ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2018

 

Πρόεδρος: Ε. Μιχελάκη, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Δ. Βενετσάνου

 

I. Ο νόμος 4335/2015 (ΦΕΚ A’ 87/ 23.07.2015) τροποποίησε τις προθεσμίες για την άσκηση των ανακοπών των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το άρθρο 632 §2 ΚΠολΔ διατήρησε μεν την προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επομένη της έγκυρης επίδοσης της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη, προέβλεψε, όμως μεγαλύτερη προθεσμία τριάντα εργάσιμων ημερών, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που κατοικεί ή διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (σημαντική τροποποίηση του Ν 4335/2015, καθώς υπό το ισχύσαν δίκαιο ήταν άκυρη η έκδοση διαταγής πληρωμής σε αυτή την περίπτωση). Ως προς την ανακοπή της διάταξης του άρθρου 533 ΚΠολΔ, η παλαιά προθεσμία των δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση, τράπηκε σε προθεσμία δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, χωρίς διάκριση αν πρόκειται για κατοίκους ημεδαπής ή αλλοδαπής (§2). Λόγω της διαφορετικής προθεσμίας (δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες) που προβλέπεται πλέον στη διάταξη του άρθρου 632 § 2 ΚΠολΔ, μία προβληματική είναι ποιες ανακοπές καταλαμβάνει η νέα ρύθμιση από άποψη διαχρονικού δικαίου. Ποιο, δηλαδή, είναι το κριτήριο για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου: ο χρόνος άσκησης της ανακοπής, ο χρόνος υποβολής της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής ή ο χρόνος έκδοσης της διαταγής πληρωμής;

Κατά μία άποψη, κρίσιμο χρονικό σημείο συνιστά ο χρόνος έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ώστε αν αυτή εκδόθηκε μέχρι την 31.12.2015 να ισχύει το προϊσχύον άρθρο 533 ΚΠολΔ και η εκεί προβλεπόμενη δεκαήμερη προθεσμία, αν δε η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε μετά την 01.01.2015 να ισχύει η δεκαπενθήμερη προθεσμία (ενδεικτικά Πανταζόπουλος Στ., Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, σ. 201). Κατ' άλλη γνώμη, την οποία προκρίνει ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο, κριτήριο αποτελεί ο χρόνος υποβολής της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής που υποβάλλεται μετά την 01.01.2015, αλλά και ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής που κατατίθενται μετά την παραπάνω ημεροχρονολογία, με άξονα το άρθρο ένατο § 2 του Ν 4335/2015 (ενδεικτικά Μακρίδου Κ., Ειδικές Διαδικασίες στον ΚΠολΔ μετά το Ν 4335/2015, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σ. 188, Κώνστα Ε., σε Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, επιμέλεια Λεοντή Ν., εκδ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 419-420, Γιαννόπουλος Π., Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά τον Ν 4335/2015, ΕΠολΔ 2015 458).

Προφανώς σε κάθε περίπτωση, εννοείται ένας από τους δύο χρόνους ως κρίσιμος (υποβολή της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής ή άσκησης της ανακοπής) διότι η ταυτόχρονη εφαρμογή τους οδηγεί από άποψη διαχρονικού δικαίου σε διαφορετικά αποτελέσματα. Επειδή δε ο χρόνος άσκησης της ανακοπής δεν μπορεί να εκληφθεί ως κριτήριο, διότι θα οδηγούσε σε σοβαρά άτοπα, εκλαμβάνεται ως κρίσιμος ο χρόνος υποβολής της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής. Σημειώνεται ότι ρύθμιση διαχρονικού δικαίου για τη διαταγή πληρωμής δεν περιλαμβάνεται στο Ν 4335/2015. Εξάλλου, το άρθρο 24 ΕισΝΚΠολΔ, που θέτει κανόνα διαχρονικού δικαίου για τα ένδικα μέσα με κριτήριο το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης δεν καταλαμβάνει ένδικα βοηθήματα, όπως η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (Μακρίδου Κ., Ειδικές Διαδικασίες στον ΚΠολΔ μετά το Ν 4335/2015, εκδ. Σάκκουλα, 2017, σ. 188 με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία). Για τον ίδιο λόγο, το άρθρο ένατο § 2 του Ν 4335/2015 αφορά μόνο στα ένδικα μέσα και όχι στα ένδικα βοηθήματα τα οποία δεν έχουν χαρακτήρα ένδικου μέσου. Θα μπορούσε, ωστόσο, το παραπάνω άρθρο να εφαρμοστεί, αν ως «αγωγή» που κατατίθεται μετά την 01.01.2016 εκληφθεί και η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής (και όχι ο χρόνος έκδοσης της τελευταίας) φαίνεται να αποτελεί ασφαλέστερο κριτήριο (ενδεικτικά Κώνστα Ε., σε Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, επιμέλεια Λεοντή Μ., εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 419-420).

