, η καταβολή ταυτίζεται με την πληρωμή, όπως εμφαίνεται στις περιπτώσεις των άρθρ. 513, 703, 291-292 ΑΚ κ.ο.κ. Ο τρόπος καταβολής εξαρτάται από το είδος της οφειλόμε­νης παροχής και ως εκ τούτου η καταβολή μπορεί να επέλθει με υλική πράξη (π.χ. επιδιόρθωση βλάβης), με παράλειψη (π.χ. παράλειψη πράξης ανταγωνισμού) ή με δικαιοπραξία (π.χ. με μεταβίβαση της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος - βλ. αναλυτικά ως προς τούτο Μπεχλιβάνη σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, υπό το άρθρ. 416, στους αρ. περ. 4, 5 και 9). Κατά την κρατούσα στη νομολογία και θεωρία άποψη, βέβαια, η καταβολή αποτελεί υλική πράξη (ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 113/2012, ΑΠ 907/2005 ΕλλΔνη 2005. 1115, Μπεχλιβάνης, ό.π., υπό το άρθρ. 416, στον αρ. περ. 8), ήτοι πραγματικό γεγονός, και όχι δικαιοπραξία, τούτο, όμως, δεν είναι ασύμβατο με τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν για την περίπτωση που η καταβολή γίνεται με δικαιοπραξία (π.χ. με την εμπράγματη σύμβαση της μεταβίβασης της κυριότητας κατά τη διάταξη του άρθρ. 1033 ΑΚ), αφού στην περίπτωση αυτή η σχετική δικαιοπραξία per se δεν αποτελεί καταβολή ούτε έχει ως αιτία την καταβολή, αλλά είναι απλώς μέρος της όλης πράξης παροχής (βλ. έτσι Μπεχλιβάνη, ό.π., υπό το άρθρ. 416, στον αρ. περ. 9). Το γεγονός π.χ. ότι σε περίπτωση έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας, εμποδίζεται τελικώς η ύπαρξη της καταβολής (π.χ. επειδή το πρόσωπο έχει τεθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση), δεν σημαίνει ότι η καταβολή ως τέτοια προϋποθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά οφείλεται στο ότι δεν είναι δυνατή η έγκυρη κατάρτιση της δικαιοπραξίας, στην οποία συνίσταται η οφειλόμενη παροχή (βλ. σχετικώς Μπεχλιβάνη, ό.π., στον αρ. περ. 9). Τα προεκτεθέντα δεν παραλλάσσουν ουσιωδώς στην περίπτωση της προκαταβολής. Η προκαταβολή αποτελεί απλώς καταβολή, που τελεί υπό την αίρεση μελ­λοντικής οφειλής, ήτοι δίδεται για την εξόφληση των απαιτήσεων, που θα δημιουργηθούν από την κύρια ενοχή στο μέλλον (βλ. Βαρελά σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωρ­γιάδη, υπό το άρθρ. 402, στον αρ. περ. 8). Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι πρόκειται εν προκειμένω για νομική αίρεση (βλ. έτσι Βαρελά, ό.π., Απ. Γεωρ­γιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, α έκδ.). Οι νομικές αιρέσεις ή αιρέσεις δικαίου αποτελούν καταχρη­στικές αιρέσεις, που αντιδιαστέλλονται προς τις γνήσιες και στις οποίες οι κανόνες περί αιρέσεων του ΑΚ δεν εφαρμόζονται στο σύνολο τους (ΑΠ 492/1992 ΕλλΔνη 1995. 1109, ΑΠ 2016/1990 ΕλλΔνη 1992. 140, Εφ.Αθ. 2439/2001 ΕΔΠ 2002. 269, Εφ.Αθ. 5.700/2000 ΕΔΠολ 2001. 357, Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, γ έκδ., στου αρ. περ. 5 επ., Φλάμπουρας σε ΣΕΑΚ, υπό τις εισαγωγικές παρατηρήσεις σε άρθρ. 201-210, στους αρ. περ. 7 επ.). Οι νομικές αιρέσεις (ή αιρέσεις δικαίου) αναφέρονται σε γεγονός, που αποτελεί το κατά τον νόμο απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 624/2008, ΑΠ 604/2005). Τούτο συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση που ο πωλητής πωλεί ένα πράγμα στον αγοραστή υπό την «αίρεση» ότι θα συμφωνηθεί τίμημα. Στην περίπτωση αυτή το τίμημα ανήκει στα essentialia negotii της σύμβασης της πώλη­σης και αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την τελείωση αυτής, με αποτέλεσμα η αίρεση να μην αποτελεί γνήσια αίρεση, έχουσα το περιεχόμενο που προσδίδεται από τις διατάξεις των άρθρ. 201 επ. ΑΚ (βλ. Απ. Γεωργιάδη, ό.π., και Φλάμπουρα, ό.π.). Αντίστοιχα, στην περίπτωση της προκαταβολής, η γέννηση της ενοχής, στο πλαίσιο της οποίας δημιουργείται η οικεία απαί­τηση, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, προκειμένου να κατα­στεί δυνατό η προκαταβολή να επιτελέσει τον προβλεφθέντα σκοπό της, ήτοι την εξόφληση της μέλλουσας οφειλής. Όπως, εξάλλου, απόσβεση χρηματικής απαίτη­σης με καταβολή χρημάτων σημαίνει τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων στον δανειστή (ΑΠ 301/2007 ΧρΙΔ 2007. 696, Μπεχλιβάνης σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωρ­γιάδη, υπό το άρθρ. 416, στου αρ. περ. 18), έτσι και η απόσβεση απαίτησης για τη μεταβίβαση ενός αντικειμένου προϋποθέτει τη σύναψη της σχετικής εκποιητικής δικαιοπραξίας και την ολοκλήρωση των αναγκαίων ενερ­γειών για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης (π.χ. επί κινητών την παράδοση της νομής τους). Αντίστοιχες, μάλιστα, παρατηρήσεις ισχύουν και για την περίπτωση της προκαταβολής, όπου και πάλι η μόνη διαφοροποίηση είναι η σχετική νομική αίρεση, ήτοι η σύναψη της μελλοντικής σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας θα γεν­νηθεί η υποχρέωση του οφειλέτη προς παροχή. Η μεταβί­βαση της κυριότητας των χρημάτων (επί χρηματικής ενο­χής) ή η μεταβίβαση της κυριότητας ενός κινητού αντικει­μένου ή ενός ενοχικού δικαιώματος (σε περιπτώσεις μη χρηματικών ενοχών) στο πλαίσιο προκαταβολής, εξηγεί και το γιατί η μη δημιουργία της κύριας ενοχής οδηγεί στη δημιουργία αξίωσης προς επιστροφή των καταβλη­θέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτι­σμού. Η κυριότητα των μεταβιβασθέντων ανήκει στον προς ον η μεταβίβαση (των χρημάτων ή του αντικειμέ­νου). Η μεταβίβαση αυτή δεν έχει καν ως νόμιμη αιτία της την καταβολή, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά απλώς αποτε­λεί μέρος της όλης πράξης της παροχής. Για τον λόγο αυτό και γίνεται δεκτό ότι επί προκαταβολής τιμήματος στο πλαίσιο σύμβασης, η σύναψη της οποίας ματαιώνε­ται, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μη επακολου­θήσασας αιτίας, που θεμελιώνει αξίωση προς επιστροφή των προκαταβληθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιο­λογήτου πλουτισμού (βλ. σχετικώς Βαλτούδη σε ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Τ. I, υπό το άρθρ. 904, στους αρ. περ. 76-77).

Περαιτέρω, η μεταβίβαση ολόκληρης ενοχικής σχέ­σης ως συνόλου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με μία νομική πράξη δεν προβλέπεται στον αστικό κώδικα και το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επέλθει με συνδυασμένες νομικές πράξεις, προκειμένου η όλη σχέση να μεταβιβάζεται τόσο κατά την ενεργητική της πλευρά (δικαιώ­ματα), όσο και κατά την παθητική (υποχρεώσεις), ήτοι με εκχώρηση ή αναδοχή χρέους αντιστοίχως (βλ. αντί άλλων Παπαδάκη, Αγωγές απόδοσης μισθίου, γ έκδ., Τ. I, στους αρ. περ. 1363 επ.). Ο μεταβιβά­ζων αποκόπτεται από τον ενοχικό δεσμό και στη θέση του υπεισέρχεται εκείνος που τον αποκτά. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση μεταβίβασης της μισθωτι­κής σχέσης ως συνόλου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η μεταβίβαση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με κοινή συμφωνία όλων των συμβαλλομένων στη σύμβαση μίσθωσης μερών και του τρίτου ή με σύμβαση του ενός από τους συμβαλλομένους σε αυτή και του τρίτου, εφό­σον συναινεί και ο έτερος συμβαλλόμενος στη σύμβαση μίσθωσης (μισθωτής ή εκμισθωτής αντιστοίχως - (ΑΠ 409/2016, ΑΠ 499/2015, ΑΠ 1764/2012, ΑΠ 561/2010, Παπαδάκης, ό.π., στους αρ. περ. 1364-1365, σ. 417). Η συναίνεση αυτή, μάλιστα, μπορεί να δοθεί και προκατα­βολικά, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στη μισθωτική σύμβαση, στην οποία μπορεί επιπλέον να προβλέπονται και οι όροι και εν γένει προϋποθέσεις, με τη συνδρομή των οποίων θα είναι δυνατή η μεταβίβαση της μισθωτι­κής σχέσης (βλ. Παπαδάκη, ό.