ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 290/2019

 

Πρόεδρος: Στ. Σακοπέντα, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: A. Aλεξόπουλος, Α. Πράτας, Δ. Δημοσθένους

 

[...] Κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ αντίστοιχα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί κατά την ως άνω διάταξη και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003 Nomos). Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματα της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 παρ 2 εδ. τελευταίο, δεδικασμένο, που κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη που αφορά το κύρος της εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, που αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (ΑΠ Ολ 30/1987 Nomos). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 53/2004 Nomos). Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγόμενου, ώστε να αποτελούν παραλλήλους και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ’ ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση, της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 1017/2001 ΝοΒ 2002, 1104). Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασμένο, ανήκει και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 1017/2001 ΕλλΔνη 2003, 431), η οποία ωστόσο, μπορεί παραδεκτά να προταθεί στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μόνο εφόσον γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατάχρηση του δικαιώματος μεταγενέστερων της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 1333/2000 ΕλλΔνη 2002, 400). Άλλωστε, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 95/2006 Nomos). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ Ολ 17/1995, ΑΠ Ολ 62/1990, ΑΠ 1627/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, οι ανακόπτουσες, ισχυρίζονται ότι η καθ’ ης καταχρηστικώς, ήτοι κατά παράβαση των αντικειμενικών αξιολογικών κριτηρίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος της, επισπεύδει τη σε βάρος τους αρξάμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόσω η απαίτησή της έχει καταστεί αμφισβητούμενη και δη μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη, δεδομένου ότι έχουν ασκήσει την από 16.7.2018 αγωγής τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αμφισβητούν την ένδικη έννομη σχέση και το αντίστοιχο χρέος βάσει των οποίων εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, ύστερα από την έκδοση σχετικών δικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ αναφορικώς με δάνεια συναφθέντα σε αξία ελβετικού φράγκου. Με αυτό το περιεχόμενο ο δεύτερος λόγος της ανακοπής παραδεκτώς προβάλλεται, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού της καθ’ ης περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από την ένδικη διαταγή πληρωμής, για τον λόγο ότι η τελευταία (διαταγή πληρωμής) επιδόθηκε στις ανακόπτουσες δύο φορές χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά αυτής, το οποίο δεδικασμένα καταλαμβάνει και την προβαλλόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ειδικότερα, σύμφωνα και με τη σχετική ως άνω μείζονα σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα που δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, αν τα περιστατικά που το θεμελιώνουν προέκυψαν μετά την απόκτηση δεδικασμένου ή αν εν γένει δεν θα μπορούσε να τα αποδείξει ο ανακόπτων ακόμα και αν είχε ασκήσει ανακοπή, παραδεκτώς προβάλλεται, καθόσον η ένδικη απαίτηση της τράπεζας και δη το ένδικο δάνειο με αξία σε ελβετικό φράγκο κατέστη αμφισβητούμενο με την άσκηση της σχετικής αγωγής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με επίκληση των σχετικών αποφάσεων του ΔΕΚ, δεδομένου ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής, η οποία επιδόθηκε στις ανακόπτουσες, την πρώτη φορά, την 21.1.2013, και τη δεύτερη φορά, την 20.7.2017, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά αυτής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, απέκτησε την ισχύ τελεσιδικίας σε χρόνο που οι ανακόπτουσες δεν θα μπορούσαν να προβάλλουν τον αντίστοιχο ισχυρισμό περί αμφισβήτησης της ένδικης απαίτησης βάσει της συνεχώς εξελισσόμενης νομολογίας για τα δάνεια συναφθέντα σε αξία ελβετικού φράγκου. Επομένως, ή ένσταση αυτή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, διατάχθηκαν οι ανακόπτουσες και ο ... του ..., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή, εις ολόκληρον, το ποσό των 325.899,64 ελβετικών φράγκων, μετατρέψιμων σε ευρώ κατά την ημερομηνία πληρωμής, που απορρέουν από τη με αριθμό .../25.7.2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου σε αξία ελβετικού φράγκου. Την ανωτέρω διαταγή πληρωμής η καθ’ ης κοινοποίησε εμπροθέσμως, στις ανακόπτουσες και στον μη διάδικο στην παρούσα δίκη ... του ..., την 21.1.2013, χωρίς οι τελευταίοι να ασκήσουν ανακοπή κατά αυτής. Ακολούθως, η καθ’ης επανακοινοποίησε την ένδικη διαταγή πληρωμής, την 25.7.2017, στις ανακόπτουσες και στον ως άνω μη διάδικο στην παρούσα δίκη, πατέρα των δεύτερης και τρίτης εκ των ανακοπτουσών, με την από 20.7.2017 επιταγή προς πληρωμή και εκτέλεση, παρά πόδας ακριβούς αντιγράφου από το με αριθμό .../2012 α’ εκτελεστό απόγραφο αυτής, επιτάσσοντάς τους για δεύτερη φορά όπως εμπροθέσμως και νομίμως καταβάλουν στη καθ’ ης, εις ολόκληρον, ποσό 325.899,64 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι συνολικώς το ποσό των 356,724,91 ευρώ.

