ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 30/2019

 

Πρόεδρος: Ν. Πανταζής, Πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ

Εισηγήτρια: Μ. Παυλάκου

Δικηγόροι: Ε. Κινινή, Μ. Περράκη

 

[...] 3. Επειδή, με τα άρθρα 121-196, και δη το Μέρος Τρίτο, καθώς και το άρθρο 330 του Ν 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν 4155/2013, ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο των σημάτων η οδηγία 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στον τομέα του δικαίου των σημάτων, ενώ επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις αναφορικά με τη διαδικασία κατάθεσης και καταχώρισης των σημάτων και, παραλλήλως, ενσωματώθηκαν στη δομή του νόμου οι διατάξεις για τη διεθνή καταχώριση σημάτων και καταργήθηκαν οι διατάξεις του Ν 2239/1994 «περί σημάτων». Ειδικότερα, στο νόμο αυτό ορίζεται στο άρθρο 22 με τίτλο «Κτήση Δικαιώματος» ότι: «Το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος αποκτάται με την καταχώρισή του», στο άρθρο 124 με τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαράδεκτου» ότι: «1. Σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση: α, εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα, β. εάν λόγω της ταυτότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα, γ. εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το μεταγενέστερο σήμα προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος. 2. Ως προγενέστερα σήματα κατά τον παρόντα νόμο νοούνται: α. τα σήματα, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών με ισχύ στην Ελλάδα και των κοινοτικών, τα οποία έχουν καταχωρισθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος, αφού ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα προτεραιότητας ή αρχαιότητας αυτών που προβλήθηκαν, ... 3. ... 4. ...», στο άρθρο 126 με τίτλο «Περιορισμός προστασίας» ότι: «1. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές: α) το όνομα, το επώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, β) ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά της, γ) το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο. 2. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει, τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται» και στο άρθρο 161 παρ. 1 με τίτλο «Ακυρότητα σήματος» ότι: «Το σήμα κηρύσσεται άκυρο και διαγράφεται εάν καταχωρίσθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 123 και 124».

4. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι δεν γίνεται δεκτή η καταχώριση σήματος όταν, λόγω της ταυτότητάς του ή της ομοιότητάς του με προγενέστερο σήμα και λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζονται από τα δύο σήματα, υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του κοινού. Κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου, είναι ο κίνδυνος να πιστέψει το κοινό ότι τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις (βλ. ΣτΕ 2943/2013 και ΔΕΚ αποφάσεις της 12ης.6.2007, C-334/05 Ρ, ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 33, και της 20ης.9.2007, C-193/06 Ρ, NestI6 κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 32, καθώς και αποφάσεις της 29ης.9.1998, C-39/97, Canon, σκέψη 29, της 22ας.6.1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 17, και της 6ης.10.200δ, C-120/04, Medion, σκέψη 26). Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης του κοινού πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη, στην αλληλεξάρτησή τους, όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης υπόθεσης, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως, η ταυτότητα ή ο βαθμός ομοιότητας (οπτικής, ηχητικής και εννοιολογικής) των σημάτων, η ταυτότητα ή ο βαθμός ομοιότητας των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και ο βαθμός γνώσης του σήματος από το καταναλωτικό κοινό, συνακόλουθα, δε, και η ένταση του διακριτικού του χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 1385-1386/2018, 2001/2017, 1238/2015, 1746/2013 και ΔΕΚ αποφάσεις της 29ης.9.1998, C-39/97, Canon, σκέψεις 16-17 και της 22ας.6.1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψεις 18-19 κ.ά.). Εξάλλου, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει, καθ1 όσον αφορά στην οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα εν λόγω σήματα, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 124 παρ. 1 περ. β’ του Ν 4072/2012, που χρησιμοποιεί τη διατύπωση «... υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού ...», προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών προσλαμβάνει τα σήματα παίζει καθοριστικό ρόλο για τη συνολική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως όλον και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ. ΣτΕ 2943/2013 και, μεταξύ άλλων, ΔΕΚ αποφάσεις SABEL, σκέψη 23, και Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25, καθώς και τη διάταξη της 28ης.4.2004, C-3/03 Ρ, Matratzen Concord GmbH κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 29). Εντούτοις, πέραν της συνήθους περίπτωσης κατά την οποία ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται το σήμα ως σύνολο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ένα προγενέστερο σήμα ή ένα βασικό στοιχείο ενός προγενέστερου σήματος, που χρησιμοποιείται στη συνέχεια από τρίτο σε σύνθετο σημείο που περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία, να διατηρεί αυτοτελή διακριτική θέση στο πλαίσιο του νέου αυτού σύνθετου σημείου, ακόμη και αν δεν αποτελεί το προέχον στοιχείο του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η συνολική εντύπωση που προκαλεί το σύνθετο σημείο μπορεί να δημιουργήσει στο κοινό την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται τουλάχιστον από οικονομικώς συνδεδεμένες επιχειρήσεις, οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης (πρβλ. ΣτΕ 2943/2013 και ΔΕΚ αποφάσεις Medion, σκέψεις 30-31, της 24ης Ιουνίου 2010, C-51/09 Ρ, Barbara Becker, σκ. 34). Περαιτέρω, για την εκτίμηση της ομοιότητας των διακρινόμενων από τα συγκρινόμενα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, όπως, ειδικότερα, η φύση, ο προορισμός, η χρήση, καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους (βλ. ΣτΕ 1213/2017, ΔΕΕ απόφαση της 21ης.1.2016, υπόθεση C-50/15 Ρ, Kurt Hesse σκ.21, απόφαση ΠΕΚ της 13ης.12.2004, υπόθεση Τ-8/03, £i Corte Ingles S.A. σκ. 41 κ.ά). Άλλωστε, ο κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού είναι τόσο μεγαλύτερος όσο αποδεικνύεται σημαντικός ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενεστέρου σήματος (προαναφερθείσα απόφαση SABEL, σκέψη 24). Επομένως, καθώς η προστασία του καταχωρισμένου σήματος εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 124 παρ. 1 περ. β’ του Ν 4072/2012 από την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, τα σήματα με ισχυρό διακριτικό χαρακτήρα, είτε από την ίδια τους τη φύση είτε λόγω του ότι είναι γνωστά στην αγορά απολαύουν προστασίας μεγαλύτερης απ’ ό,τι εκείνα των οποίων ο διακριτικός χαρακτήρας είναι ασθενέστερος (βλ. ΣτΕ 2943/2013 και ΔΕΚ, αποφάσεις της 29ης.9.1998, C-39/97, Canon, σκέψη 18). Συνεπώς, μπορεί να υπάρξει κίνδυνος σύγχυσης, παρά τον μικρό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των σημάτων, στην περίπτωση που η ομοιότητα των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών είναι μεγάλη, ο δε διακριτικός χαρακτήρας του προγενεστέρου σήματος είναι ισχυρός (βλ. ΔΕΚ απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 21). Προκειμένου να διαπιστωθεί ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος και, κατά συνέπεια, να εκτιμηθεί αν αυτό έχει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα, το δικαστήριο πρέπει να’ εκτιμήσει σφαιρικά την ικανότητα, μεγαλύτερη ή μικρότερη, του σήματος να εξατομικεύει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίστηκε ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων (βλ. ΣτΕ 2943/2013 και ΔΕΚ αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψεις 22-23, της 4ης.5.1999, C-108/97 και C-109/97, Windsurfing Chiemsee, σκέψεις 49, 51).