π., στον αρ. περ. 1365). Η μεταβιβαζόμενη σχέση δεν είναι νέα, αλλά συνέ­χεια της παλαιάς και, συνεπώς, η μίσθωση δεν θεωρεί­ται νέα ούτε αλλάζει ταυτότητα, ισχύουν δε όσα είχαν αρχικώς συμφωνηθεί. Η μεταβιβαστική σύμβαση μπορεί να είναι και άτυπη, ενώ ιδιαίτερη αναγγελία ή ανακοί­νωση της μεταβίβασης δεν απαιτείται, αφού η συναίνεση έχει δοθεί για τη μεταβίβαση αυτή συγχρόνως ή διαδο­χικώς, οπότε και υφίσταται γνώση της μεταβίβασης (βλ. Παπαδάκη, ό.π., στον αρ. περ. 1367). Το μισθω­τικό δικαίωμα επί λατομείου αποτελεί χρηματικά αποτιμητό δικαίωμα (πρβλ. και υπ αριθμ. 32/2017 γνμδ. ΝΣΚ ΤΝΠ-Νόμος ως προς το ότι η μίσθωση λατομείου συνιστά μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος), η μετα­βίβαση δε της μισθωτικής σχέσης λόγω μεταβίβασης του ως άνω δικαιώματος στις περιπτώσεις που αυτή επιτρέ­πεται (βλ. κατωτέρω), επιφέρει μεταβολή στο πρόσωπο του μισθωτή και απαιτεί για τους λόγους που προεκτέθηκαν συμφωνία του παλαιού, του νέου μισθωτή και του εκμισθωτή, άλλως συμφωνία μεταξύ νέου και παλαιού μισθωτή, με τη συναίνεση του εκμισθωτή (βλ. και ΟλΝΣΚ 459/2002 γνμδ., δημ. στον ιστότοπο www.nsk.gr, πρβλ., ωστόσο, και ΑΠ 667/2008 ως προς το ότι, πέραν της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, δυνατή είναι και μόνη η συμφωνία παραχώρησης της χρήσης του μισθω­τικού δικαιώματος εκμετάλλευσης του λατομείου, χωρίς μεταβίβαση και του συνόλου της μισθωτικής σχέσης). Το εν λόγω δικαίωμα είναι δυνατό, ενόψει των ανωτέρω, να εισφερθεί και σε εταιρία (βλ. σχετικώς και Τάχο, Δημό­σιο λατομείο - Εισφορά μισθωτικού δικαιώματος σε ΑΕ υπό σύσταση - Επιβολή όρου για την ενδεχόμενη τροπο­ποίηση της μετοχικής σύνθεσης της ΑΕ, γνμδ., σε ΔΕΕ 2008. 542 επ.), μεταξύ των οποίων και σε IKE. Πρόκει­ται στην περίπτωση αυτή για εισφορά σε είδος, αναφο­ρικά με την οποία ισχύουν όσα προεκτέθηκαν για την εν λόγω μορφή εισφοράς. Στην περίπτωση εισφοράς του μισθωτικού δικαιώματος ενός εταίρου επί λατομείου σε IKE, θα πρόκειται για κεφαλαιακή εισφορά, που προϋ­ποθέτει αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά τα προεκτεθέντα. Η απόφαση της αύξησης του μετοχικού κεφα­λαίου και η εν συνεχεία βάσει αυτής συμφωνία μεταξύ της εταιρίας και του εταίρου για εισφορά του μισθωτικού δικαιώματος από τον τελευταίο στην εταιρία δημιουργεί την υποχρέωση προς παροχή του συγκεκριμένου εταί­ρου. Ενόψει του περιεχομένου της ανωτέρω υποχρέω­σης προς παροχή, που δεν αποτελεί προδήλως χρημα­τική παροχή, η απόσβεση της υποχρέωσης του εταίρου με καταβολή, ήτοι η εκπλήρωση της βαρύνουσας τον τελευταίο υποχρέωσης διέρχεται από την κατάρτιση σύμβασης μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, που υλοποιείται με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδο­χής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αντιστοίχως, σύμ­φωνα με τα προεκτεθέντα. Η υλική πράξη της «καταβολής» υλοποιείται, δηλαδή, με τη σύναψη των αναγκαίων δικαιοπραξιών, που αποτελούν μέρος της όλης πράξης παροχής. Η εν λόγω καταβολή, όπως και κάθε καταβολή, είναι δυνατό να αποτελέσει και περιεχόμενο προκαταβο­λής, ήτοι να πραγματοποιηθεί, πριν καν γεννηθεί η υπο­χρέωση προς παροχή και συγκεκριμένα υπό τη νομική αίρεση της σύναψης της σύμβασης, που θα δημιουργεί την υποχρέωση προς παροχή. Όπως, συνεπώς, στην περίπτωση της καταβολής, έτσι και στην περίπτωση της προκαταβολής, η μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιω­μάτων (και υποχρεώσεων) ενός μισθωτή από μισθω­τική σύμβαση, δύναται να λάβει χώρα υπό τη νομική αίρεση της γέννησης της σχετικής υποχρέωσης, ήτοι για την περίπτωση που θα ληφθεί η απόφαση της αύξησης κεφαλαίου, θα αποφασισθεί η εισφορά σε είδος και θα αναληφθεί από μέρους του εταίρου η υποχρέωση προς καταβολή της εισφοράς, έναντι ανάληψης νέων εταιρι­κών μεριδίων. Αν η αύξηση του κεφαλαίου ματαιωθεί και ουδεμία εκ των ως άνω αποφάσεων εν τέλει ληφθεί ή οι τυχόν ληφθείσες αποφάσεις πάσχουν ακυρότητας, τότε, η προκαταβληθείσα παροχή, ήτοι η μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων στην εταιρία θα συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό της νέας μισθώτριας, ήτοι της εταιρίας, και δη λόγω μη επακολουθήσασας αιτίας, η δε επιστροφή του πλουτισμού, θα προϋποθέτει κατ αρχάς την επαναμεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων στον αρχικό μισθωτή, δυναμένης της νέας μισθώτριας να καταδικασθεί και σε σχετική δήλωση βούλησης, σε περί­πτωση άρνησής της να επιστρέψει τον πλουτισμό. Αντι­θέτως, αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης των μισθωτικών δικαιωμάτων λόγω μη λήψης και υλοποίη­σης της απόφασης αύξησης του κεφαλαίου με εισφορά σε είδος δεν έχει έρεισμα στο νόμο, αφού η λήψη από­φασης αύξησης και η ανάληψη της σχετικής υποχρέω­σης δεν συνιστούν όρους του κύρους της μεταβιβαστι­κής δικαιοπραξίας, στη δε περίπτωση προκαταβολής και ματαίωσης της σχετικής νομικής αίρεσης, η παροχή ανα­ζητείται απλώς με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλου­τισμού κατά τα προεκτεθέντα. Η απόφαση αύξησης του κεφαλαίου, εξάλλου, ανήκει μόνο στην εταιρία, αποφασί­ζεται αποκλειστικώς από τα αρμόδια όργανα αυτής και δεν είναι δυνατό να της επιβληθεί ετερόνομα και πατερ­ναλιστικά από το δικαστήριο, που στερείται τέτοιας εξου­σίας επέμβασης στην εσωτερική εταιρική τάξη (πρβλ. και Ρόκα, ό.π., για τα ζητήματα συμβατότητας με το άρθρ. 5 του Συντ. που εγείρονται σε περιπτώσεις αναγκα­στικής αύξησης κεφαλαίου).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν. 669/1977, ως ίσχυε πριν την κατάργηση της από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 69 του ν. 4512/2018 (ΦΕΚ 5 Α/17.1.2018) «1. Το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως των λατο­μικών εν γένει ορυκτών ανήκει εις τον ιδιοκτήτην του εδά­φους, εις το οποίον ευρίσκονται ταύτα, ή εις εκείνον προς τον οποίον παρεχώρησεν ούτος το δικαίωμά του. 2. Η καθ οιονδήποτε τρόπον παραχώρησις υπό του ιδιοκτή­του παντός δικαιώματος του αποδεικνύεται μόνον δια συμβολαιογραφικού εγγράφου». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 18 του ιδίου ως άνω νόμου 669/1977, εξάλλου, ως ίσχυε πριν την κατάργησή της από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 69 του ν. 4512/2018: «1. Συμβάσεις μισθώσεως ή εισφοράς του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως λατομείων οιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών, επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 28 και 29 του ν.δ/τος 4029/59 «περί αργούντων μεταλλείων κ.λπ.» καταρτίζονται, επί ποινή ακυρότητος, διά συμβολαιογραφικού εγγράφου και συνομολογούνται διά μίαν τριετίαν δυνάμενοι να παρατείνωνται μονομερώς, υπό του μισθωτού ή υπό του προς ον ο ιδιοκτήτης του εδάφους ή ο μισθωτής εισέφερε το δικαίωμά του, ανά τριετίαν και μέχρι συμπληρώσεως μιας δεκαπενταετίας. 2. Από της ισχύος του παρόντος Νόμου απαγορεύεται πάσα υπομίσθωσις του δικαιώμα­τος, περί ου η προηγουμένη παράγραφος. Επιτρέπεται η εισφορά του ως άνω δικαιώματος εις υφισταμένην ή εις συσταθησομένην Εταιρείαν. 