ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 291/2019

 

Πρόεδρος: Σ. Μητσοπούλου, Πρωτοδίκης

Δικηγόρος: Ν. Τάνταρη, Ι. Θεοδοράτου, Ε. Τογαντζή,

Γ. Σφακιανάκη, Α. Πετροπούλου

 

[...] III. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. α΄ εδ. 1 του Ν 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι «Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α΄ του Ν 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ’ ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι’ αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017 δημ. Νόμος).

[...] Προέκυψε ότι οι αιτούντες σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων και δη από το έτος 2008 και μέχρι το έτος 2011, προέβαιναν συνεχώς σε υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό, κάνοντας χρήση και της ανακυκλούμενης πίστωσης, για την επίτευξη επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές τους δυνατότητες. Ειδικότερα, οι αιτούντες ανέλαβαν προς τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες τα παρακάτω χρέη: Α) προς την [...] σύμβασης στεγαστικού δανείου η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και ο αιτών ως εγγυητής για το ποσό των 20.117,87 ευρώ, Β) προς την [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και ο αιτών ως εγγυητής για το ποσό των 38.012,25 ευρώ, β) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης οι αιτούντες ενέχονται από κοινού ως εγγυητές για το ποσό των 89.447,55 ευρώ, γ) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης οι αιτούντες ενέχονται από κοινού ως εγγυητές για το ποσό των 29.899,29 ευρώ, δ) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης ο αιτών ενέχεται ως οφειλέτης και η αιτούσα ως εγγυήτρια για το ποσό των 5.764,48 ευρώ, ε) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και ο αιτών ως εγγυητής για το ποσό των 13.887,34 ευρώ, στ) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης οι αιτούντες ως οφειλέτες ενέχονται από κοινού για το ποσό των 58.778,81 ευρώ, ζ) δυνάμει της [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης οι αιτούντες ενέχονται από κοινού για το ποσό των 74.543,47 ευρώ. [...] Γ) Προς τη πιστώτρια «...» δυνάμει [...] σύμβασης ρύθμισης δανείου η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και ο αιτών ως εγγυητής για το ποσό των 28.904,65 ευρώ, Δ) προς τη πιστώτρια με την επωνυμία «....» α) δυνάμει της υπ’ αριθ. [...] σύμβασης στεγαστικής πίστης ο αιτών ενέχεται ως οφειλέτης και η αιτούσα ως εγγυήτρια για το ποσό των 18.549,11 ευρώ. Για τις ως άνω συμβάσεις υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ των ανωτέρω πιστωτριών τραπεζών στα ανωτέρω ακίνητα αιτούντων. Περαιτέρω προς την άνω πιστώτρια ο αιτών ενέχεται ως οφειλέτης για μεν την υπ’ αριθ. [...] σύμβαση πιστωτικής κάρτας για το ποσό των 13.816,65 ευρώ και για την υπ’ αριθ. [...] σύμβαση ανοιχτού δανείου για το ποσό των 7.323,74 ευρώ, [...] Ε) προς τη πιστώτρια «...» δυνάμει της [...] σύμβασης δανείου η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και ο αιτών ως εγγυητής για το ποσό των 16.020,26 ευρώ. Συνακόλουθα οι οφειλές της αιτούσας προς τις καθ’ ων εφεσίβλητες ανέρχονται στο ποσό των 393.925,08 ευρώ και του αιτούντος στο ποσό των 415.065,47 ευρώ.

Κατά το έτος 2008, αν και δεν διέθεταν ιδιαιτέρως υψηλό εισόδημα από την εργασία τους, ενόψει και των έξι στεγαστικών δανείων που ήδη είχαν λάβει από την πιστώτρια [...] και δεν είχαν εξοφληθεί, προέβησαν στην αγορά του προαναφερθέντος καταστήματος του ισογείου επί της οδού [...], με τη λήψη δανείου [...], ώστε ο συνολικός δανεισμός τους από την εν λόγω πιστώτρια να ξεπεράσει το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Δοθέντος ότι το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων δεν επαρκούσε για την κάλυψη των εξόδων τους και των δανειακών τους υποχρεώσεων, το έτος 2010 και 2011 προέβησαν σε περαιτέρω δανεισμό και συγκεκριμένα από την πιστώτρια «...» την 6.9.2010 έλαβαν δάνειο ύψους 14.054,00 για τη τακτοποίηση προηγούμενης οφειλής τους, επίσης από την πιστώτρια [...] έλαβαν δάνειο 25.000,00 ευρώ για τη ρύθμιση τριών προηγούμενων δανειακών συμβάσεων, ενώ στις 19.9.2011 έλαβαν από την πιστώτρια «EUROBANK EFG» δάνειο ποσού 19.700,00 ευρώ.

