ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 20ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2957/2019

 

Πρόεδρος : Αρ. Λακουμέντα, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.

Εισηγήτρια : Στ. Φίλη, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Δικηγόροι : Σ. Μαναράκης, Απ. Παπακωνσταντίνου

 

2. Επειδή, το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. ν. 2717/1999, Α 97), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της άσκησης της προσφυγής και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 4446/2016 (Α 240/22.12.2016) δεδομένου ότι η παρούσα δικάσιμος είχε ορισθεί πριν τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, ορίζει στις παρ. 1 και 2 ότι: «1. Η σε πρώτο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών δια­φορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο. 2. Κατ εξαίρεση η εκδίκαση: α)... β) των φορολογι­κών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υ­περβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανήκει στον πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο γ) [...]». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο που ήταν αρμόδιο κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος διατηρεί, εκτός αντίθετης ειδικότε­ρης ρύθμισης, την αρμοδιότητα του, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 12 «1. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητά του. 2. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η υπόθεση υπάγεται στα πολιτικά - ποινικά δικαστήρια, απορρίπτει το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώ αν διαπιστώσει ότι αυτή υπάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή σε άλλο τα­κτικό διοικητικό δικαστήριο, παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο δικαστήριο [...]». Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 505/1976 (Α 353) «Η επίλυσις των φορολογικών διαφορών και των εν γένει αμφισβητήσεων σχετικά με τη βεβαίωση ή την επιστροφή ή την ανάκληση δηλώσεως ή αναγνώριση φορολογικής απαλλαγής ή μειώσεως οποιουδήποτε αυτοτελούς φόρου, τέλους, δικαιώ­ματος, εισφορών, αντιτίμου προσωπικής εργασίας και προστίμου, μεταξύ δήμου ή κοινότητος ή συνδέ­σμου δήμων και κοινοτήτων και φορολογουμένων ή ενοικιαστή και φορολογουμένου ... ανατίθεται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια...».

3. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (Α 33) «Επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου: α) Η επέ­κταση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, β) η ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και η επέκταση οικι­σμών μεταγενέστερων του 1923 που στερούνται εγκεκριμένου σχεδίου, γ) [...]». Επίσης στο άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι: «Οι ιδιο­κτήτες των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε περιοχές ένταξης και επέκτασης κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού και διατηρούνται ή διαμορφώνονται σε νέα ακίνητα, συμμετέχουν με καταβολή χρηματικής εισφοράς στην αντιμετώπιση της δαπάνης για την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων». Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 4 του ν. 2508/1997 (Α 124) και ίσχυε μετά και την τροποποίησή της με την παρ. 2 του άρθρου του ν. 3212/2003 (Α 308), «Η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής [...] Η εισφορά αυτή εισπράττεται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, ως έσοδο του οικείου δήμου ή κοινότητας και αποδίδεται σ αυτούς κατά μήνα. Το ποσό της εισφοράς αυτής διατίθεται από τους οικείους Ο.Τ.Α. για την εκτέλεση των βα­σικών κοινοχρήστων πολεοδομικών έργων είτε από τον ίδιο είτε από εξουσιο­δοτημένο από αυτόν φορέα, καθώς και για την εκπόνηση πολεοδομικών μελε­τών και μελετών πράξεων εφαρμογής. Κάθε διάθεση της εισφοράς αυτής για άλλο σκοπό είναι άκυρη [...]». Επιπλέον, κατά την παρ. 4 του εν λόγω άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νομοθετήματος, η οποία όμως καταργήθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 (ισχύς από 31.12.2003) «[...] Κάθε διαφορά με­ταξύ του υπόχρεου για καταβολή εισφοράς και του Δημοσίου ή Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιλύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρ­θρου 21 του ν. 947/1979 και του π.δ. 59/1980». Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 7 του ν. 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών» (Α 169) «Πάσα διαφορά μεταξύ του υποχρέου προς καταβολήν της εισφοράς προσώπου και του Δημοσίου εν σχέσει προς την επιβολήν ή τον υπολογισμόν και το ύφος ταύτης υπάγεται εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου. Τα της διαδικασίας εν γένει προς επίλυσιν των ως άνω διαφορών, τα της ασκήσεως των ενδίκων μέ­σων κατά των αποφάσεων του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου [...] ρυθμί­ζονται διά προεδρικού διατάγματος [...]», ενώ κατ επίκληση της διάταξης αυτής εκδόθηκε το π.δ. 59/1980 «Περί της ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικα­στηρίων διαδικασίας επί διαφορών αναφερομένων εις την εισφοράν εις χρήμα κατά το άρθρον 21 του ν. 947/79» (Α 22). Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νομοθετήματος αυτού: «Αι πράξεις επιβολής της εισφοράς εις χρήμα κατά το άρθρον 21 του ν. 947/79 "περί οικιστικών περιοχών" υπόκεινται εις προσφυγήν ενώπιον του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου [...]».