3. Στις περιπτώσεις μίσθω­σης ή εισφοράς του δικαιώματος εκμετάλλευσης βιο­μηχανικών ορυκτών ή μαρμάρων, η δεκαπενταετία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να παραταθεί με μονομερή δήλωση, που γίνε­ται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, του μισθωτή ή εκεί­νου, προς τον οποίο έχει γίνει η εισφορά του δικαιώμα­τος εκμετάλλευσης, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες της σύμβασης που παρατείνεται, μέχρι να συμπληρω­θούν σαράντα (40) έτη από τη συνομολόγηση της αρχι­κής σύμβασης, εφόσον: α) Υπάρχει σε ισχύ απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. β) Δεν συντρέχουν οι απαγορευτικοί λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 του ν. 1428/1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2115/1993 και έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις έγκρισης τεχνικής μελέτης, περιβαλλοντικών όρων και επέμβασης σε δασικές εκτάσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 1428/1984, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του ν. 2115/1993. γ) Οι εκμεταλλευτές έκαναν επενδύσεις και πέτυχαν παραγωγή και πωλήσεις ανάλογες προς τη σπουδαιότητα του λατομείου. Για τη συνδρομή των ανω­τέρω προϋποθέσεων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου, η οποία επισυνάπτεται στη μονομερή δήλωση παρατάσεως. Κατά τη διαδικασία που προηγεί­ται της έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης καλείται να διατυπώσει τις απόψεις του και ο ιδιοκτήτης του λατο­μείου. Η παράταση της σύμβασης γίνεται δυο φορές με τις ίδιες προϋποθέσεις και διαδικασία, την πρώτη φορά κατά δεκαπέντε (15) έτη και τη δεύτερη φορά κατά το χρονικό διάστημα που υπολείπεται μέχρι να συμπληρω­θούν σαράντα (40) έτη από τη συνομολόγηση της αρχι­κής σύμβασης. Συμβάσεις οι οποίες έχουν ήδη παρα­ταθεί και ισχύουν, μπορούν να παραταθούν μια φορά ακόμη για το χρονικό διάστημα που υπολείπεται μέχρι να συμπληρωθούν σαράντα (40) έτη από τη συνομολό­γηση της αρχικής σύμβασης...». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η παρα­χώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης λατομείου γίνε­ται περιοριστικά είτε με μίσθωση, είτε με εισφορά του δικαιώματος σε εταιρία (βλ. και το κατ εξουσιοδότηση του άρθρ., 22 του ν. 669/1977 εκδοθέν, υπ αριθ. 285/1979 π.δ/γμα 9, «Περί εκμισθώσεως δημοσίων λατομείων βιο­μηχανικών ορυκτών και μαρμάρων»). Στην περίπτωση μίσθωσης απαγορεύεται ο μισθωτής να υπομισθώσει το δικαίωμα αυτό, το μόνο δε που του επιτρέπει ο νομοθέ­της είναι η εισφορά σε εταιρία. Από το πνεύμα της διάτα­ξης και τον εν γένει σκοπό του νόμου, κατά διασταλτική ερμηνεία, συνάγεται ότι η απαγόρευση υπομίσθωσης καταλαμβάνει και οιαδήποτε άλλη περίπτωση παραχώ­ρησης της χρήσης του μισθίου λατομείου δυνάμει οιασ­δήποτε έννομης σχέσης, πλην της εισφοράς σε εταιρία, η οποία επιτρέπεται. Όπως αναφέρεται σχετικώς στην αιτιολογική έκθεση του ν. 669/1977, η ρύθμιση υπαγο­ρεύθηκε «...ίνα μη υπεισέρχονται εις την αξιοποίησιν των λατομείων πρόσωπα ξένα προς τη λατομείαν...». Η πρόβλεψη της δυνατότητας εισφοράς του δικαιώματος σε εταιρία, είχε ως σκοπό την ευχερέστερη και επωφελέ­στερη για την εθνική οικονομία εκμετάλλευση των λατο­μείων από εταιρίες και θεσπίστηκε με την αντίληψη ότι με την εισφορά σε εταιρία δεν αποξενώνεται από την εκμετάλλευση του λατομείου ο μισθωτής του (βλ. σχετικώς και γνμδ. ΝΣΚ 337/2000, δημοσιευμένη στον ιστότοπο www.nsk.gr, κατά την οποία επί αποχώρησης του εταί­ρου - αρχικού μισθωτή από την εταιρία, είναι νόμιμη η ανάληψη της εισφοράς του με εφαρμογή των κανόνων του εταιρικού δικαίου και η επ ονόματι του συνέχιση της σύμβασης μίσθωσης, πρβλ., ωστόσο, και ευκρινέστερα ΟλΝΣΚ 459/2002 γνμδ., δημ. στον ιστότοπο www.nsk. gr, ως προς το ότι σε περίπτωση αποχώρησης από εται­ρία εταίρου, ο οποίος έχει εισφέρει σε αυτήν τα μισθω­τικά του δικαιώματα εκμετάλλευσης λατομείου, αναλαμ­βάνονται από αυτόν τα δικαιώματά του αυτά και συνε­χίζεται επ ονόματι του η αρχική μίσθωση, μόνον όταν αυτό προβλέπεται από το εταιρικό δίκαιο και τις συμβα­τές με αυτό τυχόν συμφωνίες των εταίρων - βλ. εν γένει για τη μίσθωση λατομείου ΑΠ 799/2004, ΑΠ 745/1995 ΕΕΝ 1996. 638, ΑΠ 912/1989 ΕΕΝ 1990. 276, Εφ.Λαρ. 865/2000 Δικογραφία 2001. 39, ΠΠρΒολ 55/1991 ΑρχΝ 1991. 473).

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει του από 12.9.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού ιδρύθηκε νόμιμα η πρώτη των εναγομένων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «... ΙΚΕ» μεταξύ του ιδίου του ενάγοντος αφενός και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων αφετέρου, ότι ως σκοπός της εταιρίας συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η εξό­ρυξη και εμπορία πετρωμάτων και αδρανών υλικών, η διενέργεια εκσκαφικών και χωματουργικών εργασιών και η ανέγερση οικοδομών, ότι η διάρκεια της εταιρίας συμφωνήθηκε δωδεκαετής και το κεφάλαιο αυτής ορί­σθηκε στο ποσό των 93.800,00 ευρώ, ότι ο συνολικός αριθμός των εταιρικών μεριδίων ορίσθηκε σε 10.000, ονομαστικής αξίας εκάστου 140 ευρώ, ότι οι κεφαλαιακές εισφορές ανήλθαν στο ποσό των 93.8000 ευρώ, καλυφθείσες με μετρητά από τους δεύτερο έως πέμπτο των εναγομένων, εκ των οποίων ο δεύτερος έλαβε 2.000 εται­ρικά μερίδια, ο τρίτος 1.400 εταιρικά μερίδια, ο τέταρτος 1.700 εταιρικά μερίδια και ο πέμπτος 1.600 εταιρικά μερίδια, ήτοι συνολικά 6.700 εταιρικά μερίδια, ότι πλέον των κεφαλαιακών εισφορών των ως άνω εναγομένων ο ενάγων εισέφερε ως εξωκεφαλαιακή εισφορά την υπο­χρέωση παροχής εργασίας στην εταιρία ως χειριστής μηχανήματος για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την ίδρυσή της, αποτιμηθείσα από τους εταίρους στο ποσό των 46.200,00 ευρώ, έναντι του οποίου ο ενάγων έλαβε 3.300,00 εταιρικά μερίδια της ανωτέρω ονομαστι­κής αξίας, ότι στο άρθρ. 6 του καταστατικού επαναλήφθηκε η πρόβλεψη του νόμου περί τη δυνατότητα αύξη­σης του κεφαλαίου της εταιρίας με ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των εταιρικών μεριδίων και δη με καταβολή εισφορών σε χρήμα και σε είδος και με καθιέρωση δικαιώματος προτίμησης μόνο στις περιπτώσεις εισφο­ρών σε χρήμα και όχι σε είδος, ότι διαχειριστές και νόμι­μοι εκπρόσωποι της εταιρίας ορίστηκαν για δύο έτη από τη σύστασή της οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, Σ.Γ. και Δ.Μ. αντιστοίχως, ότι στις 7.11.2013, δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαιογραφικού εγγράφου, ο ίδιος ο ενάγων συνεβλήθη με την πρώτη των εναγομένων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, προ­βαίνοντας σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία σε «εισφορά σε είδος» προς την εταιρία, ότι συγκεκριμένα εισέφερε το σύνολο των μισθωτικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του αναφερόμενου στην αγωγή λατομείου σχιστόλιθου, που ο ενάγων διέ­θετε ως μισθωτής, προς την εταιρία, ότι τα ανωτέρω δικαιώματα είχε αποκτήσει δυνάμει της αναφερόμενης στην αγωγή και καταρτισθείσας με το ομοίως αναφερό­μενο στην αγωγή συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβα­σης μίσθωσης, που είχε αρχικώς συναφθεί μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του Φ. Κ. αφενός και του ελληνικού Δημοσίου αφετέρου με διάρκεια τριών ετών, ότι στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης είχε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος από τον Νομάρχη Καβάλας και η δεκαπενταετούς διάρκειας άδεια εκμετάλλευσης λατομείου σχιστολιθικών πλακών, ότι η εν λόγω σύμβαση μίσθωσης παρα­τάθηκε για μία ακόμα τριετία ως τις 9.6.2015 δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαιογραφικού εγγρά­φου, δυνάμενη να παραταθεί έτι περαιτέρω ως τη συμπλήρωση τεσσαρακονταετίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ότι το μίσθωμα συμφωνήθηκε το μεν ως πάγιο και ανερχόμενο στο ποσό των 72 ευρώ ανά στρέμμα ή κλάσμα αυτού ετησίως, το δε ως αναλογικό και ανερχόμενο σε ποσοστό 7% επί της τιμής πώλη­σης (σε μεταφορικό μέσο) του εξορυσσόμενου υλικού του σχιστόλιθου και στο ίδιο ποσοστό αναφορικά με τα ακατέργαστα υποπροϊόντα και τα απορρίμματά τους, ότι ακολούθως η σύζυγος του παραιτήθηκε νομίμως των μισθωτικών της δικαιωμάτων και μόνος μισθωτής παρέ­μεινε ο ίδιος ο ενάγων, ότι η εισφορά των μισθωτικών δικαιωμάτων του ενάγοντος επί του ενδίκου λατομείου στην πρώτη των εναγομένων εγκρίθηκε και επετράπη από τη Διοίκηση δυνάμει της αναφερόμενης στην αγωγή απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, ότι επιπλέον υφίσταντο και εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι μέχρι τις 31.12.2013, ότι στο συμβόλαιο μεταβίβασης η αξία των εισφερθέντων δικαιωμάτων εκτιμήθηκε στο ποσό των 7.412 ευρώ, που, όμως, αφορούσε στην πραγματικότητα μόνο το ποσό των παγίων και όχι και των αναλογικά υπολογιζομένων μισθωμάτων και δη για δύο μόνο έτη, αφού η αληθής τους αξία ανέρχεται σε 447.012,80 ευρώ κατά τα εκτιθέμενα, ότι η εκμετάλλευση από την εταιρία του λατομείου στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης, δυνάμει των εισφερθέντων σε αυτή μισθωτικών δικαιω­μάτων, θα διαρκούσε πολύ περισσότερο, εξαρτώμενη από την άσκηση του χορηγούμενου από τον νόμο στο μισθωτή δικαιώματος μονομερούς παράτασης της σύμ­βασης ανά τριετία και για δεκαπέντε έτη, υπό προϋποθέ­σεις δε για σαράντα έτη, ότι εν προκειμένω πρόκειτο περί κεφαλαιακής εισφοράς εις είδος ενόψει επικείμενης αύξησης κεφαλαίου, ότι με την εισφορά των μισθωτικών δικαιωμάτων αυξήθηκε αυτόματα το εταιρικό κεφάλαιο, ότι εν προκειμένω δεν ελήφθη απόφαση περί την αύξηση του κεφαλαίου με καταβολή εισφοράς εις είδος, παρότι τούτο ενέπιπτε στις αρμοδιότητες της συνέλευσης των εταίρων της πρώτης των εναγομένων εταιρίας, ότι δεν έλαβε χώρα αποτίμηση της αξίας της κεφαλαιακής εις είδος εισφοράς από την Επιτροπή του άρθρ. 9 του κ.ν. 2190/1920, παρότι η αξία των εισφερθέντων μισθωτικών δικαιωμάτων υπερέβαινε το ποσό των 5.000 ευρώ, ότι ενόψει των ανωτέρω η εισφορά σε είδος και η αντίστοιχη αύξηση κεφαλαίου τυγχάνουν άκυρες, ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων δεν επέφερε αύξηση κεφαλαίου, η μεταβί­βαση των μισθωτικών δικαιωμάτων στην πρώτη των εναγομένων ως τέτοια υπήρξε ομοίως άκυρη, αφού δεν επιτρέπεται εκ της ειδικής λατομικής νομοθεσίας η μετα­βίβαση μισθωτικών δικαιωμάτων επί λατομείου σε έτερο πρόσωπο και δη εταιρία, εκτός και αν πρόκειται για εισφορά μισθωτικού δικαιώματος σε εταιρία, ότι οι ενα­γόμενοι θεωρούν πως η εισφορά είναι έγκυρη, ότι η αξία των μισθωτικών δικαιωμάτων περιλαμβάνει το υπολει­πόμενο μίσθωμα της τρέχουσας κατά την εισφορά περιό­δου, αλλά και την αξία των λοιπών μισθωμάτων μετά την άσκηση του δικαιώματος μονομερούς παράτασης από τη μισθώτρια της σύμβασης και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαπενταετίας, υπό όρους δε, και μέχρι τη συμπλή­ρωση τεσσαρακονταετίας, ότι η απολήψιμη ποσότητα σχιστόλιθου στο λατομείο καθορίστηκε στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε 90.571,60 κ.μ., από την οποία θα αποληφθεί ποσοστό τουλάχιστον 50%, ήτοι 45.285,80 κ.μ., κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγ­μάτων, ότι δυνάμει της αναφερομένης στην αγωγή από­φασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκη­σης Αν. Μακεδονίας και Θράκης, η αξία του σχιστόλιθου προσδιορίστηκε για όλες τις ποικιλίες σε 85,00 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ότι ενόψει των ανωτέρω η συνολική αξία πετρώματος που προσδοκάται να αποληφθεί ανέρ­χεται στο ποσό των (45.285,80 κ.μ. Χ 85,00 ευρώ/κ.μ. =) 3.849.293,00 ευρώ, ότι κατά την πλέον αυστηρή εκτί­μηση το λατομείο θα αποδώσει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και 180.188,92 κ.μ. αδρανών υλικών, ότι η συμβατική τιμή πώλησης των μη επεξεργα­σμένων αδρανών υλικών ανέρχεται σε 3,5 ευρώ/κ.μ., ότι ενόψει των ανωτέρω η συνολική αξία των ακατέργαστων υποπροϊόντων, που θα εξορυχθούν από το λατομείο, ανέχεται σε (180.188,92 κ.μ. Χ 3,5 ευρώ/κ.μ. =) 630.661,22 ευρώ, ότι βάσει των ως άνω η αληθής αξία των μισθωτικών δικαιωμάτων του ενάγοντος ανέρχεται σε α) 7.412 ευρώ για το πάγιο μίσθωμα δύο ετών, που υπολείπονταν, προκειμένου να συμπληρωθεί η τρέ­χουσα κατά τη σύναψη της σύμβασης εισφοράς μισθω­τική τριετία, ήτοι μέχρι τις 9.6.2015, β) σε 126.004 ευρώ για το πάγιο μίσθωμα των λοιπών 34 ετών μέχρι τη συμπλήρωση τεσσαρακονταετίας, γ) σε (3.849.293 Χ 7% =) 269.450,51 ευρώ για αναλογικό μίσθωμα επί της ποσότητας σχιστόλιθου, που μέλλει να αποληφθεί και δ) σε (630.661,22 Χ 7% =) 44.146,29 ευρώ για αναλογικό μίσθωμα επί της ποσότητας ακατέργαστων προϊόντων, που μέλλει να αποληφθεί, ήτοι συνολικά στο ποσό των (7.412 + 126.004,00 + 269.450,51 + 44.146.29 =) 447.012,80 ευρώ, ότι στην περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι η εισφορά των μισθωτικών δικαιωμάτων υπήρξε έγκυρη, τότε θα πρέπει και να θεωρηθεί ότι το κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε κατά το προμνησθέν ποσό των 447.012,80 ευρώ, που καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από τον ενάγοντα εις είδος, ότι στο ανωτέρω ποσό αντιστοιχούν 31.929 εταιρικά μερίδια, αξίας εκάστου 14 ευρώ, ότι άπαντα τα ανωτέρω εταιρικά μερίδια ανήκουν στον ενά­γοντα, αφού αυτός εισέφερε εις είδος τα σχετικά μισθω­τικά δικαιώματα εν είδει κεφαλαιακής εισφοράς, καθώς και ότι το σύνολο των εταιρικών μεριδίων ανέρχεται ενό­ψει της «αύξησης» σε (10.000 + 31.929 =) 41.929 εται­ρικά μερίδια, εκ των οποίων στον ίδιο ανήκουν, ενόψει των ανωτέρω, τα (3.300 που αντιστοιχούν στις εξωκεφαλαιακές εισφορές + 31.929 προελθόντα εκ της «αύξησης κεφαλαίου» =) 41.929 εταιρικά μερίδια ή ποσοστό 84,02 % του συνόλου των εταιρικών μεριδίων. Ζητεί δε βάσει των ως άνω κυρίως μεν α) να αναγνωρισθεί ότι είναι απολύτως άκυρη η σύμβαση εισφοράς των μισθωτικών δικαιωμάτων επί του λατομείου σχιστόλιθου από τον ενάγοντα προς την πρώτη των εναγομένων, επειδή δεν προηγήθηκε απόφαση της συνέλευσης των εταίρων για αύξηση κεφαλαίου της εταιρίας με εισφορά σε είδος και δεν προηγήθηκε εκτίμηση της Επιτροπής του άρθρ. 9 του κ.ν. 2190/1920 ως προς την εν λόγω χρηματικά αποτιμητή εισφορά, άλλως δε, και σε περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι δεν επρόκειτο για εισφορά μισθωτικού δικαιώ­ματος σε εταιρία, αλλά για απλή μεταβίβαση μισθωτικών δικαιωμάτων σε εταιρία, (να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μεταβίβασης), επειδή η μεταβίβαση αυτή απαγορεύε­ται εκ του νόμου από την ειδική περί λατομείων νομοθεσία, β) επικουρικά δε, και για την περίπτωση που η εισφορά των μισθωτικών δικαιωμάτων στην εταιρία ήθελε κριθεί έγκυρη, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι λόγω της εισφοράς των μισθωτικών δικαιωμάτων του ενάγοντος επί του ενδίκου λατομείου στην πρώτη των εναγομένων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία έχει αυξηθεί το εταιρικό της κεφάλαιο κατά το ποσό των 447.012,80 ευρώ, σύμ­φωνα με τα προεκτεθέντα, διαμορφωθέν στο ποσό των 540.812,80 ευρώ και αντιστοιχούν σε 41.929 εταιρικά μερίδια, αξίας εκάστου 14 ευρώ, εκ των οποίων τα 35.929 εταιρικά μερίδια ή ποσοστό 84,02% του συνόλου των εταιρικών μεριδίων ανήκουν στον ενάγοντα, προσέτι δε (να αναγνωρισθεί) ότι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων υποχρεούνται να συμπράξουν με τον ενάγοντα σε ανάλογη τροποποίηση του καταστα­τικού της πρώτης των εναγομένων εταιρίας, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστι­κής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως και εν γένει παραδεκτώς (βλ. άρθρ. 18, 27,218,219 και 70 Κ.Πολ.