Αριθμός 286/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2163/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1479/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-8-2017 αίτησή του και τους από 19-9-2018 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 9462/14.12.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 3.8.2017 αιτήσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 22ας Οκτωβρίου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αιτούντος, στην αναιρεσίβλητη η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον 6ο (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή της υπερβάσεως δικαιοδοσίας στην ένδικη υπόθεση, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του αφορά διοικητική διαφορά ουσίας και ως τέτοια υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή απόδοση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αχρεωστήτως καταβληθείσας αμοιβής υποθηκοφύλακα κατά την είσπραξη δικαιωμάτων άμισθων υποθηκοφυλάκων, με εναγόμενο τον ίδιο (και όχι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.), δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δημιουργεί ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. η' του ν. 1406/83), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου (ΑΠ 1666/2014, 2252/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α` του ν. 3156/2003: "Ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου". Ο νόμος αυτός προβλέπει στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 κατηγορίες ομολογιακών δανείων, που είναι το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11 του ιδίου νόμου αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις τιτλοποιήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα. Κατά το άρθρο 12 του ιδίου νόμου "1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται είτε κατά την έκδοση του ομολογιακού δανείου είτε μεταγενέστερα. 2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που πρέπει να περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου. Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της ανωτέρω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο". Τέλος κατά το άρθρο 14 του ιδίου ως άνω νόμου: "1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του Ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2. Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους". Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην ανωτέρω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, όταν με αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιοσδήποτε κατηγορίας (ΑΠ 2252/2013, 1206/2015) και όχι μόνο όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3156/2003. Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περί υποχρεώσεως καταβολής παγίου τέλους 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακα για την εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων αρκεί η συνομολόγηση συμβάσεως ομολογιακού δανείου, η κάλυψη του οποίου μπορεί να γίνει και από έναν ομολογιούχο, και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ` αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως (ΑΠ 404/2016, ΑΠ 512/2016, ΑΠ 2252/2013,1206-1207/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη, σκοπείται η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που διαγράφονται από τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (Ολομ ΑΠ 2/1997). Περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς και ο αποκλεισμός του δικαιώματος των υποθηκοφυλάκων να εισπράττουν κατά το ν. 325/1976 αναλογικά τέλη για την εγγραφή, εκτός άλλων, και προσημείωσης υποθήκης, που επιβλήθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, όταν πρόκειται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο. Όμως, σκοπός της σχετικής ρύθμισης, όπως αυτός προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3156/2003, δεν είναι ο περιορισμός αυτών καθ' εαυτών των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων, και ειδικότερα της αμοιβής τους σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ για κάθε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αλλά η αντίστοιχη μείωση των εξόδων εγγραφής, ώστε να καταστεί ευχερέστερη και περισσότερο ευέλικτη η έκδοση ομολογιακών δανείων, προκειμένου μέσω αυτών οι επιχειρήσεις να διευκολυνθούν στη χρηματοδότησή τους και να καταστούν ανταγωνιστικότερες σε διεθνές επίπεδο προς όφελος εν τέλει της εθνικής οικονομίας, αφού διαφορετικά, δηλαδή αν τα δικαιώματα αμοιβής των υποθηκοφυλάκων υπολογίζονταν αναλογικά κατά το ν. 325/1976, τα έξοδα εξασφάλισης και κατ' επέκταση έκδοσης ομολογιακού δανείου θα ήταν σημαντικά αυξημένα και σε ευθεία συνάρτηση με το ύψος των ασφαλιζόμενων κάθε φορά απαιτήσεων. Το γεγονός, όμως, αυτό θα καθιστούσε οικονομικά ασύμφορη την έκδοση ομολογιακών δανείων στην Ελλάδα, με άμεση συνέπεια τη στροφή των επενδυτών σε άλλες ευνοϊκότερες αγορές, στις οποίες δεν υπάρχουν τέτοια έξοδα, και τη ματαίωση έτσι του επιδιωκόμενου από το ν. 3156/2003 σκοπού, που είναι γενικότερα η ενίσχυση της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας και πίστης. Συνακόλουθα, ο σκοπός αυτός, που συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας, εξυπηρετεί το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και υπερτερεί ασφαλώς του ατομικού συμφέροντος των υποθηκοφυλάκων να