ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3037/2018

 

(...) Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5 ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου... 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Περαιτέρω, στο άρθρο 22 παρ. 5 του θεμελιώδους νόμου ορίζεται ότι: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 25 παρ. 1 ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει ... να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας ...» και στο άρθρο 25 παρ. 4 ότι: «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της Εθνικής Οικονομίας».

9. Στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ο θεσμός της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων και ανάγεται η μέριμνα για την προαγωγή του θεσμού σε σκοπό του κράτους. Βασικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί η προστασία του ασφαλισμένου, έναντι προηγούμενης ασφαλιστικής εισφοράς που κατέβαλε, από την επέλευση κινδύνων (γήρας, ασθένεια, αναπηρία κλπ.), οι οποίοι αναιρούν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), και, συνακόλουθα, μπορούν να πλήξουν τις συνθήκες διαβιώσεώς του. Εφόσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να εργάζεται, και ως εκ τούτου, να καταβάλλει εισφορές και αποκτά, καταρχήν, την αξίωση έναντι του ασφαλιστικού του φορέα να χορηγήσει σ’ αυτόν παροχή, η οποία, χωρίς να απαιτείται να βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αναλογία με τις καταβληθείσες εισφορές του ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβιώσεως, που να μην διαφέρει ουσιωδώς από αυτό που είχε κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Πέραν του ανωτέρω δημοσίου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως, εκδηλώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη και ασκείται κοινωνική πολιτική, ειδικότερα, δε, επιδιώκεται και η αναδιανομή του εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, πάντως, δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς στην κοινωνική ασφάλιση η ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών (ΟλΣτΕ 3487/08). Ενόψει των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος που επιτελούνται μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως, δικαιολογείται, κατά το άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος, η κατοχύρωση από τον νομοθέτη της κοινωνικής ασφαλίσεως ως υποχρεωτικής, με τη θέσπιση συστήματος υποχρεωτικής καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και, εντεύθεν, την παροχή αυτής αποκλειστικώς από το κράτος ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/97, ΟλΣτΕ 5024/87, 2690, 2692/93, 3096 - 3101/01). Η ανάθεση της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής σε δημόσιους φορείς (κράτος ή ΝΠΔΔ) θεσμοθετήθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, ως εγγύηση προς όσους υποχρεωτικώς ασφαλίζονται ή καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, έναντι των επιχειρηματικών κινδύνων που συνδέονται με την άσκηση της ασφαλιστικής λειτουργίας από ιδιωτικούς φορείς (ΑΕΔ 87/97, ΟλΣτΕ 5024/87). Εξάλλου, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το κράτος των οικείων δημοσίων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων οργάνων τους, στην άσκηση εποπτείας της δραστηριότητάς τους και της διαχειρίσεως της περιουσίας τους και στη θέσπιση των σχετικών κανόνων, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού τους κεφαλαίου, δηλαδή για τη βιωσιμότητά τους, χάριν και των μελλουσών γενεών, μέριμνα η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας τους και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, με την πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, και, κυρίως, με την απ’ ευθείας συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση των εν λόγω φορέων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Και τούτο, διότι, εφόσον καθιερώνεται υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, φέρει δε την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους (βλ. γνωμοδότηση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου 24-6-2010). Το ύψος της κρατικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως ―συμμετοχής η οποία πρέπει να είναι επαρκής για την εξυπηρέτηση των προεκτεθέντων συνταγματικώς επιβεβλημένων σκοπών (επάρκεια παροχών προς διασφάλιση ικανοποιητικού κατά τα ανωτέρω επιπέδου διαβιώσεως και διασφάλιση της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα)― προσδιορίζεται εκάστοτε από τον κρατικό προϋπολογισμό, λαμβάνοντας υπόψη και τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (Ν. 2362/95, ΦΕΚ Α’ 247) περί μεταφοράς πιστώσεων (άρθρο 15 παρ. 3 - 5, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 3871/10, ΦΕΚ Α’ 141· ήδη άρθρο 71 παρ. 2 - 5 Ν. 4270/14, ΦΕΚ Α’ 143) και περί συμπληρωματικών προϋπολογισμών (άρθρο 8Α του Ν. 2362/95, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3871/10· ήδη άρθρο 60 Ν. 4270/14). Όταν, όμως, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει αιτιολογημένως ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή, κατά τα άνω, χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων, εφεξής. Σε τέτοιες, άλλωστε, εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης μπορεί, καταρχήν, να θεσπίζει για την περιστολή των δημοσίων δαπανών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες χρηματοδοτήσεως των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως), μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω της άμεσης εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ.5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΟλΣτΕ 2192-2196/14). Σε κάθε δε περίπτωση, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνον της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου. Προκειμένου, εξάλλου, να ανταποκριθεί στις εν λόγω δεσμεύσεις του και να μην υπερβεί τα όρια που χαράσσει το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα, κατά τα ανωτέρω, σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει, αφενός ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις πιο πάνω συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, και αφετέρου ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση. Με δεδομένο, άλλωστε, τον κατ’ εξοχήν πολύπλοκο και τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, η έλλειψη τέτοιας μελέτης, και μάλιστα διατυπωμένης με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο από τον δικαστή κατά τις βασικές της θέσεις, θα καθιστούσε κατ’ ουσίαν ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο των οικείων νομοθετικών μέτρων με κανόνα αναφοράς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. Ο έλεγχος δε αυτός συνταγματικότητας, ναι, μεν, δεν εκτείνεται στην ορθότητα των πολιτικών εκτιμήσεων και επιλογών, οφείλει όμως, ως προς το αντικείμενό του, την τήρηση δηλαδή των συνταγματικών υποχρεώσεων του νομοθέτη, να ασκείται με ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο. Παρεκκλίσεις ως προς την αναγκαιότητα της υπάρξεως ή ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω μελέτης θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν συντρέχει άμεση απειλή κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας και τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται κατεπειγόντως για την αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε, από τη φύση του πράγματος, να είναι σε πρώτη φάση αρκετή η αιτιολογημένη εκτίμηση του νομοθέτη για την ύπαρξη, τη σοβαρότητα και τον άμεσο χαρακτήρα της απειλής, καθώς και για την ανάγκη, ενόψει των περιστάσεων, να ληφθούν τα συγκεκριμένα μέτρα για την άμεση αντιμετώπιση της κατάστασης. Και τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορα ή μη αναγκαία και ότι δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι υπερβαίνουν το όριο θυσίας των θιγομένων από αυτά· πάντως, δε, ενόσω εξακολουθεί να συντρέχει στην ίδια ένταση ο κατεπείγων λόγος που υπαγόρευσε την επιβολή τους (βλ. ΟλΣτΕ 2287/15).

10. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ΝΔ 53/74 (ΦΕΚ Α’ 256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, προβλέπεται δε η στέρηση αυτής μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, με το αυτόνομο περιεχόμενο που αυτή έχει κατά την έννοια της Σύμβασης, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις εννοιολογικές κατατάξεις των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εθνικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Συνεπώς, εμπίπτουν στο κανονιστικό περιεχόμενό της και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, συνιστούν και οι αξιώσεις των ασφαλισμένων έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως για τη χορήγηση των προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο [βλ. ΕΔΔΑ Vesna Hasani κατά Κροατίας της 30ης-9-2010, (αριθμ. προσφ. 20844/09), Andrejeva κατά Λετονίας της 18ης-2-2009, (αριθμ. προσφ. 55707/00), σκ.77, Stec και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12ης-4-2006, αριθμ. προσφ. 65731/01 και 65900/01), σκ. 54, Jankovic κατά Κροατίας της 12ης-10-2000, (αριθμ. προσφ. 43440/98), Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας της 12ης-10-2004, (60669/00), σκ. 39, Domalewski κατά Πολωνίας της 15ης-6-1999, αριθμ. προσφ. 34610/97)]. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα συντάξεως ορισμένου ύψους [βλ. ΕΔΔΑ, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας της 25ης-10-2011, (αριθμ. προσφ. 2033/04, 19125/04, 19475/04, 19490/04, 19495/04, 19497/04, 24729/04, 171/05 και 204 1/05), σκ. 84, επί του παραδεκτού, Da Conceiçao Mateus και Santos Januario κατά Πορτογαλίας της 8-10-2013, (αριθμ. προσφ. 62235/12 και 57725/12), σκ. 18, Pejcic κατά Σερβίας της 8ης-10-2013, (αριθμ. προσφ. 34799/07), σκ. 54], με συνέπεια να μην αποκλείεται, καταρχήν, διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής, αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε οικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, η μείωση ή η διακοπή της σύνταξης μπορεί να θεωρηθεί κατά περίπτωση παρέμβαση στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας, που πρέπει να είναι δικαιολογημένη (βλ. ΕΔΔΑ, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, ό.π., σκ. 84, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, ό.π., σκ. 39 - 40, Rasmussen κατά Πολωνίας της 28ης-4-2009, (αριθμ. προσφ. 38886/05), σκ. 71, Wieczorek κατά Πολωνίας της 8ης-12-2009, (αριθμ. προσφ. 18176/05), σκ. 57, Panfile κατά Ρουμανίας της 20ης-3-2012, (αριθμ. προσφ. 13902/11), σκ. 15, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, ό.π., σκ. 39]. Επιπλέον, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου η επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν, και αυτοί που συνάπτονται με την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή με την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό ενός περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτησή του υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο [πρβλ. ΕΔΔΑ, James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21ης-2-1986, (αριθμ. προσφ. 8793/79), σκ. 46, Pressos Compania Naviera SA και λοιποί κατά Βελγίου της 20ης-11-1995, (αριθμ. προσφ. 17849/91), σκ. 37, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος της 8ης-7-2004, (αριθμ. προσφ. 66810/01), σκ. 25, Adrejeva κατά Λετονίας, ό.π., σκ. 83], ιδίως, όταν ο σκοπός αυτός συνδέεται με εκτιμήσεις σχετικά με τον καθορισμό των προτεραιοτήτων κατά τη διάθεση των περιορισμένων κρατικών πόρων [βλ. ΕΔΔΑ, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7ης-5-2013, (αριθμ. προσφ. 57665/12), σκ. 31]. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση μ’ αυτόν (βλ. ΕΔΔΑ, James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 50). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στις περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαστής κατά τον σχετικό έλεγχο λαμβάνει υπόψη: (α) εάν οι σχετικές περικοπές λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης (ΕΔΔΑ, Valkov, ό.π., σκ. 92 και 98), (β) εάν πρόκειται για διανεμητικό σύστημα, οπότε καθίστανται ανεκτές και έντονες επεμβάσεις στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ακόμη και αν για την απόληψη συνταξιοδοτικών παροχών καταβάλλονταν εισφορές (ΕΔΔΑ, Da Conceiçao Mateus και Santos Januario, ό.π., σκ. 24 και 28), (γ) τον αναδρομικό ή μη χαρακτήρα των περικοπών [ΕΔΔΑ, Levochkina κατά Ρωσίας της 5ης-7-2007, (αριθμ. προσφ. 944/02), σκ. 48 - 51], (δ) το τυχαίο και, άρα, αυθαίρετο κριτήριο των περικοπών (ΕΔΔΑ, Andrejeva κατά Λετονίας, ό.π.), (ε) τη φύση της παροχής, δηλαδή εάν έχει ή όχι προνοιακό χαρακτήρα (ΕΔΔΑ, Da Conceiçao Mateus και Santos Januario, ό.π., σκ. 24), (στ) τη χρονική διάρκεια των περικοπών (Da Conçeicao Mateus και Santos Januario, ό.π., σκ. 28), (ζ) τον μέσο όρο των παροχών που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι [ΕΔΔΑ, Valkov, ό.π., σκέψη 97, Khoniakina κατά Γεωργίας της 19ης-6-2012, (αριθμ. προσφ. 17767/08) σκ. 77], (η) τη μέριμνα του εθνικού νομοθέτη για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των προσώπων που υφίστανται τις συνέπειες των κρατικών περιοριστικών μέτρων, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ [ΕΔΔΑ, Budina κατά Ρωσίας της 18ης-6-2009, (αριθμ. προσφ. 45603/05), Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ό.π., σκ. 46]. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κρίνεται, in concreto, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες εκάστης υποθέσεως η εφαρμογή του νόμου που εκπληρώνει το δημόσιο συμφέρον με επέμβαση στο δικαίωμα της περιουσίας επιφέρει υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας, ανατρέποντας τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διακυβευομένων συμφερόντων (ΟλΣτΕ 734/16, 668/12, σκ. 34, 1285-1286/12, σκ. 15). Πάντως, παρόλο που το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν περιορίζει την ελευθερία του κράτους να επιλέξει τη μορφή ή τα ποσά των συνταξιοδοτικών παροχών που χορηγεί στο πλαίσιο του καθεστώτος της κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι, εντούτοις, σημαντικό, να επιβεβαιώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά πόσον το δικαίωμα του συνταξιούχου στη λήψη της χορηγούμενης συνταξιοδοτικής παροχής παραβιάστηκε με τέτοιον τρόπο που οδηγεί σε βλάβη της ουσίας του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος (ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, ό.π., σκ. 71, Wieczorek κατά Πολωνίας, ό.π., σκ. 57, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, ό.π., σκ. 39). Στο ίδιο πλαίσιο, εξάλλου, δεν τηρείται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει αναγκασθεί μέσω των περικοπών αυτών να υποστεί ένα υπερβολικό ατομικό βάρος [ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ. 72, BELANE NAGY κατά Ουγγαρίας της 13ης-12-2016, (αριθμ. προσφ. 53080/13), σκ. 126].

 

11. Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσεως που επικρατεί στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 2010, και μετά τη διαπίστωση με την 2010/182 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010 (L 83/13), της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία είχε περιέλθει η Ελληνική Δημοκρατία, καθώς και της ανάγκης λήψεως μέτρων για τη μείωση αυτού, θεσπίστηκε ο Ν. 3845/10(παρ. 15) «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (ΦΕΚ Α’ 65), στο άρθρο τρίτο του οποίου περιελήφθησαν τα πρώτα μέτρα σχετικά με την περικοπή συντάξεων. Ειδικότερα, το άρθρο αυτό ορίζει στην παράγραφο 10 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 24 του Ν. 4038/12, ΦΕΚ Α’ 14), ότι: «Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των Φορέων Κύριας Ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του ΟΓΑ, χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) Το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτής Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ......». (...)