4. Επειδή, από τις εκτεθείσες, στις προηγούμενες σκέψεις, διατάξεις συ­νάγονται τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περ. β του Κώδικα Διοικητι­κής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, εγκαθιδρύει εξαιρετική καθ ύλην αρμοδιό­τητα του Διοικητικού Εφετείου για τις εν γένει φορολογικές διαφορές, όταν το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, αποσκοπώ­ντας στην ταχύτερη εκκαθάριση αυτών. Στις διαφορές αυτές εντάσσονται και οι υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών και συναφών προστίμων, τις οποίες ο κοινός νομοθέτης έχει χαρακτηρίσει φορολογικές, σύμφωνα με την προμνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 505/1976, ανεξαρτήτως αν το επιβαλλόμενο τέλος συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος η οικονομικό βάρος με χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 761/2014). Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις, μετά την κατάργηση της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 που κατά παραπομπή προέβλεπε εξαιρετική αρμοδιότητα του τρι­μελούς διοικητικού πρωτοδικείου, καταλαμβάνουν κατά την έννοιά τους και την υπό κρίση διαφορά, η οποία γεννήθηκε από επιβολή της, κατ άρθρο 9 του ν. 1337/1983, εισφοράς σε χρήμα, η οποία υπολογίζεται επί της αντικειμενικής αξίας της ιδιοκτησίας, καθώς, έστω και αν ο νομοθέτης δεν τη χαρακτηρίζει ρητώς ως φόρο ή τέλος, αφορά, πάντως, στην υπέρ του οικείου Δήμου επιβολή οικονομικού βάρους που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα την κάλυψη της δαπάνης για την πολεοδομική διαμόρφωση των εντασσόμενων σε ρυμοτομικό σχεδιασμό περιοχών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3832/2014 επταμ., 718/2015). Εκ τούτων παρέπεται ότι και οι υποθέσεις του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 που αφορούν την επιβολή, από το Δήμο, της τακτικής εισφοράς σε χρήμα σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου, τα οποία εντάσσονται σε περιοχή εντός σχεδίου πόλεως, προκειμένου να συμβάλουν στη δαπάνη κατασκευής των βασικών, κοινοχρήστων πολεοδομικών έργων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1681/2015), περιλαμβάνονται στις εν γένει φορολογικές διαφορές, για τις οποίες επιφυλάσ­σεται η εν λόγω εξαιρετική καθ ύλη αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (βλ. Δ.Ε.Α. 956/2014, 3587/2018).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με τις προσβαλλόμενες πράξεις επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας εισφορά σε χρή­μα, λόγω ένταξης στο σχέδιο πόλης δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της που βρίσκο­νται στο Επιχειρηματικό Πάρκο στην Πολεοδομική Ενότητα Πέτρα Γυαλού - Βούλια - Προκαλήσιτου Δήμου Σπάτων - Αρτέμιδος, ύψους 678.505,75 ευρώ και 377.577,88 ευρώ αντίστοιχα, ποσά που προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης αυτής και υπερβαίνουν αυτοτελώς το ποσό των 150.000 ευρώ, η διαφο­ρά που γεννήθηκε με την άσκηση της με Γ.Α.Κ. ..../11.7.2012 προσφυγής ανήκει στην καθ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, όπου πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του Κ.Δ.Δ.