Αριθμός 316/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κωνσταντίνου Νιζάμη του Αντωνίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8755/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, 2217/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, με το ν.993/1979 "περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (στο εξής: OTA) και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (στο εξής: ΝΠΔΔ), ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος 1975, όπως είχε τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί με το π.δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των OTA και των λοιπών ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ 191 Α’ ), ορίσθηκαν οι επιτρεπτές περιπτώσεις προσλήψεως στο Δημόσιο, τους OTA και τα λοιπά ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Η παράγραφος 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζει τα εξής: "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται”, ενώ η παράγραφος 8 του ήδη αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος ορίζει ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 [...]". Περαιτέρω, στο άρθρο 49 του ν. 993/1979 και ήδη 55 του π.δ. 410/1988, ορίζονται τα εξής: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής: α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία έτη και μέχρι έξη έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξη και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών, β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. [...]" (παρ. 1). "Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30)" (παρ. 2). "Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης" (παρ.4, όπως έχει τροποποιηθεί το πρώτο εδάφιο αυτής με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3320/2005 “Θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, οικονομικά OTA κλπ. (ΦΕΚ 48 A’ /23-2-2005) και ισχύει, κατά τη παρ. 2 του άρθρου αυτού, από 1-1-2004). "Ως επικουρικά ασφαλισμένοι, για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου αυτού, νοούνται όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής σύνταξης" (παρ.7). "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους μισθωτούς με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του ν. 993/1979 και του ν. 1188/1981, οι οποίοι δεν ανήκουν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό των άρθρων 9 του ν. 993/1979 και 258 του ν. 1188/1981" (παρ.10). Η ανωτέρω παρ. 4 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, πριν την ως άνω τροποποίησή της, είχε ως ακολούθως: "Το προσωπικόν του παρόντος Κεφαλαίου το μη υπαγόμενον, δια την χορήγησιν συντάξεως, εις την ασφάλισιν του Δημοσίου, συμπληρούν τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύναται να αποχωρή εκ της υπηρεσίας λαμβάνον το μεν επικουρικώς ησφαλισμένον το 40%, το δε μη ησφαλισμένον επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως της οριζομένης εις την παρ.1 του άρθρου αυτού". Από τη σαφή διατύπωση της τροποποιηθείσας ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι, ενώ μέχρι την τροποποίηση αυτής με το ν. 3320/2005, το προσωπικό που εδικαιούτο να λάβει την αποζημίωση του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 ορίζονταν ρητά στις διατάξεις του ν. 993/1979, δηλαδή ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, που προσλήφθηκε πριν την ισχύ του ν. 993/1979 και όσοι υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και συνδέονταν με το Δημόσιο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, παρότι δεν ανήκαν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, μετά τη γενόμενη τροποποίηση αναφέρεται πλέον γενικά στο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Η τροποποίηση αυτή είναι σύμφωνη προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος και ιδιαίτερα προς αυτή της παρ.8 αυτού, που ορίζει ότι μπορεί να υπηρετεί σε οργανικές θέσεις προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πέραν αυτού που προβλέπεται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου (ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό). Ήδη, στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 3801/2009 "Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης"(ΦΕΚ Α’ 163/4-9- 2009), που δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ενόψει του ότι η πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε την 31-12-2007, ορίζονται τα ακόλουθα: ‘’Στις διατάξεις του Kεφαλαίου Β’ του π.δ. 410/1988 ‘‘Κώδικας Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των OTA και των λοιπών ΝΠΔΔ’’ υπάγεται όλο το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας" (παρ.2). "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ε’ του π.δ. 410/1988 και του άρθρου 88 του Κεφαλαίου ΣΤ’ δεν θίγονται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου" (παρ.3). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού και σε σχέση με την παρ.2 του άρθρου 5 αναφέρονται τα εξής: "Όπως είναι γνωστό στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 103 παρ.3) προβλεπόταν ότι το ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό μπορεί να κατέχει οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους OTA. Αποτέλεσμα της εν λόγω συνταγματικής διάταξης ήταν όλο το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου να μην υπάγεται στο Κεφάλαιο Β’ του π.δ. 410/1988, που ρυθμίζει τα θέματα κατάστασης του ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού που κατέχει οργανικές θέσεις. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, το έτος 2001, στο πλαίσιο της οποίας (άρθρο 103 παρ. 8) ορίσθηκε ότι μπορεί να υπηρετεί σε οργανικές θέσεις προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πέραν αυτού

