ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2924/2020

 

Δικαστής: Νικόλαος Μήλιος, Εφέτης

Δικηγόροι: Ευάγγελος Μπέης - Δημήτριος Βλαχόπουλος

 

II. Με την από 17.10.2016 αγωγή, ο ενάγων ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση, στις 2.1.2002, με την ειδικότητα και με το συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του από το Νοέμβριο του έτους 2011. Ότι την 1.10.2013 η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002 στη δεύτερη εναγόμενη, στην οποία συνέχισε να παρέχει εν τοις πράγμασι τις υπηρεσίες του. Ότι, λόγω μη καταβολής σ αυτόν των δεδουλευμένων αποδοχών του εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, κοινοποίησε στην τελευταία την από 10.12.2015 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι ασκεί επίσχεση εργασίας. Ότι η τρίτη εναγόμενη, χρησιμοποιώντας ως κεφάλαιο χρήματα της πρώτης εναγόμενης, τα οποία διαχειρίστηκε ως δικά της, ίδρυσε τη δεύτερη εναγόμενη μονομετοχική ανώνυμη εταιρεία, με στόχο να συνεχίσει απρόσκοπτα την εμπορική της δραστηριότητα υπό το μανδύα της νέας εταιρείας, καταχρώμενη τον θεσμό της εταιρείας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι του οφείλονται οι δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011, μηνός Μαρτίου 2012, μηνός Ιουνίου 2012, μηνός Ιουλίου 2012, μηνός Αυγούστου 2012, μηνός Οκτωβρίου 2012, μηνός Δεκεμβρίου 2015, καθώς και η αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων 2015. Ότι εξαιτίας της παράνομης, κακόπιστης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της τρίτης εναγόμενης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αγωγή, υπέστη ηθική βλάβη. Ζήτησε λοιπόν, όπως περιορίστηκαν τα αιτήματα της αγωγής στον πρώτο βαθμό: 1) να αναγνωρισθεί ότι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγόμενων στη δεύτερη εξ αυτών, 2) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 3) να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 10.12.2015, 4) να αρθεί η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων, ώστε να θεμελιωθεί αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της τρίτης των εναγόμενων για τις ένδικες οφειλές τους έναντι αυτού, 5) να υποχρεωθούν η δεύτερη και η τρίτη των εναγόμενων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη, για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011 1.582,20 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2012 950 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2012 550 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2012 920 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως τις 10.12.2015 274,32 ευρώ καθώς και για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2015 745,49 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 7.322,01 ευρώ και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη δεύτερη και την τρίτη των εναγόμενων, για δεδουλευμένες αποδοχές μέρος του ως άνω ποσού, ύψους 6.302,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.10.2013, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο από αυτά που απαρτίζουν τα παραπάνω ποσά κατέστη απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 6) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και 7) να διαταχθεί σε βάρος της τρίτης εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του ποσού που θα επιδικαστεί.

Ο ενάγων ζήτησε να του επιδικασθούν τα ανωτέρω κονδύλια κυρίως βάσει των διατάξεων περί έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (πλην του κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο ζητεί να του επιδικασθεί βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας). Επικουρικά, ο ενάγων ζητεί να του επιδικασθούν τα παραπάνω κονδύλια (πλην του κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι οι εναγόμενες κατέστησαν πλουσιότερες κατά τα ποσά αυτά χωρίς νόμιμη αιτία και σε βάρος της περιουσίας του, αφού σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσαν στη θέση του με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας θα κατέβαλλαν τα ποσά αυτά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε ερήμην της πρώτης εναγόμενης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονούνται με την ένδικη έφεσή τους οι εκκαλούσες-δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η ως άνω αγωγή.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/Ε.Ο.Κ. Οδηγίας, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου [η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης], μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας».

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την αντίστοιχη Οδηγία 98/50/Ε.Κ., με την οποία επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί με βάση τη νομολογία του Δ.Ε.Κ. η νομική έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης, να προβλεφθεί ρητά η εφαρμογή της στις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από τις αρνητικές συνέπειες της μεταβίβασης της επιχείρησης. Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η «υπόστασή» τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το «περιεχόμενο» τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.

Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/Ε.Ο.Κ. όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/Ε.Κ. γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Δ.Ε.Κ.) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή ο οποίος ευνοεί την κατάφαση «μεταβίβασης» ακόμη και σε περιπτώσεις στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση Δ.Ε.Κ. της 2.12.1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κ.λπ.] Συλλογή 1987, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 11.3.1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.9.1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995).

Προς προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ...», οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω π.δ., «διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος». Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (Α.Π. 14/2012, Α.Π. 200/2009, Α.Π. 259/2006). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (Α.Π. 1148/2017, Α.Π. 1850/2006). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Α.Π. 200/2009, Α.Π. 1468/2007, Α.Π. 1551/2006). Ενόψει αυτών, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από σ.σ.ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (Α.Π. 1148/2017, Α.Π. 14/2012). Μεταβιβάζεται δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (Α.Π. 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (Α.Π. 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (Α.Π. 1148/2017, Α.Π. 1154/1998).

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω π.δ. 178/2002 και του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιον τρόπο, «πλάσμα δικαίου», με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (Α.Π. 995/2017).

Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την κατά το άρθρο 479 Α.Κ. αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα όμως με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (Α.Π. 525/2013, Α.Π. 339/2011). Καθιερώνεται δηλαδή για τις ανωτέρω υποχρεώσεις παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη κατ άρθρο 481 Α. Κ. (βλ. σχετικά με όλα τα παραπάνω Α.Π. 575/2019 areiospagos.gr).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του Α.Κ., ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του Α.Κ., να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ αυτή των μελών τους που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του Α.Κ., δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 και 3. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος.

Κατά την έννοια αυτή, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (Ολ.Α.Π. 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρο 1 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την παραπάνω έννοια, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία, με την παροχή εκ μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας, διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου.

Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται, ή, αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του που δημιουργήθηκαν καθ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού, εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες, ή, αντιστρόφως, επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών (βλ. σχετικά με τα παραπάνω Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 154/2018 areiospagos.gr).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης απόσβεσης χρηματικής ενοχής με καταβολή (εξόφλησης) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Σε περίπτωση που η απαίτηση είναι μία, αρκεί για το ορισμένο της σχετικής ένστασης εξόφλησης αυτής η αναφορά του ποσού και της αιτίας της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους (Α.Π. 1221/2017, 1688/2012, βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 417/2018 areiospagos.gr).

IV. [Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων προσελήφθη στις 2.1.2002 από την πρώτη εναγόμενη, η οποία διατηρεί στη ... Αττικής, επί της οδού ... αριθ. ..., επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη με αντικείμενο εργασίας του τον έλεγχο και την συντήρηση ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (γεννητριών ηλεκτρικού ρεύματος) σε εγκαταστάσεις πελατών της, κυρίως εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, σε ολόκληρη την επικράτεια. Ο ενάγων έκτοτε παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγόμενη, με το νόμιμο ωράριο εργασίας, πλήρους απασχολήσεως, με μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 1.150 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.8.2012 και στο ποσό των 920 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 και μετά. Πλην όμως, από το Νοέμβριο του 2011, η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος.

Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία συνιστούσε στην πραγματικότητα μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από το ..., στην μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε από τη σύστασή της, πλην του ιδίου, και η θυγατέρα του, ...-τρίτη των εναγόμενων. Δυνάμει δε της από 30.6.2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30.6.2012 πρακτικού Δ.Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγόμενης συγκροτήθηκε από το ... ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τη... (τρίτη εναγόμενη) ως Αντιπρόεδρο και τη ... ως μέλος. Κατόπιν, την 7.8.2013, η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εναγόμενης, ... (τρίτη εναγόμενη) συνέστησε, δυνάμει της υπ αριθ. .../7.8.2012 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.Γ., τη δεύτερη εναγόμενη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...». Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από τη ... του ... (τρίτη εναγόμενη) ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τη ... του ... ως μέλος και την ... ως μέλος. Η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έχει ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγόμενη και ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκεί ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στη ... Αττικής, επί της οδού ... αριθ. ..., χρησιμοποιώντας τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ). Ομοίως, στην δεύτερη εναγόμενη μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, όπως μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας και συναφή, κατά τη με αριθμό .../.../.../.../29.10.2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία προκύπτει ότι η ορισθείσα ανάδοχος του αναφερόμενου στην ανωτέρω απόφαση έργου δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης, ενώ απέκτησε η δεύτερη εναγόμενη το σύνολο της πελατείας και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγόμενης, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν. Από την πλευρά της η δεύτερη εναγόμενη εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εναγόμενης, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στη με αριθμό .../10.2.2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ... η δεύτερη εναγόμενη, στην οποία με την ίδια απόφαση ανατέθηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγόμενη, χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγόμενης. Επίσης, στην ιστοσελίδα της η δεύτερη εναγόμενη αναφέρει ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία, στο πλούσιο πελατολόγιο και στην μακρόχρονη πείρα της πρώτης εναγόμενης, αυτοπροσδιορίζεται ευθέως ως διάδοχος της πρώτης εναγόμενης, ενώ και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης εναγόμενης («...») είναι παραπλήσιος αυτού της πρώτης εναγόμενης («...»). Παράλληλα η δεύτερη εναγόμενη απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, και το σύνολο των άυλων αγαθών της τελευταίας, και δη τη φήμη, την πελατεία και την τεχνογνωσία της, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγόμενη για την επιτυχή λειτουργία και άσκηση της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εναγόμενη βρισκόταν στον ως άνω τόπο και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από πολλά έτη, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δεύτερη εναγόμενη συνιστά από την 1.10.2013 διάδοχο επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης, διότι πρόκειται περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, υπό την έννοια του π.δ. 178/2002, εφ όσον η δεύτερη εναγόμενη ως «διάδοχος» ανέλαβε πράγματι μία οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγόμενη, ούσα αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ιδίου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την ίδια επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, έγινε δε συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα της και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη (βλ. Α.Π. 1553/2002 Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

Επίσης, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγόμενης είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης εναγόμενης προς τούτο δε ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν το σκοπό αυτό, καθόσον είναι προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των δύο πρώτων εναγόμενων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και συναφών υπηρεσιών στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στη γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγόμενης.

Βάσει των προεκτεθέντων και σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγόμενη, ώστε η τελευταία να ευθύνεται με την πρώτη εναγόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έναντι του ενάγοντος, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Ένεκα της ως άνω μεταβιβάσεως, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία υποκατέστησε από την 1.10.2013 αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια του ενάγοντος (πρώτη εναγόμενη), με συνέπεια, αφενός ο ενάγων να συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου οι αξιώσεις του ενάγοντος που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά το χρόνο της μεταβίβασης να βαρύνουν, ένεκα της μεταβίβασης αυτής, και τη διάδοχο δεύτερη εναγόμενη, ενώ η τελευταία ευθύνεται αποκλειστικά για τις απαιτήσεις του ενάγοντος που γεννήθηκαν μετά την παραπάνω διαδοχή.

Εξάλλου, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι μετά την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση της επιχείρησης η δεύτερη εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει στον ενάγοντα τις ληξιπρόθεσμες αποδοχές που όφειλε στον τελευταίο η πρώτη εναγόμενη. Για τον λόγο αυτό ο ενάγων κοινοποίησε στη δεύτερη εναγόμενη την από 10.12.2015 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, στην οποία της εξέθετε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του (δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012, δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 και δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012) και της δήλωσε ότι από την ημέρα εκείνη ασκεί επίσχεση της εργασίας του μέχρι την καταβολή των ως άνω οφειλόμενων. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η δεύτερη εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011 1.582,20 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2012 950 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2012 1.150 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2012 550 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2012 920 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως τις 10.12.2015 274,32 ευρώ καθώς και για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2015 745,49 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 7.322,01 ευρώ. Εκ του ανωτέρω ποσού που οφείλει η δεύτερη εναγόμενη στον ενάγοντα, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον τελευταίο, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη, για το χρονικό διάστημα μέχρι την 1.10.2013, οπότε και υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησής της, το συνολικό ποσό των 6.302,20 ευρώ, βάσει των ως ίδιων ως άνω υπολογισμών, αμφότερα δε τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές και από τις 31.12.2015 για την αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2015.