υπολογίζουν την αμοιβή τους με αναλογική κλίμακα και να εισπράττουν συνεπώς αυξημένα συγκριτικά δικαιώματα για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς ασφάλεια ομολογιακού δανείου, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι σχετικές εγγραφές αποτελούν μικρό μέγεθος σε σχέση με το συνολικό όγκο των πραγματοποιούμενων στα υποθηκοφυλακεία εγγραφών. Συνάγεται έτσι ότι ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003 περιορισμός των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων και πρόσφορος είναι και αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με το νόμο αυτό αναπτυξιακών στόχων της Εθνικής Οικονομίας, ενώ δεν είναι και δυσανάλογος σε σχέση με την αντίστοιχη οικονομική ζημία των υποθηκοφυλάκων, αντιπαραβαλλόμενη προς την αναμενόμενη από την υλοποίηση των στόχων ωφέλεια. Συνακόλουθα, ο κρίσιμος περιορισμός, υπαγορευόμενος από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και όντας συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων και η σχετική ρύθμιση δεν είναι για το λόγο αυτό αντισυνταγματική και μη εφαρμόσιμη (ΑΠ 436/2015). Ούτε, πάλι, η ανωτέρω ρύθμιση (περί υποχρεώσεως καταβολής τέλους 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακα, προκειμένου να γίνει εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε περίπτωση συνομολόγησης συμβάσεως ομολογιακού δανείου) είναι αντίθετη με την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 87 της ΣΕΚ) κατά το οποίο: "Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως". Και τούτο, διότι με την ανωτέρω ρύθμιση δεν συντελείται χορήγηση κάποιας μορφής οικονομικής ενίσχυσης από το κράτος ή με κρατικούς πόρους προς τις επιχειρήσεις, που εκδίδουν ομολογιακό δάνειο, αλλά καθορίζονται τα δαπανήματα για την εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησης της Τράπεζας για την είσπραξη ενός τέτοιου δανείου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου

αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικώς στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολομ ΑΠ 1/1999). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα αυτών και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, (Ολομ ΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της από 25/7/2007 αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της σε συνδυασμό με την από 25/7/2007 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, αποφάσισε την έκδοση, βάσει των διατάξεων του Ν.3156/2003 και Ν.2190/1920, τετραετούς κοινού ομολογιακού δανείου συνολικού ποσού 11.000.000 ευρώ, διαιρούμενου σε 110 ανώνυμες ενσώματες ομολογίες, ονομαστικής αξίας εκάστης 100.000 ευρώ και λήξης 30/1/2012, με ολοσχερή κάλυψη του δανείου με ιδιωτική τοποθέτηση και σκοπό την κάλυψη επένδυσης αγοράς και ανέγερσης κατοικιών στο Ελληνικό. Ακολούθως, με την από 27/7/2007 σύμβαση ("Πρόγραμμα εκδόσεως κοινού ομολογιακού δανείου μετά συμβάσεως καλύψεως και πρωτογενούς διαθέσεως και ορισμού διαχειριστή πληρωμών") που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενων αμφοτέρων, η ανωτέρω τράπεζα ανέλαβε την ολοσχερή κάλυψη του δανείου αυτού, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση κάλυψης και ορίσθηκε ομολογιούχος Δανειστής και διαχειριστής πληρωμών. Κατόπιν αιτήσεως της εν λόγω τράπεζας, υπό την ιδιότητά της ως ομολογιούχου δανείστριας και προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων της κατά της εκδότριας από το ομολογιακό δάνειο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 61106Σ/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία επετράπη η εγγραφή υπέρ αυτής προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 13.500.000 ευρώ, επί των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση ακινήτων της ενάγουσας. Για την εγγραφή της ανωτέρω προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου ..., η ενάγουσα (διά του λογιστή της Φ. Δ.) υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2/30.7.2007 Αίτηση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, προσκομίζοντας την ανωτέρω απόφαση καθώς και περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και ζήτησε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 13.500.000 ευρώ, δυνάμει ομολογιακού δανείου, διεπόμενου από τις διατάξεις του Ν.3156/2003. Για την εγγραφή της αιτουμένης προσημείωσης υποθήκης και την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος διατελούσε άμισθος Υποθηκοφύλακας του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου, ζήτησε από την ενάγουσα το ποσό των 40.575,70 ευρώ, από τα οποία 40.500 ευρώ για τέλη (δικαιώματα) ύψους 3% επί της ασφαλιζόμενης απαίτησης και 75,70 ευρώ για έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων (σχετ. υπ' αριθμ. ...8/30.7.07 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εναγομένου). Ακολούθως δε, μετά την καταβολή από την ενάγουσα του ανωτέρω αιτουμένου από αυτόν ποσού, προέβη στην εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου ... Ωστόσο η ανωτέρω αμοιβή (40.500 ευρώ) που ζήτησε και έλαβε ο εναγόμενος δεν ήταν νόμιμη, διότι εφόσον η ένδικη προσημείωση υποθήκης διατάχθηκε προς εξασφάλιση απαιτήσεως από κοινό ομολογιακό δάνειο του Ν.3156/2003, ο εναγόμενος ... όφειλε να εγγράψει τη διαταχθείσα προσημείωση υποθήκης με την καταβολή μόνο του ποσού των 100 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν.3156/2003 και όχι αναλογικά τέλη βάσει των διατάξεων του Ν. 325/1976, όπως ζήτησε και έλαβε..." Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρου 12 και 14 του ν. 3156/2003, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι επρόκειτο για κοινό ομολογιακό δάνειο, διεπόμενο από τις διατάξεις του ν. 3156/2003, και ως εκ τούτου η προς εξασφάλιση αυτού εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου αυτού, σε πάγιο τέλος 100 ευρώ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ 5ος και 7ος (κατ'ορθή αρίθμηση) λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τις αιτιάσεις τους περί παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με την επίκληση ότι επρόκειτο περί απλού τραπεζικού και όχι ομολογιακού δανείου με μοναδικό ομολογιούχο δανειστή την ..., ενώ κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως δεν είχαν εκδοθεί ομολογίες που να ενσωματώνουν τις αντίστοιχες αξιώσεις της τελευταίας, είναι αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η μη έκδοση των ομολογιών, καθώς και η ανάληψη αυτών από ένα μόνο δανειστή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α` του ν. 3156/2003. Περαιτέρω δε ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ήχθη στο χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου δανείου ως ομολογιακού, είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η επίμαχη εγγραφή αφορούσε ομολογιακό δάνειο διεπόμενο από το ν. 3156/2003 και ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση, κατόπιν αυτού, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ως πάγια δικαιώματα αυτής μόνο το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου ποσό των 100 ευρώ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ταυτάριθμοι ως άνω λόγοι του αναιρετηρίου (κατά το δεύτερο σκέλος τους) από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού του δανείου ως κοινού ομολογιακού τοιούτου, συνιστάμενες κυρίως στην έλλειψη παραδοχής της αποφάσεως περί εγχαρτώσεως των ομολογιών, είναι αβάσιμοι. Τέλος, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αβάσιμος είναι και ο 8ος (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/2003 είναι αντίθετη (και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί) προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 107 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 87 της ΣΕΚ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων α) 92 §§ 4 και 5 του Συντάγματος, β) 3, 12, 15, 53, 54, 55, 56 του Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941 "Περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", όπως το άρθρο 56 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967, γ) 23 § 5 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", δ) 1, 2, 3, 4, 5, 12 ν. 325/1976, ε) 20 παρ. 5 και 7 ν. 2145/1993, στ) 2 του α.ν. 153/1967, ζ) 2 ν.δ. 811/1971, η) άρθρο μόνο υπ' αριθ. 265/2002 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΥΑ 26233/ ΦΕΚ Β.../2005) - εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 Ν. 325/1976, θ) 48 παρ. 1 ν. 2238/1994 προκύπτουν τα εξής: Τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς Δημόσιες Υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργικά υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ ο άμισθος υποθηκοφύλακας "έχει την ιδιότητα δικαστικού υπαλλήλου". Εξ αυτού συνάγεται ότι ο Υποθηκοφύλακας "προΐσταται" ή "διευθύνει" τα Υποθηκοφυλακεία ως εκπρόσωπος της δημόσιας αρχής και δεν έχει ιδιότητα απλού επιχειρηματία, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα για ίδιο λογαριασμό και για ίδιο κέρδος, παρότι από φορολογικής απόψεως το εισόδημά του θεωρείται ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων (άρθρο 48 παρ. 1 ν. 2238/1994). Από τα δικαιώματα που εισπράττει για τις διενεργούμενες πράξεις, με αναλογικά ή πάγια τέλη, ένα μέρος αποτελούν εκείνα που απαρχής εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο (δικαιώματα υπέρ Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ). Αυτά ο άμισθος υποθηκοφύλακας δεν τα διαχειρίζεται ως ίδια "κέρδη" ούτε δύναται να τα διαθέτει κατά βούληση. Αντιθέτως, τα εισπραττόμενα ως άνω δικαιώματα αποτελούν χρήματα του Δημοσίου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941, οφείλει να τα αποδώσει χωρίς άλλο στο Δημόσιο. Ωστόσο, τα υπόλοιπα δικαιώματα (αναλογικά και πάγια), που εισπράττει ο υποθηκοφύλακας υπέρ αυτού για τις διενεργούμενες πράξεις, δεν παραμένουν όλα υπέρ αυτού, αλλά γίνεται ο εξής επιμερισμός: Ανά τρίμηνο πραγματοποιείται εκκαθάριση των εισπραχθέντων και, αφού ο υποθηκοφύλακας παρακρατήσει τα ποσά που απαιτούνται: α) για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, β) για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές, γ) για τις δαπάνες μισθοδοσίας των απασχολουμένων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών και δ) για την από το νόμο ορισμένη τελική αμοιβή του (έσοδα υποθηκοφύλακα), το υπόλοιπο έχει υποχρέωση να το καταθέσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και να το αποδώσει στο Δημόσιο ως επιγενόμενο δημόσιο έσοδο. Το ποσό αυτό, που ποικίλει κατά περίπτωση, εισπράττεται μεν ως δικαίωμα του υποθηκοφύλακα, πλην όμως, αν υπάρξει διαφορά μεταξύ των εισπραχθέντων και των ανωτέρω παρακρατουμένων κονδυλίων, το ποσό της διαφοράς και μόνον προσλαμβάνει εκ των υστέρων χαρακτήρα δημοσίου εσόδου. Περαιτέρω, τα νόμιμα δικαιώματα (έσοδα) που πράγματι δικαιούται να λάβει ο άμισθος υποθηκοφύλακας, εκκαθαριζόμενα ανά τρίμηνο με βάση τη συνολική κίνηση του Υποθηκοφυλακείου του, είναι τα εξής: 1.