ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3515/2019

 

Δικαστής : Νικόλαος Μήλιος, Εφέτης

Δικηγόροι : Ανδρέας Καψόπουλος - Δημήτριος Αντωνίου

 

II. Με την από 24.5.2012 [αγωγή], οι 1ος, 3ος, 4ος των εναγόντων-εκκαλούντων ιστορούσαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσλήφθηκαν όλοι από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία προκειμένου να παρά­σχουν την εργασία τους ως εργάτες, στο διατηρούμενο από την αντίδικο τους ερ­γοστάσιο, με πλήρες ωράριο και έναντι των νόμιμων αποδοχών. Ακολούθως, η εναγομένη, επικαλούμενη μείωση του κύ­κλου εργασιών της, ζήτησε από το σύνολο των εργαζομένων που απασχολούνταν στο ανωτέρω εργοστάσιο την τροποποίηση των εργασιακών τους συμβάσεων, ώστε εκείνοι να εργάζονται πλέον με μειωμέ­νο ωράριο και με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους. Την τροποποίηση αυτή ομόφωνα απέρριψε το επιχειρησιακό σω­ματείο των εργαζομένων, μέλη του οποίου ήταν και οι ίδιοι (ενάγοντες), ταυτόχρονα δε αποφάσισε την κήρυξη απεργίας για την περίπτωση που η εναγομένη προέβαινε σε απολύσεις. Πράγματι, η εναγόμενη απέλυσε στη συνέχεια μέρος των εργαζομένων της, με αποτέλεσμα το ανωτέρω επιχειρησιακό σωματείο να υλοποιήσει την προαναφερό­μενη απόφασή του, ξεκινώντας απεργία, στην οποία και οι ενάγοντες συμμετείχαν ενεργά. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη κατήγγειλε και τις δικές τους συμβάσεις εργασίας προεχόντως λόγω της ως άνω νόμιμης συνδικαλιστικής τους δράσης, άλλως αποκλειστικά από εκδίκηση προς το πρόσωπο τους και συνεπεία της άρνησής τους να αποδεχτούν την τροποποίη­ση των όρων παροχής της εργασίας τους. Έκτοτε, η εναγομένη αρνείται να αποδεχτεί την προσφερόμενη από εκείνους εργασία, γεγονός που τους προσβάλλει παράνομα στην προσωπικότητά τους, αλλά και θίγει τα υλικά και ηθικά συμφέροντά τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ζήτησαν λοιπόν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασι­ακών τους συμβάσεων, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία τους, με απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής υπέρ καθενός από αυτούς και για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 9.535,75 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλά­βης, την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, στον τρίτο τα ποσά των 10.405,50 ευρώ και 5.000 ευρώ για τις ίδιες ως άνω αιτίες αντι­στοίχως, και στον τέταρτο τα ποσά των 10.114 ευρώ και 5.000 ευρώ για τις ίδιες ως άνω αιτίες αντιστοίχως, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφο­ρών, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρ­ριψε την αγωγή. Κατά της παραπάνω απο­φάσεως παραπονούνται με την ένδικη έφεσή τους οι εκκαλούντες-1ος, 3ος και 4ος των εναγόντων για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νό­μου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολο της η ως άνω αγωγή.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982 «είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νό­μιμη συνδικαλιστική δράση». Προϋποθέ­σεις εφαρμογής της ρύθμισης αυτής είναι η ύπαρξη αφενός μεν νόμιμης συνδικα­λιστικής δράσης, αφετέρου δε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τελευταίας και της καταγγελίας της σχέσης εργασίας.

