ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 32/2020

 

Πρόεδρος: Κ. Παπαντωνίου, Εφέτης

Δικηγόροι: Β. Ντζελβέ, Χ. Μυλωνάς

 

Η υπό κρίση από 14.12.2015 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την 16.10.2015 με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ..., ενώ επικυρωμένο αντίγραφό της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 25.1.2016 με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ..., κατά της υπ’ αριθ. 233/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή την από 18.3.2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2011 αγωγή, ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 514, 517, 520 παρ. 1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ τασσόμενης προθεσμίας, καθώς αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε στην εναγόμενη την 16.11.2015, όπως προκύπτει από την επισημείωση της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Α. Π., σε αντίγραφο της εκκαλουμένης και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 16.12.2015, ήτοι εντός της τριακοντανθήμερης προθεσμίας. Περαιτέρω η εκκαλούσα έχει καταθέσει κατά την άσκηση της έφεσής της το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 Αβ ΚΠολΔ παράβολο και δη τα με αριθμό ..., ..., ..., ..., ... και ... παράβολα, όπως προκύπτει από την επισημείωση της Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο δικόγραφο της έφεσης. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθούν οι λόγοι που περιέχονται στην έφεση ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρα 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με την από 18-3-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2011 αγωγή της, η ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «...» που εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., ισχυρίστηκε οτι στα πλαίσια πολυετούς εμπορικής συνεργασίας με την εναγόμενη, είχε πωλήσει και παραδώσει στην εναγομένη δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης κατά τους μήνες Μάρτιο του έτους 2008 καθώς και τον Απρίλιο και Ιούλιο του έτους 2010, είδη γυναικείου ρουχισμού, έναντι συνολικού τιμήματος 19.377 ευρώ, αντίστοιχα τιμολόγια. Οτι κατά τη συμφωνία των διαδίκων που αποτυπωνόταν και με ρητό όρο στα εκδοθέντα τιμολόγια, το τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων ήταν εξοφλητέο εντός ενενήντα ημερών από την έκδοση έκαστου τιμολογίου. Οτι ενώ η εναγομένη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα εμπορεύματα δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να της οφείλει το ως άνω ποσό νομιμότοκα από τότε που παρήλθε η ενενηκοστή ημέρα από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, ποσό το οποίο ζήτησε να της επιδικαστεί με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Επί της αγωγής αυτής που δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η με αριθμό 233/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση εξόφλησης του επίδικου χρέους, που πρόβαλλε η εναγομένη δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.377 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της παρέλευσης της δήλης ημέρας καταβολής των τιμολογίων, ήτοι από την επομένη της παρέλευσης 90 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, κήρυξε την διάταξή της αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000 ευρώ και καταδίκασε την εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας την οποία καθόρισε στο ποσό των 857,29 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη έφεση η εναγομένη ισχυριζόμενη οτι η εκκαλουμένη απόφαση λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, έλαβε υπόψη την αντένσταση που αορίστως και κατά παράβαση των δικονομικών κανόνων πρόβαλε η ενάγουσα σύμφωνα με την οποία η επιταγή έκδοσης της εναγομένης που εισπράχθηκε από αυτήν αφορούσε διαφορετικές συμβάσεις πώλησης από τις επίδικες και σε κάθε περίπτωση λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων δέχθηκε οτι ο σχετικός ισχυρισμός ήταν ουσιαστικά βάσιμος. Ζητεί δε με την κρινόμενη έφεση να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι, ο οφειλέτης χρηματικής απαιτήσεως εναγόμενος, αν ισχυρισθεί απόσβεση με καταβολή του χρέους του, αρκεί να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει την γενόμενη καταβολή χωρίς να είναι ανάγκη να επικαλεσθεί και αποδείξει και ότι αυτή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη. Ο δε δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ’ αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν’ αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ’ επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους βάσει της διάταξης του αρθρ. 422 ΑΚ (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1221/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 3 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων μόνο για την απόκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου, τέτοιο δε ισχυρισμό συνιστά και η αντένσταση του ενάγοντος στην ένσταση του εναγομένου περί εξοφλήσεως του επίδικου χρέους (ΑΠ 575/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 18-3-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2011 αγωγή της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε οτι πώλησε στην εναγόμενη δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης κατά τους μήνες Μάρτιο του έτους 2008 καθώς και τον Απρίλιο και Ιούλιο του έτους 2010, είδη γυναικείου ρουχισμού, έναντι συνολικού τιμήματος 19.377 ευρώ, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια. Ότι παρά το γεγονός της παραλαβής των πωληθέντων εμπορευμάτων από την εναγομένη η τελευταία δεν προέβη σε καμία καταβολή, με αποτέλεσμα να ζητεί την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου ισχυρίσθηκε, ότι έχει εξοφλήσει την επίδικη οφειλή καθώς για τα επίδικα εμπορεύματα εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα την από 31.3.2010 επιταγή εκδόσεώς της, ποσού 19.855 ευρώ η οποία πληρώθηκε από την Τράπεζα την 12.4.2010. Η ενάγουσα με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως ενώπιον αυτού, κατ’ εκτίμηση των τελευταίων, ομολόγησε την επικαλούμενη από την εναγομένη καταβολή, ισχυρίσθηκε όμως περαιτέρω ότι η καταβολή αυτή δεν αφορά το αιτούμενο με την αγωγή της ποσό αλλά τιμολόγια που είχε εκδόσει για την πώληση άλλων εμπορευμάτων που αφορούσαν διαφορετικές συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με την εναγομένη και οχι των επίδικων. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε οτι είχε εκδώσει τα με αριθμούς .../17.10.2008, .../6.3.2009 και .../25.3.2009 τιμολόγια, ποσού 6.202, 7.777 και 5.878 ευρώ αντίστοιχα και συνολικού ποσού 19.857 ευρώ, τα οποία εξοφλήθηκαν με την επικαλούμενη από την εναγόμενη επιταγή ποσού 19.855 ευρώ.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, παραδεκτά η ενάγουσα προέβαλε την αντένσταση ότι η γενόμενη από την εναγόμενη καταβολή αφορούσε διαφορετικό, του επίδικου χρέους, με την προσθήκη των προτάσεων και δήλωσή της στο ακροατήριο αφού η ένσταση εξόφλησης προβλήθηκε το πρώτον με δήλωση στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της εναγόμενης. Για τον ίδιο λόγο παραδεκτά προσκόμισε το πρώτον με την προσθήκη στις προτάσεις της και τα τιμολόγια που ισχυρίστηκε ότι εξοφλήθηκαν με την επιταγή που επικαλείται προς εξόφληση η εναγομένη. Επιπλέον, ο προβληθείς, κατά τα άνω, με την προσθήκη στις προτάσεις της ενάγουσας ισχυρισμός, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, συνιστά αντένσταση, στην προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου χρέους και περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή του στις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ και είναι ορισμένος, αφού ειδικώς αναφέρεται ότι η επικαλούμενη από την εναγομένη καταβολή αφορά μεν τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα για έτερες πωλήσεις προϊόντων της, η επίδικη όμως απαίτηση αφορά άλλα τιμολόγια, που δεν πληρώθηκαν από την εναγομένη. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών που έκρινε παραδεκτή και ορισμένη την εν λόγω αντένσταση ορθώς εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι.