5. Επειδή, τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 123 παρ. 3 περ. β’ του Ν 4072/2012 η κατάθεση σήματος, που μοιάζει σημαντικά με προκατατεθέν σήμα άλλης επιχείρησης, έστω και όχι σε βαθμό που να αποτελεί παραποίηση ή απομίμηση αυτού, μπορεί να είναι απαράδεκτη, ως αντίθετη στην καλή πίστη, αν συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις ή συνθήκες, όπως στην περίπτωση κατά την οποία με το προκατατεθέν σήμα διακρίνονται προϊόντα (ή υπηρεσίες), που απολαύουν ιδιαιτέρως καλής φήμης στο καταναλωτικό κοινό (βλ. ΣτΕ 1213/2017, 4307/2012, πρβλ. ΣτΕ 2638/2007, 727/2005, 1150/2004, 393/2003 κ.ά.). Εξάλλου, η εν λόγω κατάθεση γίνεται κακόπιστα, όταν ο καταθέτης τελεί σε γνώση των προαναφερθέντων γεγονότων και επιδιώκει, διά της χρησιμοποίησης του εν λόγω σήματος, αθέμιτη ωφέλεια (υποκειμενική κακή πίστη) (βλ. ΣτΕ 1213/2017, πρβλ. ΣτΕ 1555/2008 σκ. 8), Όπως, όμως, γίνεται δεκτό, προϋπόθεση για τον περαιτέρω έλεγχο της τυχόν αντίθεσης προς την καλή πίστη ή της με κακή πίστη κατάθεσης σήματος είναι η ύπαρξη κινδύνου συσχέτισης αυτών από το οικείο κοινό (βλ. ΣτΕ 1213/2017, 2448/2009). Οι παραπάνω ρυθμίσεις των προπαρατεθεισών διατάξεων εκκινούν από την «αρχή της χρονικής προτεραιότητας» μεταξύ συγκρουόμενων σημάτων, η οποία αποτελεί «ένα από τα θεμέλια του δικαίου των σημάτων» (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 16ης Νοεμβρίου 2004 C-245/2002, Anheuser-Busch Inc. κατά Budejovieky Budvar, σκ. 98), υπό την έννοια ότι προγενέστερο, και, συνεπώς, προστατευόμενο, είναι το σήμα, το οποίο κατατέθηκε πρώτο. Επομένως, ο δικαιούχος κατατεθέντος σήματος δύναται να καταθέτει στη συνέχεια περισσότερα σήματα με παραλλαγές τούτου, ο δε δικαιούχος μεταγενέστερου σήματος δικαιούται να αντιτίθεται μόνον όταν κάποιο απ’ αυτά παρουσιάζει χαρακτηριστική ομοιότητα με το δικό του (βλ. ΣτΕ 577/2011). [...]

9. Επειδή, ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης περί παραβίασης της αρχής της χρονικής προτεραιότητας είναι ουσία αβάσιμος. Τούτο, διότι κατά την κατάθεση της από 24.7.2013 αίτησης για την καταχώριση του .../2013 ημεδαπού λεκτικού σήματος «...» του προσφεύγοντος, η παρεμβαίνουσα εταιρία διέθετε ήδη δικαίωμα ως δικαιούχος του .../4.9.2007 κοινοτικού σήματος «...» με απεικόνιση, το οποίο είχε καταχωρισθεί στις 12.8.2008. Εξάλλου, η 3572/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός του ότι διαλαμβάνει κρίση για την τοπική χρήση και μόνο του επίμαχου διακριτικού γνωρίσματος εκ μέρους του προσφεύγοντος, όπερ καταρρίπτει και το επιχείρημά του περί ισχύος του δικαιώματος του σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια - γεγονός που θα αποτελούσε προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της χρονικής προτεραιότητας - δεν δεσμεύει, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, το Δικαστήριο τούτο, προεχόντως, διότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία εκείνων των αποφάσεων που, σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, ισχύουν έναντι όλων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, άπαντες οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί κακοπιστίας της παρεμβαίνουσας εταιρίας και περί θεμελίωσης εκ μέρους του προσφεύγοντος δικού του προγενέστερου δικαιώματος επί του επίμαχου διακριτικού τίτλου κατά το ουσιαστικό σύστημα, λόγω χρήσης του από αυτόν ήδη από το 1996, πέραν του ότι δεν αποδεικνύονται, προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού αφορούν στη νομιμότητα της καταχώρισης του κοινοτικού σήματος της παρεμβαίνουσας εταιρίας, που δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως βασίμως υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα εταιρία.