Ορθότερα, λοιπόν, αν η παραπάνω αίτηση υποβλήθηκε μέχρι την 31.12.2015, η προθεσμία ανακοπής του άρθρου 633 ΚΠολΔ είναι δέκα εργάσιμες ημέρες, ανεξάρτητα αν η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε μετά την 01.01.2016. Αν δε η σχετική αίτηση υποβλήθηκε μετά την 01.01.2016, τότε η προθεσμία του άρθρου 633 ΚΠολΔ είναι η (νέα) δεκαπενθήμερη. Τέλος, στην προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δεν θα υπολογιστούν οι Κυριακές, οι λοιπές αργίες και τα Σάββατα αφού δεν είναι εργάσιμες ημέρες (ΑΠ 323/2007, ΝοΒ 2007, 1643, ΑΠ 1760/2006 ΝοΒ 2007 τόμος 55 σ. 712).

II. Κατά το άρθρο 1277 ΑΚ η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για απόκτηση υποθήκης.Όταν η απαίτηση επιδικαστεί τελεσίδικα, η προσημείωσή τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγράφει υπό την μέρα της προσημείωσης. Κατά τα άρθρα 1323 και 1328 του ίδιου κώδικα απόσβεση της προσημείωσης επέρχεται από τους λόγους που ισχύουν και για την υποθήκη, καθώς και 1) με την ανάκληση της απόφασης που διέταξε την προσημείωση και 2) αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 του ΕισΝΚΠολΔ, εάν κατά της διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή η ανακοπή που ασκηθεί απορριφθεί τελεσίδικα, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο για την εγγραφή υποθήκης. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν έχει εγγράφει προσημείωση για να ασφαλιστεί απαίτηση για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1.

Από το συνδυασμό του ανωτέρω άρθρου με τις διατάξεις των άρθρων 632 § 1 και 633 § 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μόνη η άπρακτη πάροδος της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν αρκεί ούτε για την τροπή προσημείωσης σε υποθήκη, ούτε για να τρέχει η κατ' άρθρο 1323 ΑΚ προθεσμία των ενενήντα ημερών και να θεωρηθεί ακολούθως μετά τη συμπλήρωση αυτής, η προσημείωση ότι έχει αποσβεστεί, αλλά προκύπτει ότι ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής δικαιούται μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή και ότι αν δεν ασκηθεί αυτή εμπρόθεσμα, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει αυτή τη φορά μέσα σε προθεσμία δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση ανακοπή, αν δε περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατόν να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (ΑΠ Ολ 6/1996 Αρμ 1996 τόμος 50 σελ. 1253 με παρατηρήσεις ΑΠ 1538/2005 ΕλλΔνη 2006 τόμος 47, ΑΠ 1494/2003 ΕλλΔνη 2004 τόμος 2 σ. 420, ΑΠ 119/2003 ΕλλΔνη 2003 τόμος 44 σ. 1373).

Ακόμη, η διαταγή αποκτά ισχύ δεδικασμένου εάν ο οφειλέτης ασκήσει εκπρόθεσμα ανακοπή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1847/2005 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 2586/2012 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Ανδρίτσο Σ./Πλεύρη Α., σε Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιμέλεια Απαλαγάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σ. 1399). Επίσης, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο οφειλέτης άσκησε εκπρόθεσμα την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και έπειτα ο δανειστής επιδώσει ξανά τη διαταγή πληρωμής αφού η άσκηση εκπρόθεσμης ανακοπής εξομοιώνεται με τη μη άσκησή της (ενδεικτικά Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ Συμπληρωματικός Τόμος, άρθρο 633 σημ. 1 σ. 609, Κονδύλη Α., Το δεδικασμένο, 1983, 60) οπότε συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση του άρθρου 633 §2 ΚΠολΔ (βλ. σχ. Κιουπτσίδου Ε., Ζητήματα από τις ανακοπές των άρθρων 632 και 933 του ΚΠολΔ, Αρμ 2003, σ. 1241 επ., ιδίως 1247, 1248) και στην περίπτωση που επιδώσει για δεύτερη φορά τη διαταγή πληρωμής και δεν ασκήσει ο οφειλέτης την ανακοπή του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ, μετά τη λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας, αρχίζει να τρέχει προθεσμία των ενενήντα ημερών του άρθρου 1323 περ. 2 ΑΚ (ενδεικτικά ΕφΑθ 7066/2007 ΕλλΔνη 2008, 628, ΕφΑθ 1458/1992 ΔΙΚΗ 1993 τόμος 24 σ. 37).