- Ο μισθός του που ανέρχεται κατ' ανώτατο ετήσιο όριο στο ποσό των 18.200 ευρώ και ανά τρίμηνο σε 4.550 ευρώ (άρθρο μόνο παρ. 1 υπ' αριθ. 26233/2005 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης). 2.- Πάγια δικαιώματα από αιτήσεις (άρθρο 18 ν. 1867/1989). 3.- Ποσοστό 0,59% από τα πιστοποιητικά πράξεων και αιτήσεων (άρθρο μόνο παρ. 2 υπ' αριθ. 26233/2005 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης). 4.- Ποσοστό 0,68% από τα πιστοποιητικά πράξεων και αιτήσεων ( άρθρο 5 παρ. 18 περ. β' ν. 2408/1996). 5.- Ποσοστό 0,25 ο/οο ή 1/6 ή 1/12 επί του συνόλου των εσόδων του Υποθηκοφύλακα (άρθρο 20 ν. 2408/1996). Επομένως, το αρχικό σύνολο των ποσών που εισπράττει ο άμισθος υποθηκοφύλακας ως νόμιμα αυτού δικαιώματα, πριν ακόμη εκκαθαριστούν κατά τα ανωτέρω, περιέρχονται άμεσα στην περιουσία του, έχοντας όμως νόμιμη υποχρέωση να αποδώσει στο Δημόσιο την ως άνω διαφορά, αν φυσικά υπάρξει. Αν λοιπόν μεταξύ των εισπραχθέντων και υπό εκκαθάριση τελούντων δικαιωμάτων περιλαμβάνεται και κάποιο που εισπράχθηκε αχρεωστήτως (λ.χ. ως μη προβλεπόμενο από το νόμο ή καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου) και επομένως συνιστά αποδοτέο κατά άρθρα 904 επ. ΑΚ αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό αυτό περιέρχεται στην περιουσία του υποθηκοφύλακα και γι' αυτό είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού συντρέχει η προϋπόθεση της αμεσότητας της περιουσιακής μετακίνησης. Ο πλουτήσας (υποθηκοφύλακας) αποκόμισε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος, χωρίς την παρεμβολή της περιουσίας τρίτου και εν προκειμένω του Δημοσίου. Σε περίπτωση που, μετά την εκκαθάριση, ένα μέρος του αποδίδεται ως πλεονάζον στο Δημόσιο, είναι ζήτημα πραγματικό, εξεταζόμενο στα πλαίσια της έρευνας ισχυρισμού του εναγομένου περί του αν σώζεται και σε ποιά έκταση ο πλουτισμός του, να ευρεθεί η επί του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού αναλογία εκείνου του μέρους που αποδόθηκε στο Δημόσιο και εκείνου του μέρους που παρέμεινε στον Υποθηκοφύλακα για την κάλυψη της αμοιβής του και των λοιπών υποχρεώσεων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου του.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, σε συνέχεια των προαναφερόμενων παραδοχών του, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... Η ενάγουσα κατέβαλε αχρεωστήτως και αντιστοίχως ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία εισέπραξε το ποσό των 40.400 (40.500-100) κατά το οποίο και κατέστη πλουσιότερος". Με αυτά που δέχθηκε συνολικά και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που διέπουν τα της υπηρεσιακής καταστάσεως του άμισθου υποθηκοφύλακα και του χαρακτήρα των δικαιωμάτων που εισπράττει, αλλά και τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, η είσπραξη του ένδικου ποσού δικαιωμάτων (ύψους 40.500 ευρώ) τον κατέστησε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία άμεσα χωρίς την παρεμβολή της περιουσίας του Δημοσίου, αφού πριν την εκκαθάριση του τρίμηνου μέσα στο οποίο καταβλήθηκε είχε περιέλθει στην περιουσία του ως αναλογικό δικαίωμά του, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να αποδώσει στο Δημόσιο την κατά τα προαναφερόμενα διαφορά, αν φυσικά υπήρχε. Μόνο μετά την εκκαθάριση και τον προσδιορισμό των αποδοτέων στο Δημόσιο, το αδικαιολογήτως καταβληθέν ποσό αποκτά (κατά την αναλογία που αποδίδεται) την ιδιότητα του δημοσίου εσόδου. Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και επικουρικά 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι. Τέλος, η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το καταβληθέν ποσό εισπράχτηκε απ' αυτόν για λογαριασμό του Δημοσίου ως δημόσιο έσοδο και επομένως δεν υπήρξε αμεσότητα στην περιουσιακή μετακίνηση με την επίκληση ότι παρεμβλήθηκε, πριν περιέλθει σ' αυτόν ως νόμιμη αμοιβή, η περιουσία του Δημοσίου, είναι απαράδεκτη. Και τούτο διότι δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ οι αρνητικοί ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής ούτε τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 904 εδ. α, β' ,905 παρ. 1 και 911 αρ. 1, ΑΚ συνάγονται τα εξής: Εκείνος, από την περιουσία του οποίου έγινε άλλος πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία και ιδίως με κάποια παροχή η οποία ήταν αχρεώστητη, έχει απαίτηση να του επιστραφεί από τον λήπτη ο πλουτισμός. Ωστόσο η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής ενιστάμενος ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι ο δότης κατά την καταβολή γνώριζε ότι δεν υπήρχε χρέος. Η ένσταση αυτή, η οποία είναι καταλυτική της ως άνω απαιτήσεως, δικαιολογητικό λόγο έχει το ότι ο δότης, που κατά την καταβολή γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος, αλλά παρά ταύτα κατέβαλε, είχε, κατά τεκμήριο, τη βούληση κατ' αρχήν δωρεάς. Το τεκμήριο όμως αυτό είναι μαχητό και γι' αυτό η ως άνω ένσταση αποκλείεται, αν ο δότης ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η κατά την καταβολή βούλησή του δεν ήταν ελεύθερη, αλλά προϊόν εξαναγκασμού. Ο ισχυρισμός αυτός λειτουργεί ως αντένσταση καταλυτική της ανωτέρω ενστάσεως (ΑΠ 365/2016, ΑΠ 775/2004).

