ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 315/2019

 

Δικαστής : Φ. Καρανικόλα, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Π. Γιαννόπουλος - Θ. Πέτσος

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ν. 4307/2014, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με πτωχευτική ικα­νότητα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και ευρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπληρώ­σεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του, δύναται να υπαχθεί στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην αυτή, δε, διαδικασία δύνα­νται να υπαχθούν, εφόσον πρόκειται για κεφαλαιου­χικές εταιρίες, και αυτές ως προς τις οποίες συντρέχει για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσεως από τους προβλεπόμενους στις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 1 του ν. 2190/1920. Εξ άλλου, κατά την παρ. 2 του προαναφε­ρομένου άρθρου 68, σε συνδυασμό και με το άρθρο 70 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, η σχετική αίτηση υπο­βάλλεται προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο οφει­λέτης, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκού­σιας δικαιοδοσίας, ασκηθείσα από πιστωτή ή πιστω­τές οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των εις βάρος του οφειλέτη απαιτήσεων, εφό­σον μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ένας τουλάχιστον χρηματοδοτικός φορέας. Ο δε υπολογισμός του ποσο­στού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 4307/2014, σύμφωνα με την παρ. 4 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσ­σεται από κάτοχο αδείας λογιστή φοροτεχνικού Α ή Β τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και στα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη και των αιτού­ντων πιστωτών, και θα πρέπει να αποτυπώνεται σε σχετική βεβαίωση, η οποία, μάλιστα, επισυνάπτεται, επί ποινή απαράδεκτου, στην αίτηση. Επίσης, για το παραδεκτό της αιτήσεως απαιτείται και η ταυτόχρονη κατάθεση δηλώσεως του προτεινόμενου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί απο­δοχής του σχετικού έργου της ειδικής διαχειρίσεως. Ως ειδικός, δε, διαχειριστής δύναται να ορισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγό­ρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρεία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανώτατης σχολής ο οποίος είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος και κάτοχος άδειας λογιστή φοροτεχνικού Α τάξεως του ν. 2515/1997. Η εν λόγω αίτηση περί θέσεως ενός φυσι­κού ή νομικού προσώπου στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, αφού κατατεθεί στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου και ορισθεί δικάσιμος, κοινοποι­είται στην επιχείρηση, ενώ περίληψη αυτής δημοσιεύ­εται και στο ΓΕΜΗ δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέ­ρες προ της ορισθείσης δικασίμου (άρθρο 70 παρ. 4). Εξ άλλου, κατόπιν αιτήσεως οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, έως και την έκδοση αποφάσεως επί της συγκεκριμένης αυτής αιτήσεως του άρθρου 68 του ν. 4307/2014, δύναται να διατάζονται από τον Πρόεδρο του αρμόδιου Δικαστηρίου τα ορισμένα από τις διατά­ξεις του άρθρου 10 του ΠτωχΚ μέτρα, κατ αναλογική εφαρμογή αυτού. Μετά, δε, την έκδοση της αποφάσεως, εάν αυτή είναι θετική και αποδέχεται την αίτηση του άρθρου 68 του ν. 4307/2014, επέρχεται αυτοδί­καιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχειρήσεως καθ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχειρίσεως, συμπεριλαμβανόμενων και των μέτρων διοικη­τικής εκτελέσεως από το Δημόσιο και τους φορείς κοι­νωνικής ασφαλίσεως, καθώς και των μέτρων διασφα­λίσεως της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 (άρθρο 72 παρ. 1). Εκ των ανωτέρω αναφερομένων προκύπτει ότι, με τον ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον ΠτωχΚ έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως για την εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Εξ άλλου, η ως άνω δια­δικασία συνιστά παρεμφερή, κατά τον σκοπό και τη δομή της, ή απολύτως συναφή διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διατάξεως του άρθρου 106 περ. ια του ΠτωχΚ, ως αυτή ίσχυε προ της καταργήσεως της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 Η εν