ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3056/2020

 

Πρόεδρος: Μ. Βλάχου, Εφέτης

Δικηγόρος: Γ. Λουκάς

 

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1321/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 ΚΠολΔ), όπως αυτή ίσχυε πριν το Ν 4335/2015, έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 29.6.2015 (αυξ. αριθ. καταθ. .../.../29.6.2015) αγωγή των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 30.7.2019, ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 4.8.2017, της οποίας δεν προκύπτει κοινοποίηση (άρθρα 495 επ., 511, 513, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς δε εισάγεται για να εκδικασθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν 3994/2011 και ισχύει για εφέσεις κατά αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου, που ασκούνται από 25.7.2011). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των αμοιβών, όπως αυτή ίσχυε πριν το Ν 4335/2015 εφαρμοζόμενη κατ’ άρθρο 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται να καταβληθεί από τους εκκαλούντες παράβολο εφέσεως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν 4055/2012, αφού πρόκειται για υπόθεση που εξαιρείται της υποχρέωσης αυτής κατά το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου.

Με την από 29.6.2015 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεσαν ότι είναι δικηγόροι παρ’ Αρείω Πάγω και προσλήφθηκαν από τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ) με σχέση έμμισθης εντολής νομικών υπηρεσιών ο πρώτος στις 14.5.1985 και η δεύτερη στις 22.3.2002 και μετά την κατάργηση με το Ν 4046/2012 του ανωτέρω οργανισμού μεταφέρθηκαν με την ίδια σχέση εργασίας στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ δυνάμει της υπ’ αριθ. .../2012 Διαπιστωτικής Πράξης Μεταφοράς Προσωπικού του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, αμείβονται δε κατά την ΚΥΑ 2/17132/0022/2012. Ότι υφίστανται χωρίς αιτιολογία και χωρίς την επίκληση δημοσίου συμφέροντος, άνιση μεταχείριση, που παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη και του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, καθόσον για όμοια ή και λιγότερο χρονοβόρα ή περίπλοκη παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, άλλοι δικηγόροι με πάγια έμμισθη εντολή στις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, αμείβονται κατά την ΚΥΑ 2/17127/0022/2012 και επιπλέον οι τελευταίοι λαμβάνουν και χρονοεπίδομα, το οποίο οι ίδιοι δεν λαμβάνουν, μετά την κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης της ΚΥΑ 2/17132/0022/2012 με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. Γ΄, υποπαρ. Γ΄ του Ν 4093/2012. Εν όψει των ανωτέρω, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ οφείλει να τους καταβάλει α) για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.12.2012 τη διαφορά μεταξύ του ποσού του βασικού μισθού του Βαθμού Β΄ της κατηγορίας ΠΕ και του ποσού που έπρεπε να λαμβάνουν, ήτοι του βασικού μισθού του Βαθμού Α΄ της κατηγορίας ΠΕ με την προσθήκη χρονοεπιδόματος 2% για κάθε δύο (2) έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και β) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 30.6.2015 τη διαφορά μεταξύ του βασικού μισθού του Βαθμού Β΄ της κατηγορίας ΠΕ που λάμβαναν από 1.1.2013 (χωρίς την προσθήκη χρονοεπιδόματος) και του ποσού που έπρεπε να λαμβάνουν, ήτοι του βασικού μισθού του Βαθμού Α΄ της κατηγορίας ΠΕ, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί με την προσθήκη χρονοεπιδόματος 2% για κάθε δύο (2) έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και επί του εκάστοτε διαμορφούμενου την προηγούμενη διετία βασικού μισθού, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 4024/2011 και τη σχετική ερμηνευτική του νόμου εγκύκλιο ΥΠ.ΟΙΚ.2/78400/0022/14.11.2011 και συγκεκριμένα στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 31.863 ευρώ και στη δεύτερη από αυτούς το ποσό των 21.860 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καθώς και να επιβληθεί σε βάρος του αντιδίκου τους η δικαστική τους δαπάνη. Επίσης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος να εξακολουθεί και μετά την 1.7.2015 να τους καταβάλει το βασικό μισθό του Βαθμού Α΄ της κατηγορίας ΠΕ, όπως αυτός διαμορφώνεται με την προσθήκη χρονοεπιδόματος 2%, για κάθε δύο (2) έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και επί του εκάστοτε διαμορφούμενου την προηγούμενη διετία βασικού μισθού, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρο 13 του Ν 4024/2011 και τη σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο ΥΠ.ΟΙΚ. 2/78400/0022/14.11.2011.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι υφίστανται δυσμενή διάκριση κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της. Κατά δε της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του και με τον προβαλλόμενο με αυτή λόγο, ο οποίος αφορά την παρά το νόμο κήρυξη αντισυνταγματικότητας, καθώς εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορθά και σύμφωνα με το νόμο, θα έπρεπε να θεωρήσει σύμφωνη με το Σύνταγμα την διαφορετική αυτή μισθολογική αντιμετώπιση, επειδή αυτή αιτιολογείται επαρκώς από την απαιτούμενη λειτουργική ανεξαρτησία των Ανεξαρτήτων Αρχών, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την εν συνεχεία απόρριψη της κατ’ αυτού ασκηθείσης αγωγής στο σύνολό της.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και προβαίνοντας σε διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που διαφοροποιούν την κατηγορία των προσώπων που αφορούν, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Άρα αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία- προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΑΠ Ολ 15/1999, ΕλλΔνη 40, 760, ΑΠ 228/2003, ΕΕργΔ 2004, 802). Όλα αυτά ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη, χορηγία, παροχές για τις οποίες το άρθρο 80 του Συντάγματος ορίζει ότι δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Κράτους. Και τούτο γιατί και στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας, που προστατεύει θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα των Ελλήνων, γι’ αυτό και η διάταξη που τη θεσπίζει δεν υπόκειται σε αναθεώρηση κατ’ άρθρο 110 του Συντάγματος και χωρίς να παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η με τα άρθρα 1, 26, 73 επ., 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος θεσπιζόμενη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού τα δικαστήρια υποχρεούνται στην περίπτωση αυτή να ασκήσουν έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν την αρχή της ισότητας σε όλη την έκταση, όπως αυτή οριοθετήθηκε παραπάνω (ΟλομΑΠ 12/1997, ΝοΒ 1998, 40).

Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 22 του Ν 4024/2011 εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ Β΄498/28.02.2012: α) η ΚΥΑ με αριθμό 2/17132/0022/28.02.2012 «περί καθορισμού αποδοχών δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 4024/2011» (Α΄226), δυνάμει της οποίας καθορίστηκε ο βασικός μισθός για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στους παραπάνω φορείς, συμπεριλαμβανομένων και των ΟΤΑ Α΄ και Β΄ βαθμού καθώς και ΝΠΔΔ, αναλόγως του Δικαστηρίου (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειο Πάγο) στο οποίο αυτοί είναι διορισμένοι και ασκούν τα καθήκοντά τους, ανερχόμενος στο ποσό των 1.906,00 € (βλ. α. 13 του Ν 4024/2011 και της σχετικής του νόμου εγκυκλίου με αριθμ. Υπ. Οικ. 2/78400/0022/ 14.11.2011) μηνιαίως για δικηγόρους παρ’ Αρείω Πάγω όπως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, οι οποίοι (δικηγόροι στον ΑΠ) κατατάσσονται στο β΄ βαθμό της κατηγορίας Π.Ε. (Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης). Επιπλέον καταβάλλεται επί του βασικού μισθού χρονοεπίδομα 2% για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, β) η ΚΥΑ με αριθμό 2/17127/0022/2012 «περί καθορισμού αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων», δυνάμει της οποίας και αντίθετα με την προηγούμενη ΚΥΑ όλοι οι δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής που υπηρετούν στις ανεξάρτητες Διοικητικές (ΑΔΑ) ή Ρυθμιστικές Αρχές, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων κατατάχθηκαν στον Α΄ Βαθμό της κατηγορίας ΠΕ, ανεξάρτητα από το Δικαστήριο στο οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους και λαμβάνοντας ως βασικό μισθό το ποσό των 2.097,00 €, όπως αυτός προκύπτει από τον υπολογισμό της διάταξης του α. 13 του Ν 4024/2011 και της σχετικής του νόμου εγκυκλίου με αριθμ. Υπ. Οικ. 2/78400/0022/14.11.2011. Ομοίως με ανωτέρω, με την παρ. 4 της εν λόγω ΚΥΑ, προβλέφθηκε για τους δικηγόρους των ΑΔΑ με έμμισθη εντολή η καταβολή χρονοεπιδόματος σε ποσοστό 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής στα μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ενώ με τη μεταγενέστερη 2/71801/0022/ 02.10.2012 (ΦΕΚ Β΄ 2827/2012) ΚΥΑ, τροποποιήθηκε η ως άνω παράγραφος 4 ώστε να συμπεριληφθούν στη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και οι έμμισθοι δικηγόροι των Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων αναδρομικά από 01.11.2011. Αντίθετα, με το άρθρο 1 παρ. Γ, υποπαράγραφος Γ΄ «Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα», αριθμός 9 του Ν 4093/2012 καταργήθηκε από 01.01.2013 το χρονοεπίδομα που προβλέπεται στην παρ. 1 του διατακτικού της κοινής υπουργικής απόφασης αριθμό 2/17132/0022/28.02.2012 (ΦΕΚ Β΄498), δηλαδή χρονοεπίδομά που ως τις 31.12.2012 λάμβαναν οι δικηγόροι που παρείχαν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 4024/2011 όπως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ενώ διατηρήθηκε αυτό για τους δικηγόρους που υπηρετούν στις Ανεξάρτητες Διοικητικές ή Ρυθμιστικές Αρχές, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο των παραπάνω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, αλλά και του άρθρου 1 παράγραφος Γ΄, υποπαράγραφος Γ΄ «Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα», αριθμός 9 του Ν 4093/2012, προκύπτει σαφώς ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώθηκε διάκριση μεταξύ των δικηγόρων που υπηρετούν στους OTA και τα ΝΠΔΔ και των δικηγόρων που υπηρετούν στις Ανεξάρτητες Διοικητικές ή Ρυθμιστικές Αρχές, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και συγκεκριμένα, αφενός μεν ως προς τον καθορισμό του βασικού μισθού, με την κατάταξή τους σε βαθμούς αναλόγως του Δικαστηρίου στο οποίο είναι διορισμένοι, αναφορικά με τους πρώτους, ενώ για τους δεύτερους με την κατάταξή τους συνολικώς στον Α΄ βαθμό χωρίς κανένα