12. Στη συνέχεια, εκδόθηκε ο Ν. 3863/10(παρ. 16) με τίτλο «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» (ΦΕΚ Α’ 115), στο άρθρο 37 του οποίου ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «Από 1-1-2011 και εφεξής οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το NAT επιχορηγούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και ειδικά για τα έτη 2010-2013, τηρουμένων των στόχων του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας (Ν. 3845/10). Από 1-1-2015 το κράτος αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του NAT, πλην των ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και του συστήματος ασφάλισης προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Το ποσό αυτό επιμερίζεται στους οργανισμούς ανάλογα με τον αριθμό των δικαιούχων και των ποσών που καταβάλλονται...». Εξάλλου, στο άρθρο 38 του ίδιου νόμου, όπως η μεν παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε από τα άρθρα 138 παρ. Β περ. 10 του Ν. 4052/12 και 30 παρ. 3 του Ν. 4075/12 (ΦΕΚ Α’ 89, 11-4-2012) η δε παρ. 3 από το άρθρο 37 παρ. 2 α του Ν. 3996/11 (ΦΕΚ Α’ 170, 5-8-2011), ορίσθηκαν τα εξής: «1. Από 1-8-2010 θεσπίζεται Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν. 3655/08 (ΦΕΚ 58 Α’)».(παρ. 17) Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης ΦΚΑ, καθώς και η χρηματοδότηση του προγράμματος «Πρόγραμμα κατ’ οίκον φροντίδας συνταξιούχων». 2. Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης από τις συντάξεις κύριας ασφάλισης των συνταξιούχων του Δημοσίου, NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής: α. Για συντάξεις από 1.400,01 ευρώ έως 1.700.00 ευρώ, ποσοστό 3% β. Για συντάξεις από 1.700,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ, ποσοστό 4% γ. Για συντάξεις από 2.000,01 ευρώ έως 2.300,00 ευρώ, ποσοστό 5% δ. Για συντάξεις από 2.300,01 ευρώ έως 2.600,00 ευρώ, ποσοστό 6% ε. Για συντάξεις από 2.600,01 ευρώ έως 2.900.00 ευρώ, ποσοστό 7% στ. Για συντάξεις από 2.900,01 ευρώ έως 3.200,00 ευρώ, ποσοστό 8% ζ. Για συντάξεις από 3.200,01 ευρώ έως 3.500,00 ευρώ, ποσοστό 9% η. Για συντάξεις από 3.500,01 ευρώ και άνω, ποσοστό 10%. 3.α. Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τετρακοσίων ευρώ (1.400 ευρώ). β. ... γ. Εξαιρούνται της παρακράτησης της Ειδικής Εισφοράς οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν το εξωϊδρυματικό επίδομα του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως ισχύει, καθώς και οι συνταξιούχοι της παρ. 3 του άρθρου 42 του Ν. 1140/81, όπως ισχύει, και της παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 2084/92 (Α’ 165), που λαμβάνουν προσαύξηση της κύριας σύνταξής τους λόγω απόλυτης αναπηρίας. δ. ... ε. ... 4. Τα ποσά που παρακρατούνται με ευθύνη του Δημοσίου, του NAT και των ΦΚΑ αποδίδονται στο Λογαριασμό του ΑΚΑΓΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του επομένου, από την παρακράτηση, μήνα. 5. Η οικονομική και λογιστική λειτουργία του Λογαριασμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων είναι η ίδια με αυτή που ισχύει για το ΑΚΑΓΕ. Τα κεφάλαια του Λογαριασμού επενδύονται στο Κοινό Κεφάλαιο Τραπέζης Ελλάδος. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται: α) η διαδικασία απόδοσης της εισφοράς στο Λογαριασμό και β) η διαδικασία μεταφοράς των ποσών στους ΦΚΑ. Με όμοια απόφαση καθορίζεται το ύψος του ποσού που απαιτείται κάθε φορά για κάλυψη του ελλείμματος του κλάδου κύριας σύνταξης. 7. Μετά την 1-1-2015 τα ποσά της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων μεταφέρονται στο ΑΚΑΓΕ και αποτελούν έσοδο του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών».