Εν προκειμένω, το Εφετείο επί της παραδεκτά προβληθείσας ενστάσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι η αξίωση του ενάγοντος αποκλείεται βάσει του άρθρου 905 ΑΚ, διότι αυτός κατέβαλε εν γνώσει του αχρεωστήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...η ενάγουσα δε γνώριζε το αχρεώστητο της αξιούμενης από τον εναγόμενο παροχής αλλά επιδεικνύοντας καλή συναλλακτική πίστη συμμορφώθηκε με τα λεγόμενα του συνεργαζόμενου με αυτήν υποθηκοφύλακα και προέβη στην ένδικη καταβολή. Επιπλέον, η ενάγουσα επειγόταν να προβεί στη μεταγραφή της ανωτέρω πράξης, ώστε να λειτουργήσει η σύμβαση ομολογιακού δανείου που είχε συνάψει. Για αυτό και προκειμένου να επισπευσθεί η διαδικασία και να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση του άρθρου 791 ΑΚ, κατέβαλε στον εναγόμενο το αξιούμενο από αυτόν ποσό, ώστε να γίνει η αιτούμενη εγγραφή προσημείωσης, άλλως, ο εναγόμενος θα προέβαινε σε πράξη άρνησης επί της αιτήσεως με τη συνακόλουθη χρονοτριβή, όπως τα ανωτέρω σαφώς συνάγονται και από την επικαλούμενη από τον εναγόμενο μαρτυρία της Α. Χ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 3.069/2014 ένορκη βεβαίωση, ("συμφωνήσαμε με τον άμισθο Υποθηκοφύλακα ... να μην προβεί σε πράξη άρνησης επί της αίτησης της εταιρείας για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, ώστε να αποφύγουμε την καθυστέρηση της διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, Έτσι καταβάλαμε ανεπιφύλακτα το αιτηθέν ποσό για δικαιώματα προκειμένου να επισπεύσουμε τη διαδικασία και να προβούμε στην εγγραφή ης πράξης"). Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα πέραν του ότι δε γνώριζε το αχρεώστητο της ανωτέρω παροχής, σε κάθε περίπτωση δεν προέβη σε αυτήν με βούληση ελευθεριότητας ή για άλλη νόμιμη αιτία, αλλά υποχρεώθηκε σε αυτήν για μη νόμιμη αιτία, υπό την πίεση να προβεί στη μεταγραφή της ως άνω προσημείωσης για την οποία επειγόταν και θέλοντας να επιταχύνει τη σχετική διαδικασία, χωρίς την παρεμβολή του άρθρου 791 ΑΚ. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα σκέψη δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 905 ΑΚ". Το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με δύο επάλληλες αιτιολογίες: Κατά την πρώτη και κύρια αιτιολογία η ενάγουσα δεν γνώριζε το αχρεώστητο του καταβληθέντος ποσού και εν όψει της διαφωνίας της με τον υποθηκοφύλακα το κατέβαλε χάριν της ταχύτερης προόδου του αιτήματός της. Κατά τη δεύτερη και επικουρική αιτιολογία, σε περίπτωση που γνώριζε το αχρεώστητο, δεν προέβη στην καταβολή με βούληση ελευθεριότητας. Με τις παραδοχές αυτές, όσον αφορά την κύρια αιτιολογία, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφού ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 905 ΑΚ, δεχόμενο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε το αχρεώστητο του καταβληθέντος ποσού. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ελλείψεως γνώσεως και του επείγοντος της προσημειώσεως, αφού το δεύτερο δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι, η ενάγουσα αποδεχόμενη να πληρώσει το ποσό που αξίωσε ο υποθηκοφύλακας, είχε και πλήρη γνώση για το αχρεώστητο, το οποίο είναι προϊόν ενός σύνθετου νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο του μέρος είναι αβάσιμος. Εφόσον δε η ως άνω κύρια αιτιολογία δεν πλήττεται αποτελεσματικά και μόνη αυτή αρκεί για να στηρίξει το διατακτικό του Εφετείου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε ότι η κατά την καταβολή βούληση της ενάγουσας ήταν όχι ελεύθερη, αλλά προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς ωστόσο αυτή να έχει προβάλει τη σχετική αντένσταση) παρίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Και τούτο διότι από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ολομ ΑΠ 25/2003, 25/1994).