Πλέον συγκεκριμένα, όπως συνάγεται και από το άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγμα­τος, νόμιμη συνδικαλιστική δράση αποτελεί κάθε δραστηριότητα που αναπτύσσεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των οι­κονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων, ενώ ως τέτοια (δράση) θεωρείται και η συμμετοχή σε απεργία ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις σωμα­τείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων (Α.Π. 713/2010 Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ακόμη και η συμμετοχή σε απεργία η οποία κη­ρύχθηκε από νόμιμα συστημένη συνδικα­λιστική οργάνωση αλλά εκ των υστέρων αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση ως παράνομη πρέπει να θεωρείται ότι, του­λάχιστον μέχρι την τελεσιδικία εκείνης, διατηρεί το χαρακτήρα της ως νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης. Τούτο διότι, ως εκ της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος της απεργίας συνάγεται, ο ερ­γαζόμενος που συμμετέχει σε απεργία θεω­ρείται ότι διατελεί σε εύλογη αμφιβολία ως προς τη νομιμότητά της, αφού, καταρχήν, δεν μπορεί να διαγνώσει εκ των προτέρων τον τυχόν παράνομο χαρακτήρα της, εκτός εάν ο εργοδότης κατ ένσταση επικαλεστεί και αποδείξει ότι αυτός (εργαζόμενος), καταβάλλοντος την επιμέλεια του μέσου συνετού εργαζομένου, μπορούσε εξαρχής να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα της απεργίας (Ολ. Α.Π. 27/2004 Α Δημοσίευ­ση ΝΟΜΟΣ). Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία οι νο­μικές συνέπειες της απόφασης που κρίνει παράνομη μιαν απεργία ανατρέχουν, λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα, στο χρόνο έναρξης της συμμετοχής του εργα­ζομένου σε αυτή, φαίνεται να παραγνω­ρίζει τη συνταγματική θεμελίωση του δι­καιώματος της απεργίας, εκθέτοντας τον απεργό στον μη ανεκτό από το Σύνταγμα κίνδυνο να αντιμετωπίσει αναδρομικά τις δυσμενείς συνέπειες από τη συμμετοχή του σε απεργιακή κινητοποίηση η οποία εκ των υστέρων κρίθηκε παράνομη.

Περαιτέρω, σε σχέση με την άλλη προ­ϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης του άρ­θρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, δηλαδή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζομένου και της καταγγελίας της εργα­σιακής του σύμβασης, πρέπει να σημειωθεί ότι για την ακυρότητα μιας τέτοιας απόλυ­σης δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτέλεσε τη μόνη ή την κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνετέλεσε απλώς σε αυτή, με την έννοια ότι ο εργο­δότης δεν θα προέβαινε στην απόλυση του εργαζομένου εάν έλειπε η συνδικαλιστική του δράση (Α.Π. 713/2010 ό.π.).

Επίσης, στο άρθρο 656 εδ. α Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 74/20.3.2013) και, σύμ­φωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων Φ.Ε.Κ. Α 92/2013), καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγμα­τική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα (Ολ.Α.Π. 9/2011), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελί­ας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμε­νος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφ όσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικα­στικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν κατα­χρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας της καταγγελίας (έτσι η μειοψηφία στην ΟλΑΠ. 9/20115, βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 769/2016 Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β Α.Κ., ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό κα­θετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Για το ορισμένο της προβολής της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διά­ταξη ένστασης των αλλαχού κερδηθέντων απαιτείται όπως ο εναγόμενος εργοδότης επικαλεστεί όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια του ενάγοντος εργαζομένου κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του (εργοδότη), το είδος της εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο εργοδότη, καθώς και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε αυτός (Α.Π. 1067/2010 ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελ. του ν. 3198/1955 η αποζημίωση απόλυσης που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της κα­ταγγελίας τακτικές αποδοχές.

IV. [...] [Α]ποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των από 6.6.2008, 16.6.2003 και 11.9.2006 συμ­βάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, οι 1ος, 3ος και 4ος των εναγόντων προσλήφθηκαν αντιστοίχως από την ενα­γόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία προϊόντων χάλυβα, προκειμένου να πα­ράσχουν την εργασία τους, ως εργάτες, στο ευρισκόμενο στον εργοστάσιο της αντιδίκου τους, επί οκτώ ώρες ημερη­σίως, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις ισχύουσες για τον κλάδο τους συλ­λογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Ακολούθως, στις 12.10.2011 η εναγομένη, επικαλούμενη περιορισμό της οικονομικής της δραστηριότητας, πρότει­νε στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική ορ­γάνωση των εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου με την επωνυμία «Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων ... Α.Ε.», μέλη της οποίας ήταν και οι τρεις ενάγοντες, την τροποποί­ηση των εργασιακών συμβάσεων και των 350 μελών της, ώστε εκείνα να εργαστούν, για το διάστημα από 1.11.2011 έως και 29.2.2012, με καθεστώς μερικής απασχόλη­σης, δηλαδή για πέντε ώρες ημερησίως και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, με αντί­στοιχη μείωση των αποδοχών τους.