13. Στη συνέχεια, ψηφίστηκε ο Ν. 3985/11(παρ. 18) με τίτλο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ Α’ 151/1-7-2011), στα πρότυπα της δημοσιονομικής διαχειρίσεως που εισήχθησαν με τον Ν. 3871/10. Οι προβλεπόμενες στο Ν. 3985/11 παρεμβάσεις στο πλαίσιο της δεύτερης δέσμης μέτρων για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος πραγματοποιήθηκαν με το Ν. 3986/11(παρ. 19) με τίτλο «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015» (ΦΕΚ Α’ 152/1-7-2011). Ειδικότερα, στο άρθρο 44 του ως άνω νόμου, όπως η μεν παρ. 11 περ. γ αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν. 4038/12,(παρ. 20) η δε παρ. 12 αυτού από το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν. 4024/11(παρ. 21) , ορίσθηκαν τα εξής: «1. ... 2. ... 10. Από 1-8-2011, τα ποσοστά των περιπτώσεων (β) έως και (η) της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν. 3863/10 (Α’ 115), καθώς και του άρθρου 11 του Ν. 3865/10 (Α’ 120)(παρ. 22) αναπροσαρμόζονται σε 6%, 7%, 9%, 10%, 12%, 13% και 14% αντίστοιχα. 11. α) Από 1-8-2011, στους συνταξιούχους του Δημοσίου, του NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος ηλικίας, παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά ως εξής: i. Για συντάξεις από 1.700,01 ευρώ έως 2.300,00 ευρώ, ποσοστό 6%. ii. Για συντάξεις από 2.300,01 ευρώ έως 2.900,00 ευρώ, ποσοστό 8% και iii. Για συντάξεις από 2.900,01 ευρώ και άνω, ποσοστό 10%. β) Οι παρακρατήσεις υπολογίζονται στο συνολικό ποσό της σύνταξης, όπως διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων της προηγούμενης παραγράφου. γ) Εξαιρούνται της ανωτέρω εισφοράς όσοι αποστρατεύθηκαν με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας ή έχουν συνταξιοδοτηθεί λόγω αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης, πλην εκείνων που συνταξιοδοτούνται από ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Επίσης εξαιρούνται της ανωτέρω εισφοράς και οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το Εξωιδρυματικό Επίδομα ή το Επίδομα Απολύτου Αναπηρίας του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως ισχύει, και της παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 2084/92 (Α’ 165) ή το επίδομα ανικανότητας του άρθρου 54 του ΠΔ 169/07 (Α’ 210), ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή βιαίων συμβάντων, καθώς και ορφανικές οικογένειες αυτών. δ) Η παραπάνω παρακράτηση διακόπτεται τον επόμενο μήνα από τη συμπλήρωση του 60ού έτους ηλικίας. ε) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της επιπλέον εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων επτακοσίων ευρώ (1.700 ευρώ). στ) Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 3863/10 και του άρθρου 11 του Ν. 3865/10. 12. α) Από 1-8-2011, οι διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 εφαρμόζονται στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 3863/10 (Α’ 115). β) Η παράγραφος 13 καταλαμβάνει από 1-9-2011 και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. 13. α) Από 1-9-2011 θεσπίζεται Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν. 3655/08 (Α’ 58). Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων φορέων και κλάδων επικουρικής σύνταξης. β) Η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης των συνταξιούχων των φορέων επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας όλων των Υπουργείων, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), τα οποία χορηγούν επικουρικές συντάξεις, δυνάμει ασφαλίσεως η οποία έχει χωρήσει σε υποκατάσταση υποχρεωτικής ασφάλισης σε ΦΚΑ. Η εισφορά υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής: i. Για συντάξεις από 300,01 ευρώ έως 350,00 ευρώ, ποσοστό 3% ii. Για συντάξεις από 350,01 ευρώ έως 400,00 ευρώ, ποσοστό 4% iii. Για συντάξεις από 400,01 ευρώ έως 450,00 ευρώ, ποσοστό 5% iv. Για συντάξεις από 450,01 ευρώ έως 500,00 ευρώ, ποσοστό 6% ν. Για συντάξεις από 500,01 ευρώ έως 550,00 ευρώ, ποσοστό 7% vi. Για συντάξεις από 550,01 ευρώ έως 600,00 ευρώ, ποσοστό 8% vii. Για συντάξεις από 600,01 ευρώ έως 650,00 ευρώ, ποσοστό 9% viii. Για συντάξεις από 650,01 ευρώ και άνω, ποσοστό 10%. γ) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ). δ) Εξαιρούνται της παρακράτησης της ειδικής εισφοράς οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν το Εξωιδρυματικό Επίδομα του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως ισχύει, καθώς και οι συνταξιούχοι της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του Ν. 1140/81, όπως ισχύει, και της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν. 2084/92 (Α’ 165)(παρ. 23) , που λαμβάνουν προσαύξηση της σύνταξής τους λόγω απόλυτης αναπηρίας. ε) ... στ) Τα ποσά που παρακρατούνται με ευθύνη των φορέων αποδίδονται σε Λογαριασμό του ΑΚΑΓΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του επόμενου, από την παρακράτηση, μήνα. ζ) Η οικονομική και λογιστική λειτουργία του Λογαριασμού της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων είναι η ίδια με αυτή που ισχύει για το ΑΚΑΓΕ. Τα κεφάλαια του Λογαριασμού επενδύονται στο Κοινό Κεφάλαιο Τραπέζης Ελλάδος. η) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζεται το ύψος του ποσού που απαιτείται κάθε φορά για κάλυψη του ελλείμματος του κλάδου επικουρικής σύνταξης. θ) Μετά την 1-1-2015 τα ποσά της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων μεταφέρονται στο ΑΚΑΓΕ και αποτελούν έσοδο του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών».

14. Η επόμενη μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις επήλθε με τον Ν. 4024/11 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ Α’ 226/27-10-2011). Ειδικότερα, στο άρθρο 2 του νόμου αυτού, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων ασφαλιστικών φορέων», όπως οι παρ. 1 και 2 αυτού τροποποιήθηκαν από το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4038/12, ορίζονται τα εξής: «1. Από 1-11-2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΜ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 11 του άρθρου 44 του Ν. 3986/11 (Α’ 152). Η κατά τα ανωτέρω μείωση διακόπτεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο συμπληρώνεται το 55ο έτος της ηλικίας. Εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα ή το επίδομα απολύτου αναπηρίας του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68) και του άρθρου 30 του Ν. 2084/92 (Α’ 165) ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή βίαιων συμβάντων, καθώς και οι ορφανικές οικογένειες αυτών ή είναι συνταξιούχοι του Ν. 3185/03 (Α’ 229) ή του άρθρου 5 του Ν. 3232/04 (Α’ 48), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 2227/94 (Α’ 129), καθώς και όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με το καθεστώς υπερβαρέων επαγγελμάτων, όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με τριάντα πέντε (35) τουλάχιστον έτη πραγματικής ασφάλισης και συνταξιούχοι του NAT. Επίσης εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης: α) οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν. 3232/04, αλλά συνταξιοδοτήθηκαν σύμφωνα με άλλες διατάξεις, β) οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος, των οποίων αποδεδειγμένα η αναπηρία, όπως αυτή προσδιορίζεται στο Ν. 612/77 (Α’ 164) και στο άρθρο 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως αυτοί έχουν συμπληρωθεί, τροποποιηθεί και ισχύουν, επήλθε μετά τη συνταξιοδότησή τους. Τα ποσά που προέρχονται από την κατά τα ανωτέρω μείωση των συντάξεων αποτελούν έσοδα του οικείου φορέα στον οποίο ανήκει ο συνταξιούχος. 2. Από 1-11-2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην μείωση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ. Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 11 του άρθρου 44 του Ν. 3986/11. Εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα ή το επίδομα απολύτου αναπηρίας του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 και του άρθρου 30 του Ν. 2084/92 ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή βίαιων συμβάντων, καθώς και οι ορφανικές οικογένειες αυτών, ή είναι συνταξιούχοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 3232/04 (Α’ 48), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 2227/94 (Α’ 129). Επίσης εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης: α) οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν. 3232/04, αλλά συνταξιοδοτήθηκαν σύμφωνα με άλλες διατάξεις, β) οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος, των οποίων αποδεδειγμένα η αναπηρία, όπως αυτή προσδιορίζεται στο Ν. 612/77 (Α’ 164) και στο άρθρο 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως αυτοί έχουν συμπληρωθεί, τροποποιηθεί και ισχύουν, επήλθε μετά τη συνταξιοδότησή τους. Τα ποσά που προέρχονται από την κατά τα ανωτέρω μείωση των συντάξεων αποτελούν έσοδα του οικείου φορέα στον οποίο ανήκει ο συνταξιούχος. 3. Από 1-11-2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), το τμήμα της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, το οποίο, μετά την τυχόν παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του Ν. 3986/11 (Α’ 152), υπερβαίνει το ποσό των 150 ευρώ, μειώνεται κατά ποσοστό 30%. Το ποσό της σύνταξης μετά την ανωτέρω μείωση, δεν δύναται να υπολείπεται των 150 ευρώ. 4. Από 1-11-2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, των Τομέων «ΤΕΑΠ - ΟΤΕ», «ΤΕΑΠ - ΕΛΤΑ», «ΤΕΑΠ - ΕΤΒΑ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕΚΩ και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ που λαμβάνουν μόνο επικουρική σύνταξη, καθώς και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος, το ποσό της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 15% και για τους συνταξιούχους του ΜΤΠΥ κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του Ν. 3986/11, προηγείται η παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης. Ειδικά για το ΜΤΠΥ, το τμήμα του μερίσματος που, μετά τις ανωτέρω παρακρατήσεις υπερβαίνει τα 500 ευρώ μηνιαίως, μειώνεται κατά 50%. 5. Τα εισπραττόμενα ποσά από τις αναφερόμενες στις προηγούμενες δύο παραγράφους μειώσεις αποτελούν πόρο των ανωτέρω φορέων - τομέων. 6. ...».