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα παρέπεται ότι αν έχει εγγράφει προσημείωση για να ασφαλιστεί απαίτηση και στη συνέχεια η απαίτηση αυτή επιδικαστεί στο δικαιούχο της με διαταγή πληρωμής, κατά της οποίας ο καθ' ου η διαταγή οφειλέτης δεν άσκησε ούτε την εκ του άρθρου 632 § 1 ΚΠολΔ ανακοπή μέσα στην προθεσμία των δέκα πέντε (15) ημερών από την πρώτη σ' αυτόν επίδοση της διαταγής, ούτε την εκ του άρθρου 633 § 2, ανακοπή μέσα στην προθεσμία των δέκα (10) ημερών από τη δεύτερη σ' αυτόν επίδοση της διαταγής (βλ. υπό στοιχείο I νομική σκέψη - in fin), η προσημείωση πρέπει να τραπεί σε υποθήκη μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την πάροδο της τελευταίας αυτής προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, διότι από τότε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών των άρθρων 1323 και 1330 ΑΚ, η οποία είναι αποσβεστική υπό την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ (Μπαλή, ΓενA § 164, ΑΠ 1858/1979 ΝοΒ 36, 345, ΕφΑΘ 4485/1979 ΝοΒ 28, 295, ΕφΑΘ 2721/1990 αδημ.).

Η αποσβεστική αυτή προθεσμία δεν αναστέλλεται με την άσκηση εκπρόθεσμης ανακοπής κατά της άνω διαταγής πληρωμής. Αυτό με σαφήνεια προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 29 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ορίζει ότι αν έχει εγγράφει προσημείωση για να ασφαλιστεί απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη (πάντοτε μέσα στην προθεσμία των 90 ημερών του άρθρου 1323 εδ. β' ΑΚ, η οποία έχει γενική εφαρμογή, ΕφΑθ 2379/1972 Δ 3, 529, ΕφΑθ 2322/1971 Αρμ 25, 1083, ΕφΑθ 2721/1990 αδημ. και η νεότερη ΕφΑθ 7066/2007 ΕλλΔνη 2008, 628), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, δηλαδή «αν κατά της διαταγής πληρωμής δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή η ανακοπή που ασκήθηκε απορριφθεί τελεσίδικα». Αν ο νομοθέτης ήθελε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και η άσκηση εκπρόθεσμης ανακοπής, θα διατύπωνε κατά διαφορετικό τρόπο τη διάταξη της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, αφού θα αρκούσε η φράση «αν η ανακοπή που ασκήθηκε απορριφθεί τελεσίδικα» (βλ. σχετ. Δημοσθένους, Τροπή προσημειώσεως εις υποθήκην και τελεσιδικία, ΔΙΚΗ 4, σ. 381 επ. και ιδίως σ. 383, 384 και ενδεικτικά ΕφΑθ 2121/1990 αδημ.). Επομένως και στην περίπτωση που ο καθ' ου η διαταγή πληρωμής (οφειλέτης του προσημειούχου δανειστή) ασκήσει εκπρόθεσμη ανακοπή μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ, ο προσημειούχος δανειστής οφείλει και δικαιούται να ζητήσει την τροπή της υπέρ αυτού προσημείωσης σε υποθήκη μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών και να μην αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της ανακοπής που ασκήθηκε εκπρόθεσμα.

Κατά του αρνούμενου δε να ενεργήσει την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη φύλακα υποθηκών, ο προσημειούχος δανειστής επαρκώς από τη διάταξη του άρθρου 791 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι με μόνη την υποβολή της σχετικής αίτησης στον Υποθηκοφύλακα εξασφαλίζει υπέρ αυτού τη λειτουργία του πλάσματος νόμου, που θεσπίζεται με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου, αφού η περί τροπής σημείωσης που τελικά θα γίνει ανατρέχει, λόγω του πλάσματος αυτού, στο χρόνο υποβολής της παραπάνω αίτησης (ενδεικτικά ΕφΑθ 1458/1992 Δ 1993, 37, η νεότερη ΕφΑθ 7066/2007 ΕλλΔνη 2008, 628, ΜΠρθεσ 2577/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με σημ. Κατηφόρη Ν., βλ. επίσης σχετ. ΑΠ Ολ 6/1996 ΕλλΔνη 37, 1047).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 791 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι' αυτές, εάν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει, το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα, να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνησή του και τους λόγους της, η δε, εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η απόφαση γνωστοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας σε εκείνον που τηρεί τα βιβλία, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει όπως διατάσσεται και, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, το σημειώνει στο σχετικό βιβλίο, η δε εγγραφή, σημείωση ή εξάλειψη που ενεργείται ως συνέπεια απόφασης θεωρείται ότι έγινε από τότε που υποβλήθηκε η σχετική αίτηση σ' αυτόν που τηρεί τα δημόσια βιβλία (ενδεικτικά Μαργαρίτης Μ., Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος II, σ. 354).