Με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, κατά την οποία "η υποχρέωση για απόδοση κατά το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής", προσδιορίζεται το περιεχόμενο της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού από το αν ο λήπτης εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος. Ο κανόνας αυτός συμπορεύεται προς την αρχή της επιείκειας, επί της οποίας στηρίζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Η επιείκεια όμως αυτή προϋποθέτει καλή πίστη του λήπτη έως το χρονικό σημείο που η ίδια η διάταξη θέτει, δηλαδή την επίδοση τη αγωγής. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου λήπτη ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά καταχρηστική ένσταση, καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος (Ολομ ΑΠ 294/1981). Άρση ή μείωση του πλουτισμού και συνεπώς ολική ή μερική απόσβεση της υποχρέωσης απόδοσής του επιφέρει και η έως την επίδοση της αγωγής ανάλωσή του. Πρέπει όμως ο λήπτης να μην έλαβε αντάλλαγμα στη θέση του αρχικού πλουτισμού και να μην εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες αλλιώς θα είχε κάνει με ίδια μέσα, γιατί μόνον τότε αυτός δεν θα εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος κατά το ως άνω απάλλαγμα ή την αξία των δαπανών που απέφυγε. Ομοίως, άρση ή μείωση του πλουτισμού επιφέρει και η ανάλωσή του σε αναγκαίες δαπάνες στις οποίες ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να προβεί (συναπτόμενες με την κτήση του πλουτισμού) και επομένως διαφορετικά δεν θα προέβαινε. Και τούτο διότι απ' αυτές τίποτε δεν εξοικονόμησε, αφού συνιστούν στην ουσία λειτουργικές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε δυνάμει νόμιμης υποχρέωσης για την απόκτηση του πλουτισμού και άρα δεν εξοικονόμησε δαπάνες που θα είχε κάνει με ίδια (προσωπικά) χρηματικά μέσα. Τέτοια περίπτωση νόμιμων δαπανών, λειτουργικά συναπτόμενων με την απόκτηση του πλουτισμού, είναι και οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται εκ του νόμου (άρθρο 56 παρ. 4 του Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941 "Περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", όπως το άρθρο 56 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967) ο άμισθος υποθηκοφύλακας για τη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου του. Όπως προαναφέρθηκε, από τα δικαιώματα (αναλογικά και πάγια), που εισπράττει υπέρ αυτού, γίνεται ανά τρίμηνο εκκαθάριση και, αφού παρακρατήσει τα ποσά που απαιτούνται: α) για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, β) για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές, γ) για τις δαπάνες μισθοδοσίας των απασχολουμένων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών και δ) για την από το νόμο ορισμένη αμοιβή του (έσοδα υποθηκοφύλακα), έχει νόμιμη υποχρέωση να αποδώσει το υπόλοιπο στο Δημόσιο με κατάθεση στην αρμόδιο Δ.Ο.Υ. ως επιγενόμενο δημόσιο έσοδο. Είναι σαφές ότι τα ως άνω δαπανήματα στα οποία υποβάλλεται για τις ανάγκες λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας του υποθηκοφυλακείου, προς εκπλήρωση του δημόσιου σκοπού λειτουργίας αυτού, αφενός συνιστούν δαπάνες λειτουργικά συναπτόμενες με το σκοπό αυτό και τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την απόκτηση του πλουτισμού (δηλαδή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων δικαιωμάτων) και αφετέρου δεν γίνονται χάριν ιδιωτικού σκοπού. Η ανάγκη καλύψεως των δαπανών αυτών συναρτάται με την ιδιότητα του λήπτη ως υποθηκοφύλακα. Διαφορετικά, δεν θα είχε υποχρέωση να τις καλύψει. Γι' αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δαπάνες από τις οποίες ο υποθηκοφύλακας εξοικονόμησε χρήματα και άρα εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος κατά την αξία των δαπανών που απέφυγε, αφού, χωρίς την ιδιότητα του υποθηκοφύλακα, δεν θα τις κάλυπτε με ίδια μέσα, ούτε οι δαπάνες θα προέκυπταν χωρίς τη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον τα έσοδα του τριμήνου είναι τέτοιου ύψους που μπορούν να καλύψουν τις δαπάνες λειτουργίας και του προσωπικού του υποθηκοφυλακείου, πληρώνονται από τα έσοδα αυτά και δεν καλείται να τα πληρώσει εξ ιδίων ο υποθηκοφύλακας. Άρα με την πληρωμή τους με τις εισπράξεις, δεν εξοικονόμησε δαπάνες που έπρεπε να καλύψει ο ίδιος με δικά του χρήματα. Το τελευταίο θα συνέβαινε, αν οι εισπράξεις του τριμήνου δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των εξόδων, οπότε κατά το άρθρο 56 παρ. 7 του Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941 "Περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", όπως το άρθρο 56 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967,) όφειλε να καλύψει τα έξοδα αυτά εξ ιδίων, δότι το Δημόσιο "ουδεμίαν υποχρέωσιν αναλαμβάνει προς συμπλήρωσιν".