15. Κατόπιν, τέσσερις μήνες μετά τις θεσπισθείσες με το άρθρο 2 του Ν. 4024/11 περικοπές συντάξεων, ο Ν. 4051/12(παρ. 24) με τίτλο «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν. 4046/12»(παρ. 25) (ΦΕΚ Α’ 40/29-2-2012) προέβλεψε νέες περικοπές συντάξεων στο άρθρο 6, το οποίο, ειδικότερα, ορίζει τα εξής: «1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1-1-2012. Η μείωση αυτή καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1-1-2012 κύριας σύνταξης. Το ποσό της κύριας σύνταξης μετά και την παραπάνω μείωση της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ. Όταν δικαιούχοι για τη σύνταξη λόγω θανάτου είναι περισσότεροι του ενός, το ποσό πέραν των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ του συνολικού ποσού σύνταξης μειώνεται κατά το ως άνω ποσοστό. Το εναπομείναν ποσό σύνταξης επιμερίζεται κατά τα ποσοστά των δικαιοδόχων. 2. Τα καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), τους Τομείς του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ) και τους Τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ», το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), τους Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ) και τον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, μειώνονται από 1-1-2012 ως εξής: Οι συντάξεις έως διακόσια πενήντα (250) ευρώ, κατά ποσοστό 10% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ. Οι συντάξεις από διακόσια πενήντα ευρώ και ένα λεπτό (250,01) έως τριακόσια (300) ευρώ, κατά ποσοστό 15% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων είκοσι πέντε (225) ευρώ. Οι συντάξεις από τριακόσια ευρώ και ένα λεπτό (300,01) και άνω κατά ποσοστό 20% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων πενήντα πέντε (255) ευρώ. Τα ποσοστά των μειώσεων αυτών καταλαμβάνουν και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1-1-2012 επικουρικής σύνταξης. 3. Από τη μείωση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται οι συνταξιούχοι που προβλέπονται από τις διατάξεις του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 4024/11, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 4. Οι αναδρομικές μειώσεις των παραγράφων 1 και 2 παρακρατούνται σε 8 ισόποσες μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τη σύνταξη Μαΐου 2012. 5. Τα ποσά των μειώσεων των συντάξεων του άρθρου αυτού αποτελούν έσοδα του φορέα από τον οποίο καταβάλλεται η σύνταξη. 6. ...». Σχετικά με τις εν λόγω ρυθμίσεις στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4051/12 ―η οποία ουδόλως αναφέρεται στις περικοπές συντάξεων που είχαν επιβληθεί τέσσερις μήνες νωρίτερα με το άρθρο 2 του Ν. 4024/11― εκτίθενται τα εξής: «Η Πολιτεία, μετά την ψήφιση των Ν. 3845/10 (Α’ 65) και Ν. 4046/12 (Α’ 28), έχει αναλάβει την υποχρέωση της λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, προκειμένου, μεταξύ άλλων, για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό και πέραν του θεσμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/10, όπως αυτό ισχύει και των πρόσθετων εισφορών των παραγράφων 11 - 13, του άρθρου 44 του Ν. 3986/11 (Α’ 152), προτείνεται το παρόν άρθρο, με το οποίο επέρχονται περαιτέρω μειώσεις στο ποσό των κύριων και επικουρικών συντάξεων που υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο ύψος, λόγω των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων...».

16. Τέλος, με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ του Ν. 4093/12,(παρ. 26) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/12 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016» (ΦΕΚ Α’ 222/12-11-2012), όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 4111/13 (Α’ 18, 25-1-2013)(παρ. 27) με έναρξη ισχύος ―σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του ίδιου νόμου― από 5-12-2012, ορίσθηκαν τα εξής: «ΙΑ.5. 1. Από 1-1-2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31-12-2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν το μηνιαίο εξωιδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν. 1140/81 (Α’ 68), όπως ισχύουν. 2. ... ΙΑ. 6. 1. ... 3. Από 1-1-2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. ...». Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου τούτου νόμου ―χωρίς καμία μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων― αναφέρεται ότι η ανωτέρω μείωση συντάξεων «προκειμένου να είναι σε δικαιότερη βάση, γίνεται στο σύνολο της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων ή κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος που υπερβαίνουν τα 1000,00 ευρώ κατά μήνα. Η μείωση βαίνει αυξανόμενη, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης ή των συντάξεων, προκειμένου τα βάρη να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των συνταξιούχων». Περαιτέρω, όσον αφορά στις περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση, εκτίθεται ότι «... οι νέες δημοσιονομικές ανάγκες απαιτούν την περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών. Μεταξύ των άλλων μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών κρίθηκε σκόπιμη και αναγκαία η περικοπή όλων των δώρων και του επιδόματος αδείας για όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και όλους τους συνταξιούχους, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών στους δικαιούχους».

17. Εκτός από τις αναφερόμενες στις προηγούμενες σκέψεις περικοπές των κύριων και επικουρικών τους συντάξεων, οι συνταξιούχοι των φορέων κύριας και επικουρικής ασφαλίσεως υπεβλήθησαν, παραλλήλως, και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήσαν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολογήτου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του Ν. 3986/11, άρθρο 1 επ. του Ν. 3842/10, 38 του Ν. 4024/11 κ.ά.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του Ν. 3986/11), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του Ν. 3833/10, 34 του Ν. 3986/11 κ.ά.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του Ν. 3986/11), καθώς και αντίστοιχες επεμβάσεις στη φορολογία ακίνητης περιουσίας με μείωση, επίσης, του αφορολογήτου ορίου και αύξηση των φορολογικών συντελεστών του φόρου ακίνητης περιουσίας και επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτουμένων ακινήτων (άρθρα 33 του Ν. 3986/11, 53 του Ν. 4021/11 κ.ά.). Εξάλλου, κατ’ εφαρμογή του Ν. 4050/12 (ΦΕΚ Α’ 36/23-2-2012), εκδόθηκε η 5/24-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α’ 37/24-2-2012), με την οποία ομόλογα και άλλοι τίτλοι δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου υπήχθησαν στη «διαδικασία τροποποιήσεως επιλέξιμων τίτλων» (PSI), και η 10/9-3-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α’ 50/9-3-2012), με την οποία, κατόπιν της εν λόγω διαδικασίας, οι ανωτέρω τίτλοι αντικαταστάθηκαν με άλλους μειωμένης αξίας και μακροτέρας λήξεως, όπως δε αναφέρεται στο 2/2232/0023/8-2-2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, (βλ. ΣτΕ 3009, 3010/14 Ολ. κ.ά.), η αξία των ως άνω νέων τίτλων προσδιορίσθηκε μέσω δημοπρασίας στο 21,5% της ονομαστικής αξίας των αρχικών. Μεταξύ των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, που υπέστησαν την ως άνω «τροποποίηση», περιλαμβάνονται και οι τίτλοι, στους οποίους επένδυσε η Τράπεζα της Ελλάδος ποσό ύψους 16.370.961.274,34 ευρώ εκ του, κατά το άρθρο 15 παρ. 11 του Ν. 2469/97 (ΦΕΚ Α’ 38), «Κοινού Κεφαλαίου», στο οποίο είχαν υπαχθεί τα διαθέσιμα κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων που είχαν μεταφερθεί, δυνάμει του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 2216/94 (Α’ 83), στην Τράπεζα της Ελλάδος (βλ. ΣτΕ 3724/14 Ολ. σκ. 19).

18. Όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται στις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις των σχετικών νόμων, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστηρίξεως αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του Ν. 3845/10), και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του Ν. 3863/10), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10 - 13 του Ν. 3986/11), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1 - 5 του Ν. 4024/11), εντάσσονται στη δέσμη μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου», και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσεως, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, οι πιο πάνω περικοπές, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν τον δημόσιο σκοπό για τον οποίο επεβλήθησαν, ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν τον περιγραφόμενο ως άνω εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος, ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων. Ενόψει, άλλωστε, των ανωτέρω συνθηκών της θεσπίσεώς τους, δεν απαιτείτο, κατά τα προεκτεθέντα, περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από τον νομοθέτη. Τέλος, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επεβλήθησαν, όπως αναφέρθηκε, ενόψει εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβάλλονται με αυτές οι εν λόγω περικοπές και μειώσεις, είναι συμβατές με το Σύνταγμα. Τέλος, οι περικοπές που θεσπίστηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις των νόμων 3845/10, 3863/10, 3986/11 και 4024/11 δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. ΟλΣτΕ 2287/15).

19. Μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (Ν. 4046/12), ακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ο Ν. 4051/12, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο Ν. 4093/12, με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης...». Στο ανωτέρω, εξάλλου, δεύτερο Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς, κατά τα ήδη επίσης εκτεθέντα, ότι για «την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση», θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις», και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων ... με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι...».

20. Οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, κατ’ αρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών ―όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (Ν. 4050/12), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων― να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπιστώσεώς του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε και αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασική αιτία του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (εν όψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/12 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες· η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία παρέχεται από το ΕΤΕΑ και άλλους φορείς και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/97, ΟλΣτΕ 5024/87) δικαιολογούνται από τον δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας ―δια της χορηγήσεως παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφαλίσεως― στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος (ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, ό.π., σκ. 71) και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος (ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ. 72), κι ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. ΟλΣτΕ 2287/15).

21. Στο άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής».

22. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής δικαστήριο, όταν δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη συνταγματικότητα ή τη συμβατότητα του τυπικού νόμου ή της κανονιστικής διοικητικής πράξεως, στην οποία ερείδεται η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη (πρβλ. ΣτΕ 2080/16, 4376/13, 2620/08, 502/07 κ.ά.), χωρίς να υπάρχει διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου, η οποία να αποκλείει τον έλεγχο αυτόν, ο οποίος ανήκει στον πυρήνα της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστή.

23. Περαιτέρω, κάθε δικαστής της ελληνικής έννομης τάξης δικαιούται και υποχρεούται ως φυσικός δικαστής να ασκήσει, πέρα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, και τον έλεγχο της συμβατότητάς τους με τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, που έχουν ισχύ υπέρτερη των κοινών τυπικών και ουσιαστικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Οι δύο αυτοί έλεγχοι, όντας διάχυτοι, ασκούνται διακριτά στο πλαίσιο της ίδιας δικαιοδοσίας, καθώς έχουν διαφορετικό κανόνα ελέγχου και διαφορετικές νομικές βάσεις θεμελίωσης (πρβλ. ΣτΕ 302/05, 169/10, σκ. 10). Στο πλαίσιο του ελέγχου της συμβατότητας, ο κοινός δικαστής έχει την αρμοδιότητα, αφενός να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε διάταξη νόμου που αντίκειται στην ΕΣΔΑ ή σε άλλη κυρωμένη με νόμο διεθνή σύμβαση, ακόμη κι αν (η διάταξη) αυτή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (Conseil Constitutionnel, 2010 - 65 DC, 12 Μαΐου 2010, σκ. 13) ή δεν μπορεί να γίνει παραδεκτή επίκληση του ισχυρισμού της αντισυνταγματικότητάς της από τον διάδικο ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, λόγω της μετάθεσης του χρόνου έναρξης του ανίσχυρού της στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητάς της που διατυπώθηκε από ανώτατο δικαστήριο (πρβλ. Conseil d’ etat, N° 316734, 13 Μαΐου 2011), και αφετέρου να επιδικάσει αποζημίωση σε περίπτωση που από την αντισυμβατική νομοθέτηση επήλθε ζημία στα περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως αναλυτικώς έγινε δεκτό στη σκέψη 7 της παρούσας.

24. Ενόψει των ανωτέρω, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ΕΤΕΑ, που εκφέρεται με το με ημερομηνία καταθέσεως 24-6-2016 υπόμνημά του, ότι εν προκειμένω δεν επικαλείται παραδεκτώς ο ενάγων τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας ορισμένων εκ των ως άνω διατάξεων, καθώς με την υπ’ αριθμόν 2287/15 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι προαναφερόμενες αντισυνταγματικές διατάξεις καθίστανται ανίσχυρες από τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δικαστηρίου (10-6-2015), κι ως εκ τούτου, για όσους συνταξιούχους δεν είχαν ασκήσει αγωγή έως τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα ισχύει μόνο για το μέλλον, εφόσον πρόκειται για συνταξιοδοτικές παροχές που περικόπηκαν πριν από τον χρόνο αυτόν. Και τούτο, διότι οι εν λόγω διατάξεις, τόσο με την προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ όσο και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αντίκεινται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κι ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού, δεν επηρεάζεται η εξουσία του δικαστηρίου τούτου να ασκήσει τον έλεγχο της συμβατότητας και να επιφέρει τις αντίστοιχες έννομες συνέπειές του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