Από την επανεκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της εναγόμενης που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (η ενάγουσα δεν εξέτασε μάρτυρα), των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν είτε αυτά είναι πρόσφορα για πλήρη απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σημειώνεται ότι τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη ξενόγλωσσα έγγραφα - τιμολόγια τα οποία δεν έχουν μεταφραστεί - λαμβάνονται υπόψη, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει από 1/1/2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του Ν 2915/2001, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία, αφού στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1/2011 ΕλλΔνη 2011,730, ΕφΑθ 189/2019, ΕφΠειρ 242/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 884/2005 ΕλλΔνη 2006,1100), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004,723), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης που σύναψαν η ενάγουσα εταιρεία που δραστηριοποιείται στον χώρο του επαγγελματικού σχεδίου μόδας και της μαζικής παραγωγής και διανομής γυναικείων ρούχων και η εναγόμενη που διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας ενδυμάτων υποδημάτων και δερμάτινων ειδών, η ενάγουσα πώλησε και παράδωσε στην εναγόμενη διάφορα είδη γυναικείων ενδυμάτων. Ειδικότερα, καταρτίστηκαν μεταξύ τους τέσσερεις συμβάσεις πώλησης κατά τους μήνες Μάρτιο του έτους 2008, Απρίλιο και Ιούλιο του έτους 2010 και εκδόθηκαν ισάριθμα παραστατικά έγγραφα, που προσάγονται νόμιμα μεταφρασμένα και συγκεκριμένα τα με αριθμούς .../25.3.2008 τιμολόγιο πώλησης, τιμήματος 2.914 ευρώ, το με αριθμό .../9.4.2010 τιμολόγιο πώλησης τιμήματος 11.122 ευρώ, το με αριθμό .../30.4.2010 τιμολόγιο πώλησης τιμήματος 1.101 ευρώ και το με αριθμό .../30.7.2010 τιμολόγιο πώλησης τιμήματος 4.240 ευρώ, ήτοι συνολικού τιμήματος 19.377 ευρώ. Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε βάσει ρητού όρου που περιλαμβάνεται στα παραπάνω τιμολόγια η πίστωση του τιμήματος κάθε πωλήσεως και ορίστηκε ημερομηνία εξόφλησης αυτού 90 ημέρες από την έκδοση του σχετικού παραστατικού εγγράφου και την παράδοση των εμπορευμάτων που αυτό αφορούσε. Η εναγόμενη συνομολογεί την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, την παραλαβή των εμπορευμάτων, το ύψος του τιμήματος και τον χρόνο έναρξης της απαίτησης τοκοδοσίας της ενάγουσας.