Εν προκειμένω, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του επανέφερε την παραδεκτά προβληθείσα (επικουρικά) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένστασή του ότι, εφόσον θεωρηθεί ότι η καταβληθείσα αναλογική αμοιβή του, δηλαδή το χρηματικό ποσό των 40.500 ευρώ δόθηκε αχρεωστήτως, ο πλουτισμός του κατά το χρόνο ασκήσεως της εναντίον του αγωγής δεν σώζεται παρά μόνο κατά ένα μικρό μέρος, διότι από το ποσό αυτό μόνο ένα τμήμα (και συγκεκριμένα το 1/12 αυτού ύψους 3.386,42 ευρώ) έμεινε στην περιουσία του ως φορολογητέα αμοιβή, ενώ, από το υπόλοιπο, ένα μέρος αποδόθηκε στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο και το άλλο δαπανήθηκε για τις λειτουργικές δαπάνες του Υποθηκοφυλακείου (μισθούς υπαλλήλων, ΙΚΑ, ΦΜΥ, Ταμείο Νομικών). Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι, με βάση την εκκαθαριστική δήλωση του Γ' τριμήνου 2007, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η επίμαχη εγγραφή, το σύνολο των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του ως υποθηκοφύλακα (αναλογικών και παγίων από πιστοποιητικά κ.λπ.) ανήλθε στο ποσό των 642.741,03 ευρώ, από το οποίο παρακράτησε υπέρ αυτού για τη νόμιμη αμοιβή του (από αναλογικά και πάγια δικαιώματα) 67.996,97 ευρώ. Επίσης, ότι δαπάνησε για τις λειτουργικές δαπάνες του Υποθηκοφυλακείου 90.564,18 ευρώ για τα έξοδα μισθοδοσίας των υπαλλήλων αυτού, 22.833,90 ευρώ για τις ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ και 1.333,44 ευρώ για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές. Ότι το υπόλοιπο ποσό 460.012,54 ευρώ (642.741,03-182.728,49= 460.012,54) απέδωσε στο Δημόσιο ως πλεονάζον δημόσιο έσοδο την 10/10/20, δυνάμει του υπ' αριθ. 5774/10.10.2007 διπλότυπου είσπραξης της Δ.Ο.Υ. .... Η ως άνω ένσταση, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, είναι κατά τη γνώμη που επικράτησε το δικαστήριο, ορισμένη και νόμιμη και ως προς τα δύο σκέλη της που αναφέρονται στα αναλωθέντα (για διαφορετική το καθένα αιτία) ποσά της ένδικης αμοιβής του εναγομένου υποθηκοφύλακα και κατά το μέρος που αυτή αναλώθηκε, δηλαδή εξαιρουμένου του ποσού των 3.386,42 ευρώ, διότι, όπως και ο ενάγων ιστορεί, αυτό παρέμεινε στην περιουσία του. Το μέρος της ένδικης αμοιβής, που αποδόθηκε στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, για το λόγο ότι τα εισπραχθέντα δικαιώματα του υποθηκοφύλακα κατά το κρίσιμο τρίμηνο υπερέβαιναν τα έξοδα λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, μετά την απόδοσή του που έγινε κατ' επιταγή νόμου, εξέφυγε από την περιουσία του εναγομένου και αυτός επομένως έπαυσε κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής να είναι ως προς αυτό πλουσιότερος, χωρίς να αποκτήσει κάποιο αντάλλαγμα στη θέση του. Το υπόλοιπο μέρος της ένδικης αμοιβής, που αναλώθηκε για την κάλυψη των εξιστορούμενων αναγκαίων λειτουργικών δαπανών του υποθηκοφυλακείου, στις οποίες ο υποθηκοφύλακας ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να προβεί για τις ανάγκες λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας του υποθηκοφυλακείου, δηλαδή προς εκπλήρωση δημόσιου σκοπού (και επομένως διαφορετικά δεν θα προέβαινε), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δαπάνες από τις οποίες ο υποθηκοφύλακας εξοικονόμησε χρήματα και άρα εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος κατά την αξία των δαπανών που απέφυγε, αφού, χωρίς την ιδιότητα του υποθηκοφύλακα, δεν θα τις κάλυπτε με ίδια μέσα ούτε οι δαπάνες θα προέκυπταν χωρίς τη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου. Άρα και αυτό το ποσό εξέφυγε από την περιουσία του εναγομένου, ο οποίος έπαυσε κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής να είναι ως προς αυτό πλουσιότερος. Το γεγονός ότι ο ενιστάμενος εναγόμενος αναφέρεται στα αποδοθέντα ποσά με βάση το γενικό άθροισμα αυτών κατά το κρίσιμο τρίμηνο εκκαθάρισης, χωρίς να επιμερίζει το ειδικότερο ποσό που για την κάθε κατηγορία αναλωθέντων αντιστοιχεί στην ένδικη αμοιβή, δεν καθιστά την ένσταση αόριστη, αφού διαφορετική αναφορά και προσδιορισμός είναι εκ των πραγμάτων αδύνατος, αδυναμία η οποία δεν μπορεί να αρθεί παρά μόνο με ποσοστιαία αναφορά επί του συνόλου, που ωστόσο θα μπορούσε να εξευρεθεί και από το δικαστήριο με τους αναγκαίους μαθηματικούς υπολογισμούς. Και τούτο διότι από το νόμο δεν προβλέπεται η εκκαθάριση και η απόδοση ανά πράξη και έγγραφο ξεχωριστά, τόσο για τις δαπάνες όσο και για τα αποδοτέα στο Δημόσιο δικαιώματα, οπότε θα ήταν δυνατός ο απαρχής προσδιορισμός των επί μέρους ποσών της ένδικης αμοιβής, αλλά συνολικά επί όλων των πράξεων και εγγραφών του τριμήνου, με αποτέλεσμα κάθε μερικότερη αμοιβή να συγχωνεύεται στο τελικό σύνολο και να χάνει την ταυτότητά της. Σε διαφορετική εκδοχή, ο εναγόμενος υποθηκοφύλακας θα βρισκόταν στη -μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητά του- αδυναμία να προβάλλει την ανωτέρω ένσταση, καίτοι από το σύνολο των δαπανών κ.λπ. προκύπτει ότι δεν παρέμεινε ή παρέμενε συγκεκριμένο μέρος στην περιουσία του. Αν λοιπόν μετά την ανά τρίμηνο συνολική εκκαθάριση, ένα μέρος των εισπραχθέντων δαπανήθηκαν για τις λειτουργικές ανάγκες του υποθηκοφυλακείου και το υπόλοιπο αποδόθηκε ως πλεονάζον στο Δημόσιο, είναι ζήτημα πραγματικό, εξεταζόμενο στα πλαίσια της έρευνας ενστάσεως από το άρθρο 909 ΑΚ περί του αν σώζεται και σε ποιά έκταση ο πλουτισμός του υποθηκοφύλακα, να ευρεθούν οι επί του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού ποσοστιαίες αναλογίες εκείνου του μέρους που αποδόθηκε στο Δημόσιο, εκείνου που δαπανήθηκε για την κάλυψη υποχρεώσεων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και εκείνου που παρέμεινε στον Υποθηκοφύλακα ως καθαρή αμοιβή του.

Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι α) κατά το μέρος, που γίνεται επίκληση του δαπανηθέντος στο κρίσιμο τρίμηνο ποσού για τις αναγκαίες δαπάνες λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, δεν είναι νόμιμη γιατί με τις δαπάνες αυτές ο υποθηκοφύλακας κάλυψε δικές του υποχρεώσεις που διαφορετικά θα κάλυπτε εξ ιδίων και β) κατά το μέρος, που γίνεται επίκληση του αποδοθέντος στο Δημόσιο ποσού, ήταν αόριστη "διότι ο εναγόμενος αναφέρεται γενικά σε απόδοση τριμήνου με βάση γενικό άθροισμα εισπράξεων του Υποθηκοφυλακείου και δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το ποσό που αποδόθηκε στο Δημόσιο για την ένδικη αιτία, εκ του συνολικά αναφερομένου ποσού των 460.012,54 ευρώ, δοθέντος ότι τούτο αφορά όλα τα έσοδα για το σύνολο των εγγραπτέων πράξεων του εν λόγω χρονικού διαστήματος" αφενός παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 909 ΑΚ, 53 παρ. 1, 56 παρ. 4, 5 και 7 του Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941 "Περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", όπως το άρθρο 56 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967), άρθρο μόνο υπ' αριθ. 265/2002 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΥΑ 26233/ ΦΕΚ Β.../2005) - εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 Ν. 325/1976 και 1, 3, 4, 5, 12 ν. 325/1976, και αφετέρου παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Επομένως, οι αντίστοιχες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, είναι βάσιμες και ο λόγος αυτός πρέπει, κατά την γνώμη που επικράτησε, να γίνει δεκτός. Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, είχε τη γνώμη ότι ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και ως προς τις δύο αιτιάσεις του και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο αναφορικά με το μέρος εκείνο τη ανωτέρω ενστάσεως που αναφέρεται στο αποδοθέν στο Δημόσιο ποσό, δεδομένου ότι ο προβληθείς ισχυρισμός ήταν απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το ποσό που αποδόθηκε στο Δημόσιο για την ένδικη αιτία, αλλά αναφέρεται γενικά ο εναγόμενος σε απόδοση τριμήνου με βάση γενικό άθροισμα των εισπράξεων του υποθηκοφυλακείου, από το οποίο (ποσό) δεν μπορεί να προσδιορισθεί ότι περιλαμβάνεται σε αυτό και το εισπραχθέν ποσό του Δημοσίου για την ένδικη εγγραφή. Επίσης, σε ό,τι αφορά το παρακρατηθέν για το ίδιο διάστημα ποσά για τις λειτουργικές δαπάνες του Υποθηκοφυλακείου (90.564,18 ευρώ για τα έξοδα μισθοδοσίας των υπαλλήλων αυτού, 22.833,90 ευρώ για τις ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ και 1.333,44 ευρώ για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές), που επίσης αναλογεί στο σύνολο των εγγραπτέων πράξεων, με αυτό ο εναγόμενος κάλυψε δικές του οικονομικές υποχρεώσεις, δηλαδή το διέθεσε προς εξόφληση δικού του χρέους το οποίο θα κάλυπτε με δική του δαπάνη, ως βαρυνόμενος γι' αυτές εξ ιδίου δικαίου και στην οποία ούτως ή άλλως θα προέβαινε ανεξαρτήτως του χρηματικού ποσού που εισέπραξε από την ενάγουσα και δεν ανάλωσε το παρ' αυτής εισπραχθέν ποσό, πραγματοποιώντας δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε, οπότε και μόνο θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι αποσβέστηκε η υποχρέωσή της προς απόδοση του πλουτισμού που επήλθε με την είσπραξη του εν λόγω ποσού ως αχρεωστήτου (ΑΠ 404/2016, ΑΠ 1227/2015).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά πλειοψηφία και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της (και όχι μόνο ως προς την απόρριψη της ενστάσεως από το άρθρο 909 ΑΚ), διότι, με την προβολή της εν λόγω καταχρηστικής ενστάσεως και την απόρριψη του λόγου εφέσεως με τον οποίο επαναφέρθηκε στο δεύτερο βαθμό ,δεν δημιουργείται ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, αφού οι ενστάσεις (πλην εκείνης του συμψηφισμού) δεν εισάγουν ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, δεν αποτελούν αυτοτελείς αιτήσεις παροχής προστασίας, ούτε προκαλούν ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης. Παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων διότι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω γενομένου δεκτού λόγου. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1479/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