 

III. Σύμφωνα με το άρθρο 13 ΒΔ 533/1963 «περί εκτελέσεως άρθρου 10 ΝΔ 4201/61 περί των εργασιών των υποθηκοφυλακείων», “οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπο ή καθ' ύλη αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρισιν τίνα ή εκ της ελλείψεως τινών των εν άρθροις 1 και ε' στοιχείων (...) δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας των ενεχόμενων ή του ακινήτου, ή το προς καταχώρισιν προσαγόμενον έγγραφο δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθροις 4 οριζόμενα, ή δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά, ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτούμενην καταχώρισιν, δέον να απόρριψη την αίτησιν και, αφού σύνταξη επ' αυτής πράξιν αιτιολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποίηση τον ενδιαφερόμενον, εάν υπάρχει διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα”.

Επομένως ο υποθηκοφύλακας, ο οποίος είναι άμισθος δικαστικός υπάλληλος, τα δε υποθηκοφυλακεία δημόσιες υπηρεσίες χωρίς καμία δικαιοδοτική αρμοδιότητα και δικαιοδοσία, κατά γενικό κανόνα, περιορίζεται σε τυπικό έλεγχο της προσκομιδής των απαιτουμένων εγγράφων και δικαιολογητικών, με τα οποία εξυπηρετείται η αρχή της δημοσιότητας και δεν έχει αρμοδιότητα ή εξουσία να κρίνει τη νομιμότητα ή μη των πράξεων, που μεταγράφει ή γενικά καταχωρεί, και να αποφαίνεται για τις τυχόν ακυρότητες εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο, η παράβαση των οποίων καθιδρύει ενίοτε πειθαρχική ή ποινική του ευθύνη (άρθρα 10 ΝΔ 4201/61 και 1 ΒΔ 1043/56, άρθρα 13 § 4 ΑΝ 1587/50, 106 § 1 εδ. β' ΝΔ 118/73, 72 § 2 ΠΔ 129/89,17 § 12 και 29 § 4 Ν 1337/83,4 § 2 Ν 2052/1992, βλ. μεταξύ άλλων και Διατσίδη Μ., Η μεταγραφή των συμβολαίων και η άρνηση των υποθηκοφυλάκων για μεταγραφή, Αρμ 1993, 1182 επ). Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας του υποθηκοφύλακα, ως προς τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ή όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, καθώς και όταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δε δικαιολογούν τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ο υποθηκοφύλακας πρέπει να απορρίψει την αίτηση που υποβλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη.

IV. Η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741 - 781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στην οποία μπορούν να συμμετέχουν οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: 1) Με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας. 2) Με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 748 ΚΠολΔ, «ο δικαστής που είναι αρμόδιος κατά την παράγραφο 1 μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη» (εδάφιο α’), «η κλήτευση γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου» (εδάφιο α΄), ενώ σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου «ο δικαστής ορίζει την προθεσμία που κατά την κρίση του απαιτείται για τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3». Με μόνη τη νόμιμη κλήτευσή του κατά την εκτεθείσα παράγραφο 3 του άρθρου 748 ΚΠολΔ, ο τρίτος αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν εμφανιστεί εν τέλει στη δίκη, υπό την ιδιότητά του αυτή, δε, μπορεί να προσβάλλει πλέον την απόφαση μόνο με ένδικο μέσο και όχι με τριτανακοπή. Η ιδιότητα του διαδίκου προσδίδεται πάντως μόνο στον τρίτο, που καλείται έπειτα από διαταγή του δικαστηρίου (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔ, τ. ΙΙ, υπό το άρθρο 748, σ. 1489). 3) Με την άσκηση κύριας, ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 752 ΚΠολΔ). 4) Με την προσεπίκλησή τους, που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔ, τ. II, υπό το άρθρο 753, αριθμοί 2 - 3, σ. 1497).

V. Σύμφωνα με το άρθρο 754 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο έκτο του Ν 4335/2015, και ισχύει από 01.01.2016 (σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παράγραφος 4 του ίδιου νόμου) «Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο δεν εμφανιστούν οι διάδικοι ή εμφανιστούν και δεν λάβουν κανονικά μέρος στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Αν ο αιτών δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά, δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και εμφανιστεί ο καθ' ου η αίτηση ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν 4335/2015 (σ. 16), σκοπός της νέας ρύθμισης της ερημοδικίας στην εκούσια δικαιοδοσία ήταν να αποφευχθεί η διατήρηση της εκκρεμοδικίας στην περίπτωση που δεν εμφανίζεται ο αιτών και εμφανίζεται ο καθ' ου ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί η παρέμβει και όχι η διαφοροποίηση της αντιμετώπισης της ερημοδικίας του καθ' ου.