10. Επειδή, μεταξύ του διαγραφέντος εθνικού λεκτικού σήματος «...» του προσφεύγοντος και του προγενέστερου και ισχύοντος σύνθετου κοινοτικού σήματος «...» με απεικόνιση της παρεμβαίνουσας εταιρίας, που προορίζονται να διακρίνουν την ίδια κατηγορία προϊόντων για την οποία έχουν δηλωθεί (κλάση 33 οίνοι) απευθυνόμενα στον ίδιο κύκλο καταναλωτών, υφίσταται πρόδηλη οπτική ομοιότητα και ηχητική και εννοιολογική ταυτότητα, ως εκ της ύπαρξης της κοινής λέξης «...», η οποία έχει έντονη διακριτική δύναμη, δεν είναι συνηθισμένη, αποτυπώνεται εύκολα στη μνήμη του καταναλωτή και διακρίνεται από πρωτοτυπία. Πρόκειται, λοιπόν, για το κυρίαρχο στοιχείο των δύο συγκρινόμενων σημάτων, δεδομένου ότι τα απεικονιστικά στοιχεία (γραμματοσειρά και απεικόνιση ως ανωτέρω περιγράφεται) εκλαμβάνονται ως διακοσμητικά (βλ. ΣτΕ 345/2001 καθώς και Γενικό Δικαστήριο Τ-483/10 Pukka Luggage Company Lid κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 47 και Τ-312/03, “Seienium-Ace”, σκέψη 37), ιδίως διότι η συνοδεύουσα απεικόνιση του σύνθετου σήματος της παρεμβαίνουσας εταιρίας δεν διαθέτει έντονη διακριτική δύναμη ώστε να μπορεί να μεταβάλει τη συνολική εντύπωση που δημιουργείται στο οικείο κοινό (πρβλ., ΑΠ 1751/2012). Η χρήση της λέξης «...» αποτελεί το δεσπόζον στοιχείο στα συγκρινόμενα σήματα και για τον πρόσθετο λόγο ότι στα οινοπνευματώδη ποτά, ο μέσος καταναλωτής προσέχει περισσότερο το λεκτικό στοιχείο, διότι πρόκειται για μια κατηγορία εμπορευμάτων που προσδιορίζονται συνήθως με την ονομασία του προϊόντος και όχι με τα απεικονιστικά στοιχεία της ετικέτας (πρβλ. C-342/97 Lloyd σκ. 26 αποφ. από 12.6.2007 υποθ. C-334/05 Limoncello σκ. 36). Περαιτέρω, η προσθήκη της λέξης «...» στο διαγραφέν με την προσβαλλόμενη πράξη σήμα του προσφεύγοντος, η οποία είναι αγγλική και σημαίνει στα ελληνικά «οινοποιείο» ουδόλως ασκεί επιρροή στη γενική εντύπωση που δημιουργεί το επίμαχο σήμα, καθώς το οικείο καταναλωτικό κοινό κατανοεί τη σημασία της και την εκλαμβάνει ως μια καθαρά περιγραφική ένδειξη, η οποία προσδιορίζει το χώρο παραγωγής των προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται ο προσφεύγων και, κατά συνέπεια, στερείται διακριτικής δύναμης (αποφ. από 5.4.2006 υποθ. Τ-2020/04 Echinaid, σκ. 54, αποφ. από 3.7.2003 υποθ. Τ129-01 Bud σκ. 52, αποφ. από 6.10.2003 υπόθ. Τ-356/02 Vitakraft, αποφ. από 5.4.2006 υποθ. Τ344-03 Barilla σκ. 40 επ., ΑΠ 751/1995). Η προσθήκη της λέξης «...» στο διαγραφέν σήμα του προσφεύγοντος δεν αρκεί ούτε για την ηχητική διαφοροποίηση, δεδομένου ότι και ηχητικά το δεσπόζον στοιχείο είναι η λέξη «...». Με τα δεδομένα αυτά, είναι δυνατόν να προκληθεί παραπλάνηση στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων από τη μία ή την άλλη επιχείρηση, ως προς την ταυτότητα των φορέων της επιχείρησης ή της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας ή ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Ο δε εμμέσως προβαλλόμενος ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι χρησιμοποιεί από το έτος 1996 αδιατάρακτα το επίμαχο διακριτικό γνώρισμα, γεγονός από το οποίο συνάγεται, κατ’ αυτόν, η διακριτική του λειτουργία και η παντελής έλλειψη κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, ανεξαρτήτως απόδειξής του, είναι απορριπτέος, καθώς το παραδεκτό της κατάθεσης ή αντιστοίχως διαγραφής σήματος από την άποψη της ταυτότητας ή ομοιότητας με προγενέστερο σήμα, η οποία μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, κρίνεται αντικειμενικά (πρβλ. ΣτΕ 2758/2006, ΔΕφΑθ 4984/2013). Ενόψει των ανωτέρω, η ΔΕΣ ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε τον νόμο εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η .../16.4.2015 αίτηση διαγραφής της παρεμβαίνουσας εταιρίας και διαγράφηκε το .../24.7.2013 εθνικό σήμα «...» του προσφεύγοντος. [...]

 

(Απορρίπτει την προσφυγή.)