λόγω, λοιπόν, διαδικασία είναι μία συλλογική δια­δικασία, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθε­σμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντος πτωχευ­τική ικανότητα οφειλέτη, επί τω σκοπώ της εκποιήσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσει του ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων ή ακόμα και κατ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων. Η διαδικασία αυτή, συνεπώς, είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσ­σεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση. Στόχος της, δηλαδή, όπως και της ειδικής εκκαθαρίσεως της διατάξεως του άρθρου 106 περ. ια του ΠτωχΚ, είναι να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχειρήσεως του νομικού προσώπου μέσω της άμεσης υπαγωγής του στην πτωχευτική διαδικασία, καθώς και να επιτευχθεί η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πωλήσεως του ενεργη­τικού (εν συνόλω ή επί μέρους στοιχείων) της εν λόγω επιχειρήσεως (Μ.Πρ.Αθ. 963/2017, ΔΕΕ 2017. 371).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία στην οποίαν εισήχθη, το δικαστήριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζεται αυτή, χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υποθέσεως στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο δικαστήριο ή εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανό­νων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδι­κασία κατά την οποία πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση. Το δικαστήριο ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, για να κρίνει αν η διαδικασία στην οποία έχει εισαχθεί καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας, που πρέπει να εφαρ­μοσθεί, οπότε σε καταφατική περίπτωση προβαίνει σε εφαρμογή της και εκδικάζει την υπόθεση με την προ­σήκουσα διαδικασία κατά την αυτή δικάσιμο. Αλλιώς διατάσσει την εκδίκαση κατά την οριζόμενη διαδικα­σία και απέχει της περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης μέχρι να γίνουν από τους διαδίκους όσα απαιτεί η προ­σήκουσα διαδικασία (ΑΠ 1227/1983, ΕλλΔνη 25(1984). 362, ΑΠ 1363/1974, Δ 6. 612, Εφ.Πειρ. 996/1994, ΕλλΔνη 37(1996). 386, Εφ.Αθ. 1229/1983, ΝοΒ 31. 838).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αιτούσες ανώνυ­μες τραπεζικές εταιρίες, επικαλούμενες ότι τυγχάνουν πιστώτριες της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………» και ότι εκπροσωπούν ποσοστό άνω του 70% επί του συνόλου των υποχρεώσεών της, εκθέτουν ότι έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την από 10.1.2019 και με αριθμό έκθ. καταθ. 31/2019 αίτηση, προκειμένου η εν λόγω εταιρία να υπαχθεί στην προβλεπόμενη εκ των διατάξεων του άρθρου 68 του ν. 4307 201 – διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, την αίτηση δε αυτή παραθέ­τουν αυτούσια στο υπό κρίση δικόγραφο. Εκθέτουν, επίσης, ότι προκειμένου η εν λόγω διαδικασία να είναι αποτελεσματική και να είναι εφικτή η μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχειρήσεως της ως άνω οφειλέτιδας εταιρίας, είτε ως σύνολο είτε ως επιμέρους τμή­ματα συνόλων του ενεργητικού, θα πρέπει κατά το χρονικό διάστημα από την υποβολή της προαναφε­ρόμενης αιτήσεως περί υπαγωγής της οφειλέτιδας εταιρίας στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως έως και την έκδοση της σχετικής αποφάσεως, να ληφθούν προληπτικά μέτρα, κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 του ΠτωχΚ, στην οποίαν παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 3 του ν. 4307/2014, ώστε να αποφευχθούν τυχόν επιζήμιες για το σύνολο των πιστωτών μεταβολές της περιουσία της οφειλέτιδας εταιρίας, είτε λόγω μειώσεως αυτής είτε λόγω προ­νομιακής ικανοποιήσεως συγκεκριμένου πιστωτή. Με βάση, δε, τα ανωτέρω αναφερόμενα, οι αιτούσες εται­ρείες ζητούν: α) να διαταχθούν τα αναλυτικώς ανα­φερόμενα υπό στοιχ. α - ε στην αίτηση προληπτικά μέτρα έως και την έκδοση αποφάσεως επί της ανω­τέρω αιτήσεως περί υπαγωγής της ανωτέρω ανώνυ­μης εταιρεία στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 68επ του ν. 4307/2014 διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως και β) να διαταχθεί η αναστολή της από 16.11.2018 και με αριθμό καταθ. 173/2018 αιτήσεως περί κηρύξεως σε πτώχευση της ίδιας ως άνω ανώνυμης, κατ άρθρο 70 παρ. 5 του ν. 4307 2014.