Δ.) φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, εκτός από το σκέλος που στρέφεται κατά του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, αναφορικά με τους οποίους η αγωγή πρέ­πει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης κατά το κύριο αίτημά της κατά τα κατω­τέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Κατ αρχάς, το Δικαστή­ριο είναι καθ ύλην αρμόδιο να κρίνει επί της διαφοράς, παρά τα περί του αντιθέτου σχετικώς ισχυριζόμενα από τους εναγομένους, καθόσον εν προκειμένω δεν πρόκειται για «υπόθεση, που κατά τις διατάξεις του Β μέρους του ... νόμου (4072/2012), υπάγονται σε δικαστήριο...», ώστε αρμόδιο να τυγχάνει το Ειρηνοδικείο της έδρας της εταιρίας, κρίνοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 του ν. 4072/2012 για τις IKE. Η εν λόγω διά­ταξη αποσκοπεί στην ταχύτητα στην απονομή της δικαιο­σύνης και με αυτήν θεσπίζεται αρμοδιότητα του Ειρηνο­δικείου για τις εταιρικές «υποθέσεις», που αναφύονται στο πλαίσιο της εταιρικής σύμβασης και εκδηλώνονται στις σχέσεις μεταξύ των εταίρων ή των εταίρων και της εταιρίας. Ενόψει, συνεπώς, του σκοπού της διάταξης, πρέπει να προκριθεί η ερμηνευτική θέση ότι η σχετική πρόβλεψη αφορά σε απλούστερες υποθέσεις, όπου προβλέπεται ρητή δικαστική εμπλοκή για ζητήματα αιτή­σεων και όχι ζητήματα αγωγών κατά το κοινό δίκαιο, προς το σκοπό επίλυσης διαφορών που αναφύονται επ αφορμή απλώς της εταιρικής σχέσης ή προς το σκοπό της αναγνώρισης της ακυρότητας αποφάσεων λόγω αντίθεσής τους στο νόμο ή το καταστατικό. Η θέση αυτή ενισχύεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4072/2012, όπου ρητά αναφέρεται ότι «...η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας έχει επιλεγεί από το νομοθέτη και σε άλλες περιπτώσεις ενδοεταιρικών διαφορών (βλ. ενδεικτικά άρθρ. 4 παρ. 4,40 παρ. 1,49γ παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920). Με την τακτική διαδικασία, όμως, εκδικάζονται οι υποθέσεις, όταν ο νόμος κάνει λόγο για "αγωγή" ή πρόκειται για ζητήματα ευθύνης ή για υποθέσεις με τρίτους π.χ. για την αγωγή της εταιρίας κατά το άρθρ. 65 παρ. 3, την καταδίκη του διαχειριστή σε αποζημίωση της εταιρίας (άρθρ. 67), την αξίωση της εταιρίας για αποζημίωση λόγω μη κατα­βολής εξωκεφαλαιακής εισφοράς (άρθρ. 78 παρ. 3), την αγωγή των τρίτων δανειστών της εταιρίας κατά του εταί­ρου με εγγυητική εισφορά (άρθρ. 79), την αγωγή για απο­ζημίωση σε περίπτωση μη δίκαιης σχέσης ανταλλαγής σε περίπτωση συγχώνευσης (άρθρ. 115) κ.λπ. ...». Παρότι στην αιτιολογική έκθεση γίνεται λόγος μόνο ως προς τη διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς, σαφές είναι ότι οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και ως προς την αρμοδιότητα, δεδομένου ότι ο σκοπός της ταχύτητας δεν υπηρετείται από την κρίση μίας σοβαρής ως προς το αντικείμενο της διαφοράς κατά την τακτική μεν διαδικα­σία, πλην, όμως, από το Ειρηνοδικείο, αντί του καθ ύλην αρμοδίου κατά τις γενικές διατάξεις δικαστηρίου. Για τον λόγο, άλλωστε, αυτό και στο άρθρ. 48 παρ. 1 του ν. 4072/2012 δεν γίνεται λόγος για διαφορές, αλλά για «υποθέσεις», ορολογία, που παραπέμπει περισσότερο σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Ειρηνοδι­κείο της έδρας της εταιρίας τυγχάνει αρμόδιο να δικάσει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υποθέ­σεις που αφορούν π.χ.: α) ανάκληση του καταστατικού διαχειριστή για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρ. 61 παρ. 1 του ν. 4072/2012, β) τον προσδιορισμό από το δικαστήριο του ποσού εξαγοράς των υποχρεώσεων από εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές του βαρυνόμενου με αυτές εταίρου, ο οποίος προσφεύγει προς τούτο στο δικαστή­ριο, λόγω αμφισβήτησης ή λόγω μη προσδιορισμού του οικείου ποσού από την εταιρία, κατ άρθρ. 82 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, προκειμένου ο ως άνω εταίρος να μετα­τρέψει τα μερίδιά του σε μερίδια κεφαλαιακής εισφοράς, γ) τον προσδιορισμό από το δικαστήριο του τιμήματος για την εξαγορά των εταιρικών μεριδίων εταίρου, που προτίθεται να προβεί στη σχετική μεταβίβαση, όταν προ­βλέπεται στο καταστατικό δικαίωμα προτίμησης υπέρ των λοιπών εταίρων, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρ. 84 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, δ) τον προσδιορι­σμό από το δικαστήριο του τιμήματος εξαγοράς εταιρι­κών μεριδίων θανόντος εταίρου, όταν για την περίπτωση αυτή το καταστατικό προβλέπει δικαίωμα εξαγοράς τους από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρία (εταίρο ή τρίτο), κατά το άρθρ. 85 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, ε) την παροχή από το δικαστήριο άδειας προς το σκοπό κατάσχεσης εταιρικών μεριδίων κατά το άρθρ. 88 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, στ) την περίπτωση παροχής αδείας από το δικαστήριο για την είσοδο εταίρου στην εταιρία ή την ανάληψη νέων εισφορών από υπάρχοντες εταίρους λόγω σπουδαίου λόγου κατά το άρθρ. 89 παρ. 1 εδ. γ του ιδίου ως άνω νόμου, αν η σχετική ομόφωνη απόφαση δεν είναι δυνατό να ληφθεί λόγω αντιρρήσεων εταίρων, τα ποσοστά των οποίων μειώνονται, ζ) την παροχή από το δικαστήριο αδείας για την κατάργηση του δικαιώμα­τος προτίμησης επί αύξησης κεφαλαίου κατά το άρθρ. 90 παρ. 2 τελ. εδ. του ιδίου ως άνω νόμου, αν η σχετική ομό­φωνη απόφαση δεν είναι δυνατό να ληφθεί λόγω αντιρ­ρήσεων των εταίρων, τα ποσοστά των οποίων μειώνο­νται, η) την επίλυση των αντιρρήσεων εταιρικών δανει­στών για την επιστροφή αποδεσμευομένου ενεργητικού σε εταίρους με μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές επί μείωσης κεφαλαίου κατά τα ειδικότερα ανα­φερόμενα στη διάταξη του άρθρ. 91 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, θ) την έξοδο εταίρου από την εταιρία για σπου­δαίο λόγο με απόφαση του δικαστηρίου κατ άρθρ. 92 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου (βλ. και άρθρ. 92 παρ. 3 του νόμου), ι) τον αποκλεισμό εταίρου για σπουδαίο λόγο με από­φαση του δικαστηρίου, κατόπιν λήψης σχετικής απόφα­σης των λοιπών εταίρων κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 93 του ν. 4072/2012, ια) την άσκηση του κατ άρθρ. 94 παρ. 4 του ν. 4072/2012 δικαιώματος κ.α. Αντιθέτως, παρά τη σχε­τική σιωπή του νόμου, γίνεται δεκτό ότι το αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο θα κρίνει κατά την τακτική διαδικασία, μεταξύ άλλων, επί διαφορών που αφορούν στα ζητήματα των άρθρων: α) 65 παρ. 3 (αγωγή άρσης και παράλειψης ανταγωνιστικών πράξεων διαχει­ριστή), β) 67 (αγωγή αποζημίωσης σε βάρος διαχειριστή λόγω ευθύνης του έναντι της εταιρίας), γ) 74 παρ. 2 εδ. β (αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της συνέλευ­σης των εταίρων), δ) 78 παρ. 3 (αξίωση περαιτέρω αποζη­μίωσης της εταιρίας λόγω μη παροχής εξωκεφαλαιακής εισφοράς) και ε) 115 (αποζημίωση λόγω μη δίκαιης σχέ­σης ανταλλαγής εταιρικών μεριδίων επί συγχώνευσης) του ν. 4072/2012 [βλ. ως προς τούτο το τελευταίο Αντωνόπουλο, Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία (IKE), Κατ άρθρο ερμηνεία του ν. 4072/2012, δ έκδ., υπό το άρθρ. 48, στον αρ. περ. 1, και υπό το άρθρ. 74, στον αρ. περ. 12]. Εν προκειμένω, πρόκειται προεχόντως για άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης μισθωτι­κών δικαιωμάτων επί λατομείου για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, επικουρικώς δε, για αγωγή αναγνω­ριστική της επελθούσας αύξησης κεφαλαίου, της έκδο­σης νέων εταιρικών μεριδίων και της υποχρέωσης των λοιπών εταίρων να συμπράξουν σε τροποποίηση του καταστατικού. Για τα εν λόγω ζητήματα δεν προβλέπεται ειδικό ένδικο βοήθημα στις διατάξεις του Β Μέρους του ν. 4072/2012 και πρόκειται κατ ουσίαν για γνήσιες δια­φορές της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, στο πλαίσιο των οποίων αντιδικούν και τα νυν αντίδικα μέρη, επ αφορμή απλώς της εταιρικής τους ιδιότητας και της σχέ­σης αυτών με την εταιρία. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για «υπόθεση» κατά το πνεύμα της διάταξης του άρθρ. 48 του ν. 4072/2012, αλλά για αγωγή αναγνωριστική της ακυρό­τητας της μεταβίβασης μισθωτικών δικαιωμάτων, άλλως της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου και της υποχρέω­σης των λοιπών εταίρων να συμπράξουν σε τροπο­ποίηση του καταστατικού, για τις οποίες αρμόδιο είναι το παρόν, ανώτερο του Ειρηνοδικείου, δικαστήριο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία. Ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη η ένσταση καθ ύλην αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, που προέ­βαλαν οι εναγόμενοι. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εξάλλου, οι δεύτερος έως πέμπτος των εναγομένων φέρουν απλώς ιδιότητα εταίρου της πρώτης των εναγο­μένων ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, οι δύο δε εξ αυτών και ιδιότητα διαχειριστή της ιδίας ως άνω εται­ρίας. Αντιθέτως, δεν εμπλέκονται προσωπικώς στη συμ­φωνία μεταβίβασης των μισθωτικών δικαιωμάτων επί λατομείου, αφού αυτά φέρονται πως μεταβιβάστηκαν από τον ενάγοντα στην πρώτη των εναγομένων, χωρίς τη μεσολάβηση ή εμπλοκή άλλου προσώπου. Και είναι μεν αληθές ότι επί αναγνωριστικής αγωγής οι εναγόμενοι δεν είναι αναγκαίο να αποτελούν και υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσης (ΑΠ 851/2002 ΕλλΔνη 2003. 1271, Εφ.Αθ. 7764/2000 ΕλλΔνη 2001. 1394, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., υπό το άρθρ. 70, στον αριθ. 19), ούχ ήττον, όμως, ο ενάγων πρέπει να δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της αμφισβητούμενης έννομης σχέσης και έναντι των εναγομένων αυτών, επιτελούντος του εννόμου συμφέροντος τους στην περί­πτωση αυτή νομιμοποιητική λειτουργία (ΑΠ 1192/2007 ΝοΒ 2008. 641 και ειδικώς για την περίπτωση μελών νομικού προσώπου ΑΠ 1647/2003 ΕλλΔνη 2006.1678). Ο ενάγων, όμως, δεν επικαλείται οιαδήποτε ειδική συν­θήκη, επί της οποίας να είναι δυνατή η θεμελίωση εννό­μου συμφέροντος για την άσκηση της αγωγής σε βάρος του δεύτερου έως πέμπτου των εναγομένων από μέρους του, με εξαίρεση την επικαλούμενη υποχρέωση των εν λόγω εναγομένων να προβούν σε τροποποίηση του καταστατικού, κατά το σχετικώς επικουρικώς προβαλλό­μενο αίτημα. Με εξαίρεση το τελευταίο αυτό αίτημα, ο ενάγων επιχειρεί να αρυσθεί το έννομο συμφέρον του από την εταιρική και μόνο σχέση και δη σε μία εταιρία, που έχει κατ αρχάς κεφαλαιουχικό χαρακτήρα. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο έως πέμπτο των εναγομένων ως απαράδε­κτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής τους, κατά το κύριο αυτής αίτημα. Κατά τα λοιπά, η αγωγή τυγχάνει ορισμένη, ο δε υπολογισμός της αξίας των μισθωτικών δικαιωμάτων γίνεται κατά τρόπο ορισμένο, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη του υπολογισμού αυτού. Περαιτέρω, η αγωγή τυγχάνει νόμω βάσιμη μόνο κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου αιτήματος της, ήτοι αυτό που αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης μεταβί­βασης των μισθωτικών δικαιωμάτων σε εταιρία για έτερο λόγο, πλην της εισφοράς μισθωτικών δικαιωμάτων, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τέτοια εισφορά δεν έλαβε χώρα. Η αγωγή ερείδεται κατά το ίδιο ως άνω σκέ­λος στις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 του ν. 669/1977, 174,180, 455 επ., 471 επ., 619 επ., 638 ΑΚ, 70,219,176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Αντιθέτως, η αγωγή τυγχάνει απορρι­πτέα τόσο κατά το πρώτο σκέλος του κύριου αιτήματος της, όσο και κατά το δεύτερο, επικουρικό αίτημά της. Συγκεκριμένα, κατά τα αναφερόμενα κυρίως στην αγωγή, εν προκειμένω ο ενάγων κατήρτισε με την πρώτη των εναγομένων σύμβαση μεταβίβασης των μισθωτικών του δικαιωμάτων επί λατομείου σχιστόλιθου με τη συναίνεση του εκμισθωτή - ελληνικού Δημοσίου λόγω εισφοράς των δικαιωμάτων αυτών προς την εταιρία ενόψει επικεί­μενης αύξησης κεφαλαίου. Η μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης είναι νομικώς δυνατή και προς τούτο απαιτείται η σύναψη των αναγκαίων συμβάσεων εκχώρησης και αναδοχής χρέους, με συμφωνία απάντων των εμπλεκο­μένων μερών, άλλως με συμφωνία μεταξύ του παλαιού μισθωτή και του νέου μισθωτή συναινούντος του εκμι­σθωτή. Κατά τα κυρίως εκτιθέμενα στην αγωγή, τέτοια συμφωνία καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος ως αρχι­κού μισθωτή και της νομίμως εκπροσωπηθείσας πρώτης των εναγομένων εταιρίας, με την εγγράφως χορηγηθείσα συναίνεση του εκμισθωτή του δημοσίου λατομείου, ελλη­νικού Δημοσίου. Η συμφωνία αυτή περιεβλήθη τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ομοίως, κατά τα κυρίως εκτιθέμενα στην αγωγή, αύξηση κεφαλαίου δεν είχε απο­φασισθεί από τη συνέλευση των εταίρων ή από άλλο αρμόδιο όργανο της εταιρίας, αλλά τέτοια αύξηση κεφα­λαίου επρόκειτο να αποφασισθεί, ενόψει δε αυτής, εισφέρθηκαν τα μισθωτικά δικαιώματα του ενάγοντος στην εταιρία. Η μεταβιβαστική δικαιοπραξία, συνεπώς, δεν αποτέλεσε μέρος της όλης παροχής καταβολής υφι­σταμένου χρέους του ενάγοντος προς την εταιρία, αφού κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ως άνω μεταβίβαση, δεν είχε εισέτι γεννηθεί η οικεία νομική υποχρέωση, που προϋπέθετε τη λήψη σχετικής απόφασης αύξησης κεφα­λαίου. Καθώς, δηλαδή, η καταβολή (ή και αυτή ακόμα η προεκπλήρωση) προϋποθέτει υπαρκτό και γεγενημένο χρέος, που αποσβέννυται λόγω της καταβολής, η μεταβι­βαστική δικαιοπραξία δεν αποτέλεσε, κατά τα εκτιθέ­μενα, λόγο απόσβεσης υφισταμένης ενοχής. Αντιθέτως, η μεταβίβαση έλαβε χώρα προς το σκοπό εξόφλησης της οφειλής που θα προέκυπτε από τη σχεδιαζόμενη αύξηση κεφαλαίου και την στο πλαίσιο αυτής σύναψη σύμβασης εισφοράς των μισθωτικών δικαιωμάτων στην εταιρία. Η δικαιοπραξία αυτή τελούσε υπό τη νομική αίρεση της λήψης απόφασης αύξησης κεφαλαίου στην εταιρία. Η λήψη απόφασης αύξησης κεφαλαίου, συνεπώς, δεν αποτελούσε γνήσια, αλλά καταχρηστική αίρεση και δη αίρεση δικαίου, δεδομένου ότι η προκαταβολή, που έλαβε χώρα μέσω της μεταβίβασης των μισθωτικών δικαιωμάτων επί του λατομείου, ενόψει της σχεδιαζόμε­νης αύξησης κεφαλαίου, δεν θα νοείτο νομικώς χωρίς την εν συνεχεία γέννηση του χρέους, σε εξόφληση του οποίου προκαταβλήθηκε η παροχή, η οποία επρόκειτο, μάλιστα, να συμφωνηθεί ότι θα βαραίνει τον ενάγοντα. Η ίδια η δικαιοπραξία της μεταβίβασης των μισθωτικών δικαιωμάτων επί λατομείου λόγω εισφοράς αυτών σε εταιρία δεν πάσχει από ακυρότητα, αφού ο ενάγων ουδένα λόγο ακυρότητας της σύμβασης αυτής επικαλεί­ται, ως ιδία μη τήρηση των διατάξεων της λατομικής νομοθεσίας, έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας των συμβληθέντων, έλλειψη εξουσίας διάθεσης, μη τήρηση του αναγκαίου τύπου, εικονικότητα κοκ. Η εισφορά μισθωτικών δικαιωμάτων σε εταιρία, μάλιστα, επιτρέπε­ται κατ εξαίρεση από τη λατομική νομοθεσία (βλ. άρθρ. 18 του ν. 669/1977). Αυτόματη αύξηση κεφαλαίου λόγω εισφοράς, εξάλλου, δεν προβλέπεται, με εξαίρεση την περίπτωση της διάταξης του άρθρ. 90 παρ. 3 του ν. 4072/2012, η δε αύξηση κεφαλαίου προϋποθέτει την τήρηση των όρων του νόμου, μεταξύ των οποίων ως βασική παρίστα­ται και η λήψη σχετικής απόφασης περί την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας από τη συνέλευση των εταίρων (ή από τον διαχειριστή υπό τις οριζόμενες στο νόμο ειδι­κότερες προϋποθέσεις - βλ. σχετικώς άρθρ. 68 παρ. 3 του ν. 4072/2012). Το γεγονός ότι εν τέλει δεν αποφασίσθηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας, δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της προηγηθείσας μεταβίβασης των μισθω­τικών δικαιωμάτων ενόψει της σχεδιαζόμενης τότε αύξη­σης του κεφαλαίου. Η ματαίωση της αύξησης του κεφα­λαίου λόγω μη λήψης της σχετικής απόφασης από τα αρμόδια όργανα της πρώτης των εναγομένων εταιρίας, όπως κυρίως εκτίθεται στην αγωγή, δηλαδή, αποτελεί απλώς ματαίωση της νομικής αίρεσης (ή αίρεσης δικαίου), υπό την οποία μεταβιβάστηκαν τα μισθωτικά δικαιώματα του ενάγοντα στην πρώτη των εναγομένων, στο πλαίσιο