Στη συνέχεια, στις 17.10.2011 η γενική συνέλευση της ανωτέρω συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία συμμετείχαν 270 μέλη της, μεταξύ δε αυτών και οι 1ος και 4ος των εναγόντων, αποφάσισε, με πλειοψηφία 269 ψήφων και με μία ψήφο «παρών», να απορρίψει την προταθείσα από την ενα­γομένη τροποποίηση των συμβάσεων ερ­γασίας των μελών της, να κηρύξει 24ωρες απεργίες στην περίπτωση που η εναγομέ­νη προέβαινε σε απολύσεις εργαζομένων της, οι οποίες θα επαναλαμβάνονταν μέχρι την επαναπρόσληψη αυτών, αλλά και να συναινέσει σε οποιαδήποτε απόφαση του διοικητικού συμβούλιου του σωματείου για περαιτέρω κινητοποιήσεις.

Μετά ταύτα, στις 31.10.2011 η εναγο­μένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας δεκαοκτώ εργαζομένων της, με αποτέλε­σμα η άνω συνδικαλιστική οργάνωση να υλοποιήσει την προαναφερόμενη απόφασή της, ξεκινώντας την ίδια ημέρα 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες, στις οποίες οι 1ος και 4ος των εναγόντων συμμετείχαν ενεργά.

Πλην όμως, ενόσω διαρκούσαν οι ανω­τέρω απεργιακές κινητοποιήσεις, η εναγό­μενη εξακολούθησε να απολύει εργαζο­μένους της, και δη καταγγέλλοντας την 1.11.2011 δεκαέξι, το Δεκέμβριο του 2011 δεκαέξι, τον Ιανουάριο του 2012 δεκαπέ­ντε, το Φεβρουάριο του 2012 δώδεκα και το Μάρτιο του 2012 δεκατρείς εργασιακές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμ­βάνονταν και εκείνες των εναγόντων, οι οποίοι συγκεκριμένα απολύθηκαν εγγρά­φως οι 1ος και 3ος στις 24.2.2012 ο δε 4ος στις 7.3.2012, λαμβάνοντας ως αποζημίω­ση το ποσό των 1.030,59 ευρώ ο πρώτος, το ποσό των 2.081,10 ευρώ ο τρίτος και το ποσό των 2.178,40 ευρώ ο τέταρτος από αυτούς.

Έκτοτε, οι απολύσεις στο εργοστάσιο της εναγόμενης συνεχίστηκαν, με την κα­ταγγελία δέκα συμβάσεων εργασίας τον Απρίλιο του 2012, αλλά και άλλων δώδε­κα το Μάιο του 2012, οπότε και ολοκλη­ρώθηκαν μετά την έκδοση της υπ αριθ. 1051/5.6.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε επί της από 16.5.2012 αγωγής της εναγόμενης και ανα­γνώρισε ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ενα­γόντων συνιστούσαν παράνομη ενιαία απεργία, επειδή η απόφαση για την κήρυξή της αφενός μεν ελήφθη με ανάταση της χειρός, δηλαδή όχι με μυστική ψηφο­φορία, αφετέρου δε δεν γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη πριν από 24 ώρες από την έναρξη αυτής (απεργίας).

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμ­φωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, η ανωτέρω οριστική δικαστική κρίση δεν αίρει το χαρακτήρα της συμμετοχής των εναγόντων στην εν λόγω απεργία ως νόμι­μης συνδικαλιστικής δράσης, τουλάχιστον μέχρις ότου εκείνη (κρίση) καταστεί τελε­σίδικη (ήδη κατά της 1051/2012 απόφασης έχει ασκηθεί η από 7.6.2012 έφεση της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εναγόντων). Τούτο, διότι επρόκειτο για συμμετοχή σε απεργία κηρυχθείσα από νόμιμα συστημέ­νη συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία ανα­γνωρίστηκε ως παράνομη πολύ μεταγενέ­στερα από την απόλυση των εναγόντων (ημερομηνία απόλυσής τους η 24.2.2012 και η 7.3.2012 (ημερομηνία έκδοσης της απόφασης η 5.6.2012) και επομένως οι τε­λευταίοι τεκμαίρεται ότι διατελούσαν σε εύλογη αμφιβολία περί τη νομιμότητα αυ­τής, αδυνατώντας να διαγνώσουν εκ των προτέρων τον παράνομο χαρακτήρα της. Από τα ίδια δε ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ανωτέρω νόμιμη συνδικα­λιστική δράση των εναγόντων συνδέεται αιτιωδώς με την επακολουθήσασα καταγ­γελία των εργασιακών τους συμβάσεων.