Ειδικότερα, κατά την προηγούμενη μορφή του, το άρθρο 754 ΚΠολΔ όριζε τα εξής: «1. Αν κατά την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο δεν εμφανιστεί ο αιτών ή εμφανιστεί και δεν λάβει κανονικά μέρος στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται, ακόμη και αν παρίσταται ο τρίτος που κλητεύθηκε ή που είχε ασκήσει παρέμβαση χωρίς να κλητευθεί και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 746. 2. Αν κατά την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο εμφανιστεί ο αιτών και λάβει κανονικά μέρος στη συζήτηση, ενώ δεν εμφανίζεται ή εμφανίζεται αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει η συζήτηση προχωρεί σαν αυτός να είχε εμφανιστεί». Στην αρχική της μορφή η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 754 ΚΠολΔ περιελάμβανε και δεύτερο εδάφιο που όριζε τα εξής: «Το τεκμήριο του άρθρου 271 §3 δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή», το οποίο καταργήθηκε από 16.09.2001 με το άρθρο 21 § 2 του νόμου 2915/2001, με τον οποίο καταργήθηκαν οι δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν ήταν στις προθέσεις του νομοθέτη του Ν 4335/2015 η επέλευση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας που επανεισήχθησαν στον ΚΠολΔ με τον Ν 3994/2011 και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας για την περίπτωση της ερημοδικίας του καθ' ου. Εάν υπήρχε τέτοιος σκοπός ενόψει και της διαφορετικής ρύθμισης που ίσχυσε διαχρονικά καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής του ΚΠολΔ, θα υπήρχε ρητή αναφορά της διάταξης του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ στο κείμενο του νόμου ή, τουλάχιστον, της αιτιολογικής έκθεσης. Εξάλλου, κανένας λόγος διαφορετικής αντιμετώπισης του καθ' ου υφίσταται σε σχέση με τη δικονομική μεταχείριση του αιτούντος σε περίπτωση ερημοδικίας του, για την οποία προκύπτει σαφώς, από το κείμενο του άρθρου 754 ΚΠολΔ, ότι αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 272 ΚΠολΔ και ότι το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση στην ουσία, εφόσον επισπεύδει τη συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Σε κάθε περίπτωση, η επέλευση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας στην εκούσια δικαιοδοσία δεν συμβιβάζεται με το ανακριτικό σύστημα που καθιερώνεται με τα άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ και ισχύει για κάθε υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, γνήσιας ή μη (ενδεικτικά ΑΠ 1835/2007, ΠΠρΑθ 410/2017, ΠΠρΑθ 470/2017 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτό άτι από προφανή παραδρομή παραλείφθηκε στο νέο άρθρο 754 ΚΠολΔ η ρύθμιση για την ερημοδικία του καθ' ου, η οποία περιλαμβανόταν στην προηγούμενη μορφή του άρθρου 754 § 2 ΚΠολΔ, ενόψει δε του σκοπού του νομοθέτη του Ν 4335/2015 και της ratio των σχετικών διατάξεων του ΚΠολΔ, συστηματικά ερμηνευόμενων, πρέπει να αποκλειστεί, στην περίπτωση της ερημοδικίας του καθ' ου στην εκουσία δικαιοδοσία, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ (όπως δηλαδή προβλεπόταν ρητά στην αρχική μορφή του άρθρου 754 ΚΠολΔ), η οποία προβλέπει τις δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας του εναγόμενου, ως μη προσαρμοζόμενη με τη διαδικασία αυτή κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ (ΠΠρΑθ 410/2017, ΠΠρΑθ 470/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, στην περίπτωση ερημοδικίας του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος έχει κλητευθεί νομίμως για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης, αυτή προχωρεί κανονικά σαν να είχε εμφανιστεί και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση στην ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρμόδιος για τον ορισμό δικασίμου Δικαστής, κατά την κατάθεση της ως κατωτέρω περιγραφόμενης κρινόμενης αίτησης, διέταξε την κλήτευση της καθ' ης υποθηκοφύλακα Ζακύνθου, καθόσον, κρίθηκε ότι η τελευταία έχει έννομο συμφέρον στη δίκη, που ανοίχθηκε με την κατάθεση της αίτησης αυτής, διέταξε δε, ταυτοχρόνως, και την κοινοποίηση αντιγράφου της κρινομένης αίτησης με σημείωση του προσδιορισμού της δικασίμου προ δεκατριών ημερών από τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Αυτό, δε, προκύπτει από τη σχετική αναγραφή επί της από 01.09.2017 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης αίτησης η οποία (έκθεση) είναι συνημμένη ως τελευταίο φύλλο αυτής της αίτησης. Επομένως η καθ' ης υποθηκοφύλακας Ζακύνθου απέκτησε αυτομάτως την ιδιότητα του διαδίκου, δεδομένου ότι η κλήτευσή της διατάχθηκε από τον αρμόδιο Δικαστή, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας.