Ωστόσο, με το περιεχόμενο και αυτά τα αιτή­ματα, η υπό κρίση αίτηση εσφαλμένως εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό, για να δικασθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον έπρεπε να εισα­χθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την προσήκουσα διαδικασία της εκούσια δικαιοδοσίας. Τούτο συνάγεται από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 70 ν. 4307/2014, από τη γραμματική διατύπωση της οποίας προκύπτει ότι η αίτηση για τη λήψη προλη­πτικών μέτρων (κατ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα) στο πλαίσιο ασκηθείσας αιτήσεως υπαγωγής οφειλέτη στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του άρθρου 68 του ίδιου νόμου, ασκείται στο αρμόδιο για την τελευταία αυτή αίτηση (υπαγω­γής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης) δικαστήριο, το οποίο στην παρ. 1 του άρθρου 70 του ίδιου νόμου ορίζε­ται ότι είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τη νομοτεχνική διατύπωση του άρθρου 70 παρ. 3 του ν. 4307/2014, όπου δεν γίνεται μεν ρητή μνεία ως προς το αρμόδιο όργανο χορήγησης των προληπτι­κών μέτρων, κατά το στάδιο από την άσκηση αιτήσεως για υπαγωγή στη διαδικασία της ειδικής διαχεί­ρισης και μέχρι την έκδοση σχετικής απόφασης, γίνε­ται όμως αναφορά στον «πρόεδρο του αρμόδιου δικα­στηρίου» και άρα εμμέσως παραπομπή στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπου προβλέπεται ρητώς το Δικαστήριο αυτό. Σημειωτέον ότι η αναφορά στην εν λόγω ερμηνευόμενη διάταξη για αναλογική εφαρμογή του άρθρου 10 του ΠτωχΚ έχει την έννοια της αναλογικής εφαρ­μογής των προληπτικών μέτρων που προβλέπονται και στη διαδικασία της πτώχευσης (όμοιων κατ είδος, φύση και αντικείμενο) και όχι της αναλογικής εφαρμο­γής της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων που προβλέπεται στην ίδια αυτή διάταξη (του άρθρου 10 του ΠτωχΚ) και αφορά αποκλειστικά την πτωχευτική διαδικασία. Περαιτέρω, μέχρι του σημείου της συζήτη­σης της ένδικης υπόθεσης στο ακροατήριο, εν όψει της μη εγγραφής της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, υπάρ­χουν ουσιώδεις αποκλίσεις της διαδικασίας που τηρή­θηκε (ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία η υπόθεση δεν εγγράφεται στο πινάκιο), από τη διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 748 παρ. 1 και 226 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την εγγραφή της στο πινάκιο είναι απαράδεκτη και αν τυχόν γίνει χωρίς αυτήν επέρχεται ακυρότητα από την έλλειψη αυτή - στοιχείο της προδικασίας, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως, καθόσον η επιταγή της εγγραφής στο πινάκιο της υπόθεσης αφορά τη δημόσια τάξη, και μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης). Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρ­θηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την προσή­κουσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ερμηνεία των κανόνων δίκαιου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 70 ν. 4307/2014 και 10 ν. 3588/2007) ήταν ιδιαί­τερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).