Περαιτέρω, η εναγόμενη προβάλλοντας παραδεκτά την ένσταση εξόφλησης του επίδικου χρέους, ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, ποσού 19.855 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 31.3.2010, η οποία εξοφλήθηκε από τον λογαριασμό της με αριθμό ... στις 12.4.2010, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 7.10.2014 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η εναγομένη συνομολογεί οτι εισέπραξε το ποσό που ενσωματώθηκε στην ως άνω επιταγή, προβάλλοντας όμως την αντένσταση οτι με την επιταγή αυτή εξοφλήθηκε έτερο χρέος της εναγόμενης, προερχόμενο από έτερες συμβάσεις πώλησης που είχαν συνάψει οι διάδικοι για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα κάτωθι τιμολόγια: α) το με αριθμό .../17.10.2008 τιμολόγιο ποσού 6.202 ευρώ, β) το με αριθμό ... /6.3.2009 τιμολόγιο ύψους 7.777 ευρώ και γ) το με αριθμό .../25.3.2009 τιμολόγιο ποσού 5.878 ευρώ, και συνολικού ποσού 19.857 ευρώ, τα οποία και προσάγει χωρίς μετάφραση αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους που αποτυπώνουν τα τιμολόγια αυτά. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγόμενη δεν αρνείται την σύναψη και έτερων συμβάσεων πώλησης με την ενάγουσα αφού συνομολογεί την δεκαετή συνεργασία τους.

Η εναγόμενη, η οποία σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, ούτε προέβαλε πραγματικά περιστατικά ούτε απέδειξε με κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους δυνάμει σχετικής συμφωνίας των διαδίκων ή με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου χρέους βάσει της διάταξης του αρθρ. 422 ΑΚ. Επιπλέον και με τα διδάγματα της κοινής πείρας ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του επίδικου χρέους με την πληρωμή της προαναφερθείσας επιταγής ποσού 19.855 ευρώ δεν κρίνεται βάσιμος, αφενός λόγω του οτι με αυτήν φέρεται να έχει καταβάλλει στην ενάγουσα ποσό 480 ευρώ πλέον του επίδικου χωρίς να επικαλείται την αιτία της διαφοράς αυτής και αφετέρου φέρεται να εξοφλεί τιμολόγια και δη τα με αριθμούς .../30.4.2010 τιμήματος 1.101 ευρώ και .../30.7.2010 τιμήματος 4.240 ευρώ πριν την έκδοση αυτών. Ο ισχυρισμός της δε οτι λόγω της οικονομικής κρίσης έπρεπε να προβεί σε προπληρωμή των εμπορευμάτων δεν αποδεικνύεται βάσιμος καθώς στα επίδικα τιμολόγια αναφέρεται ρητά ο όρος εξόφλησής του 90 ημέρες μετά την έκδοση εκάστου.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγομένη και έκανε δεκτή την αγωγή υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.377 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρέλευσης της δήλης ημέρας καταβολής των τιμολογίων, ήτοι από την επομένη της παρέλευσης των 90 ημερών από την έκδοση εκάστου και δη για το με αριθμό .../28.3.2008 τιμολόγιο πώλησης από την 26.6.2008, για το με αριθμό .../9.4.2010 τιμολόγιο πώλησης από την 10.7.2010, για το με αριθμό .../30.4.2010 τιμολόγιο πώλησης από την 10.7.2010 και για το με αριθμό .../30.7.2010 τιμολόγιο πώλησης από την 31.10.2010, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης, με αποτέλεσμα η κρινόμενη έφεση να τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Πρέπει συνεπώς να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του οικείου αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 106, 178, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο ταμείο, λόγω της απόρριψης της έφεσης.