που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 103 (ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό), θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά και για το προσωπικό αυτό η υπαγωγή του στο Κεφάλαιο Β’ του π.δ. 410/1988, ώστε να δικαιούται, πέραν των άλλων, και την αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για την οποία μέχρι σήμερα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είχε αντίθετη άποψη, δίδοντας την ερμηνεία ότι μόνο το ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό δικαιούται και την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης ή καταγγελίας της σύμβασης από την υπηρεσία. Περαιτέρω, προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής, η οποία έχει προνοιακό χαρακτήρα (ΑΠ 790/2014, 1159/2011), αποτελούν αφενός μεν η μη υπαγωγή των μισθωτών στην ασφάλιση του Δημοσίου για τη χορήγηση σύνταξης (αρνητική προϋπόθεση), αφετέρου δε η συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς λήψη σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται (θετική προϋπόθεση), ενώ η επικουρική ασφάλισή τους και η συμπλήρωση των προϋποθέσεων απόληψης επικουρικής σύνταξης, δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά συνιστά περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της μειωμένης αποζημίωσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998 , 1185/2015).

2. Στην προκειμένη περίπτωση ,όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 23-1-2012 (αριθμός κατάθεσης .../30/1/2012)αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε στις 23-12-1981 ως εκπαιδευτικός (καθηγητής οικονομικών μαθημάτων) και εργάσθηκε συνεχώς έκτοτε σε σχολικές μονάδες της Μέσης Δημόσιας Εκπαίδευσης έως την 1010-2011, οπότε παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης, έχοντας δε τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από το ΙΚΑ συνταξιοδοτήθηκε απ' αυτό, χωρίς επικουρική ασφάλιση, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 49 του Ν.993/1979, με βάση τις αποδοχές του κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρηση μήνα.

3. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του , δέχθηκε ότι ο εναγών και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 49 του Ν.993/1979 και ήδη 55 του π.δ 410/1988, επειδή προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο μετά την 21-12-1979, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.993/1979 και δεν ανήκε στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό του εναγομένου. Μετά τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε κρίνει νόμιμη και είχε κάνει δεκτή κατ' ουσία την αγωγή, που στηριζόταν στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του Ν.993/1979 ήδη 55 του π.δ 410/1988,όπως ίσχυαν μετά την τροποποίηση παρ.1 του άρθρου 49 του Ν.993/1979 με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3320/2005 και εκείνες του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν.Δ 618/1970 και το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν.3144/2003. Με την κρίση του αυτή το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί στην παραπάνω σκέψη αρ.1 ,παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 55 του π.δ 410/1988 τις οποίες δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθώς, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και στις παραπάνω νομικές σκέψεις, ο αναιρεσείων ενάγων δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης, αν και διορίσθηκε στο εναγόμενο αναιρεσίβλητο Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 993/1979 και δεν ανήκε στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό. Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ( και όχι του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως από παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης) είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παράβολου του Δημοσίου με αριθμό Θ 1066565, ποσού 300 ευρώ, κατ' άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε ΚΠολΔ, το οποίο αυτός κατέθεσε, εκ περισσού, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, εφόσον ρητά ο νόμος (άρθρο 495 παρ.4 εδ. β ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν.4055/2012 ήδη δε με το Ν.4335/2015 αναριθμήθηκε σε παρ.3) εξαιρεί από την υποχρέωση καταβολής του παράβολου τις εργατικές διαφορές εκ του άρθρου 663 ήδη 614 ΚΠολΔ. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), τα οποία όμως πρέπει να καταλογισθούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης(ΦΕΚ ΒΊ 1/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2217/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παράβολου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουάριου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2019.

 

[ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ‘’ΑΠ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – Ν.-Κ. ΧΛΕΠΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ’’ ]