25. Εξάλλου, στο άρθρο 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/51 (ΦΕΚ Α’ 179), όπως αντικαταστάθηκε τελικώς με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 825/78 (ΦΕΚ Α’ 189), ορίζεται ότι: «Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι’ οποιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Επί ανακλήσεως η εξαφανίσεως εν όλω η εν μέρει οριστικής συνταξιοδοτικής αποφάσεως του ασφαλιστικού οργάνου, δεν επιτρέπεται δι’ οιονδήποτε λόγον η αναγνώρισις αναδρομικώς εις βάρος του ΙΚΑ απαιτήσεως εκ συντάξεως η διαφορών συντάξεων πέραν της πενταετίας από της ημέρας καθ’ ην υπεβλήθη η πρός ανάκλησιν της αποφάσεως αίτησις του ενδιαφερομένου. Επί επανεξετάσεως οριστικώς κριθείσης περιπτώσεως τη επικλήσει παρά του ενδιαφερομένου νέων κρισίμων πραγματικών στοιχείων, δεν επιτρέπεται δι’ οιονδήποτε λόγον η αναγνώρισις εις βάρος του ΙΚΑ απαιτήσεων εκ συντάξεων η διαφορών συντάξεων πρό του χρόνου υποβολής της σχετικής αιτήσεως, εκτός εάν τα στοιχεία ταύτα προκύπτουν αναμφισβήτως εκ του συνταξιοδοτικού φακέλου του ενδιαφερομένου. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν». Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλογικώς και στο ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ΠΔ/ος 995/80 «Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών», το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο διείπε τη λειτουργία του ΕΤΕΑ, κατά τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 36 παρ. 1 και 47 παρ. 1 του Ν. 4052/12, 6 παρ. 3 του Ν. 3029/02 (ΦΕΚ Α’ 160) και 6 παρ. 5 του Ν. 1358/83 (ΦΕΚ Α’ 64), στο οποίο ορίζεται ότι: «Η εκάστοτε διέπουσα το Ι.Κ.Α. νομοθεσία ως προς την διάρκειαν και λήξιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, την αναστολήν της συντάξεως, τον συνυπολογισμόν των μετά την συνταξιοδότησιν πραγματοποιηθεισών ημερών ασφαλίσεως, την εξόφλησιν, την ειδικήν προστασίαν και παραγραφήν των συντάξεων, τας στερήσεις και εκπτώσεις εκ των παροχών και παν έτερον συναφές θέμα, μη ρυθμιζόμενον άλλως υπό του ιδρυτικού νόμου του Ταμείου και του παρόντος, εφαρμόζεται αναλόγως».

26. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/51, που εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως, συνάγεται ότι η υποχρέωση του ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ για την αποκατάσταση της βλάβης που επήλθε σε συνταξιούχο του από τη μη χορήγηση συντάξιμων αποδοχών που παρανόμως δεν του καταβλήθηκαν, δεν είναι χρονικά απεριόριστη, αλλά υπόκειται σε παραγραφή, η οποία, ελλείψει άλλης ειδικότερης διάταξης, είναι πενταετής. Και τούτο, διότι το ΙΚΑ εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά των λοιπών ΝΠΔΔ (άρθρο 48 παρ. 5 και 52 του ΝΔ/ος 496/74 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», (ΦΕΚ Α’ 204), καθώς, με το άρθρο μόνο του ΠΔ/ος 437/77 (ΦΕΚ Α’ 134), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ/ος 496/74, το νομοθετικό διάταγμα περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δεν εφαρμόζεται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που τελούσαν εξ αρχής υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επιπλέον, το άρθρο 137 του Ν. 3655/08 (ΦΕΚ Α’ 52) «Μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού κ.λπ.», με το οποίο ρυθμίστηκε εν γένει η παραγραφή των αξιώσεων κατά των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 αυτού, δεν εφαρμόζεται στο ΙΚΑ και το ΕΤΕΑ, για τα οποία, όσον αφορά στις παραγραφές, ισχύει η νομοθεσία τους. Τέλος, η προαναφερόμενη πενταετής παραγραφή αρχίζει εν προκειμένω, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζεται αναλόγως, από τον χρόνο που γεννήθηκε η σχετική αξίωση του συνταξιούχου και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι κατά κανόνα από την ημέρα καταβολής της συντάξεώς του (πρβλ. ΣτΕ 2166/15, 1327/09).

27. Στο άρθρο 75 του ΚΔΔ, όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 3900/10 (ΦΕΚ Α’ 213) από 1-1-2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου αυτού, ορίζεται ότι: «1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. 2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. 3...». Από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 2 του ΚΔΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 του Ν. 3900/10, προκύπτει ότι δεν αρκεί μόνον η κατάθεση της αγωγής, για να επέλθει διακοπή της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, αλλά (η διακοπή) αυτή εκκινεί από την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο (βλ. ΔΕφΑθ 5016, 4865, 4864/17, ΔΕφΠειρ. 1746/17).

28. Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ΑΝ 1846/51 (ΦΕΚ Α’ 179) ορίζεται ότι: «Το ΙΚΑ απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον...», ενώ στο άρθρο 5 του Ν. 3210/55 (ΦΕΚ Α’ 115) ότι: «Το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολ. και Ποιν. Δικονομίας. ... Ως ειδικαί δια το ΙΚΑ δεν θίγονται ... αι κείμεναι διατάξεις περί οικονομικών προνομίων του ΙΚΑ». Εξάλλου, στην παράγραφο 9 του άρθρου 21 του Ν. 1902/90 (ΦΕΚ Α’ 138) ορίζεται ότι: «Το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.». Τέλος, στο άρθρο 21 του κανονιστικού (κωδικοποιητικού) διατάγματος της 26.6/10-7-1944 «περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (ΦΕΚ Α’ 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής....». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το επιτόκιο με το οποίο υπολογίζονται οι τυχόν οφειλές του ΙΚΑ, ανέρχεται στο ύψος του 6% ετησίως, οφείλονται δε τόκοι επιδικίας από της επιδόσεως σ’ αυτό της σχετικής αγωγής, δεδομένου ότι ισχύουν και για το Ίδρυμα αυτό τα οικονομικά προνόμια τα οποία επιτρεπτώς προέβλεψε ο νομοθέτης για το Ελληνικό Δημόσιο (βλ. ΣτΕ 2534/17, 4096/15, 2505/14].

 

29. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων γεννήθηκε στις 20-6-1948 και πραγματοποίησε στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 10.002 ημέρες ασφαλιστέας εργασίας χρονικής περιόδου 10/69 έως 3-1-2011, μετά από αναγνώριση χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. Με την από 18-6-2014 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης χορηγήθηκε σ’ αυτόν πλήρης κύρια σύνταξη γήρατος από 4-1-2011 σύμφωνα με την 27η ασφαλιστική κλάση και με συνολικό χρόνο ασφάλισης 10.002 ημέρες εργασίας. Εξάλλου, με την από 18-6-2014 απόφαση του ίδιου Διευθυντή του απονεμήθηκε επικουρική σύνταξη γήρατος από το ΕΤΕΑ από 4-1-2011 με συνυπολογισμό κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης της ασφαλιστέας εργασίας που είχε διανύσει στον ασφαλιστικό φορέα ΤΕΑΠΟΖΟ με συνολικό χρόνο ασφάλισης 8.440 ημέρες εργασίας. Με την κρινόμενη αγωγή του ιστορεί ότι δυνάμει των διατάξεων των νόμων 3863/10, 3986/11, 4024/11, 4051/12 και 4093/12 υπέστη περικοπές στις συνταξιοδοτικές παροχές που ελάμβανε από τα προαναφερόμενα ΝΠΔΔ, για την αιτία και τα ποσά που αναφέρει αναλυτικά στο ιστορικό της αγωγής του, οι οποίες συνολικά ανέρχονται επί της κύριας συντάξεως που ελάμβανε στο ποσό των 14.083,26 ευρώ και επί της επικουρικής συντάξεως στο ποσό των 11.863,53 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 23-7-2015. Εξάλλου, με την κρινόμενη αγωγή του, όπως αυτή αναπτύσσεται με το με ημερομηνία καταθέσεως 24-6-2016 υπόμνημά του, ισχυρίζεται, περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω διατάξεις με τις οποίες επεβλήθησαν περικοπές στην κύρια και επικουρική σύνταξή του αντίκεινται στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, παραβιάζουν δε την κατοχυρούμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι περικοπές που υπέστη στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε ήταν τόσο μεγάλες, που αδυνατεί ενόψει των λοιπών οικογενειακών και οικονομικών του υποχρεώσεων να αντεπεξέλθει στην κάλυψη των άμεσων βιοτικών του αναγκών, δεδομένου ότι είναι πολύτεκνος, με δύο άνεργα τέκνα και ένα σπουδάζον, περαιτέρω, δε, ταλαιπωρείται από χρόνιες και σοβαρές ασθένειες, όπως σακχαροδιαβήτη τύπου Β, με χορήγηση ινσουλίνης δύο φορές την ημέρα, χρόνια οστεοαρθρίτιδα επί 24ώρου βάσεως, η οποία τον καθιστά ανάπηρο, ενώ έχει υποστεί και πρόσφατο τρίτο εγκεφαλικό επεισόδιο. Ενόψει τούτων, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία από τις ως άνω περικοπές των συνταξιοδοτικών του παροχών, κατ’ εφαρμογή των ως άνω αντισυνταγματικών και αντίθετων στην ΕΣΔΑ νόμων, που οφείλεται σε παράνομες πράξεις των οργάνων των εναγομένων που εφάρμοσαν τους ανωτέρω νόμους. Ζητεί δε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, το μεν πρώτο το ποσό των 14.083,26 ευρώ, το δε δεύτερο το ποσό των 11.863,53 ευρώ, που αντιστοιχούν στις περικοπές της κύριας και επικουρικής συντάξεως γήρατος που ελάμβανε από αυτά, αντιστοίχως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 23-7-2015. Επιπλέον, αιτείται να καταδικασθούν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τα εναγόμενα να του καταβάλουν το ποσό των 2.000,00 ευρώ ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους. Τα ανωτέρα ποσά ζητεί να του καταβληθούν νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής που είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έως την εξόφληση. (...)

32. Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και των όσων έγιναν δεκτά στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι οι περικοπές και οι μειώσεις που επεβλήθησαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα ο ενάγων, με το άρθρο τρίτο παρ. 10 - 14 του Ν. 3845/10, το άρθρο 38 του Ν. 3863/10, το άρθρο 44 παρ. 10 - 13 του Ν. 3986/11 και το άρθρο 2 παρ. 1 - 5 του Ν. 4024/11, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων του, κρίνει ότι η αγωγή κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αντισυνταγματικότητα και αντισυμβατότητα των διατάξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του ενάγοντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι (α) με το άρθρο 6 του Ν. 4051/12 ―με το οποίο μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ― και το άρθρο πρώτο του Ν. 4093/12 ―με το οποίο, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας― επεβλήθησαν νέες περικοπές και μειώσεις στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε ο ενάγων από τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, (β) στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε ο ενάγων είχαν επιβληθεί περικοπές με τους ανωτέρω προηγούμενους νόμους, περαιτέρω, δε, το εισόδημά του συρρικνώθηκε ουσιωδώς λόγω των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, (γ) ο ενάγων ανήκει σε μία ευάλωτη ομάδα ατόμων τόσο λόγω της πολυτεκνικής του ιδιότητας όσο και της καταστάσεως της υγείας του, κρίνει ότι οι προαναφερόμενες νεότερες διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 4051/12 και του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12 οδηγούν εν προκειμένω σε παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος του ενάγοντος και σε σημαντική επιβάρυνση των περιουσιακών του δικαιωμάτων, με συνέπεια να κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και του δικαιώματος της περιουσίας, αφού με τις επίμαχες μειώσεις ανατίθεται ένα δυσανάλογο βάρος σ’ αυτόν [ΕΔΔΑ, Baczur κατά Ουγγαρίας της 7ης-3-2017, (αριθμ. προσφ. 8263/15), σκ. 30 - 32]. Ως εκ τούτων, οι περικοπές της κύριας και επικουρικής συντάξεως του ενάγοντος εκ μέρους των οργάνων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και του ΕΤΕΑ, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που αντίκεινται στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο είναι παράνομες κατά την έννοια του άρθρου 106 του Εισ.ΝΑΚ και αυτός δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από το μεν ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 23-7-2015, από το δε εναγόμενο ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ από 1-1-2012 έως 23-7-2015. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. 14234Β/30-8-2017 έγγραφο της Προϊσταμένης του τμήματος πληρωμών συντάξεων του Ε’ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Θεσσαλονίκης του ΕΦΚΑ, οι μειώσεις που επιβλήθηκαν μηνιαίως στην κύρια σύνταξη που χορηγείτο στον ενάγοντα από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 23-7-2015 με βάση τις ανωτέρω διατάξεις που κρίθηκαν αντισυνταγματικές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5.139,30 ευρώ, οι δε μειώσεις που επιβλήθηκαν μηνιαίως στην επικουρική σύνταξη που χορηγείτο σ’ αυτόν από 1-1-2012 έως 23-7-2015 από το ΕΤΕΑ στο ποσό των 4.445,27 ευρώ, ποσά τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς το ύψος τους από τον ενάγοντα, περαιτέρω, δε, ότι ο ενάγων δεν έλαβε τα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα από το ΙΚΑ ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ ποσού 400,00 και 200,00 ευρώ, αντιστοίχως, για το ανωτέρω διάστημα, και συνολικά ποσού 1500, 00 ευρώ, κρίνει ότι τα ποσά αυτά πρέπει να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν στον ενάγοντα, αντιστοίχως, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής αυτής και έως την εξόφληση. Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος και το γεγονός ότι εξαιτίας των παρανόμων ενεργειών των εναγομένων, ο ενάγων απώλεσε τις συνταξιοδοτικές του παροχές για τα ανωτέρω αντιστοίχως χρονικά διαστήματα, κρίνει ότι αυτός υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να καταδικαστεί κάθε ένα από τα εναγόμενα να καταβάλει σ’ αυτόν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50,00 ευρώ, κατ’ αποδοχή εν μέρει του σχετικού αιτήματος της αγωγής.

33. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012 και να γίνει εν μέρει δεκτή κατά τα λοιπά. Να καταδικαστεί ο ΕΦΚΑ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.139,30 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά των περικοπών που του επεβλήθησαν μηνιαίως στην κύρια σύνταξη γήρατος που ελάμβανε, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, αντικείμενων στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, από 1-1-2013 έως 23-7-2015, περαιτέρω, δε, το ποσό των 1.500,00 ευρώ που αντιστοιχεί στα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα που δεν του κατεβλήθησαν για το ανωτέρω διάστημα, καθώς και το ποσό των 50,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής αυτής σ’ αυτό. Περαιτέρω, να καταδικασθεί το ΕΤΕΑΕΠ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.445,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά των περικοπών που του επεβλήθησαν μηνιαίως στην επικουρική σύνταξη που ελάμβανε, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, αντικείμενων στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου από 1-1-2012 έως 23-7-2015, καθώς και το ποσό των 50,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής αυτής και έως την εξόφληση. Τέλος, συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής ήττας και νίκης αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του ΚΔΔ).