Ειδικότερα, ανεξαρτήτως του εάν στη διαμόρφωση της απόφασης της εναγόμε­νης να απολύσει και τους ενάγοντες μισθω­τούς της συνέβαλαν και άλλοι λόγοι όπως οικονομοτεχνικού χαρακτήρα προσεγγί­σεις, στη λήψη της απόφασης αυτής συνε­τέλεσε αναμφίβολα και η συμμετοχή των 1ου, 3ου και 4ου (μετά τις 10.1.2012 και μέχρι την απόλυσή του ο 4ος διότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από την 3.10.2011) εναγόντων στις πολύμηνες και ιδιαίτερα έντονες απεργιακές κινητοποιήσεις της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, εξαιτίας των οποίων είχε καταστεί πολύ δυσχερής η παραγωγική λειτουργία του εργοστασίου της αντιδίκου τους.

Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται επιπροσθέτως και από το γεγονός ότι τόσο οι απολύσεις των εναγόντων όσο και των λοιπών 110 συναδέλφων τους: α) ξεκίνη­σαν με την άρνησή τους να αποδεχτούν την προαναφερόμενη τροποποίηση των εργασιακών τους συμβάσεων, β) με εξαίρεση τις πρώτες δεκαοκτώ απολύσεις, οι υπόλοιπες λάμβαναν χώρα κάθε μήνα, στο μέσο της απεργίας της συνδικαλιστικής ορ­γάνωσης των εργαζομένων, και μάλιστα σε τέτοιο αριθμό, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, ο οποίος καθορίζει συγκριμένη διαδικασία για την πραγματοποίηση απολύσεων αυτού του μεγέθους, προφα­νώς ώστε να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι σε απόφαση περί αναστολής των κινητοποιήσεών τους, και γ) ολοκληρώθηκαν μόνον όταν εκδόθηκε η δικαστική απόφαση που αναγνώρισε κατά τα ανωτέρω τον παράνομο χαρακτήρα της απεργίας τους, οπότε το εργοστάσιο της εναγόμενης επανήλθε σταδιακά στους κανονικούς του ρυθμούς.

Κατ ακολουθία των προεκτιθεμένων, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ανωτέρω εναγόντων έγινε για νόμιμη συνδικαλιστική τους δράση, αφού συντρέ­χουν και οι δύο προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, και επομένως θα πρέπει να αναγνωριστεί η εκ του λόγου αυτού ακυρότητά της.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω απο­δεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από την ως άνω άκυρη απόλυση των εναγόντων και μετά η εναγόμενη δεν αποδέχεται την προσφερόμενη από τους ίδιους εργασία, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία εργοδότη. Η άρνηση αποδοχής της εργασίας των ενα­γόντων, οι οποίοι είναι και οι τρεις έγγαμοι και έχουν από δύο ανήλικα τέκνα (οι 1ος και 3ος) και ένα ενήλικο τέκνο (ο 4ος), προσ­βάλλει αυτούς παράνομα στην προσωπικότητά τους, αφού έστω και κατά την ενά­σκηση του διευθυντικού της δικαιώματος η εναγομένη στερεί άνευ λόγου από εκείνους το υπέρτερο δικαίωμά τους στην εργασία, χωρίς την οποία τίθεται σε κίνδυνο η αξι­οπρεπής διαβίωση τόσο των ιδίων όσο και των οικογενειών τους. Ως εκ τούτου, η εναγομένη θα πρέπει να υποχρεωθεί να αποδέχεται την εργασία τους, ενώ, λόγω της υπερημερίας της, θα πρέπει να υποχρε­ωθεί να τους καταβάλει και τις οφειλόμενες αποδοχές τους για το διάστημα από την απόλυσή τους (24.2.2012 για τους 1ο και 3ο και 7.3.2012 για τον 4ο) έως τις 24.9.2012, πιθανό -κατά τους ανωτέρω ενάγοντες- χρόνο εκδίκασης της αγωγής τους.