κριτήριο, αφετέρου δε ως προς την κατάργηση του χρονοεπιδόματος για τους πρώτους και τη διατήρησή του για τους δεύτερους. Επομένως οι προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκαν κατά παράβαση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 αλλά και του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β΄ Συντ. του Συντάγματος αφού εισάγουν ανεπίτρεπτες διακρίσεις, υπό τη μορφή ειδικού προνομίου, χωρίς αξιολογικά κριτήρια, εις βάρος των δικηγόρων που υπηρετούν στους OTA και τα ΝΠΔΔ σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους που υπηρετούν στις προαναφερόμενες Διοικητικές ή Ρυθμιστικές Αρχές και Επιτροπές, δεδομένου μάλιστα ότι πριν από τη θέσπιση των διατάξεων αυτών όλοι οι υπηρετούντες στο Δημόσιο Τομέα, στους OTA και στα ΝΠΔΔ δικηγόροι, αμείβονταν χωρίς διάκριση, συνολικώς, δυνάμει της με αριθμό 2/8250/0022/2004 - κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης «Κατάταξη Δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε μισθολογικά κλιμάκια», η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν 3205/2003, καθώς και των άλλων ΚΥΑ που παρέπεμπαν στην προαναφερόμενη απόφαση για τον καθορισμό των αποδοχών (βλ. σχετ. ΚΥΑ 2/4771/0022/06 «Καθορισμός Αμοιβής Δικηγόρων του αυτοτελούς γραφείου νομικής υποστήριξης της Επιτροπής Ανταγωνισμού» και ΚΥΑ 2/70543/0022/05 «Καθορισμός Αμοιβής δικηγόρου με έμμισθη εντολή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ)»). Επομένως, τόσο η διάταξη της ΚΥΑ με αριθμό 2/17132/0022/28.12.12 (ΦΕΚ Β΄498) «Καθορισμός Αποδοχών Δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με- σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 4024/2011 (Α΄ 226)» με την οποία έγινε κατάταξη των δικηγόρων που υπηρετούν στους φορείς αυτούς σε βαθμούς αναλόγως του δικαστηρίου στο οποίο είναι διορισμένοι, όσο και η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ΄ «Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα» αριθμός 9 του Ν 4093/2012 με την οποία καταργείται το χρονοεπίδομα για τους δικηγόρους των φορέων αυτών, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές, αφού εισάγουν αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση εις βάρος των δικηγόρων που υπηρετούν στους OTA και τα ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, δεδομένου ότι με αυτές εισάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δικηγόρων, μη συνδεόμενης με αξιολογικά κριτήρια και με τη μορφή χαριστικού μέτρου, ήτοι ειδικώς υπέρ των δικηγόρων που υπηρετούν στις Ανεξάρτητες Διοικητικές ή Ρυθμιστικές Αρχές, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Ειδικότερα ως προς το ανωτέρω χρονοεπίδομα, στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4093/2012 που αφορά στη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος Γ΄, υποπαράγραφος Γ΄, «Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα», αριθμός 9, με την οποία καταργείται το χρονοεπίδομα αυτό για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και OTA, δεν αναφέρονται αναγκαίοι λόγοι κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ούτε κάποιου άλλου είδους αιτιολογία για τη θέσπιση, της διάταξης αυτής, όπως επίσης δεν υφίσταται κανενός είδους αιτιολογία και στην ΚΥΑ με αριθμό 2/17132/0022/28.12.12 (ΦΕΚ Β΄ 498) «Καθορισμός Αποδοχών Δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 4024/2011 (Α΄226)», με την οποία θεσπίζεται διαφορετική βαθμολογική και μισθολογική μεταχείριση των αναφερόμενων σε αυτή δικηγόρων. Αντιθέτως, σε άλλο σημείο της προαναφερόμενης αιτιολογικής έκθεσης και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο ΙΓ΄ «Ρυθμίσεις Θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», αριθμός 8 β΄, ο νομοθέτης παραδέχεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των παρεχόμενων δικηγορικών υπηρεσιών αναφέροντας επί λέξει ότι οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή, πρέπει