Οι τελευταίοι δεν άσκησαν ανακοπή κατά της ένδικης διαταγής πληρωμής με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Μετέπειτα, η καθ’ης κοινοποίησε για τρίτη φορά την ένδικη διαταγή πληρωμής, την 25.10.2018, στις ανακόπτουσες και στον ως άνω μη διάδικο στην παρούσα δίκη, πατέρα των δεύτερης και τρίτης εκ των ανακοπτουσών, με την από 19.10.2018 επιταγή προς πληρωμή και εκτέλεση, παρά πόδας ακριβούς αντιγράφου από το με αριθμό .../2012 α’ εκτελεστό απόγραφο αυτής, επιτάσσοντάς τους για τρίτη φορά όπως εμπροθέσμως και νομίμως καταβάλουν στη καθ’ ης, εις ολόκληρον, ποσό 325.899,64 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι συνολικώς το ποσό των 414.712,18 ευρώ.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι με τις ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης [...], επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα ακόλουθα ακίνητα και επισπεύδεται αναγκαστικός ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της πιστοποιημένης συμβολαιογράφου Ιωαννίνων ..., στα Ιωάννινα, επί της οδού ..., την 4 Σεπτεμβρίου 2019 ημέρα Τετάρτη και ώρες 14:00-18:00: α) στο δικαίωμα της επικαρπίας, το οποίο έχει η πρώτη ανακόπτουσα σε όλα τα κάτωθι περιγραφόμενα ακίνητα, β) στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της δεύτερης ανακόπτουσας ως προς τα ακίνητα: Υ1, Υ3, Ι2, Α1, Β1, Β2 και γ) στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της τρίτης ανακόπτουσας ως προς τα ακίνητα: Υ2, Ι1, Ρ1, Α2, Γ1, Γ2, σε εκτέλεση του πρώτου εκτελεστού απογράφου με αριθμό .../2012 της ως με αριθμό 119/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Ειδικότερα, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα εξής ακίνητα υπό τα ακόλουθα στοιχεία [...]

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ανακόπτουσες και ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη ... του ..., έχουν ασκήσει, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16.07.2018 αγωγή τους με γενικό αριθμό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) .../2018 και .../2018, αντίστοιχα, με την οποία, μεταξύ άλλων, ως προς το κύριο αίτημά της αμφισβητούν το κύρος της ένδικης σύμβασης δανείου στο σύνολό της, επικαλούμενοι λόγους ακυρότητας αντλούμενους από τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ περί δανείων συναφθέντων σε αξία ελβετικού φράγκου. Επομένως, η ένδικη απαίτηση της τράπεζας και δη το ένδικο δάνειο με αξία σε ελβετικό φράγκο κατέστη αμφισβητούμενο με την άσκηση της σχετικής αγωγής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με επίκληση των σχετικών αποφάσεων του ΔΕΚ, ώστε η επίσπευση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης από την καθ’ ης συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους της και δη ενέργεια από την οποία προκύπτει υπέρβαση και δη προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος της. Παρά δε τη γνώση της περί της εκκρεμούς αγωγής των ανακοπτουσών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αμφισβητείται στο σύνολό της η ένδικη απαίτηση, η καθ’ ης επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας των ανακοπτουσών, αδιαφορώντας για τη ζημία που θα προκαλέσει η ενέργεια της αυτή στις ανακόπτουσες και ενόσω εκκρεμεί η σχετική ως άνω αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνο στη διασφάλιση των δικών της οικονομικών συμφερόντων.

Βάσει όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, είναι φανερό πλέον πως η επίσπευση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των ανακοπτουσών από την καθ’ης υπερακοντίζει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του όποιου δικαιώματός της, παράλληλα δε καθιστά το δικαίωμά της αυτό μη ανεκτό κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένου υπόψη της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε και περιστάσεις που μεσολάβησαν, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος ανακοπής και δη ότι η ένδικη αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστικώς επισπεύδεται, αφού ξεπερνά τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να γίνει δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη σε βάρος των ανακοπτουσών αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο τη με αριθμό 119/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και δη να ακυρωθούν η παρά πόδας του με αριθμό .../2012 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών από 19.10.2018 επιταγή προς πληρωμή, η με αριθμό .../16.01.2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων ..., καθώς και το με αριθμό .../25.01.2019 απόσπασμα της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της ιδίας επιμελήτριας, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ανακοπής καθώς και πρόσθετων λόγων αυτής καθόσον, με την ευδοκίμηση του κριθέντος λόγου ανακοπής ικανοποιείται πλήρως το έννομο συμφέρον των ανακοπτουσών (βλ. ΕφΑθ 1294/2009 ΕλλΔνη 2011, 190, ΕφΘεσ 2292/2006 ΧρίδΔ 2007, 156, ΕφΑθ 5824/2001 ΕλλΔνη 2002, 189). [...]

 

(Δέχεται την ανακοπή.)