Οι αποδοχές αυτές, ενόψει του ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο της απόλυσής τους λάμβαναν κάθε μήνα το ποσό των (54,49 ευρώ ημερομίσθιο x 25 ημ.) 1.362,25 ευρώ ο 1ος, το ποσό των (59,46 ευρώ ημε­ρομίσθιο χ 25ημ.) 1.486,50 ευρώ ο 3ος και το ποσό των (62,24 ευρώ ημερομίσθιο χ 25ημ.) 1.556 ευρώ ο 4ος αντίστοιχα, ανέρ­χονται στο συνολικό ποσό των (1.362,25 ευρώ χ 7μήνες) 9.535,75 ευρώ για τον 1ο, στο συνολικό ποσό των (1.4 86,50 ευρώ x 7μήνες) 10.405,50 ευρώ για τον 3ο, και στο συνολικό ποσό των (1.556 ευρώ χ 6,5 μή­νες) 10.114 ευρώ για τον 4ο αντιστοίχως.

Ωστόσο, από τα προαναφερόμενα ποσά θα πρέπει να αφαιρεθούν 1.030,59 ευρώ, 2.081,10 ευρώ και 2.178,40 ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή η αποζημίωση που έλαβε έκαστος των 1ου, 3ου και 4ου των ενα­γόντων κατά την απόλυσή του από την εναγόμενη, δεκτού γενομένου ως βάσι­μου και κατ ουσία του σχετικού νόμιμου, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της πα­ρούσας, ισχυρισμού της εναγομένης, που είχε καταχωρηθεί και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά. Επομένως, το ποσό που οφείλει τελικά να καταβάλει η εναγόμενη ως αποδοχές υπερημερίας στους ανωτέρω ενάγοντες ανέρχεται σε (9.535,75 - 1.030,59) 8.505,16 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, σε (10.405,50 - 2.081,10) 8.324,40 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και σε (10.114 - 2.178,40) 7.935,60 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα.

Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτι­κά μέσα αποδείχθηκε ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, οι ανωτέρω ενάγοντες υπέ­στησαν ηθική βλάβη. Το προς ικανοποίηση της τελευταίας ποσό, λαμβανομένης υπό­ψη και της ήδη εκτεθείσας κοινωνικής και οικονομικής θέσης των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ για καθέναν από τους ενάγοντες. Ο δε ισχυρι­σμός —καταχωρηθείς και αυτός στα ταυ­τάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά— της εναγομένης περί των αλλαχού κερδηθέντων, ζητώντας να αφαιρεθούν από οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί στους ως άνω ενάγοντες ως αποδοχές υπερ­ημερίας τα ποσά που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας εισέπραξαν απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις της ειδικότητάς τους, κρίνεται αόριστος, ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και συνεπώς απορριπτέος, διότι η εναγομένη δεν επικαλείται τους συγκε­κριμένους εργοδότες στους οποίους απα­σχολήθηκαν οι ως άνω ενάγοντες ενόσω αυτή ήταν υπερήμερη, καθώς και τα συ­γκεκριμένα ποσά τα οποία εισέπραξαν οι αντίδικοι της από την επικαλούμενη εργα­σία τους σε τρίτους εργοδότες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη παρά τα περί του αντιθέτου διατεινόμενα από την εναγομένη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσία και: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα τόσο της από 24.2.2012 καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των 1ου και 3ου των εναγόντων όσο και της από 7.3.2012 καταγγελίας της ανωτέρω σύμβα­σης εξαρτημένης εργασίας του 4ου των ενα­γόντων, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων, την οποία παρείχαν πριν την καταγγελία των ανωτέρω εργασιακών τους συμβάσε­ων, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους τριακοσίων (300) ευρώ υπέρ καθενός από αυτούς και για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.505,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλό­μενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, δ) να υποχρεω­θεί η εναγομένη να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 8.324,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλό­μενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 7.935,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλό­μενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έσφαλε επομένως στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικα­στήριο που απέρριψε την αγωγή, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της έφεσης.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί κατ άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικα­στεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη και κατ ουσία και α) να αναγνωρι­στεί η ακυρότητα τόσο της από 24.2.2012 καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των 1ου και 3ου των εναγόντων όσο και της από 7.3.2012 κα­ταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης εξαρτη­μένης εργασίας του 4ου των εναγόντων, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων, την οποία πα­ρείχαν πριν την καταγγελία των ανωτέρω εργασιακών τους συμβάσεων, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, υπέρ καθενός από αυτούς και για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.505,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλόμενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 8.324,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλόμενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 7.935,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε οφειλόμενου μήνα, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων (1ου, 3ου, 4ου των εναγόντων και της εναγο­μένης) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδο­σίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ αυτών λόγω της δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 σε συνδ. με το άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).