Επίσης από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η τρίτη εναγόμενη στις αρχές του 2013 ανέλαβε εν τοις πράγμασι και κατ αποκλειστικότητα τη διοίκηση της πρώτης εναγόμενης, εκμεταλλευόταν την επιχείρησή της, κατηύθυνε τις επιχειρηματικές αποφάσεις της και διαχειριζόταν αποκλειστικά η ίδια τα οικονομικά της οφέλη, ενώ εν συνεχεία ίδρυσε τη δεύτερη εναγόμενη μονομετοχική ανώνυμη εταιρεία, της οποίας το Δ.Σ. απαρτίζεται από την ίδια, η οποία τυγχάνει μοναδική μέτοχος-πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνουσα σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας, ασκώντας εν τοις πράγμασι προσωπική εμπορική δραστηριότητα και εκπροσωπώντας τη δεύτερη εναγόμενη στις συναλλαγές της με τους τρίτους κατά τρόπο δεσμευτικό.

Συνακόλουθα, λόγω του ότι η τρίτη εναγόμενη χρησιμοποίησε καταχρηστικά και αντίθετα προς τη συναλλακτική καλή πίστη τη νομική προσωπικότητα των δύο πρώτων εναγόμενων με πρόθεση καταστρατήγησης του νόμου, και συγκεκριμένα προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα την προσωπική εμπορική δραστηριότητά της, αποφεύγοντας, παράλληλα, την προσωπική της ευθύνη από τις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις έναντι τρίτων, πρέπει να υποχωρήσει η αρχή της αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου των πρώτης και δεύτερης των εναγόμενων, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, με αποτέλεσμα την κατάφαση της προσωπικής ευθύνης της τρίτης εναγόμενης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τις δύο πρώτες εναγόμενες, για την καταβολή των ένδικων απαιτήσεων του ενάγοντος έναντι αυτών από τη σύμβαση εργασίας του.

Τέλος, ο εκ μέρους της δεύτερης και της τρίτης εναγόμενης προβληθείς ισχυρισμός περί εξόφλησης των ανωτέρω οφειλόμενων στον ενάγοντα ποσών κρίνεται αόριστος, ανεπίδεκτος συνεπώς απορριπτέος, διότι σε αυτόν δεν μνημονεύεται η αιτία της καθεμίας καταβολής, ώστε να μπορεί να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός των ανωτέρω εναγόμενων ότι οι καταβολές αυτές αφορούσαν όντως τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και όχι την τρέχουσα μισθοδοσία του και τις δαπάνες για την εκτέλεση της εργασίας του, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η πρόκληση στον ενάγοντα ηθικής βλάβης και συνεπώς το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο.

Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσία και να αναγνωρισθεί α) ότι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγόμενων στη δεύτερη των εναγόμενων, β) ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη των εναγόμενων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και γ) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 10.12.2015, να υποχρεωθούν η δεύτερη και η τρίτη των εναγόμενων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, κατόπιν άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων, το συνολικό ποσό των 7.322,01 ευρώ και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγόμενων να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με τη δεύτερη και την τρίτη των εναγόμενων, από το παραπάνω συνολικό ποσό των 7.322,01 ευρώ, το ποσό των 6.302,20 ευρώ, αμφότερα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές και από τις 31.12.2015 για την αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2015, μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει επομένως να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της υπό κρίση έφεσης, όπως πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της.