της όλης πράξης της προκαταβολής. Επί προκαταβολής, εξάλλου, η ματαίωση της νομικής αίρε­σης, υπό την οποία αυτή τελεί, δεν οδηγεί σε ανατροπή των αποτελεσμάτων της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, αλλά σε θεμελίωση αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω μη επακολουθήσασας αιτίας σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Ο ενάγων, όμως, δεν εγείρει εν προκειμένω αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού με την αγωγή του ούτε ζητεί τη βάσει αυτής επαναμεταβίβαση σε αυτόν των πάλαι ποτέ μισθωτικών του δικαιωμάτων επί του λατομείου, με καταδίκη της πρώτης των εναγομένων και σε σχετική δήλωση βούλη­σης. Αιτείται, αντιθέτως, την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης, με απώτερο σκοπό τη θεώρηση των σχετικών μισθωτικών δικαιωμάτων ως εξακολουθούντων υφισταμένων στο πρόσωπο του. Η μη λήψη απόφασης αύξησης κεφαλαίου, όμως, δεν αποτελεί λόγο ακυρότη­τας της μεταβίβασης, ενώ το γεγονός ότι τέτοια απόφαση δεν ελήφθη καν και, συνεπώς, δεν απέκτησε και οιαδή­ποτε νομική υπόσταση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατό ως ανυπόστατη απόφαση να πάσχει και ακυρότητας για οιονδήποτε λόγο, ως ιδία λόγω μη αποτί­μησης της εισφοράς από την αρμόδια Επιτροπή του άρθρ. 9 του κ.ν. 2190/1920. Η ακυρότητα προϋποθέτει υπαρκτή και υποστατή απόφαση περί την αύξηση του κεφαλαίου, που εν προκειμένω κατά τα εκτιθέμενα ελλείπει. Η μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων στην εταιρία εν είδει προκαταβολής για το μελλοντικό χρέος του ενάγο­ντος από την αύξηση κεφαλαίου της πρώτης των εναγο­μένων, που ουδέποτε αποφασίσθηκε και υπό τη νομική αίρεση της οποίας τελούσε η προκαταβολή, καθ ον χρόνο πραγματοποιήθηκε, άγουν στο συμπέρασμα ότι η μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων στην εταιρία δεν πάσχει μεν από ακυρότητα, συνιστά, ωστόσο, αδι­καιολόγητο πλουτισμό της πρώτης των εναγομένων λόγω μη επακολουθήσασας αιτίας, ήτοι πλουτισμό, που προ­έρχεται από την περιουσία του ενάγοντος και επαυξάνει την περιουσία της πρώτης των εναγομένων, η οποία κατ αρχάς φέρεται να αυξήθηκε κατά το αντίστοιχο περιουσι­ακό στοιχείο, χωρίς τούτος ο πλουτισμός να εξακολουθεί να έχει οιοδήποτε νομικό έρεισμα, μετά τη ματαίωση της αύξησης κεφαλαίου. Το αίτημα αναγνώρισης της ακυρό­τητας της σύμβασης μεταβίβασης λόγω μη λήψης από­φασης αύξησης κεφαλαίου και μη αποτίμησης της αξίας της εις είδος εισφοράς από την αρμόδια Επιτροπή του κ.ν. 2190/1920, συνεπώς, είναι νομικώς ανεπέρειστο, ο δε ενάγων θα μπορούσε απλώς να ζητήσει την επι­στροφή του πλουτισμού της εταιρίας σε αυτόν μετά την οριστική ματαίωση της αύξησης αυτής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το δεύτερο επικουρικό αίτημα, άλλωστε, τυγχάνει και αυτό προδήλως απορρι­πτέο, αφού δεν προβλέπεται αυτόματη αύξηση κεφα­λαίου λόγω προκαταβολής εισφοράς (πρβλ., ωστόσο, άρθρ. 90 παρ. 3 του ν. 4072/2012 για μία τέτοια περίπτωση αυτόματης αύξησης) και το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει τα εταιρικά όργανα, λαμβάνοντας στη θέση αυτών τις σχετικές αποφάσεις περί την αύξηση του κεφαλαίου και παρεμβαίνοντας έτσι κατά τρόπο ανεπί­τρεπτο στην εσωτερική, εταιρική τάξη. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν έχει την εξουσία να αποφασίσει το ίδιο ότι έλαβε ή έπρεπε να λάβει χώρα αύξηση κεφαλαίου στην πρώτη των εναγομένων εταιρία ούτε έχει την εξουσία να προβεί το ίδιο σε προσδιορισμό της αξίας της εις είδος εισφοράς και σε έκδοση εταιρικών μεριδίων. Υφίσταται, αντιθέτως, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα σύγκλησης του αρμοδίου οργάνου της εταιρίας, προκειμένου να αποφασίσει αυτό για την αύξηση ή μη του κεφαλαίου και δη με την πραγματοποίηση εισφορών σε είδος, ώστε να μη δημιουργείται και ζήτημα δικαιώματος προτίμησης αναφορικά με τους λοιπούς εταίρους. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, της ορθότητας η μη της επιλεγείσας μεθόδου υπολογισμού της μισθωτικής αξίας του μισθωτικού δικαιώματος του ενάγοντος επί του ενδίκου λατομείου, το βέβαιον είναι ότι η αξία αυτή, ακόμα και αν ενσωματώ­θηκε (προσωρινά) στην περιουσία της εταιρίας, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ex post δημιουργία αιτίας διατήρησης του πλουτισμού αυτού μέσω της αναγνώρισης αυτόματης επέλευσης αύξησης κεφαλαίου, κατά παρά­καμψη της νόμιμης προς τούτο διαδικασίας, ήτοι χωρίς να ληφθεί απόφαση των εταίρων προς αύξηση του κεφα­λαίου αυτού. Για τον λόγο αυτό και το υπό στ. β επικου­ρικό αίτημα περί την αναγνώριση ότι επήλθε (αυτόματη) αύξηση του κεφαλαίου και έκδοση εταιρικών μεριδίων και περί την αναγνώριση της υποχρέωσης των εταίρων να συμπράξουν σε αντίστοιχου περιεχομένου τροπο­ποίηση του καταστατικού, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο. Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμω βάσιμη, ήτοι κατά το σκέλος, που αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης των ενδίκων μισθωτικών δικαιωμάτων στην πρώτη των εναγομένων, στην περί­πτωση που ήθελε κριθεί ότι η μεταβίβαση αυτή δεν έλαβε χώρα στο πλαίσιο εισφοράς προς αύξηση κεφαλαίου, δεδομένου ότι ενόψει της αναγνωριστικής της φύσης δεν απαιτείται και η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Από αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγο­νότα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης: ... Αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι πρόκειται για μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης από τον ενάγοντα προς την εταιρία με τη συναίνεση του ελληνικού Δημοσίου, η οποία αποτελούσε περιεχόμενο εισφοράς εις είδος προς την εταιρία και εγένετο ενόψει σχεδιαζόμενης αύξησης κεφαλαίου, δεδομένου ότι καταβολή κεφαλαιακής εισφο­ράς εις είδος από εταίρο σε IKE, χωρίς αύξηση κεφα­λαίου, δεν είναι δυνατή. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται κατ αρχάς από την ίδια την υπ αριθμ.... σύμ­βαση εισφοράς μισθωτικών δικαιωμάτων δημόσιου σχιστολιθικού λατομείου, η οποία περιεβλήθη τον συμβολαιογραφικό τύπο, συνταχθείσας σχετικώς του προαναφερ­θέντος εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.Μ. Στην εν λόγω σύμβαση συμβάλλονται το μεν η πρώτη των εναγομένων εταιρία, νομίμως εκπροσωπού­μενη, το δε ο νυν ενάγων. Με το συμβολαιογραφικό ως άνω έγγραφο ο ενάγων ως αποκλειστικός δικαιούχος των μισθωτικών δικαιωμάτων επί του ενδίκου λατομείου «... εισφέρει στην ... εταιρία με την επωνυμία "... IKE" το σύνολο των μισθωτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, καθώς και των δικαιωμάτων του εκμετάλ­λευσης του δημοσίου λατομείου σχιστόλιθου, όπως τα δικαιώματα αυτά και υποχρεώσεις απορρέουν από τα με αριθμούς ... και .... μισθωτήρια συμ­βόλαια της συμβολαιογράφου Παγγαίου Α.Σ., προκειμέ­νου η παραπάνω εταιρία να εγκατασταθεί στη μίσθωση αυτή ως μισθώτρια και δικαιούχος των δικαιωμάτων εκμε­τάλλευσης του λατομείου. Για την εισφορά αυτή εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου ... Πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκη­σης Μακεδονίας και Θράκης ... με την οποία εγκρίθηκε η εισφορά των μισθωτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τον Μ.