να προβλέπονται νομοθετικά και να είναι ανάλογες με εκείνες των συναδέλφων τους, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως έχει ήδη προσδιορισθεί, γεγονός που επιβάλλεται από τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας, δεδομένου του ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι ίδιες. Περαιτέρω, η ίδια με αριθμό 2/17132/0022/2012 ΚΥΑ είναι αντίθετη και προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνεται η επαγγελματική ελευθερία και η οικονομική εξέλιξη με ίσους όρους και τούτο διότι αφενός μεν υπαγορεύθηκε από λόγους οικονομικούς, οι οποίοι δε συνάπτονται αμέσως προς τις προσωπικές ικανότητες εκάστου (ηθικές και πνευματικές) για την ευδόκιμη άσκηση δικηγορικού επαγγέλματος (ΣτΕ 1570/2011 ΝΟΜΟΣ), αφετέρου δε διότι με την καθήλωση των δικηγόρων των ΝΠΔΔ στο βαθμό Β΄ της κατηγορίας ΠΕ, δεν υπάρχει δυνατότητα για περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη σε ανώτερο υπάρχοντα βαθμό, δηλαδή το βαθμό Α΄ στον οποίο ήδη έχουν καταταχθεί οι συνάδερφοί της δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, ενώ, εξάλλου, οι παλαιότεροι δικηγόροι των ΝΠΔΔ έχουν υποβιβασθεί τόσο βαθμολογικά, όσο και μισθολογικά, σε σχέση με την προηγούμενη υπηρεσιακή τους κατάσταση. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, προς άρση της διαπιστωθείσας αντισυνταγματικότητας, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε επέκταση της εφαρμογής των ανωτέρω αναφερόμενων ειδικών ρυθμίσεων και στους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους που αποκλείσθηκαν αδικαιολόγητα, συνεπώς είναι άμεσα εφαρμοστέα από την ημερομηνία ισχύος της και για αυτούς η ευνοϊκότερη διάταξη της παραγράφου 2 της ΚΥΑ με αριθμό 2/17127/0022/2012 (ΦΕΚ Β΄498) «Καθορισμός αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων» με την οποία καθορίστηκε ως βασικός μισθός για δικηγόρους που υπηρετούν σ’ αυτές ο μισθός του βαθμού Α΄ της κατηγορίας ΠΕ, καθώς και η διάταξη της παρ. 4 της ίδιας ΚΥΑ με την οποία χορηγήθηκε το αναφερόμενο σε αυτήν χρονοεπίδομα, το οποίο κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 13 Ν. 4024/2011 και της σχετικής ερμηνευτικής του Νόμου αυτού εγκυκλίου μεν αριθμό ΥΠ.ΟΙΚ.2/78400/0022/14.11.2011 νοείται ως ποσοστό 2% επί του αρχικώς καθορισθέντος βασικού μισθού και στη συνέχεια επί του αμέσως προηγούμενου προσαυξημένου βασικού μισθού στρογγυλοποιημένου στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ. Επιπροσθέτως είναι άμεσα εφαρμοστέα αναλογικά και για τους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 Ν 4024/2011 με την οποία χορηγείται προσαύξηση 2% επί του βασικού μισθού του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου, που απονέμεται σε όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και στους OTA και στα ΝΠΔΔ, δεδομένου ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι αντιμετωπίζονται μισθολογικά, φορολογικά και ασφαλιστικά, όπως και όλοι οι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου, στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του (ΝΟΜΟΣ, ΓνΝΣΚ 111/2012).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας με την εκκαλουμένη απόφαση τις ως άνω διατάξεις ως αντισυνταγματικές και αποδεχόμενο την αγωγή ως νόμω βάσιμη και εν συνεχεία ως κατ’ ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου υποστηρίζων προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, ενώ δεν προβάλλεται κάποιος λόγος έφεσης ως προς το ύψος των επιδικαζομένων κονδυλίων, ως προς τα οποία συνεπώς το παρόν Δικαστήριο δεν προβαίνει σε περαιτέρω έρευνα. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των νομικών κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 εδαφ. β΄ ΚΠολΔ).

[Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1321/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.]