Προέβησαν δε οι αιτούντες στις ανωτέρω ενέργειες, παρότι το μέσο μηναίο και ετήσιο ατομικό και οικογενειακό εισόδημα τους είχε μειωθεί και παρότι η αιτούσα κατά την περίοδο εκείνη είχε περιέλθει σε κατάσταση ανεργίας. Έτι περαιτέρω δεν αξιοποίησαν την ακίνητη περιουσία τους (με μίσθωση, εκποίηση κ.λπ.) για την απομείωση των οφειλών τους, αλλά συνέχισαν να δανειοδοτούνται, διογκώνοντας όμως έτσι τα υφιστάμενα χρέη τους, όταν η οικονομική ύφεση είχε πλέον γενικευθεί και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια της εθνικής χρηματοδότησης, έγιναν συνώνυμες των τακτικών περικοπών που επιβλήθηκαν σε μισθούς και συντάξεις στον Δημόσιο Τομέα, με αποτέλεσμα από το έτος 2012 και εφεξής να σταματήσουν κάθε καταβολή δόσεων των δανείων τους στις τράπεζες.

Ήδη κατά το χρόνο συζητήσεως των αιτήσεων, το σύνολο των υποχρεώσεων της αιτούσας προς τις πιστώτριες τράπεζες ανερχόταν στο ποσό των 393.925,08 ευρώ και του πρώην συζύγου της στο ποσό των 415.065,47 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αιτούντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης των τραπεζικών προϊόντων, αυτοί πέραν ενός στεγαστικού δανείου που δικαιολογούσε την ανακατασκευή της πρώτης κατοικίας τους, προέβαιναν τακτικά στην εκτεταμένη απόλαυση υπέρμετρων τραπεζικών αγαθών μέσω δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να έχουν κάποιον ιδιαίτερο λόγο η ανάγκη, αφού κατά τα προαναφερόμενα, που συνομολογούνται και από τους ίδιους, το εισόδημα έκαστου από την εργασία του μέχρι το 2008 ήταν ικανοποιητικό για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών τους.

Επιπροσθέτως, ήδη από το έτος 2010 και εξής, διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους στο μέλλον, καθόσον το οικογενειακό τους εισόδημα δεν επαρκούσε για την κάλυψη αυτών και αντί να φροντίσουν να τερματίσουν το οικονομικό τους αδιέξοδο με την έγκαιρη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων, από τα εισοδήματά τους, ώστε να μην επιβαρύνονται άλλο με τόκους, έξοδα κ.λπ., αυτοί συνέχιζαν να δανείζονται παρότι διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία τους αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους στο μέλλον, αποδεχόμενοι αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.

Παράλληλα, δεν επικαλέστηκαν, ούτε απέδειξαν αυτοί ότι είχαν τυχόν εισοδήματα και από άλλες πηγές (π.χ. εισόδημα από ακίνητα), τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού της δόσης που έπρεπε να καταβάλλουν μηνιαίως στους πιστωτές τους. Επιπλέον, οι αιτούντες δεν απέδειξαν ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών τους, ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού τους εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκούν αυτοί δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων τους θα δύνανται να αποπληρώνουν προσηκόντως τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Ο προτεινόμενος πρωτοδίκως καθ’ υποφοράν από τους αιτούντες ισχυρισμός, τον οποίο επαναφέρουν με σχετικό λόγο της εφέσεώς τους, ότι οι πιστώτριες τράπεζες χορήγησαν σ` αυτούς τα επίδικα δάνεια, τελώντας όμως σε γνώση και αποδεχόμενες το ενδεχόμενο να μην αποπληρωθούν αυτά εκ μέρους τους λόγω ανεπάρκειας των εισοδημάτων τους κατόπιν ελέγχου της φερεγγυότητάς τους, επί του οποίου επιχειρούν να θεμελιώσουν την αντένσταση του συντρέχοντας πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι για την ευδοκίμηση της σχετικής αντένστασης του οφειλέτη, απαιτείται η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι δανειολήπτες και των οικονομικών τους δυνάμεων κατά το χρόνο ανάληψης των εν λόγω υποχρεώσεων, στοιχεία που όμως ουδόλως επικαλούνται εν προκειμένω οι αιτούντες. [...]

Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, δεκτής γενομένης ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας σχετικής ένστασης δόλου εκ μέρους των καθ’ ων οι αιτήσεις - εφεσιβλήτων, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους αναιρεί γι’ αμφότερους αυτούς την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν 3869/2010.

 

(Απορρίπτει την έφεση.)