Σ. στην εταιρία με την επωνυμία ".... IKE"... η αφετέρου συμβαλλόμενη αποδέχεται τα εισφερόμενα σε αυτήν ... μισθωτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, καθώς και τα δικαιώματα εκμετάλλευσης... και εγκαθίσταται πλέον ... ως μοναδική και αποκλειστική μισθώτρια και δικαιούχος της εκμετάλλευσης του δημόσιου λατομείου σχιστόλιθου...». Κατά τα αναγραφόμενα στη σύμβαση, η εισφορά αποτιμήθηκε στο ποσό των 7.412 ευρώ βάσει του παγίου μισθώματος για το εναπομένον μέχρι την τότε λήξη της μίσθωσης χρονικό διάστημα. Από τις ως άνω αναφορές αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι συμφωνήθηκε διαδοχή τόσο στα δικαιώματα, όσο και στις υποχρεώσεις της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, επιφέρουσα μεταβολή του προσώπου του μισθωτή και δη από αυτό του ενάγο­ντος σε αυτό της πρώτης των εναγομένων, η οποία θα αποτελούσε έκτοτε τη νέα μισθώτρια και δικαιούχο του δικαιώματος εκμετάλλευσης του ενδίκου λατομείου. Η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης συμφωνήθηκε μεταξύ του παλαιού μισθωτή και της νέας μισθώτριας, κατόπιν, όμως, παροχής σχετικής συναίνεσης από τον εκμισθωτή, ήτοι το ελληνικό Δημόσιο, που ενέκρινε την εν λόγω εισφορά. Το ότι, εξάλλου, πρόκειται περί εισφοράς σε εταιρία και όχι περί μίας άσχετης με αυτήν απλής μεταβί­βασης μισθωτικής σχέσης από τον δικαιούχο μισθωτή ως τρίτο πρόσωπο σε μία εταιρία είναι επίσης πρόδηλο και αποδεικνύεται τόσο από τις χρησιμοποιηθείσες νομικές εκφράσεις (βλ. ιδία τη λέξη «εισφορά»), όσο και από το όλο πλαίσιο, εντός του οποίου έλαβε χώρα η οικεία μεταβίβαση. Κατ αρχάς γίνεται λόγος περί εισφοράς σε εται­ρία (εν προκειμένω IKE) και η έννοια της εισφοράς παρα­πέμπει ευθέως στις παροχές εις είδος ή χρήμα, που γίνο­νται από τους εταίρους προς την εταιρία, συγκροτουμέ­νου κατά τον τρόπο αυτό του εταιρικού κεφαλαίου, στο οποίο συμμετέχουν οι εταίροι της IKE, λαμβάνοντας εται­ρικά μερίδια. Σε διαφορετική περίπτωση θα γινόταν λόγος για μεταβίβαση λόγω συγκεκριμένης αιτίας, όπως πχ αιτία δωρεάς, πώλησης κοκ. Το ότι εν προκειμένω δεν επιδιώχθηκε μία τέτοια, εκτός των μηχανισμών του εταιρι­κού δικαίου, μεταβίβαση μισθωτικών δικαιωμάτων καθί­σταται επίσης απολύτως σαφές από το γεγονός ότι τέτοια μεταβίβαση θα έπασχε πράγματι από ακυρότητα, δεδο­μένου ότι η απαγόρευση υπομίσθωσης, που προβλέπε­ται ρητά στη διάταξη του άρθρ. 18 παρ. 2 του ν. 669/1977, καταλαμβάνει ερμηνευτικά και οιαδήποτε άλλη περί­πτωση παραχώρησης της χρήσης του μισθίου λατομείου δυνάμει οιασδήποτε έννομης σχέσης, πλην της εισφοράς σε εταιρία, η οποία είναι και η μόνη που επιτρέπεται. Όπως προεξετέθη στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ήδη από την αιτιολογική έκθεση του ν. 669/1977 προκύ­πτει ότι η ρύθμιση υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να μην υπεισέρχονται στην αξιοποίηση των λατομείων πρόσωπα ξένα προς τη λατομεία, ενώ η πρόβλεψη της δυνατότητας εισφοράς του δικαιώματος σε εταιρία, είχε ως σκοπό την ευχερέστερη και επωφελέστερη για την εθνική οικονομία εκμετάλλευση των λατομείων από εταιρίες και θεσπί­στηκε με την αντίληψη ότι με την εισφορά σε εταιρία δεν αποξενώνεται από την εκμετάλλευση του λατομείου ο μισθωτής του. Αν, άλλωστε, δεν επρόκειτο για εισφορά σε εταιρία, τότε είναι πέραν ή βέβαιο ότι η Διοίκηση δεν θα είχε παράσχει τη συναίνεσή της για τη μεταβίβαση των μισθωτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων επί του λατο­μείου στην εναγόμενη εταιρία με σύμβαση, που θα έπα­σχε καταφανώς από ακυρότητα, λόγω παραβίασης της διάταξης του άρθρ. 18 παρ. 2 του ν. 669/1977. Η Διοίκηση, αντιθέτως, παρέσχε τη συναίνεσή της στη μεταβίβαση αυτή προεχόντως, επειδή πληρούτο στην πράξη ο βασι­κός και συνήθης σε ανάλογες περιπτώσεις όρος της εισφοράς των μισθωτικών δικαιωμάτων σε εταιρία. Οι νυν αντίδικοι επέλεξαν ακριβώς αυτό τον τρόπο μεταβίβα­σης των μισθωτικών δικαιωμάτων, επειδή ήταν ο μόνος νόμιμος τρόπος μεταβίβασης. Στην περίπτωση του νέου ή του ήδη εταίρου, ο οποίος θέλει να εισφέρει κεφαλαιακή εισφορά, βέβαια, είναι αναγκαίο να τηρούνται οι διατά­ξεις περί την αύξηση κεφαλαίου και τούτο προκύπτει με ευκρίνεια από τις διατάξεις των άρθρ. 89 και 90 του ν. 4072/2012. Η αύξηση αυτή θα προϋπέθετε και τροπο­ποίηση του καταστατικού, κατόπιν τήρησης της σχετικής νόμιμης διαδικασίας (λήψη απόφασης από το αρμόδιο όργανο, αποτίμηση τυχόν εισφοράς σε είδος, καταβολή, καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ κ.ο.κ.). Εν προκει­μένω, ο ενάγων προέβη σε προκαταβολή μίας υποχρέω­σης, που ακόμα δεν είχε γεννηθεί στο πρόσωπο του και τελούσε υπό τη νομική αίρεση ότι θα γεννηθεί το χρέος, ήτοι ότι θα αποφασισθεί η αύξηση κεφαλαίου και θα τηρηθεί η σχετική διαδικασία. Τέτοια απόφαση εν συνε­χεία δεν ελήφθη και οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων διατα­ράχθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη εκκρεμεί ενώ­πιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης η με αρ. εκθ. κατα­θέσεως ... αίτηση του δεύτερου έως πέμπτου των εναγομένων περί τον αποκλεισμό του ενά­γοντος ως εταίρου από την εταιρία, λόγος για τον οποίο σημειωτέον οι εναγόμενοι αιτούνται την αναστολή της υπό κρίση δίκης κατ άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ.. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η παρούσα δίκη δεν εμφανίζει εξάρτηση από τη δίκη εκείνη και η εξέλιξή της ουδόλως συναρτάται με την εξέλιξη εκείνης της δίκης, αφού ο μεν αποκλεισμός, ακόμα και αν γίνει δεκτός, δεν θα ισχύει αναδρομικά, εν προκει­μένω δε, είτε ο ενάγων αποκλειστεί, είτε όχι από την εται­ρία, το κρίσιμο είναι αν είναι δικαιούχος ή όχι των μισθω­τικών δικαιωμάτων και η απάντηση στο ζήτημα αυτό είναι ανεξάρτητη από την πιθανή μελλοντική απώλεια της εται­ρικής του ιδιότητας. Για τον λόγο αυτό και το οικείο αίτημα τυγχάνει απορριπτέο. Αν, εξάλλου, οι σχέσεις των εταί­ρων επιτρέπουν εισέτι τη λήψη απόφασης και την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, ώστε στο σημείο έστω αυτό να ληφθεί απόφαση αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου με καταβολή εισφοράς σε είδος, οι εταίροι δεν έχουν παρά να την αποφασίσουν, συγκαλώντας τα αρμόδια όργανα. Αν τούτο πάλι είναι αδύνατο, ως διαφαίνεται, και, συνε­πώς, η νομική αίρεση έχει οριστικά ματαιωθεί, τότε η εται­ρία τυγχάνει αδικαιολογήτως πλουτίσασα λόγω μη επα­κολουθήσασας αιτίας και ο πλουτισμός της συνίσταται στην αποκτηθείσα από αυτήν μισθωτική ιδιότητα και άδεια εκμετάλλευσης λατομείου. Λόγος ακυρότητας της μεταβίβασης πάντως δεν υφίσταται για όσους λόγους εξηγήθηκαν αναλυτικά κατά την εξέταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Και ο ειδικότερος, μάλιστα, επικου­ρικά προβληθείς λόγος, που αφορά σε ακυρότητα της μεταβίβασης, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν επρόκειτο περί εισφοράς σε εταιρία μισθωτικών δικαιω­μάτων επί λατομείου, τυγχάνει ομοίως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον εν προκειμένω πλήρως απο­δεικνύεται ότι η μεταβίβαση έγινε λόγω εισφοράς και δη ως προκαταβολή έναντι μελλοντικής υποχρέωσης του ενάγοντος από αύξηση κεφαλαίου, η οποία εν τέλει δεν αποφασίσθηκε και όχι ανεξαρτήτως τέτοιας εισφοράς ως μία κοινή μεταβίβαση κατά τις γενικές διατάξεις. Δεν πρό­κειται για απαγορευμένη, δηλαδή, μεταβίβαση μισθωτι­κών δικαιωμάτων, που αντίκειται στο άρθρ. 18 παρ. 2 του ν. 669/1977, αφού η μεταβίβαση λόγω εισφοράς μισθωτι­κών δικαιωμάτων σε εταιρία, όπως εν προκειμένω εγένετο, ρητώς επιτρέπεται από τον νόμο. Η εταιρία εγκύρως απέκτησε τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, αφού ουδείς λόγος ακυρότητας υφίσταται και αποτελεί διάφορο ζήτημα το ότι η εταιρία έχει ενδεχομένως αδικαιολογήτως πλουτίσει, οπότε και θα πρέπει να ασκηθεί το κατάλληλο προς επιστροφή του πλουτισμού ένδικο βοήθημα. Κατ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα σύμφωνα με τις ως άνω γενόμενες διακρί­σεις. Ωστόσο, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφι­σθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, καθώς η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 Κ.Πολ.Δ.).