Εξάλλου, από την υπ' αριθ. .../ 07.09.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, ..., που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση από την αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην καθ' ης της οποίας η κλήτευση διατάχθηκε με διαταγή του Δικαστή κατ' άρθρο 748 § 2 ΚΠολΔ και η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Το Δικαστήριο ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν αυτή να είχε εμφανιστεί κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 754 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της και κατ' επιτρεπτή εκτίμηση αυτής ζητεί για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους να υποχρεωθεί η Υποθηκοφύλακας Ζακύνθου α) να προβεί στην ολική τροπή της από 22.08.2005 συναινετικής προσημείωσης σε τακτική υποθήκη και αναδρομικά από την 19.05.2017, για το ποσό των 390.000,00 ευρώ, κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και ήδη «...» και υπέρ της αιτούσας επί του στην αίτηση περιγραφόμενου ακινήτου, β) να χορηγήσει το σχετικό πιστοποιητικό και γ) να καταδικαστεί η ως άνω Υποθηκοφύλακας στη δικαστική της δαπάνη.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, δικάζοντας κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 791, 740 §1 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας αλλά και στη διάταξη του άρθρου 746 εδ. β' ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν απαιτείται επίδοση αντιγράφου της στον αρμόδιο εισαγγελέα (748 § 2 ΚΠολΔ).

Από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος που εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μερικά από τα οποία αναφέρονται ειδικότερα, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: δυνάμει της υπ' αριθ. 691/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου (την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα) εγγράφηκε, την 22.08.2005 στον τόμο ... και αριθμό ... στα Βιβλία Υποθηκών Ζακύνθου, συναινετική προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 390.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, υπέρ της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και προς εξασφάλιση απαίτησής της που προέρχεται από την υπ' αριθ. .../2002 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό «αλληλόχρεο» λογαριασμό με τις πρόσθετες αυτής πράξεις σε βάρος της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία «...» (όπως η ορθή επωνυμία προκύπτει από την ομοίως προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 37/2016 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου).

Συγκεκριμένα, προσημείωση επί μίας κάθετης ιδιοκτησίας στην οποία αντιστοιχεί i] διακεκριμένο τμήμα του οικοπέδου των 1.237,85 τετραγωνικών μέτρων επιφάνειας του τμήματος αυτού κατά την πρόσφατη μέτρησή του, 537,16 τετραγωνικών μέτρων, με εντός αυτού διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 80,00 τετραγωνικών μέτρων με ημι-υπαίθριο χώρο επιφάνειας 5,59 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενο το όλο διαμέρισμα από δύο δωμάτια, χωλ, κουζίνα και λουτρό και από διαμέρισμα στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 80,00 τετραγωνικών μέτρων με κλιμακοστάσιο επιφάνειας 5,59 τετραγωνικών μέτρων το οποίο (διαμέρισμα) έχει δική του ανεξάρτητη και μοναδική είσοδο οπό τη δυτική πλευρά του ακινήτου που βρίσκεται στο συνεκτικό τμήμα του ρυμοτομικού σχεδίου ... Ζακύνθου (τομέας I) του Δημοτικού Διαμερίσματος ... τού Δήμου ... Ζακύνθου, το οποίο απεικονίζεται στο από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζακύνθου, ..., όπου περικλείεται από τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-α-β- γ-Α, συνορευόμενο ολόγυρα σε πλευρά Α-Β-Γ-Δ μήκους 7,92 συν 5,81 συν 13,95 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων με δημοτική οδό, σε πλευρά Δ-α μήκους 28,20 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητας ..., σε πλευρά α-β-γ μήκους 22,90 συν 3,20 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων με την έτερη υπό στοιχείο 2 κάθετη ιδιοκτησία επί του ίδιου οικοπέδου, και σε πλευρά γ-Α μήκους 17,00 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητας .... Η πλευρά α-β-γ του τοπογραφικού διαγράμματος αποτελεί το όριο μεταξύ των δύο αρχικών κάθετων ιδιοκτησιών επί του όλου οικοπέδου και βρίσκεται σε απόσταση 2,5 μέτρων από τον τοίχο της εντός του διακεκριμένου τμήματος υπό στοιχείο 1, ανωτέρω διώροφου οικοδομής, όπως άλλωστε (κατά την υπ' αριθ, 691/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου) προκύπτει και από το με ημερομηνία 08.02.1985 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., που προσαρτάται στην υπ' αριθ. .../1985 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά, ...

ii) Ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο των 1.237,85 τετραγωνικών μέτρων και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και πράγματα αυτού και στη συνολική του δομή σαράντα ένα εκατοστά (31/100) ή το αυτό 410/1000 εξ αδιαιρέτου, όπως (πάντα κατά την υπ' αριθ. 691/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου) προκύπτει από τη συστατική πράξη και τον αναφερόμενο σε αυτήν πίνακα κατανομής ποσοστών, η οποία κάθετη ιδιοκτησία έχει συσταθεί επί οικοπέδου έκτασης 1.284,84 τετραγωνικών μέτρων σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης κυριότητας, ενώ σύμφωνα με την πρόσφατη καταμέτρησή του, έχει επιφάνεια 1.237,85 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο συνεκτικό τμήμα του ρυμοτομικού σχεδίου ... Ζακύνθου (τομέας I) του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... Ζακύνθου, και το οποίο οικόπεδο στο σχέδιο πόλης ... έχει κτηματολογικό αριθμό ... και εμπίπτει εντός του οικοδομικού τετραγώνου με τον αριθμό 63, απεικονίζεται κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις ομοίως στο από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζακύνθου, ..., όπου περικλείεται από τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α, συνορευόμενο ολόγυρα, σε πλευρά Α-Β-Γ-Δ μήκους 7,92 συν 5,81 συν 13,95 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα με δημοτική οδό, σε πλευρά Δ-Ε-Ζ-Η μήκους 38,95 συν 11,90 συν 5,57 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητας ..., σε πλευρά Η-Θ μήκους 14,46 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητας ..., σε πλευρά Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π μήκους 16,77 συν 4,39 συν 5,53 συν 1,42 συν 3,58 συν 3,45 συν 1,50 συν 1,18 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητας ..., από την οποία διαχωρίζεται με κοινό των όμορων ιδιοκτησιών χαντάκι, και σε πλευρά Π-Ρ-Α μήκους 10,15 συν 27,91 γραμμικών τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα με ιδιοκτησία υπό κτηματολογικό αριθμό ... κυριότητος ....

Περιήλθε δε το ακίνητο αυτό στην καθ' ης η διαταγή πληρωμής ομόρρυθμη εταιρία (κατά την υπ' αριθ. 691/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου) με το υπ' αριθ. .../04.08.2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ζακύνθου ..., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. …/ 02.07.2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «...», διατάχθηκε να καταβάλλει στη νυν αιτούσα τραπεζική εταιρία, με την ιδιότητά της ως πιστούχος, αλληλέγγυα και αδιαίρετα μετά των εγγυητών ... του …, ... του …, ... του … και … συζ. ... το γένος ..., το ποσό των 820,100,57 ευρώ (ως κεφάλαιο) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 01.02.2012 (επομένη του κλεισίματος του τηρηθέντος για τη σύμβαση πίστωσης λογαριασμού), πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, των τόκων ανατοκιζόμενων κατά τα ανωτέρω ανά εξάμηνο μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το ποσό των 16,000,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../19.07.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, ..., η ως άνω υπ' αριθ. …/2012 διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία εντός δύο μηνών από την έκδοσή της, ήτοι την 19.07.2012, χωρίς να απαιτείται και η παράλληλη επίδοσή της προς τους ομόρρυθμους εταίρους, αφού αυτοί ευθύνονται για τα χρέη της εταιρείας, σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο αυτής (άρθρο 249 § 1 του Ν 4072/2012 - διάταξη ius cogens, πρώην άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) και μπορεί να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους κατ' άρθρο 920 ΚΠολΔ (ενδεικτικά ΑΠ 893/2008).

Πρέπει να σημειωθεί, ότι όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. .../ 04.10.2016, ... /04.10.2016, .../04.10.2016, .../04.10.2016 και /04.10.2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, ..., στην ως άνω πιστούχο εταιρία αλλά και σε κάθε έναν από τους ανωτέρω εγγυητές στην ως άνω σύμβαση πίστωσης επιδόθηκε αντίστοιχα η υπ' αριθ. 37/2016 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Κατά της ως άνω πρώτης επίδοσης της κρίσιμης υπ' αριθ. …/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου δεν ασκήθηκε ανακοπή εντός της προβλεπόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας (632 ΚΠολΔ), η διαταγή δε αυτή πληρωμής επιδόθηκε για δεύτερη φορά στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../22.02.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, .... Κατά της δεύτερης αυτής επίδοσης της κρίσιμης διαταγής πληρωμής ασκήθηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ, η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/14.03.2017 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου όπως προκύπτει από το νόμιμα επικυρωμένο πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα του οικείου Πρωτοδικείου. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη της παρούσας, η εν λόγω ανακοπή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την προβλεπόμενη δεκαήμερη προθεσμία και, συγκεκριμένα, κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 14.03.2017 και επιδόθηκε στην καθ' ης η ανακοπή νυν αιτούσα τραπεζική εταιρία την 15.03.2017, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της εν λόγω ανακοπής με την επ' αυτού σχετική επισημείωση επίδοσης και την σφραγίδα και υπογραφή της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών, ....

Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα (τραπεζική εταιρία) με την από 19.05.2017 αίτησή της προς την Υποθηκοφύλακα Ζακύνθου, ζήτησε την ολική τροπή της ανωτέρω προσημείωσης υποθήκης σε τακτική υποθήκη, με επισύναψη όλων των σχετικών εγγράφων, πλην, όμως, η ανωτέρω Υποθηκοφύλακας με το με αριθ. πρωτοκόλλου …/27.06.2017 σημείωμά της απέρριψε το υποβληθέν ως άνω αίτημα της αιτούσας με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 633 ΚΠολΔ η προθεσμία άσκησης ανακοπής από τη δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής είναι δεκαπενθήμερη, και ότι στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε εκ μέρους της καθ' ης η διαταγή πληρωμής ομόρρυθμης εταιρίας η ως άνω και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης …/14.03.2017 ανακοπή, ότι για την εν λόγω ανακοπή μόνο αρμόδιο να κρίνει το εμπρόθεσμο ή το εκπρόθεσμο αυτής τυγχάνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου το οποίο είτε θα ακυρώσει είτε θα επικυρώσει την κρίσιμη διαταγή πληρωμής και, τέλος, ότι η Υποθηκοφύλακας δεν είναι αρμόδια να κρίνει τα παραπάνω.

Με βάση τα όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω και, κυρίως, με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, αφού η αίτηση προς έκδοση της υπ' αριθ. …/2012 διαταγής πληρωμής υποβλήθηκε την 25.06.2012 (την οποία αίτηση δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει η αιτούσα, πλην όμως η ημεροχρονολογία αυτής προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. …/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου), ήτοι έως την 31.12.2015, εφαρμογή έχει η δεκαήμερη προθεσμία της ισχύσασας διάταξης του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ και όχι η νέα, όπως δηλαδή αυτή διαμορφώθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, και άρα η εν λόγω ανακοπή ασκήθηκε εκπρόθεσμα με τα περαιτέρω αποτελέσματα που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει όπως η Υποθηκοφύλακας Ζακύνθου προβεί σε ολική τροπή της ως άνω προσημείωσης σε υποθήκη αναδρομικά από την 19.05.2017, ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος της αιτούσας τράπεζας, και στην καταχώριση της ως άνω τροπής για την ίδια ημερομηνία στα Βιβλία Υποθηκών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου κατά της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και υπέρ της αιτούσας επί του ακινήτου που περιγράφεται αναλυτικά στο σκεπτικό της παρούσας καθώς και όπως χορηγήσει σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία ΙΙΙ και IV νομικές σκέψεις της παρούσας. Ωστόσο, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της Υποθηκοφύλακα η δικαστική δαπάνη της αιτούσας για την παρούσα δίκη, λόγω του ότι αυτή δεν βαρύνεται με την υπαιτιότητα για τη διεξαγωγή της, καθώς σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία I και ΙΙΙ νομικές σκέψεις η άρνησή της κρίνεται δικαιολογημένη λόγω του δυσερμήνευτου των σχετικών κανόνων δικαίου, αυτή δε τυγχάνει αναρμόδια να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο των σχετικών εγγράφων πολλώ δε μάλλον να κρίνει το εμπρόθεσμο ή όχι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου τίθεται θέμα εφαρμογής διαχρονικού δικαίου μετά από τις αλλαγές που επέφερε στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ο Ν 4335/2015, η Υποθηκοφύλακας δε, δοθέντος ότι η ανωτέρω ανακοπή είχε ασκηθεί μετά την 01.01.2016 λογικά ανέτρεξε στη νέα εκδοχή του σχετικού άρθρου του ΚΠολΔ, πλην όμως η σχετική και αναλυθείσα στην υπό στοιχείο I νομική προβληματική είναι σε κάθε περίπτωση αρμοδιότητας κρίσης του Δικαστηρίου.

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, να διαταχθεί η κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην Υποθηκοφύλακα Ζακύνθου με επιμέλεια της γραμματείας αυτού του δικαστηρίου (άρθρο 791 με αριθ. 3 ΚΠολΔ) ενώ τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να επιβληθούν κατ' άρθρο 746 εδ. α΄ ΚΠολΔ στην αιτούσα, λόγω του ότι η καθ' ης η αίτηση δεν κρίθηκε υπαίτια για τη διεξαγωγή της δίκης (746 εδάφιο β' ΚΠολΔ) και η αίτηση υποβλήθηκε για το συμφέρον της αιτούσας. [...]